Χρ. Γιανναράς, Ίμια οιμώζουσα

Ένα σημαντικότατο άρθρο του Χρήστου Γιανναρά, που δημοσιεύθηκε στην «Καθημερινή» λίγες μέρες μετά τα γεγονότα των Ιμίων.
Υπενθύμιση παλιότερης ανάρτησης.
Ίμια οιμώζουσα
Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ
(«Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ», 4/2/1996,σελ.25)

 

Στη βραχονησίδα Ίμια δεν κρίθηκε μια κυβέρνηση και μια στρατιωτική ηγεσία. Κρίθηκε συνολικά ό,τι έχουμε χτίσει ως κρατικό και κοινωνικό οικοδόμημα εδώ και μερικές δεκαετίες. Και συγκρίθηκε με τη σοβαρότητα των Τούρκων. Ναι, η Τουρκία ζει σε μόνιμη κοινωνική και πολιτική κρίση, ασελγεί συνεχώς σε κάθε έννοια Διεθνούς Δικαίου και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όμως τον βαρβαρικό της ρόλο τον παίζει σοβαρά, με συνέπεια και πυγμή. Προμελετημένα και ευφυέστατα κατακτούν οι Τούρκοι, βήμα προς βήμα, ηγεμονικό ρόλο στην περιοχή. Αυτό επιδιώκουν και ξέρουν πως να το πετύχουν. Έχουν σοβαρότητα, που λείπει από μας τραγικά.
Το δικό μας κράτος τρέμει μπροστά στους χουλιγκάνους καταληψίες του Πολυτεχνείου, που να βρει ανάστημα για να το υψώσει απέναντι στην ευφυέστατη στρατηγική των Τούρκων; Πως να επιδείξει σοβαρότητα ένα κράτος που δυο ολόκληρους μήνες σερνόταν στον ωνάσειο εξευτελισμό κάθε πολιτικής και συνταγματικής αξιοπρέπειας; Γι’ αυτό και φτάσαμε στον ανήκουστο διασυρμό. Κράτος που να πατούν εισβολείς στο έδαφος του, και αυτό να μαζεύει τις σημαίες και τα όπλα του και να αποχωρεί, με τον όρο να αποχωρήσουν και οι εισβολείς, έστω κι αν θριαμβολογούν για ιδιοποίηση των καταπατημένων. Ποιο ανάλογο, τέτοιου εσχάτου αυτοεξευτελισμού, μπορούμε να επικαλεσθούμε;
Ομολογήθηκε καίρια από το βήμα της Βουλής: Δεν είμαστε παρασκευασμένοι, έχουμε καίρια υστερήματα, μας λείπουν ακόμα πολλά για να μπορέσουμε να αντισταθούμε σθεναρά στην τουρκική ανομία και βαρβαρότητα. Αλλά τι ακριβώς μας λείπει; Μια ευφυής πολιτική, μια τολμηρή διπλωματία και εύστροφη στρατηγική χρειάζεται ανθρώπους με έκτακτη παιδεία, καλλιέργεια και ιστορική συνείδηση, που η Ελλάδα πια δεν τους παράγει. Χρειάζεται κυρίως φρόνημα και αίσθηση πατρίδας-άμεση αίσθηση ότι η βραχονησίδα Ίμια είναι εξίσου και ακραιφνώς Ελλάδα όσο και η πλατεία Συντάγματος. Με απαίδευτους ή αφελληνισμένους πολιτικούς, μεταπράτες ευρωπαϊκών ιδεολογημάτων, δεν υπάρχει, δεν μπορεί να υπάρχει εμπνευσμένη οξύνοια, τόλμη.
Κάποιες μοναχικές φωνές κραυγάζουν από χρόνια ότι η εξωτερική πολιτική αρχίζει με το φρόνημα και την αυτοσυνειδησία που μεταγγίζουμε από το δημοτικό σχολείο, μα κάτι τέτοιο σήμερα λογαριάζεται σαν «εθνικισμός», «σοβινισμός», «σκοταδιστική συντήρηση». Ποιος είναι διατεθειμένος σήμερα να πολεμήσει για την «πατρίδα», ποια ποιότητα ζώσα ταυτίζεται στις συνειδήσεις μας με την πατρίδα, ποια ιστορία, ποια γλώσσα, ποια ιερά, ποια ελευθερία γνωρίζει ο Έλληνας πάρεξ την καταναλωτική;
Στη βραχονησίδα Ίμια ξεγυμνώθηκε θεαματικά η ανθρωπολογική μας έκπτωση, η κοινωνική παρακμή μας. Πίσω από τους ανθρώπους που πήραν έμφοβοι τις αποφάσεις, που έμειναν εκτεθειμένοι για κραυγαλέες παραλείψεις, για κωμικές παλινωδίες, που μέτρησαν τα δεδομένα με κοντόθωρο μικρονοϊκό ωφελιμισμό, πίσω από τους ενόχους αυτής της ανατριχιαστικής ταπείνωσης του Γένους των Ελλήνων, βρίσκεται ο καθένας μας, βρισκόμαστε όλοι μας. Βρίσκεται ο αεριτζής νεόπλουτος, ο καταχραστής εργολήπτης, ο φοροφυγάς, ο διορισμένος με κομματικό σημείωμα, ο ανάλγητος για το «κοινωνικό κόστος» συνδικαλιστής. Βρίσκεται ο Έλληνας-έρμαιο της κρετινικής «ψυχαγωγίας» των τηλεοπτικών καναλιών και του κρατικού τζόγου, βρίσκεται η διαλυμένη για λόγους «εκδημοκρατισμού» παιδεία μας, η αφελληνισμένη μας διανόηση.
Η αφαιρετική σύνοψη όλης αυτής της ευτέλειας και αποσύνθεσης συγκρότησε τη νοοτροπία και τακτική, τελικά τον ανθρωπολογικό τύπο του σημερινού Έλληνα που ορθώθηκε στη βραχονησίδα να αναμετρηθεί με τους Τούρκους. «Ως νάνος τανυόμενος επ’ άκρων ονύχων» ρητόρευσε, απείλησε, και ύστερα υπάκουσε στα αμερικάνικα κελεύσματα αποχώρησε γυμνώνοντας τα οπίσθια του.
Το πιο απελπιστικό: Την επομένη, δίχως αιδώ και λύπη, κυριολεκτικά αναίσχυντος, ξανάρχισε την κομματική αηδιαστική αντιδικία: «Εμείς, με τη στρατηγική των γυμνών οπισθίων αποφύγαμε να καθήσουμε σε τραπέζι διαπραγματεύσεων με τους Τούρκους, ενώ εσείς είχατε προσπαθήσει να πουλήσετε τις βραχονησίδες».
Αυτόν τον Έλληνα -εμάς όλους- συνόψισε και εκπροσώπησε στην πρόσφατη κρίση η νέα «εκσυγχρονιστική» μας κυβέρνηση. Είναι κρίμα, είναι οδύνη, γιατί στηρίξαμε όλοι στον πρωθυπουργό και σε κάποια στελέχη του καίριες ελπίδες ανάκαμψης από τη συλλογική έκπτωση. Τουλάχιστον, αυτή η τόσο πρώιμη αποτυχία τους, το βαρύτατο στίγμα που ανεξάλειπτα πια τους βαραίνει ας λειτουργήσει σαν κραδασμός για την αφύπνιση μας στα ουσιώδη.
Με ταπείνωση και σεμνότητα να αποδείξουν ότι κατάλαβαν τι σήμαινε το καινούργιο 1897: Η παιδεία, ο πολιτισμός, η αυτοσυνειδησία, το φρόνημα είναι οι προϋποθέσεις για την επιβίωση, την ποιότητα της ζωής, την αξιοπρέπεια μας των Ελλήνων. Για να σοβαρέψει επιτέλους κάποτε το κωμικό και ανυπόληπτο κράτος μας.
Published in: on 29/01/2011 at 22:24  Σχολιάστε  

π. Ηλίας Υφαντής, Μακάριοι (Στους Τρεις Ιεράρχες)

 

Μακάριοι:

Αυτοί, που παιδικά έμαθαν να σκέφτονται
Κι ο στοχασμός τους
Αναβλύζει, σαν το πρόσχαρο νερό
Απ’ τη χαλικόστρωτη βρυσούλα,
Όπως το άρωμα απ’ το βυσσινί γαρύφαλλο
Και η γλυκάδα απ’ το κέρινο σταφύλι.

Μακάριοι:

Αυτοί, που έμαθαν να χειρουργούν
Με το νυστέρι του θαύματος
Και να βλέπουν,
Πέρα απ’ τα σύνορα του κόσμου και της ιστορίας,
Το απέριττο εργαστήρι του Θεού,
Όπου υφαίνονται
Τα πράγματα και τα γεγονότα
Με τον αέρα της ελευθερίας
Και τη φλόγα του πνεύματος.

Μακάριοι:

Αυτοί, που μπόρεσαν να πιστέψουν τα απίστευτα,
Να δουν τη δύναμη μες στην αδυναμία,
Το μεγαλείο μες στην αθλιότητα…
Και, πέρα απ’ το σκοτεινό ερωτηματικό του θανάτου,
Τον ολόλαμπρο ήλιο της Ανάστασης!…

 

παπα-Ηλίας
πηγή: ΥΠΕΡΒΑΣΗ
Published in: on 29/01/2011 at 11:50  Σχολιάστε  

Για τους Τρεις Ιεράρχες

Published in: on 27/01/2011 at 16:05  Σχολιάστε  

Σ. Γουνελάς,Σημερινές όψεις της θεολογίας και η συζήτησή τους (βιβλιοκρισία στο «Έρως και θάνατος» του Χρ. Σταμούλη)

Βιβλιοκρισία του Σ. Γουνελά για το βιβλίο του Χρ. Σταμούλη «Έρως και θάνατος», δημοσιευμένη στη «Θεολογία». Κάντε κλίκ στους παρακάτω συνδέσμους:

Published in: on 24/01/2011 at 20:49  Σχολιάστε  

Ο Σωτήρης Γουνελάς για το «Σοκ και Δέος» του Α. Μέσκου

Διαβάστε στον παρακάτω σύνδεσμο μια πολύ ενδιαφέρουσα κριτική του Σωτήρη Γουνελά (που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Θεολογία») για το βιβλίο «Σοκ και δέος» του Α. Μέσκου:
http://www.alopsis.gr/modules.php?name=News&file=article&sid=1718
Published in: on 24/01/2011 at 20:30  Σχολιάστε  

ΝΕΚΡΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ: Ο κ. Α. Μέσκος και οι παρενέργειες της νοεράς προσευχής

ΝΕΚΡΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ: Ο κ. Α. Μέσκος και οι παρενέργειες της νοεράς προσευχής

Published in: on 23/01/2011 at 10:36  Σχολιάστε  

(Το Μανιτάρι του Βουνού): Είμαστε σε αποφάσεις ελεγχόμενης πτώχευσης

Κάντε κλίκ εδώ:

Είμαστε σε αποφάσεις ελεγχόμενης πτώχευσης

Published in: on 22/01/2011 at 21:08  Σχολιάστε  

Γ. Κοντογιώργης, Το ελληνικό πρόβλημα: το κράτος κατοχής και η έξοδος από την κρίση

Πηγή: Ιστολόγιο καθηγητού Γ. Κοντογιώργη -αναδημοσίευση: LoMak
1. Το δραματικό περιεχόμενο με το οποίο σημάνθηκε η ελληνική κρίση ανάγεται ευθέως στον χαρακτήρα της. Ενώ στις άλλες χώρες (Ιρλανδία, ΗΠΑ κλπ) η οικονομική κρίση συνδέεται με την ανατροπή της ισορροπίας που επήλθε μεταξύ κοινωνίας, κράτους και αγοράς στο παγκόσμιο σύστημα1, στην ελληνική περίπτωση το κράτος είναι πρωτογενής αιτία της κρίσης. Η ελληνική οικονομία, συμπεριλαμβανομένων και των τραπεζών, δεν ενεπλάκησαν ούτε άμεσα ούτε σχεδόν έμμεσα στη διεθνή κρίση. Το κράτος μετακύλυσε την κρίση στη χώρα, την εξέθεσε στο διεθνές (και ευρωπαϊκό) πεδίο και τη μετέβαλε σε «παίγνιο» και, ενπολλοίς, σε «πειραματόζωο» των εξελίξεων που συντελούνται σ’ αυτό.

Όντως, στις άλλες χώρες το πολιτικό σύστημα ενέχεται για την ανατροπή της ισορροπίας μεταξύ κοινωνίας και αγοράς, με την ολοκληρωτική καθυπόταξη του κράτους στο διατακτικό της τελευταίας. Το κράτος όμως θα εξακολουθήσει να παρέχει υπηρεσίες δημοσίου συμφέροντος, καθώς η κοινωνία παραμένει, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, στον σκοπό της πολιτικής. Εξού και, στις άλλες χώρες, το κράτος είχε τη δυνατότητα και τη βούληση να αναλάβει τον ρόλο του διασώστη του οικονομικού συστήματος, λαμβάνοντας τα αναγκαία διορθωτικά μέτρα. Αντιθέτως, στην ελληνική περίπτωση, η άρση των αιτίων της κρίσης ανεδείχθη σε διακύβευμα που συνέχεται ευθέως με τον χαρακτήρα του κράτους. Όντως, η έξοδος από την κρίση προϋποθέτει την εξυπαρχής ανασυγκρότηση του κράτους και τον αναπροσανατολισμό του σκοπού της πολιτικής, ώστε να αναφέρεται στοιχειωδώς στο κοινό συμφέρον.

Για να κατανοήσουμε το «ελληνικό πρόβλημα» πρέπει να έχουμε επίγνωση του χαρακτήρα του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Το ελληνικό πολιτικό σύστημα εγκαλείται για τη βαθιά ριζωμένη ιδιοποίησή του και, συνάμα, για τον εκφαυλισμό του κρατικού μηχανισμού από το πολιτικό προσωπικό και τις δυνάμεις της διαμεσολάβησης και της διαπλοκής. Εγκαλείται επίσης για την εγκατάσταση μιας σχέσης μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής που διέρχεται από την «απο-συλλογικοποίηση» του κοινωνικού ιστού και, συγκεκριμένα, από την προσωπική εξάρτηση του πολίτη από τον πολιτικό. Έχω αναλύσει αλλού την αιτιολογία της δυσπλασίας αυτής του νεοελληνικού κράτους και των στρεβλώσεων που συνεπάγονται στη λειτουργία του2. Περιορίζομαι να υπογραμμίσω απλώς ότι η παθογένεια αυτή δεν αποτελεί νέο φαινόμενο. Συνθέτει τη σταθερά του από τη δεκαετία του 1830. Η μεταπολίτευση, μπορεί να ορισθεί απλώς ως η ολοκληρωτική επιστροφή του πολιτικού συστήματος στο καθεστώς της φαυλοκρατίας /κομματοκρατίας του β’ ημίσεως του 19ου αιώνα. Το κράτος αυτό είναι ευθέως υπόλογο για την αποδόμηση του ιστορικού ελληνισμού και την παραρτηματική πρόσδεση της ελληνικής κοινωνίας στο ηγεμονικό σύμπλεγμα της Εσπερίας.

Η εγγενής αυτή παθογένεια του ελληνικού κράτους αποδίδεται, από την κρατική διανόηση, στην κοινωνία και στις κληρονομίες της. Η ελληνική κοινωνία, θα ισχυρισθεί, προσομοιάζει σε μια λατινοαμερικανικού τύπου περιφερειακή κοινωνία, που παρασύρει το κράτος σε μη «ευρωπαϊκές» συμπεριφορές. Περιττεύει να πω ότι η διάγνωση αυτή είναι στοχευμένη ιδεολογικά και, σε κάθε περίπτωση, ολοκληρωτικά εσφαλμένη. Το ελληνικό πρόβλημα είναι υπόλογο της αναντιστοιχίας του νεοτερικού κράτους προς το πολιτικό ανάπτυγμα της ελληνικής κοινωνίας. Το κράτος αυτό ενσαρκώνει ολοκληρωτικά το πολιτικό σύστημα, περιάγοντας την κοινωνία στο καθεστώς του ιδιώτη. Κατά τούτο, προσιδιάζει σε προ-πολιτικές κοινωνίες, όπως οι δυτικοευρωπαϊκές που μόλις εξέρχονταν από τη δεσποτική φεουδαρχία, όχι όμως στην ελληνική, που στη μικρή κλίμακα των κοινών συγκροτούσε ως επί το πλείστον δήμο3.

Θεμελιώδες γνώρισμα του νεοελληνικού κράτους, είναι ότι έχει αγκιστρωθεί επί της ελληνικής κοινωνίας ενείδει παρασίτου που κατέχει και απομυζά το παραγωγικό, πολιτισμικό και ιστορικό της υπόβαθρο. Συμβαίνει, μάλιστα, να χρεώνει την ιδιότητα αυτή στην ελληνική κοινωνία και οικονομία, προκειμένου να την αποσείσει. Η παρασιτική ιδιοποίηση του δημόσιου αγαθού από το κράτος εξηγεί τη χαοτική απόσταση που υπάρχει μεταξύ πολιτικού λόγου και πολιτικής πράξης, το γεγονός ότι ο δημόσιος ρόλος του κράτους σταματάει εκεί που έπρεπε να αρχίζει, ότι απουσιάζει από αυτό η έννοια της «δημόσιας» αποτελεσματικότητας, του ελέγχου και της κύρωσης του προσωπικού του, καθώς και της εφαρμογής της νομιμότητας. Έτσι, για παράδειγμα, από τη στιγμή που ψηφίζεται ο νόμος για την οδική κυκλοφορία, το κράτος εγκαταλείπει την εφαρμογή του στην «καλή θέληση» των Ελλήνων. Το ίδιο ισχύει ανεξαιρέτως σε όλους τους τομείς. Συγχρόνως, ο πολίτης για να απολαύσει τις υπηρεσίες που δικαιούται, όπως σε κάθε πολιτισμένη κοινωνία, πρέπει να έχει «μέσον». Σε γενικές γραμμές, το κομματικό σύστημα, από διαμεσολαβητής της κοινωνίας και διαχειριστής του κράτους, λειτουργεί ως επικαρπωτής του. Η κομμματοκρατία, ως πολιτικό σύστημα, αποδίδει τη σταθερά του ελληνικού πολιτικού συστήματος και ορίζει το σκοπό των πολιτικών του κράτους4.

Η κοινωνία, στην κομματοκρατία, δεν αντιμετωπίζεται ως η αιτία της ύπαρξης του κράτους, αλλά ως ο μείζων εχθρός που απειλεί το κεκτημένο της πολιτικής τάξης. Η κομματική αντιπαλότητα αποτελεί επιμέρους ζήτημα, που αφορά στη νομή του κράτους. Κατά τούτο, η έννοια του πολιτικού κόστους περιλαμβάνει αποκλειστικά την αντίδραση των ομάδων συμφερόντων που έχουν διαπλακεί με την πολιτική τάξη στη διαχείριση της εξουσίας και έχουν συνάψει ειδικά προνόμια μαζί της, με λάφυρο τη (δημόσια) περιουσία της κοινωνίας. Όταν αντιθέτως εγείρεται θέμα συμμόρφωσης της πολιτικής τάξης με την βούληση της κοινωνίας, οι φορείς της δηλώνουν με έπαρση, ότι δεν παρασύρονται από την δημοσκοπούμενη «κοινή γνώμη». Και αυτό είναι αληθές.

2. Στο πλαίσιο αυτό, σπεύδω να επισημάνω ότι η βαρύτητα της ελληνικής κρίσης και το κλίμα του αδιεξόδου που πλανάται πάνω από τη χώρα, συνέχεται με το γεγονός ότι από πουθενά δεν προκύπτει η πρόθεση της πολιτικής τάξης να την απαλλάξει από το καθεστώς της. Ο χαρακτήρας της ελληνικής κρίσης, το γεγονός ότι το πολιτικό σύστημα, ο υπαίτιος της κρίσης, καλείται να βγάλει την χώρα από αυτήν, στοιχειοθετεί το αδιέξοδο της. Διότι η πολιτική τάξη ούτε νομιμοποιείται γι’αυτό ούτε έχει συμφέρον ούτε και τη σχετική πρόθεση, αφού θα σηματοδοτήσει το τέλος του ιστορικού καθεστώτος πάνω στο οποίο θεμελίωσε την ηγεμονία της επί της ελληνικής κοινωνίας. Εξού και δεν επέδειξε την παραμικρή μεταμέλεια έναντι της κοινωνίας.

 

Αξίζει να προσεχθεί ότι η διαπίστωση της κρίσης δεν οδήγησε στην κινητοποίηση του πολιτικού συστήματος για τη διάσωση της χώρας. Όλες οι δράσεις του πολιτικού προσωπικού προετοίμασαν το έδαφος για την υπαγωγή της σε διεθνή επιτροπεία. Με αποτέλεσμα, οι συνέπειες για την χώρα να γίνουν πολλαπλασίως επαχθέστερες. Στο νέο αυτό περιβάλλον, οι πολιτικές δυνάμεις εξακολουθούν να προσποιούνται ότι δεν αντιλαμβάνονται το πρόβλημα: ταξινομούνται στους υπέρ ή κατά του μνημονίου, ενώ διέρχονται εν σιωπή το ζήτημα της άρσης των αιτίων που οδήγησαν σ΄αυτό. Η κατάρρευση του κράτους επιχειρείται να εμφανισθεί ως υπόθεση ολίγων μηνών πριν ή μετά τις εκλογές, δηλαδή ως ευθύνη του ενός ή του άλλου κομματικού μονομάχου. Χωρίς να αμφισβητούνται οι ευθύνες του τέλους, είναι δεδομένο ότι τα θεμέλια της τωρινής κρίσης ανάγονται στις αρχές της δεκαετίας του 1980, με ξεχωριστή την εμπλοκή των Α. Παπανδρέου, Κ. Σημίτη και Κ. Καραμανλή. Και οπωσδήποτε, ενέχεται σ’αυτήν το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων.

3. Το γεγονός αυτό εξηγεί γιατί η έξοδος από την κρίση έχει μεταβληθεί σε διακύβευμα εναλλαγής στην εξουσία και όχι σε πρόταγμα για τη σωτηρία της χώρας. Ο πολιτικός διάλογος οριοθετεί, όπως είδαμε, τους υπέρ ή τους κατά του μνημονίου και όχι την άρση των αιτίων του. Αν επιχειρήσουμε μια αποτίμηση των μέτρων που ελήφθησαν μετά το μνημόνιο -ή που προτάθηκαν από την αντιπολίτευση-, διαπιστώνουμε ότι έχουν όλα είτε μονοσήμαντο εισπρακτικό περιεχόμενο, με αποδέκτες τα συνήθη υποζύγια -τους εμφανείς φορολογούμενους- είτε ως μέτρο τη μετάλλαξη της εργασίας των πολιτών σε εμπόρευμα. Η ανασυγκρότηση του πολιτικού συστήματος και του κράτους δεν εμπεριέχονται στις προγραμματικές πολιτικές των κομμάτων.

Η επίκληση ορισμένων όλως ενδεικτικών παραδειγμάτων διευκρινίζουν νομίζω επαρκώς το κλίμα αυτό. Παρατηρούμε ότι ο περιορισμός των δαπανών δεν περιλαμβάνει τους τομείς που θα έθιγαν το πολιτικό σύστημα. Δεν είναι επίσης τυχαίο ότι η πάταξη της φοροδιαφυγής, η ανασυγκρότηση της δημόσιας διοίκησης ώστε να καταστεί αποτελεσματική, να εναρμονισθεί με το δημόσιο σκοπό της, να γίνει φιλική προς το πολίτη ή να συνδράμει την παραγωγική ανάταξη της χώρας, παρόλα όσο λέγονται, δεν περιλαμβάνεται στο πολιτικό πρόγραμμα της κομματοκρατίας.

Θα ανέμενε κανείς, ο περιορισμός των ελλειμμάτων να συνοδεύεται από μέτρα ανασύνταξης του θεσμού στον οποίο αναφέρονται, ώστε το όφελος που θα προκύψει από τον περιορισμό της σπατάλης και την πάταξη της διαφθοράς να αντισταθμίσει τις απώλειες, με την ποιοτική αναβάθμιση και την αποτελεσματικότητα του προσφερομένου έργου. Αυτό δεν συνέβη πουθενά. Ούτε στο στενό ούτε στον ευρύτερο δημόσιο τομέα . Και μάλιστα, παρά την ισχυρή πίεση της τρόικας, η οποία διαβλέπει στην εμμονή της πολιτικής τάξης να διατηρήσει ακέραιο το κεκτημένο της έναν μείζονα κίνδυνο για τα ζωτικά της συμφέροντα.

Παραμένει σημειολογικά ενδιαφέρον το γεγονός ότι το πολιτικό προσωπικό δεν συναίνεσε, ούτε προσχηματικά, στη μείωση των απολαβών του, ενώ ο πολιτικός λόγος όλων των κομμάτων είναι πανομοιότυπος. Συμπεριφέρονται δηλαδή ως εάν η χώρα δεν βιώνει τη χειρότερη δοκιμασία από το 1922. Διαγκωνίζονται για την ενοχή των αντιπάλων, επιρρίπτοντας ο ένας την ευθύνη στον άλλον. Η συμφωνία όλων των κομμάτων στη διαφύλαξη, εν σιωπή, της ακεραιότητας του πολιτικού συστήματος, που συντηρεί την απόκοσμη σχέση μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής και την αποπνικτική ατμόσφαιρα που σκεπάζει τη χώρα, είναι εντυπωσιακή.

Το ζήτημα της πολιτικής ευθύνης και, συγκεκριμένα, της σύνδεσής της με τη δικαιοσύνη αποτελεί το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα. Και τούτο διότι η εμμονή στην ολοκληρωτική ασυλία του πολιτικού προσωπικού υποδεικνύει τον αντίπαλο. Έναντι τίνος επιδιώκει να προστατευθεί η πολιτική τάξη; Προφανώς, έναντι της κοινωνίας. Η αλληλουχία αναχωμάτων προστασίας που έχουν υφανθεί με το Σύνταγμα, τους νόμους και την «πολιτεία» της Βουλής, ώστε να αποτραπεί ένας πιθανός έλεγχος της έκνομης συμπεριφοράς των μελών της, δεν έχει προηγούμενο στον σύγχρονο κόσμο. Ο πιο ευφάνταστος κακοποιός δεν θα είχε εφεύρει τόσους και τόσο περίτεχνους τρόπους προστασίας του. Προκαλεί ενδιαφέρον, εντούτοις, ότι ο τρόπος που η πολιτική τάξη διαχειρίζεται την εκτροπή από τη δημόσια λειτουργία της στο μέσον της κρίσης και της δημόσιας κατακραυγής που τη στοχοποιεί συλλήβδην ως λεηλατική και καταστροφέα της χώρας, δεν άλλαξε στο παραμικρό. Εν είδει παραδείγματος, αναφέρω ότι όχι μόνο δεν κατηγορήθηκε κανείς για την καταστροφή της χώρας, αλλά και οι ομολογημένες υποθέσεις σκανδάλων λαμβάνεται μέριμνα να κλείσουν με εύσχημο τρόπο και ανωδύνως. Ούτε λόγος να γίνεται για τον εγκλεισμό έστω και ενός πολιτικού προσώπου στη φυλακή, παρά την πίεση που ασκείται στο σύστημα από την κοινωνία και την τρόικα. Αν όλα τα δεινά που συσσώρευσε η πολιτική τάξη στην ελληνική κοινωνία, είχαν συμβεί στη χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου τουλάχιστον ο ηγετικός πυρήνας του κομματικού κατεστημένου, θα είχε αυτοκτονήσει από εντροπή ή έστω για να αποφύγει την ταπείνωση της φυλακής. Αντί άλλης αντίδρασης προσθέτω απλώς ότι τα κόμματα εισέπραξαν προκαταβολικά, στο μέσον της κρίσης, ατόφιες τις αποφασισθείσες από αυτά επιχορηγήσεις του κράτους, οι οποίες εκτιμάται ότι υπερβαίνουν, αναλογικά, κατά πολύ εκείνες των γαλλικών κομμάτων.

Στο γεγονός αυτό, πρέπει να συνεκτιμηθεί επίσης ότι η ασυλία αφορά μόνο στις αδικοπραγίες του ιδιωτικού βίου και στην κατάχρηση ιδίως δημοσίου χρήματος. Δεν καλύπτει την ευθύνη που προκύπτει από τις πολιτικές τους, οι οποίες τίθενται στο απυρόβλητο, υπεράνω του νόμου5. Ο πολιτικός δύναται να καταστρέψει τη χώρα και να το ομολογήσει, «αναλαμβάνοντας» την πολιτική ευθύνη. Δεν υπόκειται όμως στην δικαιοσύνη, ούτε αναγνωρίζεται στον πολίτη έννομο συμφέρον για τη βλάβη που υπέστη. Κατά τα λοιπά, το σύστημα ορίζεται ως αντιπροσωπευτικό και δημοκρατικό6.

Ενώ όμως ο πολιτικός αυτο-τοποθετείται ολοκληρωτικά στο απυρόβλητο της δικαιοσύνης και, κατ’επέκταση, της κοινωνίας, στη συνέχεια την εγκαλεί ως διεπομένη από την «ψυχολογία του όχλου και της μάζας» και ως απειλή για τη «δημοκρατία «, όταν στην απελπισία της επικαλεσθεί το μόνο όπλο που της απομένει, την αυτοδικία. Το ερώτημα, στο πλαίσιο αυτό, παραμένει αναπάντητο: πώς δικαιολογείται, ο υπαίτιος της κρίσης να επιμένει ότι είναι ο μόνος αρμόδιος να θεραπεύσει το πρόβλημα, όταν μάλιστα δεν επιδεικνύει την παραμικρή μεταμέλεια, εξακολουθεί να διαφεύγει τον έλεγχο και, μάλιστα, συμπεριφέρονται με τον τρόπο που οδήγησε στην κρίση;

4. Η θεσμική αυτή θωράκιση της πολιτικής τάξης έναντι της κοινωνίας, συμβαδίζει με ανάλογες πολιτικές που δείχνουν ότι εννοεί να πορεύεται ως εάν δεν αποτελεί η ίδια το πρόβλημα ή με μοναδικό στόχο τη διατήρηση των προνομιών της. Έτσι, για παράδειγμα, ο πρόεδρος της Βουλής καλεί τους Έλληνες να εισφέρουν τον οβολό τους για την σωτηρία της χώρας, ενώ ο ίδιος συνεχίζει την φαύλη πολιτεία των προκατόχων του, αυξάνοντας αντί να μειώσει τον προϋπολογισμό της. Η υπουργός Παιδείας υπόσχεται μεταρρυθμίσεις στα ΑΕΙ σε επίπεδο «κορυφής», ομολογώντας ότι δεν προτίθεται να αγγίξει τον πυλώνα της κομματικής ιδιοποίησης των πανεπιστημίων, τις παρατάξεις, ενώ δεν κρύβει τη βαθιά δυσπιστία που τρέφει προς τις ανεξάρτητες εκείνες ακαδημαϊκές προσωπικότητες που ομολογουμένως θα τα οδηγούσαν στην έξοδο από την απαξία. Ο αρμόδιος υπουργός «προστασίας του πολίτη» δηλώνει με «καμάρι» ότι δεν θα παίξει το ρόλο του «σερίφη», εννοώντας προφανώς, ότι θα επαναφέρει την αστυνομία στο καθεστώς του ιδιότυπου «παρατηρητή» της δράσης των ιδεολόγων της καταστροφής και των παρασιτικών στοιχείων που ιδιοποιούνται τους δημόσιους χώρους, μεταβάλλοντας έτσι την πρωτεύουσα σε τριτοκοσμική πόλη. Ούτε το διάλειμμα «Χρυσοχοϊδη» φαίνεται ότι εμπνέει.

 

5. Εξίσου ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι πολιτικές της κομματοκρατίας, οι οποίες όλες κατατείνουν στο να εγκιβωτίσουν την κοινωνία σε ένα καθεστώς ασφυκτικού ελέγχου και στη διέλευση του (οικονομικού κλπ) βίου της από τη διαπλοκή και τη διαφθορά. Επειδή βιώνουμε την οικονομική κρίση, αξίζει να σταθούμε σε ορισμένα παραδείγματα που αποκαλύπτουν την αγωνία της πολιτικής τάξης να αποκλείσει κάθε προοπτική απελευθέρωσης της κοινωνίας και, ιδίως να διατηρήσει τους μηχανισμούς της ιδιοποίησης ως σημαίνον γνώρισμα της σχέσης του πολίτη με το κράτος:

(α) το επιχειρηματικό κλίμα. Είναι πασιφανές ότι οι δουλείες στις οποίες υποβάλλεται οποιαδήποτε επιχειρηματική δραστηριότητα στην Ελλάδα οφείλονται εξ ολοκλήρου στη διάθεση των νομέων του κράτους να ελεγχθεί με όρους ιδιοποίησης ο τομέας αυτός της οικονομίας. Να «μοιρασθεί» δηλαδή μαζί του το «επιχειρείν». Εάν υπήρχε η πολιτική βούληση, το ζήτημα θα είχε «αυθωρί» επιλυθεί. Όπως έχει επιλυθεί στις χώρες όπου το κράτος διατηρεί ακόμη μια ελάχιστη αίσθηση δημοσίου συμφέροντος.

Η άρνηση της πολιτικής τάξης να άρει το καθεστώς της κομματοκρατίας, που μεταβάλλει το κράτος σε δυνάστη της κοινωνίας, υποστηρίζεται ιδεολογικά με διατυπώσεις ενοχοποίησης της κοινωνίας («όλοι μαζί τα φάγαμε») ή με το επιχείρημα ότι η κοινωνία ζούσε υπεράνω των δυνατοτήτων της χώρας κ.α. Εντούτοις, μελέτες που εκπονήθηκαν σε ανύποπτη στιγμή, δηλώνουν ότι όχι μόνο δεν ζούσαμε υπεράνω των δυνατοτήτων μας, αλλ’ότι, εάν το κράτος επιδείκνυε στοιχειώδη προσήλωση στη δημόσια αποτελεσματικότητα και επολιτεύετο με πρόσημο το κοινό συμφέρον, το κεφαλήν εισόδημα των Ελλήνων θα ήταν ανάλογο εκείνου των Σκανδιναβών.

(β) Ένα άλλο, συναφές με το επενδυτικό κλίμα, παράδειγμα, αφορά στην αντιμετώπιση όχι απλώς της ιδιοκτησίας, άλλα της Ελλάδας ως κατοικημένης χώρας. Θα επικαλεσθώ τρία εξόχως χαρακτηριστικά μέτρα που δείχνουν ότι οι φορείς της πολιτικής τάξης αντιμετωπίζουν τη χώρα ως κατακτητές και όχι ως εντολοδόχοι της κοινωνίας. Ακραία περίπτωση αποτελεί η υπουργός ΠΕκΚΑ, για την οποία η κοινωνία αποτελεί την μείζονα απειλή για το περιβάλλον. Εξού και, κλεισμένη στο γραφείο της ομού με διάφορα οικολογικά παράσιτα που σιτίζονται από το κοινωνικό ταμείο, βυσσοδομούν σε βάρος της κοινωνίας.

 

Το πρόβλημα των «δασωθέντων» αγρών, που δημιούργησε η πολιτική τάξη, μετά τον πόλεμο, είναι γνωστό. Πρόκειται για τις αγροτικές ιδιοκτησίες, οι οποίες λόγω των ανατροπών που συνέβησαν στον ελληνικό χώρο παρέμειναν ακαλλιέργητες, για ένα μικρότερο ή μεγαλύτερο διάστημα, από τον πόλεμο και εντεθέν. Τις περισσότερες φορές εξαιτίας των εμποδίων που όρθωνε η πολιτεία.

Το μείζον αυτό ζήτημα είναι πολυσήμαντο ως προς τις διαστάσεις του. Η πολιτική του διάσταση συναρτάται με αυτούς που έπαψαν να καλλιεργούν τους αγρούς τους. Ποιοί ήσαν αυτοί; Όσοι ενεπλάκησαν στην αντίσταση κατά του κατακτητή, οι ηττημένοι του εμφυλίου και πολιτικά διωκόμενοι στη συνέχεια, καθώς και τα θύματα της ανασύνταξης της οικονομίας. Έχει σημασία να επισημανθεί ότι το εφεύρημα της «δασικής έκτασης», συμβαδίζει με πλήθος άλλων πολιτικών μέτρων που κατέτειναν στην ανατροπή των κοινωνικών ισορροπιών στην ύπαιθρο και αποτέλεσε το μεγάλο κόλπο που οδήγησε στη διαρπαγή ή στην αιχμαλωσία της αγροτικής ιδιοκτησίας και, εναλλακτικά, στην καταστροφή των καλλιεργειών και των ομόλογων δασών (των ελαιώνων κλπ) που απέμειναν. Λειτούργησε δε ως καταλύτης για τη διαιώνιση της ερήμωσης της υπαίθρου και του αποκλεισμού της από τον οικιστικό και παραγωγικό ιστό της χώρας. Είναι όμως εξίσου γνωστό ότι η έννοια της «δασικής έκτασης», που αντιμετωπίζει τα θαμνώδη «αείφυλλα πλατύφυλλα» ως ιερά φυτά όπως οι Ινδοί τις αγελάδες, συνέβαλε καθοριστικά στη γενίκευση της συναλλαγής και της διαφθοράς στην ύπαιθρο.

Στη ρύθμιση αυτή, που επιβαρύνθηκε έτι περαιτέρω από την τωρινή υπουργό ΠΕκΚΑ, με αποτέλεσμα να έχει σταματήσει κάθε επενδυτική πράξη στην ύπαιθρο ή, αναλόγως, να έχει ανέβει το «λαδόσημο» στα ύψη, προστέθηκε από προηγούμενη υπουργό, η πρόνοια της αρτιότητας ενός κτήματος υπό τον όρο να έχει πρόσοψη 25 μέτρων σε δρόμο, υφιστάμενο προ του 1923. Συνάγω ότι η ρύθμιση αυτή θεωρεί ότι η Ελλάδα οφείλει να παραμείνει, εξεπόψεως υποδομών, στο καθεστώς του ΄23, διότι έτσι θα προστατευθεί το περιβάλλον! Η αλήθεια όμως είναι ότι το μόνο που επετεύχθη είναι να μπει και η πολεοδομία στο παιχνίδι της συναλλαγής, που είχε ανατεθεί έως τότε στο Δασαρχείο. Οι ανωτέρω εστίες διαφθοράς και στασιμότητας δεν είναι οι μοναδικές.

Το πλέον ενδιαφέρον, εντούτοις, επίτευγμα των νομέων του κράτους αφορά σε παράπλευρες ρυθμίσεις που συνέχονται με τις προστατευόμενες περιοχές («νατούρα»). Με πρόσφατη υπουργική απόφαση (sic) ορίζεται ότι σε απόσταση τελικά 350μ από τις ακτές -φυσικά και αλλού, πέραν των ακτών- η περιοχή μετατάσσεται στη ζώνη «υψηλής παραγωγικότητας» και διέπεται από τις σχετικές απαγορευτικές διατάξεις. Η πονηρά φύση των εχθρών της κοινωνίας βάφτισε τις κατά τεκμήριο άγονες και βραχώδεις περιοχές σε γαίες «υψηλής παραγωγικότητας» για να τις δημεύσει δωρεάν! Όλη σχεδόν η ενδιαφέρουσα οικονομικά Ελλάδα οφείλει να νεκρωθεί και οι κάτοικοί της να μετοικήσουν στα ορεινά ή να ξενιτευτούν για να επιβιώσουν. Η καταφανώς λεηλατική αυτή επιδρομή της υπουργού ΠΕκΚΑ προκύπτει, από τις μόλις πρόσφατες νομοθετικές της πρωτοβουλίες, ότι εγγράφεται σε ένα ευρύτερο σχέδιο, το οποίο εάν δεν εμποδισθεί θα ερημώσει τη χώρα. Τη στιγμή που η χώρα χάνεται το πολιτικό προσωπικό αναλώνεται στο προσφιλές του άθλημα: του εγκιβωτισμού της κοινωνίας στις δουλείες του κράτους με πρόσημο την ολοσχερή της βύθιση στην ανέχεια και στην αδυναμία.

Από τα ανωτέρω ολίγα, συνάγεται ότι η Ελλάδα ενδιαφέρει την πολιτική τάξη ως χώρος, όχι ως κοινωνία. Μια χώρα που άδειασε και ξαναγέμισε άπειρες φορές, δεν πρέπει να ξανακατοικηθεί. Παραγνωρίζει προφανώς ότι το περιβάλλον υπάρχει ως έννοια υπό τον όρο της παρουσίας της κοινωνίας εντός αυτού. Το περιβάλλον στον Άρη ουδένα ενδιαφέρει. Η απλή λογική διδάσκει ότι το περιβάλλον υπάρχει για την κοινωνία και δεν δύναται να διατηρηθεί χωρίς να γίνει φιλικό προς αυτήν. Η προστασία του δεν είναι συμβατή με την αποξένωση της κοινωνίας από αυτό ή από την ιδιοκτησία της, ούτε με την εξώθησή της να οδηγείται στην καταστροφή των ολίγων καλλιεργειών που απέμειναν, ούτε με την απαγόρευση της ανάπτυξης. Από τους «ταλιμπανιστές» του περιβάλλοντος η ιδέα της ένταξης του οικιστικού ιστού σ’αυτό ή η αρμονική ανάπτυξη των θεμελίων του σε συνάφεια με τις κοινωνικο-οικονομικές και πολιτικές λειτουργίες του παρόντος και του μέλλοντος είναι αποκρουστική και, σε κάθε περίπτωση, αδιάφορη. Έχει ενδιαφέρον να προσεχθεί ότι όλα τα μέτρα της υπουργού ΠΕκΚΑ αποβλέπουν στη διαρπαγή της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, κανένα όμως στην προστασία των δασών, στην ανάπτυξη του δημόσιου δασικού πλούτου και, μάλιστα, στην αναδάσωση των ορεινών όγκων που καλύπτουν σαφώς το κύριο μέρος της χώρας.

(γ) Σταθερή επωδός που δικαιολογεί τη μονοσήμαντα αντικοινωνική πολιτική για την έξοδο από την κρίση είναι ότι το κράτος είναι διεφθαρμένο και, οπωσδήποτε, δεν προσφέρεται για την πάταξη της φοροδιαφυγής. Αυτή καθεαυτή η επισήμανση ότι το ελληνικό κράτος είναι «μοναδικό σε δυσλειτουργικότητα» και το «πλέον σπάταλο και διεφθαρμένο δυτικό κράτος» συνέχεται με την «πολιτεία» της πολιτικής τάξης. Η εμμονή στη διατήρησή του όμως, σοβούσης της κρίσης, επιβεβαιώνει επίσης ότι η αιτία του κράτους αυτού δεν εξέλειπε. Διότι, όχι μόνο δεν ελήφθη ουσιαστικά κανένα μέτρο για την εξυγίανσή του, αλλά και μας διαβεβαιώνουν, με ποικίλους όσους τρόπους, ότι δεν προτίθενται να λάβουν. Όντως, η μόνιμη επωδός της πολιτικής τάξης εστιάζεται στην επισήμανση του προβλήματος, στην «απειλή» ότι θα ληφθούν τα αναγκαία μέτρα, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως άλλοθι έναντι της τρόικας ή της υπηκόου κοινωνίας. Κορυφαίος υπουργός διετείνετο πρόσφατα ότι για τα κακώς κείμενα του κράτους φταίει ο μεγάλος αριθμός των βουλευτών και ο εκλογικός νόμος!!!.. Τίποτε άλλο…

(δ) Η απουσία κάθε πολιτικής βούλησης για την ανάταξη του κράτους και τη διάσωση της κοινωνίας, διαπιστώνεται με κάθε σαφήνεια στην περίπτωση της φοροδιαφυγής. Αρκεί, νομίζω, ένα μόνο αλλά κραυγαλέο παράδειγμα, από τα πολλά που μπορεί να επικαλεσθεί κανείς. Υπό το προηγούμενο καθεστώς του ΦΜΑΠ αυτοί που υπέβαλαν δήλωση ήσαν ελάχιστοι σε σχέση με τους υπόχρεους. Η καθόλα ψευδής επίσημη εκδοχή ήταν ότι δεν υπήρχε τρόπος να ελεγχθούν. Έδωσαν, ωστόσο, εξαρχής στους φοροφυγάδες τη δυνατότητα να διαφύγουν τη δήλωση με την επίκληση της «υπεύθυνης δήλωσής» τους ότι το μέγεθος της περιουσίας που κατείχαν δεν υπερέβαινε το αφορολόγητο μέτρο. Σήμερα, εντούτοις, το πρόσχημα της αδυναμίας εξέλειπε αφού έχει διαμορφωθεί με το Ε9 περιουσιολόγιο και ανά πάσα στιγμή (δηλαδή αυτόματα, με βάση το ηλεκτρονικό σύστημα) μπορούν να ελεγχθούν όσοι είχαν υποχρέωση από το 1997 να υποβάλουν δήλωση ΦΜΑΠ και δεν το έπραξαν. Γιατί δεν το πράττουν; Η λύση είναι απλή: όσοι καλύπτουν τις προϋποθέσεις του ΦΜΑΠ σύμφωνα με το τωρινό Ε9 -με γνώμονα όμως τις πρόνοιες του τότε νόμου- να κληθούν να εξηγήσουν ποιά ήταν η κατάσταση της ακίνητης περιουσίας τους, από το 1997 έως την μεταβολή του νόμου. Γίνεται αντιληπτό ότι έτσι θα αποκατασταθεί η δικαιοσύνη -η ισότητα που προβλέπει το Σύνταγμα- και στα δημόσια ταμεία θα εισρεύσει χρήμα πολύ, αφού αυτοί που διέφυγαν την καταβολή του φόρου, αντιπροσωπεύουν ποσοστό πολλαπλάσιο εκείνων που υπέβαλαν δήλωση.

5. Ποια μπορεί να είναι η διέξοδος; Πρέπει να διευκρινίσω ότι η λύση δεν θα προέλθει από μια επανάσταση της κοινωνίας. Η κοινωνία επέδειξε την απέχθειά της προς το σύστημα και, στο πλαίσιο αυτό, το δρόμο της εξόδου από την κρίση με ποικίλους τρόπους: Με τη στοχοποίηση της κομματοκρατίας και της πολιτικής τάξης ως υπεύθυνων για την καταστροφή της. Με τη δήλωσή της σε ποσοστό 75% ότι θα εγκατέλειπε τη χώρα εάν είχε τη σχετική δυνατότητα. Με την αυξημένη εκλογική αποχή και τη διάθεση αυτοδικίας των πολιτών έναντι της πολιτικής τάξης.

Από την άλλη, είναι μάλλον «ουτοπικό» να αναμένει κανείς την υπέρβαση της δυναστικής κομματοκρατίας, με πρωτοβουλία της ίδιας της πολιτικής τάξης. Απομένει, επομένως, είτε η απόφαση ενός ηγέτη να υπερβεί εαυτόν και να πολιτευθεί ως εάν δεν αποτελεί μέρος της είτε η ολοκληρωτική κατάρρευση των επιλογών της, οπότε από τα συντρίμμια της χώρας θα μπορούσε να αναδειχθεί η διάδοχη κατάσταση. Η πρώτη εκδοχή μοιάζει μάλλον απίθανη αφού η πολιτική τάξη είναι δομικά ταυτισμένη με τη λογική της κομματοκρατίας, οι δε μηχανισμοί των διαπλεκομένων αναδεικνύουν πολιτικούς ηγέτες των οποίων το διαμέτρημα είναι απαγορευτικό για το εγχείρημα. Η δεύτερη λύση, πέραν του ότι δεν υποδεικνύει το αποτέλεσμα, εφόσον συνδυασθεί με ένα απονενοημένο διάβημα της κοινωνίας, ελέγχεται ως ικανή να οδηγήσει τη χώρα σε βαθύτερο αδιέξοδο.

Σε κάθε περίπτωση, η έξοδος από την κρίση με τη διατήρηση ατόφιου του κρατούντος πολιτικού συστήματος, προμηνύεται αφενός τη διαιώνιση του καθεστώτος κατοχής, στο οποίο υπεβλήθη η ελληνική κοινωνία σχεδόν με τη μετάβασή της στο κράτος έθνος, και αφετέρου, μη αναστρέψιμες απώλειες για τη χώρα.

6. Η επισήμανση αυτή δηλώνει ότι αντί, επομένως να κρύβεται κανείς πίσω από το μνημόνιο (και, συγκεκριμένα, το καθεστώς επιτροπείας, στο οποίο παρεδόθη ως μη όφειλε η χώρα και, μάλιστα, χωρίς διαπραγμάτευση), καλείται να λάβει ακαριαία μέτρα ανατροπής του καθεστώτος εσωτερικής κατοχής, στο οποίο εμμένει η πολιτική τάξη, απελευθερώνοντας την κοινωνία από τα πολυσήμαντα δεσμά της.

Επείγει ως προς αυτό:

(α) να ανασυγκροτηθεί το πολιτικό σύστημα, με γνώμονα την εγκαθίδρυση μιας θεσμικής ισορροπίας μεταξύ κράτους και κοινωνίας. Ισορροπία, η οποία δεν είναι προφανώς εφικτή στο πεδίο της πολιτικής δυναμικής, δηλαδή εξωθεσμικά, και, οπωσδήποτε, με πρόσημο την εναλλαγή των φορέων της κομματοκρατίας στην εξουσία. Οι παραδοσιακοί τρόποι πολιτικής δράσης (η απεργία, η διαδήλωση κλπ) έχουν από καιρό ξεπερασθεί μαζί με τις συνθήκες που τους εισήγαγαν. Δεν αρκεί επίσης η επίκληση της δεοντολογίας («ότι οφείλει η πολιτική να αντιπροσωπεύει την κοινωνία»), για να λειτουργήσει το κράτος εν αρμονία με το κοινό συμφέρον. Είναι αναγκαία, εφεξής, η θεσμική ενσωμάτωση του σώματος της κοινωνίας των πολιτών και, σε κάθε περίπτωση, η συνεκτίμηση της κοινωνικής βούλησης, στην πολιτική διαδικασία. Απαιτείται γι’αυτό να θεσμοθετηθούν πρακτικές συναγωγής της συλλογικής βούλησης και ανάρτησής της στο πολιτικό διάλογο, έτσι ώστε να αποτελέσει διακύβευμα των πολιτικών του κράτους.

Η επιλογή αυτή εναρμονίζεται με τη γενικότερη εξέλιξη του κόσμου, δεδομένου ότι όσο η οικονομία αυτονομείται από το πολιτειακό περιβάλλον του κράτους και αναπτύσσει το διακύβευμά της διακρατικά, δηλαδή στο σύνολο κοσμοσύστημα, τόσο η κοινωνία θα επιδιώκει την εγκατάστασή της στο εσωτερικό του πολιτικού συστήματος για να αντισταθμίσει την αδυναμία της να επηρεάσει τις αποφάσεις του πολιτικού συστήματος. Η αντιπροσωπευτική προσομοίωση της πολιτείας επάγεται προφανώς την κατάργηση όλων των πυλώνων της κομματοκρατίας, την άμεση υπαγωγή της πολιτικής στη δικαιοσύνη, την απόρριψη του ιδιοτελούς προτάγματος της «διακυβέρνησης», που αναδεικνύει την κατ’εφημισμόν «κοινωνία πολιτών»7, αντί του σώματος της κοινωνίας των πολιτών, σε μέτρο του σκοπού της πολιτικής.

(β) να αναπροσδιορισθεί ο σκοπός του κράτους. Το γενικό/δημόσιο συμφέρον να υποκατασταθεί από το κοινό συμφέρον. Η έννοια του κοινού συμφέροντος προϋποθέτει, εντούτοις, την ανοικοδόμηση του κοινωνικού ιστού, στη βάση μιας ισχυρής συνεκτικής αρχής (ή συλλογικής ταυτότητας) που θα κινητοποιεί τα δημιουργικά αντανακλαστικά της κοινωνίας και θα τα ανάγει σε συλλογική βούληση. Ο συνδυασμός της αντιπροσωπευτικής προσομοίωσης της πολιτείας με την ισχυρή ταυτοτική συλλογικότητα, θα δημιουργήσει μια νέα σχέση μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής, που θα αποκλείει την πελατειακή εξατομίκευση της πολιτικής λειτουργίας. Η συνάντηση του σκοπού της πολιτικής με το βούληση/συμφέρον της κοινωνίας των πολιτών, προόρισται να μεταβάλει το κράτος, από δυνάστη της σύνολης κοινωνίας, σε αρωγό του πολίτη, σε εγγυητή της ζωής, της περιουσίας, της ελευθερίας και των δικαιωμάτων του.

(γ) η αντιπροσωπευτική προσομοίωση της πολιτείας προϋποθέτει την εισαγωγή της αρχής του ελέγχειν του πολιτικού προσωπικού, δηλαδή την ολοσχερή κατάργηση της ασυλίας και την προσέγγιση της πολιτικής ευθύνης υπό το πρίσμα της δικαιοσύνης. Συνεπάγεται περαιτέρω την αναγνώριση στα μέλη της κοινωνίας των πολιτών δικαιώματος έννομου συμφέροντος, τόσο έναντι των φορέων του πολιτικού συστήματος όσο και των μελών της διοίκησης και της δικαιοσύνης.

Η καθιέρωση του δικαιώματος αυτού, συνάδει με την εισαγωγή της αρχής του «ελέγχειν» για το πολιτικό προσωπικό και τη διοίκηση, που θα ήταν αυτονόητη εάν το πολιτικό σύστημα προσομοίαζε στοιχειωδώς προς την αντιπροσώπευση. Αν μη τι άλλο, ο πολίτης δικαιούται να έχει λόγο στη διαχείριση της περιουσίας του, αυτής που εκχωρείται στο κράτος μέσω του δημοσιονομικού συστήματος. Δεν νοείται, επίσης, ο βλαπτόμενος από τις αρχές του κράτους πολίτης να μην δικαιούται να υποβάλει σε έλεγχο τον βλάπτοντα ή να αποζημιώνεται από το δημόσιο ταμείο που χρηματοδοτεί ο ίδιος και όχι από τον υπαίτιο. Με απλούστερη διατύπωση, οφείλει να καταργηθεί κάθε νόμος -περί [μη] ευθύνης υπουργών- και να εφαρμοσθούν οι κοινές περί δικαίου διατάξεις που διέπουν όλους τους πολίτες. Ο Αριστοτέλης και ο Πολύβιος μας πληροφορούν ότι στην αντιπροσώπευση και στη δημοκρατία τα εγκλήματα των πολιτικών τιμωρούνται αυστηρότερα επειδή βλάπτουν τους πολλούς. Δεν εξισώνονται με εκείνα των κοινών ανθρώπων και προφανώς δεν τίθενται στο απυρόβλητο. Οπωσδήποτε, είναι επιεικώς απαράδεκτο, οι ρυθμίσεις για την «πολιτική ευθύνη» των πολιτικών, να αποφασίζονται από τους ιδίους σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, η δε απόφαση για τη δίωξή τους και η εκδίκαση της υπόθεσης να ανήκει στους ίδιους.

(δ) Όπως είδαμε, το κράτος της κομματοκρατίας θεωρεί ότι ο ρόλος του τελειώνει εκεί όπου όφειλε να αρχίζει. Εξού και δεν θεωρεί ότι ανήκουν στις αρμοδιότητές του η έννοια της αποτελεσματικότητας και ο έλεγχος των υπηρεσιών του, η κύρωση για την εφαρμογή της νομιμότητας και για την εναρμόνισή του με το κοινό συμφέρον. Η αναστροφή της λογικής αυτής, συνδυάζεται με το γεγονός ότι το κράτος στο σύνολό του είναι άκρως αποτελεσματικό στη διαχείριση του κομματικού συμφέροντος και για την ιδιοποίηση του δημόσιου αγαθού. Το κράτος αυτό πρέπει να εκλείψει ακαρεί. Να ανασυγκροτηθούν εκ βάθρων η διοίκηση, η δικαιοσύνη, οι δυνάμεις της τάξης κλπ, με γνώμονα την ανταποκρισιμότητά τους στις ανάγκες της κοινωνίας. Να αποκτήσει ο κρατικός μηχανισμός επιχειρησιακή διάσταση, με μέτρο όχι ασφαλώς την «αγορά», αλλά τη δημόσια αποτελεσματικότητα και πρόσημο το κοινωνικό συμφέρον.

(ε) να καταργηθεί αμέσως το σύνολο της νομοθεσίας που δεσμεύει την ελευθερία της κοινωνίας και την μεταβάλει σε αναγκαστικό υποζύγιο της διαπλοκής και της διαφθοράς. Να γίνει σαφές στην πολιτική τάξη (και στην απολογητική νεοτερική διανόηση) ότι η οικονομική πολιτική που προάγει την εξουθένωση, την ταπείνωση και την περιαγωγή της κοινωνίας στην εργασιακή, εισοδηματική και ιδιοκτησιακή εξαχρείωση, προσήκει στο καθεστώς της ανομίας και στις σχέσεις δύναμης, που σταδιοδρομούν στην πρωτο-ανθρωποκεντρική φάση που διέρχεται η εποχή μας, όχι στην φύση της σύνολης εξέλιξης. Με άλλα λόγια, μια οικονομική πολιτική με πρόσημο την πρόοδο συνάδει με την απελευθέρωση των δημιουργικών δυνάμεων της κοινωνίας, είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την ανάδειξη της «πολιτικής αγοράς», δηλαδή της κοινωνικής βούλησης, σε ρυθμίζουσα παράμετρο, από την οποία αντλούν λόγο ύπαρξης το κράτος και, φυσικά, η «οικονομική αγορά». Μια υπεροχή που απαιτεί την άρση της πολιτικής κυριαρχίας του κράτους επί της κοινωνίας των πολιτών.

 

7. Οι ανωτέρω πολιτικές εισάγουν ως πρόκριμα ότι ο πολιτικός ηγέτης έχει επίγνωση του διακυβεύματος που εγείρεται ενώπιον του κόσμου στην εποχή μας και την βούληση να υπερβεί τη συγκυρία των συσχετισμών, αντί να παραμένει απλός διαχειριστής του κρατούντος συστήματος. Να γνωρίζει, σε ό,τι αφορά ειδικότερα την Ελλάδα, ότι η έξοδος από την κρίση, χωρίς την ανήκεστη συντριβή της, απαιτεί την εκ βάθρων ανασυγκρότηση του παρόντος κράτους, ως πολιτικού συστήματος και ως διοίκησης.

Είναι προφανές ότι η άρση της αιτίας της κρίσης και, εν προκειμένω, της κομματοκρατίας, δεν μπορεί να γίνει από μια κυβέρνηση που θα αποτελείται από κομματικά ενεργούμενα και «φίλους» ή συνεργούς της καταστροφής, αλλά από μέλη της κοινωνίας που αναγνωρίζονται για τη βαθιά γνώση του διεθνούς διακυβεύματος και του ελληνικού προβλήματος και των οποίων η «πολιτεία» εγγυάται την προσήλωσή τους στο κοινό συμφέρον και στην ελευθερία της. Η ανατροπή της κομματοκρατίας απαιτεί την παράκαμψη του συνόλου της πολιτικής τάξης, από την Αριστερά έως τη Δεξιά της πτέρυγα.

Η υπέρβαση αυτή, αφορά κατ’επέκταση και στο περιεχόμενο του προγραμματικού πολιτικού λόγου. Η επικέντρωση της συζήτησης στο δίλημμα υπέρ ή κατά του μνημονίου υποδεικνύει το δρόμο που θα επιλεγεί για την τελειωτική καταστροφή. Το διακύβευμα της υπέρβασης ανάγεται στην αναίρεση του δυναστικού κράτους που συντηρεί η κομματοκρατία και, υπό το πρίσμα αυτό, στην επανεξέταση του συνόλου των πολιτικών του.

Ευλόγως, λοιπόν, επανέρχεται το ερώτημα. Ποιός άραγε ο ηγέτης που θα αναλάβει την απελευθέρωση της κοινωνίας ή μήπως η τελευταία θα υποχρεωθεί να αναζητήσει, υπό το βάρος της κατάρρευσης, τρόπους για τη διάσωσή της; Διαπιστώσαμε ήδη ότι ο ηγέτης που θα οδηγήσει στην υπέρβαση της κομματοκρατίας δεν μπορεί να προέλθει από την κρατούσα πολιτική τάξη και τους διαπλεκομένους συγκατανευσιφάγους που την περιβάλλουν. Πριν από χρόνια, διαβλέποντας το αναπόφευκτο της καταστροφής, διατύπωνα την άποψη ότι η υπέρβαση του φαυλοκρατικού καθεστώτος θα γινόταν μόνο μέσα από το αδιέξοδο μιας μείζονος κρίσης, στην οποία θα οδηγείτο τελικά η χώρα. Φαίνεται, ωστόσο, ότι τα θεμέλια της κομματοκρατίας και των δυνάμεων της διαπλοκής που τη στηρίζουν, είναι βαθιά, ενώ η παράδοση της χώρας στη διεθνή επιτροπεία δημιούργησε ένα επαρκώς ανθεκτικό μείγμα, αποτρεπτικό στην εκκόλαψη του νέου. Εξού και οι επιπτώσεις της κρίσης θα είναι για τη χώρα οδυνηρές.

Η άποψη που διατυπώνουν ορισμένοι ότι είναι δυνατή η έξοδος από την κρίση με τη διατήρηση του κρατούντος πολιτικού συστήματος και μέτρο τον εξαναγκασμό του από την τρόικα σε μεταρρυθμίσεις είναι κατά τη γνώμη μου εξίσου εσφαλμένη. Διότι η έξοδος αυτή, πέραν του ότι μεταθέτει το βάρος αποκλειστικά στην κοινωνία, θα διαιωνίσει το καθεστώς της κατοχής της και θα συνοδεύεται από το στίγμα της βέβαιης υποτροπής. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η προοπτική αυτή είναι, από τη φύση της, επικίνδυνη, αφού υπονοεί ότι το συμφέρον της κοινωνίας συνάδει με εκείνο των ξένων δυνάμεων και όχι με το εθνικό της κράτος.

8. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η κρίση είναι διεθνής. Όμως, η Ελλάδα κάνει τη διαφορά. Η τωρινή κρίση προστίθεται στην αλυσίδα σειράς καταστροφών που επισώρευσε το νεοελληνικό κράτος επί της ελληνικής κοινωνίας. Θα έλεγα, μάλιστα, ότι η κρίση αυτή προετοιμάσθηκε ιδεολογικά, τα τελευταία χρόνια, από την κρατική διανόηση, ενόσω η λεηλατική ιδιοποίηση του δημόσιου αγαθού και η ομηρία της κοινωνίας, έπαιρναν εμφανείς διαστάσεις.

Στο πλαίσιο αυτό, η αναφορά στη βούληση και το συμφέρον της κοινωνίας εξομοιώθηκε με τον λαϊκισμό, η δε επίκληση της εθνικής συλλογικότητας ως αναχώματος στην καθυπόταξη του κράτους στις «νομοτέλειες» της ιδιωτικής οικονομίας, ενοχοποιήθηκε ως ταυτολογία του εθνικισμού. Τα «δικαιώματα» αποτέλεσαν το επιχείρημα για την ολοκληρωτική επίθεση της κρατικής διανόησης εναντίον της ελευθερίας της κοινωνίας και, περαιτέρω, για την υποβάθμιση της εργασίας του πολίτη στην κατηγορία του εμπορεύματος. Μια ομοβροντία δημοσιευμάτων προέβαλαν, την περίοδο αυτή, τον κίνδυνο που στοιχειοθετούσε η «πλειοψηφία» για τα δικαιώματα. Έχει ενδιαφέρον να προσεχθεί ότι η «πλειοψηφία», η οποία κινητοποιεί τα ολιγαρχικά αντανακλαστικά της κρατικής διανόησης, συνέχεται με την εγκιβωτισμένη στον ιδιωτικό χώρο κοινωνία και όχι, προφανώς, με μια πολιτειακά δομημένη (ως δήμος) κοινωνία των πολιτών, διαθέτουσα, ως εκ τούτου, ιδίαν θεσμική βούληση. Η προοπτική ακριβώς αυτή είναι που τρομάζει τις δυνάμεις της (πνευματικής και πολιτικής) ολιγαρχίας, δεδομένου ότι η πολιτειακή δόμηση της κοινωνίας των πολιτών είναι απολύτως αναιρετική της διαπλοκής των ομάδων συμφερόντων με την πολιτική εξουσία και, προφανώς, του δυναστικού κράτους της κομματοκρατίας.

Τα ανωτέρω, σε συνδυασμό με τον τρόπο προσέγγισης της κρίσης, επιβεβαιώνουν ότι η κατεστημένη άρχουσα τάξη δεν είναι προετοιμασμένη να επεξεργασθεί πολιτικές ολικής ανατροπής του φαυλοκρατικού καθεστώτος της κομματοκρατίας, εναρμονιζόμενη με την Ελλάδα της δημιουργίας και του πολιτισμού, κυρίως δε προς έναν κοινωνικό σκοπό της πολιτικής, που θα διαρρήγνυε τη σχέση της με εδραιωμένα συμφέροντα και πολιτικές νοοτροπίες δυναστικού τύπου.

Αυτός είναι ο λόγος που με κάνει να επιμένω ότι η λύση στο ελληνικό πρόβλημα δεν διέρχεται από την εναλλαγή στην εξουσία, ουδέ καν από την παράκαμψη του πολιτικού προσωπικού που λειτουργεί την παρούσα κομματοκρατία. Διότι στη θέση της θα εγκατασταθεί μεσοπρόθεσμα, μόλις καταλαγιάσει η κρίση, μια άλλη, δυναστική πολιτική τάξη. Η λύση έγκειται στη μεταβολή της σχέσης μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής. Η οποία θα διέλθει αποκλειστικά από την αναίρεση του προ-αντιπροσωπευτικού κράτους, το οποίο, όντας αναντίστοιχο με το πολιτικό ανάπτυγμα της ελληνικής κοινωνίας, οδηγεί στην κομματοκρατία. Ο εκσυγχρονισμός αυτός του πολιτικού συστήματος της χώρας μπορεί να επισυμβεί μόνο με τη θεσμική ενσωμάτωση της κοινωνίας των πολιτών –ή, κατ’ελάχιστον, της κοινωνικής βούλησης- στην πολιτεία, δηλαδή με την αντιπροσωπευτική προσομοίωση του πολιτικού συστήματος.

Τα ανωτέρω, μας επαναφέρουν, επομένως, στην αρχική μας διαπίστωση ότι η αιτία της κρίσης προδικάζει και το αδιέξοδο της χώρας. Διότι τα θεμέλια της κομματοκρατίας -και των δυνάμεων της διαμεσολάβησης και της διαπλοκής που τη στηρίζουν- είναι βαθιά, ενώ η παράδοση της χώρας στη διεθνή επιτροπεία ενίσχυσε την ανθεκτικότητα του μείγματος που λειτουργεί αποτρεπτικά στην εκκόλαψη του νέου. Παρουσιάζεται έτσι το φαινόμενο, εκείνοι που οδήγησαν τη χώρα στην καταστροφή να εμφανίζονται ως τιμητές και, μάλιστα, να επιμένουν ότι αυτοί είναι οι μόνοι κατάλληλοι να την σώσουν. Δεν αναλογίζονται ότι με τον τρόπο αυτό επιβαρύνουν περαιτέρω τη θέση τους καθώς ομολογούν ότι οδήγησαν τη χώρα στην κρίση εν επιγνώσει. Όλα δείχνουν ότι η παρούσα θέση της χώρας προσομοιάζει πλήρως με εκείνη του 18978.

Σε κάθε περίπτωση, η διαιώνιση της αναντιστοιχίας αυτής μεταξύ του πρωτο-ανθρωποκεντρικού κράτους της νεοτερικότητας με το ανθρωποκεντρικό ανάπτυγμα της ελληνικής κοινωνίας, εξηγεί γιατί ο ελληνισμός δεν συνήλθε ακόμη από τις συνέπειες της ήττας που ολοκληρώθηκε με την είσοδό του στο κράτος έθνος. Το παρήγορο του πράγματος, έγκειται, ωστόσο, στο ότι η ίδια η νεοτερικότητα έχει αρχίσει, αμυδρά, να διακρίνει στην αναντιστοιχία αυτή, την αιτία του δικού της προβλήματος9.

 

Αθήνα, 14.01.2011

 


[1] Για τον χαρακτήρα της παγκόσμιας κρίσης, την οποία αναγγείλαμε με κείμενο μας το 2007, όπως και για την ιδιαιτερότητα της ελληνικής κρίσης, βλέπε το βιβλίο μου, 12/2008. Οι νέοι, η ελευθερία και το κράτος, Εκδόσεις Ιανός, Αθήνα, 2009, σελ. 9-102, 193 επ.

[2] Σε πλήθος έργων μου παλαιόθεν, όπως στα Histoire de la Grèce, Éditions Hatier, Παρίσι, 1992. «Ο πόλεμος του 1897 και ο Δημήτριος Βικέλας,» στο Η Μελέτη, τ. Ε΄, Αθήνα, 2010, σελ. 545-565. «Το διακύβευμα της μικρασιατικής εκστρατείας και οι σταθερές του νεοελληνικού κράτους» κ.α.

[3] Βλέπε σχετικά το έργο μου, Η ελληνική δημοκρατία του Ρήγα Βελεστινλή, Παρουσία, Αθήνα, 2008.

[4] Βλέπε σχετικά στο έργο μου, «Η κομματοκρατία ως πολιτικό σύστημα», στο Η δημοκρατία ως ελευθερία. Δημοκρατία και αντιπροσώπευση, Πατάκης, Αθήνα, 2007, σελ. 689 επ.

[5] Περισσότερα, στα κεφάλαια, «Δικαιοσύνη και πολιτικό σύστημα» και «Διαφθορά και πολιτικό σύστημα» του βιβλίου μου, Η δημοκρατία ως ελευθερία, όπ.παρ.

[6] Όπως έχω καταδείξει στο ανωτέρω έργο μου, το σημερινό πολιτικό σύστημα δεν είναι ούτε αντιπροσωπευτικό ούτε πολλώ μάλλον δημοκρατικό. Και σε κάθε περίπτωση δεν γίνεται να είναι και τα δυο, αφού αυτά μεταξύ τους είναι ασύμβατα και ως εκ τούτου δεν μπορούν να συνυπάρξουν.

[7] Δηλαδή τις συντεταγμένες ομάδες που διακινούν επιμέρους συμφέροντα, νέμονται το δημόσιο αγαθό και υπαγορεύουν το περιεχόμενο του πολιτικού κόστους. Για το μείζον αυτό ζήτημα, που σχεδιάσθηκε για να υπηρετήσει αυθεντικά την πολιτική κυριαρχία της αγοράς, βλέπε το οικείο κεφάλαιο στο βιβλίο μου Η δημοκρατία ως ελευθερία, όπ.παρ.

[8] Αρκεί να αντιμεταθέσει κανείς το χρόνο και το περιεχόμενο της κρίσης για να πιστοποιήσει ότι πόσο η σημερινή πραγματικότητα δεν άλλαξε στο παραμικρό από εκείνη του 1897. Βλέπε σχετικά το έργο μου «Ο πόλεμος του 1897 και ο Δημήτριος Βικέλας», όπ.παρ.

[9] Πολλά από τα παραπεμπόμενα κείμενα στο εδώ πόνημα, ο αναγνώστης μπορεί να τα αναζητήσει στην ιστοσελίδα του συγγραφέα. «http://contogeorgis.blogspot.com» ή απλώς «κοσμοσύστημα«.

Published in: on 20/01/2011 at 22:57  Σχολιάστε  

WICCA: Η ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΤΩΝ ΜΑΓΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΜΑΓΙΣΣΩΝ

Του Λάμπρου Σκόντζου, Θεολόγου-Καθηγητού

Είναι πια ολοφάνερο πως ο κόσμος ολόκληρος εισέρχεται με όλο και πιο γορ­γούς ρυθμούς στο αποκρυφιστικό πνεύμα της διαβόητης «Νέας Εποχής». Μια νέα, πρωτόγνωρη πνευματική κατάσταση δι­αμορφώνεται, η οποία τείνει να περιθω­ριοποιήσει πνευματικές και θρησκευτικές αξίες αιώνων. Εμείς, όσοι ασχολούμαστε με θέματα συγχρόνων αιρέσεων και παραθρησκείας, δυσκολευόμαστε να παρακο­λουθήσουμε την ροή των δραματικών εξε­λίξεων και την τραγική φάση στην όποια εισέρχεται η ανθρωπότητα.
Η χώρα μας δε θα μπορούσε να αποτε­λέσει εξαίρεση. Παρ’ όλο ότι ο ελληνικός λαός διαθέτει υγιείς πνευματικές καταβο­λές, οι οποίες στηρίζονται στην Ορθόδοξη παράδοση μας, ο αποκρυφισμός όχι μόνο είναι παρών στη βιωτή των νεοελλήνων, αλλά τείνει να αποτελέσει κανόνα ζωής σε μεγάλο τμήμα του πληθυσμού. Δεν εί­ναι υπερβολικό να υποστηρίξουμε πως η κάθε γειτονιά διαθέτει πια το μάγο ή τη μάγισσά της , διότι ο αριθμός των θερα­πόντων του αποκρυφισμού και της μαγεί­ας μετριέται σε πολλές χιλιάδες στη χώρα μας! Η μαγεία τείνει να γίνει «φυσική» ενασχόληση και τρόπος ζωής για πολύ κόσμο. Άλλωστε η συνεχής και συστη­ματική προβολή από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, το διαδίκτυο και τα αναγνώ­σματα τύπου Χάρι Πότερ, έχουν επιφέ­ρει τεράστια επίδραση στις συνειδήσεις χιλιάδων ανθρώπων και έχουν αμβλύνει επικίνδυνα τις επιφυλάξεις της ορθόδο­ξης παράδοσης μας για το πρόβλημα του αποκρυφισμού.
Αλλά υπάρχει και μια άλλη σοβαρότατη παράμετρος στο πρόβλημα της μαγείας. Ως τώρα γνωρίζαμε πως η μαγεία είναι μια απόκρυφη και σκοτεινή τέχνη  ερ­γαλείο στο χέρια κάποιων επιτηδείων. Ως τις αρχές του εικοστού αιώνα οι μάγοι και οι μάγισσες σε διάφορα μέρη του κόσμου αποτελούσαν απλά κάποιες ενώσεις, ή δρούσαν μεμονωμένα. Όμως τώρα συνει­δητοποιούμε πως η μαγεία έχει πάρει τη μορφή συγκεκριμένης και οργανωμένης θρησκείας. Πρόκειται για τη διαβόητη Wicca, η οποία έχει παγκόσμιο χαρακτήρα και η οποία λέγεται ότι βρίσκεται στην 5η θέση των μεγάλων θρησκειών από άποψη οπαδών!
Για την ιστορία αναφέρουμε πως εμ­πνευστής, πρωτεργάτης και δημιουργός της Wicca υπήρξε ο διαβόητος Άγγλος μά­γος αποκρυφιστής και παγανιστής Gerald Gardner (1884-1964). Αυτόν τον μύησε στον σατανισμό και τη μαγεία το 1940 μία μά­γισσα, η «γηραιά» Dorothy Chutterburch και το 1946 είχε συνδεθεί με τον άρχισατανιστή Alister Crowley ο οποίος τον έχρισε τιμητικό μέλος της μυστικιστικής σατανιστικής αδελφότητας «Ordo Templi Orientis» (O.T.O.). Ο Gardner υπό την επίδραση του μαύρου σατανιστή, έγραψε το 1949 το βιβλίο «Hign Magics Aid» (Βοήθημα ανώτερης μαγείας), που περιείχε μαγικές τελετουργίες στον κερασφόρο θεό Πάνα. Το 1951 ίδρυσε δική του αδελφότητα, όπου εφάρμοζε τις αποκρυφιστικές πρακτικές του Crowley. Το 1953 μύησε στην αδελφό­τητα του τη διαβόητη αποκρυφίστρια Doreen Valiente, με την οποία διαμόρφωσαν και συστηματοποίησαν τη λεγόμενη γκαρντεριανή παράδοση, δηλαδή την αναβίωση του αρχαίου δρυιδικού παγανισμού και της μαγικο-παγανιστική ς Wicca. Το 1954 εξέδω­σε άλλο βιβλίο για την εξέλιξη της μαγεί­ας, με τίτλο: «Witchcraft Today» (Η μαγεία σήμερα), το οποίο είναι η συστηματοποίη­ση στην ουσία του δρυιδικού και γουικανικού νεοπαγανισμού. Αφιέρωσε ολόκληρη τη ζωή του στην ανάπτυξη της Wicca και την διάδοση της μαγείας σε όλο τον κόσμο.
Μετά το θάνατο του Gardner το 1964, το έργο του συνέχισε ο Raymond Buckland (Ρεϊμόν Μπάκλαντ), διαβόητος και αυτός μάγος και αποκρυφιστής. Τη δεκαετία του 1960 εισήγαγε τη μαγεία της Wicca στην Αμερική, όπου έγινε δεκτή από τους εκεί αποκρυφιστικούς κύκλους και ιδιαίτερα τους σατανιστές του Anton LaVey, ο οποίος υπήρξε ο ιδρυτής της φρικιαστικής οργά­νωσης, της «Εκκλησίας του Σατανά». Στα 1979 η μάγισσα  σατανίστρια, από την Καλιφόρνια, Starhawk έγραψε το μπέστ σέλερ «Ο Σπειροειδής Χορός: Μια Ανα­γέννηση της Αρχαίας Θρησκείας της Μεγάλης Θεάς», μια συστηματική παρου­σίαση των γουϊκανικών παγανιστικών τε­λετουργιών, το οποίο έκαμε πολύ μεγάλη εντύπωση στους αναγνώστες του δυτικού κόσμου και συνέδεσε τον σατανισμό με τον Κέλτικο νεοπαγανισμό.
Καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της Wicca έπαιξε και ο δι­αβόητος μάγος και σατανιστής Alexander Sanders, ο οποίος διαμόρφωσε, παράλληλα με την γκαρντεριανή νεοπαγανιστική πα­ράδοση, τη λεγόμενη αλεξανδρινή. Έχου­με αποδείξει εδώ και χρόνια πως το μέγα εύρος του αποκρυφισμού, με τις πολυάριθ­μες πτυχές και οργανώσεις του, λειτουργεί ς δίκτυο συγκοινωνούντων δοχείων. Η σημερινή «ιέρεια» της «Εκκλησίας του Σατανά» στην πόλη Σαν Ζοζέ της Καλιφόρνιας, Μάργκαρετ Γουέντλ δηλώνει γουϊκανή νεοπαγανίστρια!
Η Wicca εμπεριέχει στο λατρευτικό της σύστημα κράμα πολλών αρχαίων παγανι­στικών δοξασιών και τελετουργιών. Κυρί­ως είναι αναβίωση των δοξασιών και των τελετουργιών των δρυιδών Κελτών και των αρχαίων παγανιστών Σκανδιναβών. Η ονομασία Wicca δηλώνει τη γυναίκα μάγισσα. Ως κύρια θεότητα λατρεύεται η «Μητέρα θεά Γαία» των Κελτών, την οποία οι σύγχρονοι δημιουργοί της Wic­ca την ταύτισαν με την Άρτεμη  Εκάτη του αρχαιοελληνικού πανθέου. Άλλη κο­ρυφαία θεότητα της Wicca είναι ο κερασφόρος και τραγόμορφος θεός, ο οποίος και αυτός ταυτίστηκε με τον επίσης αρ­χαιοελληνικό θεό Πάνα, «Υιός, αδελφός, εραστής και σύντροφος της Μεγάλης Μητέρας»[1]. Δεν είναι τυχαία η επιλογή. Η Άρτεμις  Εκάτη θεωρούνταν στην αρχαι­ότητα προστάτης της μαγείας, αλλά και της γονιμότητας στην Ιωνία. Το ίδιο και ο Πάνας θεωρούνταν προσωποποίηση της άγριας ερωτικής λαγνείας. Τα δύο αυτά «θεία» πρόσωπα, σύμφωνα με τις δοξασί­ες της Wicca, βρίσκονται σε αέναη ερωτική συνεύρεση. «Οι δύο θεοί θεωρούνται η συμπλήρωση ο ένας του άλλου και μαζί ολοκληρώνονται και δημιουργούν την Υπέρτατη Δύναμη»[2]. Η προσέγγιση από μέρους των οπαδών γίνεται με τη μαγεία και τις ελεύθερες ερωτικές σχέσεις, «ως ύψιστη λατρεία», όπως ισχυρίζονται, που όμως στην ουσία είναι συγκερασμός της μαγείας και του αχαλίνωτου ερωτισμού.
Αρχικά ο Gerald Gardner, αργότερα ο Ra­ymond Buckland και κυρίως η Στάρχοουκ έδωσαν μια ώθηση φεμινιστική στη Wicca, με τη λατρεία της θηλυκής «Μεγάλης Θε­άς», που δεν ήταν άλλη από τις διάφορες παραλλαγές της θηλυκής θεότητας της μαγείας στα διάφορα αρχαία παγανιστικά θρησκεύματα. Χιλιάδες φεμινίστριες σε όλο τον κόσμο αποδέχτηκαν τη νέα θρησκεία, την οποία θεωρούσαν ως μια από τις κύριες εκφράσεις της γυναικείας απελευθέρωσης. Παράλληλα με τη λατρεία της θεάς Γαίας, προσεταιρίστηκαν το οικολογικό παγκό­σμιο κίνημα και κατόρθωσαν να θεωρη­θούν ως θρησκευτικό οικολογικό κίνημα!
Τελευταία πληροφορούμαστε πως η δι­εθνής Wicca ίδρυσε παράρτημα και στη χώρα μας και ειδικότερα της λεγομένης Κορελλιανής παράδοσης. «Καθιερώθηκε» «ναός» με την ονομασία: «Ναός της Ιερής Φλόγας» και συστάθηκε ιερατείο μυημένο στην Αμερική και στην Αγγλία. Δημοσίευ­μα του περασμένου Μαΐου αναφέρει ότι έλαβαν χώρα την πρωτομαγιά «δυναμι­κές» μαγικές τελετουργίες από τα μέλη της εν Ελλάδι θρησκευτικής κοινότητας της Wicca. Ας σημειωθεί πως τη νύχτα της 30ης Απριλίου προς 1η Μαΐου, η οποία ονομάζε­ται Μπιάλτα (Beltaine) η Βαλμπούργειος Νύχτα, εορτάζεται από τους σατανιστές το φρικτό γεγονός της συστάσεως της «Εκ­κλησίας του Σατανά» από τον LaVey. Η «εορτή» αυτή τιμάται και από όλους τους αποκρυφιστές του κόσμου. Επίσης μετα­φράστηκαν στα ελληνικά πάμπολλα βι­βλία, όπως του αποκρυφιστή συγγραφέα Κ. Scot «Wicca: Ο Απόλυτος Πρακτικός Οδηγός», από τις εκδόσεις «Αρχέτυπο».
Παρ’ όλες τις μεγαλοστομίες των εκπρο­σώπων της Wicca, ότι δήθεν αποτελεί μια τυπική φυσιοκρατική θρησκεία, θεωρού­με, βάσει στοιχείων, ότι εντάσσεται στις ακραίες αποκρυφιστικές ομάδες, διότι δεν αρκείται απλά σε κάποιες παγανιστικού τύπου τελετουργίες, αλλά ασκεί την πρα­κτική μαγεία, ως κατ’ εξοχήν λατρευτικό τυπικό. Παρ’ όλο ότι ισχυρίζονται ότι δεν έχουν καμιά σχέση με τον σατανισμό και ότι θεωρούν τον σατανά ως «ανύπαρκτο ον», αποδεικνύουμε με στοιχεία ότι οι ιδρυ­τές της Wicca, (Gardner, Starhawk, κ.λπ.), που προαναφέραμε, άνηκαν ή είχαν κοινωνία με σατανιστικές οργανώσεις.
Τα σύμβολα και τα τελετουργικά τους έχουν κοινά σημεία με αυτές και τα «πνευματι­κά όντα» που επικαλούνται στις μαγικές τελετουργίες τους είναι σαφώς ακάθαρτα πνεύματα. Έστω για παράδειγμα το πα­γανιστικό μουσικό συγκρότημα της Wicca «Inkubus Sukkubus», οι συμβολισμοί και η θεματολογία του οποίου είναι ταυτόσημοι με τον σατανισμό, όπου εξυμνείται απρο­κάλυπτα ο Devil (Διάβολος) και ο Lucifer (Εωσφόρος)[3]. Έχουμε επίσης τη βεβαιό­τητα ότι η μαγικοπαγανιστική θρησκεία Wicca αποτελεί κύρια ομάδα του αποκρυφιστικού πλέγματος της «Νέας Εποχής», διότι απηχεί πλήρως τις αρχές της και ταυ­τίζεται με τις επιδιώξεις της.
Φρονούμε ότι η σύγχρονη πνευματική κατάσταση του κόσμου δεν είναι καθόλου καλή. Είναι ανάγκη να εγερθούμε από τον πνευματικό μας λήθαργο και να προτά­ξουμε δυνάμεις αντιστάσεως ενάντια στη συνεχή και ραγδαία κατάπτωση της αν­θρωπότητας. Είναι επιτακτική ανάγκη να αφυπνιστούμε από την πνευματική απο­χαύνωση που μας οδήγησε η αποκρυφιστική προπαγάνδα εδώ και κάποιες δεκαετίες, να διώξουμε τη νοητή σκοταδιστική αχλή από τα μάτια μας και να ατενίσουμε το ανέσπερο φως του Χριστού, το οποίο, μό­νο αυτό, διαλύει τα νοητά σκοτάδια του ψεύδους και της απάτης. Είναι ανάγκη να συνειδητοποιήσουμε πως η ψευδαίσθηση διεξόδων από τα οποία προβλήματα της ζωής που δημιουργεί ο αποκρυφισμός είναι μια καλοστημένη παγίδα και ένα απατηλό δόλωμα που στήνει ο πονηρός με τα όρ­γανά του, προκειμένου να αποσπάσει τον σύγχρονο άνθρωπο από την πρόνοια του Θεού και να τον οδηγήσει στα σκοτεινά ερέβη της σατανοκρατίας, όπου όχι μόνο δεν υπάρχουν διέξοδοι, αλλά επικρατεί η φρίκη και ο δρόμος χωρίς επιστροφή.
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1]. http://www.beatricediscourse.blogspot.com/
[2]. www.esoterica.gr
[3]. www.inkubussukkubus.com/
Περιοδικό ΔΙΑΛΟΓΟΣ (ΟΚΤΩΒΡΙΟΣ  ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2009, ΤΕΥΧΟΣ 58)
πηγή: ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΝ ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ
Δείτε και:
Τι είναι το WICCA;
Published in: on 20/01/2011 at 15:20  Σχολιάστε  

διαΚρητικά 12: Βασίλης Κατσαμάς

Published in: on 18/01/2011 at 22:29  Σχολιάστε  

Ανθολόγιον 55: Μιχαήλ Σακελλαρίου

Γιατί ενώ παλιά υπήρχε ένας λαϊκός πολιτισμός, πολύ αληθινός, με τους κώδικές του, τώρα ο πολιτισμός στην καλύτερη περίπτωση είναι συμβατικός. Είναι πολιτισμός επιπόλαιος, μιμητικός, οθνείος, όπως θα έλεγαν και οι παλιοί, δηλαδή ξένος.
Μιχαήλ Σακελλαρίου, ακαδημαϊκός,ιστορικός
σε συνέντευξη του στην Όλγα Σελλά (Καθημερινή 16-1-2011).

 

Published in: on 16/01/2011 at 19:31  Σχολιάστε  

Η Δύση και η καθ’ ημάς Ανατολή

Γράφει ο Κώστας Κουτσουρέλης
Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη μνημονεύουμε για τους λόγους που μνημονεύουμε κάθε κορυφαίο συγγραφέα. Πρωτίστως, για όλα αυτά που το έργο του μας προσφέρει τόσο πλουσιοπάροχα: τη ρωμαλεότητα της περιγραφής, την ευαισθησία του βλέμματος, την ποικιλοχρωμία της έκφρασης, τον διάχυτο λυρισμό. Τα διηγήματά του είναι μια γιορτή της ελληνικής γλώσσας και την ίδια στιγμή ένας οδηγητικός μίτος μες σ’ έναν κόσμο φαινομενικά παρωχημένο, αλλά ωστόσο μονίμως παρόντα. Κάτω απ’ το καιρικό πέπλο των χαρακτήρων του βρίσκει κανείς, μόλις βαλθεί να το ανασηκώσει, αδρές και αναγνωρίσιμες φιγούρες, οικείες συμπεριφορές, ήθη και έθη ανεξίτηλα. Με δύο λόγια, βρίσκει ο καθένας μας ατομικά, συμπυκνωμένο όπως μόνο η λογοτεχνία το μπορεί, κάτι απ’ τον ίδιο του τον εαυτό.
Ομως, Παπαδιαμάντη μνημονεύουμε και για έναν άλλο λόγο, εξίσου, μπορεί και περισσότερο βαρύνοντα. Οπως συμβαίνει με τους δημιουργούς που περιέρχονται στη μικρή εκείνη ομάδα των σημαδιακών, ο Παπαδιαμάντης είναι ένας από τους νοηματοδότες της νεότερής μας ταυτότητας, ένας από τους στυλοβάτες της συλλογικής μας αυτοκατανόησης. Το έργο του μας συναρπάζει επειδή εικονογραφεί όσο λίγα τη σταθερότερη απ’ τις σταθερές του νεοελληνικού βίου, τη μόνιμη διελκυστίνδα ανάμεσα στη Δύση και στη δική μας, καθ’ ημάς, Ανατολή. Και ό,τι αυτή συνεπάγεται. Η αμφιθυμία λ.χ. ανάμεσα στο άστυ και την ύπαιθρο, μεταξύ της αλληλέγγυας αλλά ασφυκτικής Κοινότητας και της απρόσωπης πλην ανεκτικής Κοινωνίας, μεταξύ της πίστης στην Πρόνοια απ’ τη μια, και της πίστης στην Πρόοδο απ’ την άλλη, όλα αποτυπώνονται ανάγλυφα στο έργο του.
Ο Παπαδιαμάντης, βέβαια, έχει κι αυτός τις προτιμήσεις του· συχνά παίρνει θέση. Γι’ αυτό, κάποιοι τον είδαν σαν ιδεολογικό ταγό. Κάποιοι άλλοι, τον αναγόρευσαν εχθρό. Δεν έχει σημασία. Δική του νίκη, νίκη του συγγραφέα, είναι ότι και οι μεν και οι δε δεν σταματούν να τον διαβάζουν.

πηγή: Καθημερινή,16-1-2011

Διαβάστε επίσης το αφιέρωμα της Καθημερινής «Γιατί διαβάζουμε Παπαδιαμάντη σήμερα».

Published in: on 16/01/2011 at 19:07  Σχολιάστε  

διαΚρητικά 11:Ψαρογιώργης, Ross Daly,Ρομπογιαννάκης

O Ross Daly, ο Ψαρογιώργης, ο Zohar Fresco,ο Στέλιος Πετράκης, ο Βασίλης Σταυρακάκης, η Κέλυ Θωμά και ο Γιάννης Ρομπογιαννάκης με την ασκομαντούρα του, στο Φεστιβάλ της Κρήτης στο Αρκαλοχώρι.

Published in: on 16/01/2011 at 13:35  Σχολιάστε  

Διαφορές μεταξύ Ορθοδόξου Εκκλησίας ετεροδόξων και αλλοθρήσκων στη σύγχρονη κοινωνία

Ιωάννης Ν. Λίλης

Διδάκτωρ Θεολογίας Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

Διδάσκων Δογματική και Συμβολική

στην Ανωτάτη Εκκλησιαστική Ακαδημία Ηρακλείου Κρήτης

φωτό από εδώ

Διαφορές μεταξύ Ορθοδόξου Εκκλησίας

ετεροδόξων και αλλοθρήσκων

στη σύγχρονη κοινωνία[1]

Αναμφισβήτητα οι διαφορές μεταξύ του Χριστιανισμού και των υπολοίπων θρησκειών αλλά και μεταξύ των ίδιων των χριστιανικών ομολογιών, Ορθοδοξίας, Ρωμαιοκαθολικισμού και Προτεσταντισμού, αποτυπώνονται κυρίως στα μνημεία του πολιτισμού. Το μεταφυσικό στοιχείο της θρησκείας πάντοτε υπάρχει, αλλά δεν παύει ποτέ να αφήνει την αποτύπωση του μέσα στην ιστορία και τον πολιτισμό της˙ κυριότερη απόδειξη είναι οι ναοί ως τόποι λατρείας της κάθε θρησκείας. Διαφορετικά οι θρησκείες αν δεν ακουμπήσουν την ύπαρξη του ανθρώπου, την ιστορία και τον πολιτισμό του δεν έχουν λόγο ύπαρξης. Μάλιστα ο Χριστιανισμός τονίζει ιδιαίτερα τη σχέση του με τον πολιτισμό κάθε εποχής, καθώς ο αρχηγός της πίστεως του, ο Ιησούς Χριστός, κατά τη ρητή μαρτυρία της Αγίας Γραφής και της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου, έγινε άνθρωπος και προσέλαβε ολόκληρη την ανθρώπινη φύση για να την θεραπεύσει από την φθορά και το θάνατο. Επίσης με το βάπτισμα Του, στον Ιορδάνη ποταμό, ακούμπησε το νερό, που εκπροσωπεί ολόκληρη την υπόλοιπη φύση, και επομένως είναι δεδομένη, μετά το βάπτισμα του, η άμεση επαφή του και με την υπόλοιπη δημιουργία.

Μνημεία πολιτισμού ονομάζουμε τους χώρους όπου λαμβάνει τόπο η λατρεία κάθε θρησκείας, όπως οι ναοί, τα τεμένη, οι συναγωγές, αλλά και τα θεμελιώδη κείμενα μιας θρησκείας, δηλαδή η Αγία Γραφή, τα λειτουργικά κείμενα της θείας λατρείας, το Κοράνιο, οι Βέδες και οι Ουπανισάδες του Ινδουισμού, ο Κανόνας Πάλι του Βουδισμού. Μνημείο πολιτισμού όμως είναι και η γενικότερη ζωή που διαμορφώνει η θρησκεία μέσα στην κοινωνία. Ο γάμος του σύγχρονου αστικού κώδικα έχει επηρεαστεί ιδιαίτερα από τον χριστιανικό γάμο, ο οποίος είναι βασικότατο μυστήριο της ορθοδόξου εκκλησίας, όπως θεμελιώνεται στην περίφημη βιβλική διήγηση του γάμου της Κανά. Ήδη το ρωμαϊκό δίκαιο κατά τη βυζαντινή περίοδο είχε προβεί σε αυτήν την πρόσληψη και μέσω αυτού την υιοθέτησαν όλες οι σύγχρονες δυτικές κοινωνίες. Ένα καθαρά εκκλησιαστικό γεγονός επηρέασε ιδιαίτερα τη νομική συμπεριφορά ενός πολιτισμού. Άλλωστε η προσφορά της οικογένειας μέσα στην κοινωνία και το Έθνος οφείλεται σε μεγάλο ποσοστό στις χριστιανικές αρχές, με τις οποίες έχει εμποτιστεί, και λιγότερο στα νομικά στηρίγματα, τα οποία είναι πάντοτε σεβαστά και αναγκαία, αλλά τα εξωτερικά στοιχεία που έρχονται εκ των υστέρων να στηρίξουν τη ζωή. Το ίδιο βέβαια παρατηρείται και με άλλα μυστήρια και λειτουργικούς τύπους της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Το όνομα που θα μας συνοδεύει για πάντα στη ζωή μας, συνδέεται άμεσα με το χριστιανικό βάπτισμα και την ένταξη μας στο Σώμα της Εκκλησίας, παρότι η ονοματοδοσία νομικά δεν συνδέεται με το ορθόδοξο λειτουργικό τυπικό, αλλά με τις νομικές διαδικασίες του κράτους. Όμως, αναφορικά με την Ορθοδοξία, πρέπει να τονίσουμε πως η χριστιανική λατρεία προσέφερε και μία άλλη ανεκτίμητη πρόσφορα. Σε δύσκολες εποχές, όπως η Τουρκοκρατία, έσωσε την ελληνική γλώσσα μέσω των λειτουργικών της κειμένων. Έτσι η φροντίδα του ιερέα και του ψάλτη, κατά τα 400 χρόνια οθωμανικής κυριαρχίας, να αφήσει έναν καινούριο ιερέα και ψάλτη, όταν αυτός θα έφευγε από την ενορία, συνεπαγόταν αυτομάτως εκμάθηση και συνέχιση της ελληνικής γλώσσας, πραγματικότητα που συνεχίστηκε μέχρι το 1827, ημέρα καταρτίσεως του μαρτυρικού εκείνου Συντάγματος της Τροιζήνας, το οποίο ανεπαισθήτως περιέλαβε την Εκκλησία στους κόλπους του, ως τροφό της γλώσσας και του ελληνικού πολιτισμού.

Εξάλλου και άλλες συμπεριφορές της σύγχρονης ζωής μαρτυρούν έντονο το ορθόδοξο χριστιανικό στοιχείο. Τα ήθη και τα έθιμα, οι επίσημες εορτές και οι αργίες της σύγχρονης πολιτικής ζωής του ελληνισμού, είναι βαθύτατα επηρεασμένες από τον ελληνορθόδοξο πολιτισμό. Το συντριπτικό ποσοστό των εκφράσεων και των παροιμιών της καθημερινής μας ομιλίας είναι καθαρά βιβλικό, άμεσα επηρεασμένο από την Αγία Γραφή και τη λειτουργική ζωή, και ένα μικρό ποσοστό είναι επηρεασμένο από την Αρχαία Ελλάδα. Θα μπορούσαμε να απαριθμήσουμε εκατοντάδες εκφράσεις της ομιλίας μας που προέρχονται ακριβώς από τα δύο μεγάλα κομμάτια της Βίβλου, την  Παλαιά και την Καινή Διαθήκη. Ανεβαίνει το Γολγοθά του, ούτε φωνή ούτε ακρόασις που λέχθηκε στο περιστατικό με τον προφήτη Ηλία, αποθανέτω η ψυχή μου μετά των αλλοφύλων του Σαμψών, όταν έριχνε τις δύο κολόνες, ματαιότης ματαιοτήτων τα πάντα ματαιότης, του βιβλίου της Παλαιάς Διαθήκης Εκκλησιαστής, αλλά και περιστατικά από την Αγία Γραφή είναι ιδιαίτερα γνωστά στο λαό. Όλα τα παραπάνω, που δείχνουν έκδηλα τον επηρεασμό της καθημερινής ζωής των Ελλήνων από την ορθόδοξη χριστιανική θρησκεία, αποτυπώνονται καθαρά στα μνημεία του πολιτισμού του. Επομένως και μόνο η θέα ενός χριστιανικού ναού είναι ικανή να μαρτυρήσει πολλά για τη διδασκαλία της συγκεκριμένης ομολογίας και τις διαφορές της από άλλες χριστιανικές ομολογίες ή θρησκείες.

Στον Χριστιανισμό υπάρχουν σήμερα τρεις βασικές ομολογίες : η Ορθοδοξία, ο Ρωμαιοκαθολικισμός και ο Προτεσταντισμός. Οι άνθρωποι που ανήκουν στις άλλες ομολογίες ονομάζονται ετερόδοξοι, (άλλο δόγμα) ενώ οι άνθρωποι που ανήκουν στις άλλες θρησκείες, όπως ο Βουδισμός, ο Ινδουισμός, ο Μουσουλμανισμός ονομάζονται αλλόθρησκοι (άλλη θρησκεία). Οι τρεις προαναφερθέντες βασικοί κλάδοι του Χριστιανισμού δεν υπάρχουν βέβαια από τη γένεση του Χριστιανικής Θρησκείας, αλλά διαιρέθηκαν μέσα στο διάβα των αιώνων λόγω του διαφορετικού τρόπου, με τον οποίο οργανώνεται η Εκκλησία σε κάθε ομολογία. Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία αποσκίρτησε πρώτη τον 11ο μ.Χ. αιώνα, και συγκεκριμένα το 1054, και από την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία έφυγε η λεγόμενη Προτεσταντική το 1517, πέντε αιώνες αργότερα.

Η διαφοροποίηση των τριών ομολογιών έγκειται στον διαφορετικό τρόπο, με τον οποίο οργανώνεται σε κάθε μία η Εκκλησία. Έτσι παρατηρούμε πως στην Ορθοδοξία η Εκκλησία γεννήθηκε και παρέμεινε διακονία, και «κοινωνία» χωρίς να μεταβληθεί σε κράτος. Είχε σχέσεις συνεργασίας με τον αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης, για θέματα κοινού ενδιαφέροντος, όμως ποτέ η ίδια δεν έγινε κράτος. Αντιθέτως στο Ρωμαιοκαθολικισμό η Εκκλησία έγινε κράτος κατά τα ακριβή πρότυπα των κοσμικών κρατών. Από τον 8ο αιώνα και μετά ο Μέγας Κάρολος δώρισε στην ρωμαιοκαθολική Εκκλησία το περίφημο παπικό κράτος, το οποίο άρχισε να οργανώνεται και να δραστηριοποιείται παράλληλα με το ανερχόμενο τότε ισχυρό φραγκικό κράτος. Φυσικά και το Βατικανό βρήκε πολλά θεωρητικά ερείσματα για να στηρίξει την κρατική του κυριαρχία, όπως το έργο του ιερού Αυγουστίνου η Πολιτεία του Θεού, στο οποίο λέγεται ρητώς πως δύο εξουσίες έχουν δοθεί από το Θεό η εκκλησιαστική και η πολιτική˙ ανώτερη είναι η εκκλησιαστική στην οποία πρέπει να υποτάσσεται η πολιτική. Όμως σίγουρα τα περισσότερα βρίσκονται στον αντίποδα αυτής της απόψεως όπως και η ίδια η στάση του Χριστού, ο οποίος χωρίς να ματώσει ρουθούνι και χωρίς στρατούς και κρατική δύναμη, εφόσον κατά τη δική του ομολογία η εξουσία του ουκ εστι εκ του κόσμου τούτου, με το κήρυγμα της Σωτηρίας και της Αναστάσεως κατέκτησε ολόκληρο τον κόσμο και χώρισε την ιστορία στα δύο.

Η Προτεσταντική Εκκλησία δεν οργανώνεται ούτε ως διακονία ούτε ως κράτος. Οργανώνεται ως επιχείρηση και σωματείο. Το 1517 ο μέχρι τότε ρωμαιοκαθολικός μοναχός Λούθηρος, στην προσπάθεια του να αντιδράσει στην εξουσιαστική συμπεριφορά της Καθολικής Εκκλησίας και αφού θυροκόλλησε τις 95 καυστικές του θέσεις γραπτώς έξω από τον ανακτορικό ναό της Βιττεμβέργης, αντί να προσφύγει στην πρώτη εκκλησία από την οποία είχε φύγει ο Πάπας το 1054, δηλαδή στην Ορθοδοξία, δημιούργησε μία δική του Εκκλησία, η οποία ξέφυγε ακόμα περισσότερο από τα σωστά θεμέλια του παρελθόντος. Έτσι παρουσιάστηκαν δύο φαινόμενα : α) Στην προσπάθεια της να ξεφύγει από τα κρατικά δεσμά της Ρωμαιοκαθολικής, ξερίζωσε βασικά σημεία της παράδοσης επειδή τα ταύτιζε με την εξουσία του Πάπα, όπως ο τρόπος με τον οποίο υπάρχει η ιερωσύνη (σήμερα δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι ο πάστορας είναι φορέας ιερωσύνης˙ ουσιαστικά είναι δάσκαλος) και β) διατήρησε τις επικίνδυνες σχέσεις με την εξουσία καθώς οι ηγεμόνες των δυτικών κρατιδίων την εκμεταλλεύτηκαν για να ξεφύγουν από την θρησκευτική αλλά ταυτόχρονα και πολιτική επιρροή του Πάπα.

Μέχρι σήμερα αυτές είναι οι βασικές διαφορές των τριών χριστιανικών ομολογιών. Η ορθοδοξία χαρακτηρίζεται για το ότι κράτησε το χαρακτήρα της διακονίας, όπως τον έδωσε ο Χριστός που ζήτησε από τους μαθητές του κατά το Μυστικό Δείπνο να παραμείνουν διάκονοι των αδερφών τους, ο ρωμαιοκαθολικισμός για το ότι έγινε κράτος και ο Προτεσταντισμός σωματείο και επιχείρηση. Οι δογματικές διαφορές και η διατύπωση τους καθώς και οποιαδήποτε άλλη διαφορά παρατηρείται μεταξύ των τριών ομολογιών, έχει άμεση σχέση με τον τρόπο οργάνωσης της κάθε Εκκλησίας. Κλασικό παράδειγμα είναι το filioque, δηλαδή η έκφραση και εκ του Υιού, στο Σύμβολο της Πίστεως. Στο σημείο του Συμβόλου «Και καὶ εἰς τὸ Πνεῦμα τἍγιον, τὸ Κύριον, τὸ ζωοποιὸν, τἐκ τοῦ Πατρὸς ἐκπορευόμενον» η Καθολική εκκλησία προσθέτει «τἐκ τοῦ Πατρὸς καἐκ τοῦ Υἰοῦ (=filioque στα λατινικά) ἐκπορευόμενον» με αποτέλεσμα αυτή η προσθήκη να μειώνει εξαιρετικά το Άγιο Πνεύμα έναντι των άλλο δύο προσώπων πέρα από την εύλογη απορία, μήπως με τη σειρά του και το Άγιο Πνεύμα γεννάει κάποιο άλλο τέταρτο πρόσωπο στην Τριάδα, αφού το ιδίωμα της γεννήσεως με την προσθήκη του filioque παύει πλέον να είναι αποκλειστικό ιδίωμα μόνο ενός προσώπου, του Πατρός, γίνεται και του Υιού, και συνεπώς γιατί να μην μπορεί να μεταδοθεί και στο Άγιο Πνεύμα. Η προσθήκη επομένως του filioque βάζει σε επικίνδυνη θέση και την μοναδικότητα του ενός Θεού που εκφράζεται σε τρία πρόσωπα τον Πατέρα τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα.

Όσο και αν φαίνεται παράξενο, το filioque διατυπώθηκε από την ορθόδοξη Εκκλησία τον 6ο μ.Χ. όταν ακόμα ο χριστιανισμός δεν είχε ακόμα διαιρεθεί, για αγαθούς σκοπούς. Συγκεκριμένα διατυπώθηκε στην Ισπανία για να αντιμετωπιστούν κάποια υπολείμματα της αιρέσεως του Αρείου, η οποία υποτιμούσε ιδιαίτερα το πρόσωπο του Υιού έναντι του Πατρός. Στην προσπάθεια ακριβώς να υπερτιμηθεί ο Υιός (στη διατύπωση εννοείται) και να θεωρηθεί ισότιμο πρόσωπο ίδιας ουσίας με τον Πατέρα, η Εκκλησία επέτρεψε στο Σύμβολο την έκφραση καἐκ τοῦ Υἰομόνο για την Ισπανία. Στο υπόλοιπο Βυζάντιο δεν χρειαζόταν η προσθήκη εφόσον εκεί η αίρεση του Αρείου είχε εξαλειφθεί πλήρως. Η φράση υπήρχε και δεν ενοχλούσε κανέναν.

Όταν όμως ο Μέγας Κάρολος κατά τον όγδοο αιώνα, και συγκεκριμένα το 767, θέλησε να επεκτείνει το δυτικό φραγκικό κράτος προς την Ανατολή, στον επεκτατικό του αγώνα είχε την ανάγκη και μίας πνευματικής παρακαταθήκης που θα τον διαφοροποιούσε από την Ανατολή. Τότε ανέσυρε την παλιά ισπανική προσθήκη του filioque στο Σύμβολο της Πίστεως ως πνευματική διαφοροποίηση από το Βυζάντιο. Ο πάπας Λέων ο Γ΄ αντέδρασε έντονα διότι αυτή η προσθήκη ήταν σαφής παραχάραξη του Συμβόλου της Πίστεως, αλλά ήταν πλέον αργά καθώς ο Μέγας Κάρολος ήδη είχε παραδώσει εδάφη στον Πάπα, όταν έδιωξε τους Λογγοβάρδους από τη βόρεια Ιταλία. Έτσι ο Πάπας και οι διάδοχοι του αναγκάστηκαν να δεχτούν την τετελεσμένη προσθήκη στο Σύμβολο. Τότε, το filioque έγινε μεγίστη δογματική διαφορά μεταξύ των δύο Εκκλησιών, όταν συνδέθηκε με τον μετασχηματισμό της δυτικής εκκλησίας σε κράτος. Η τυπική κατοχύρωση του οριστικού Σχίσματος, 3 αιώνες, αργότερα με την κατάθεση των αφορισμών και των δύο Εκκλησίων στην Αγία Σοφία απλώς επικύρωσε τυπικά αυτήν τη διαφορά, η οποία κυοφορούνταν αιώνες.

Ο ιδρυτής της Προτεσταντικής Εκκλησίας, Λούθηρος, κράτησε το filioque στα δογματικά σύμβολα τη Εκκλησίας που δημιούργησε. Η εν λόγω διατήρηση δεν είναι καθόλου τυχαία καθώς και η δική του εκκλησία δημιουργήθηκε μέσα σε ένα θεσμικό κλίμα αντίδρασης προς την κατεστημένη εξουσία της Αγίας Έδρας όπου κυριαρχεί ο αντιεξουσιαστικός θεσμός και όχι ο αγιασμός της ενιαίας υπάρξεως του ανθρώπου.

α. Το δόγμα

Το δόγμα που πιστεύει η ορθόδοξη Εκκλησία είναι πως ο Τριαδικός Θεός είναι ένας που εκφράζεται με τρία πρόσωπα τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα. Είναι Ένας γιατί από το Ένα πρόσωπο, αυτό του Πατέρα, προέρχονται τα άλλα δύο πρόσωπα, ο Υιός και Λόγος του Πατρός και το Άγιο Πνεύμα. Τηρουμένων των αναλογιών ανάλογη εμπειρία έχουμε και από τη δική μας ζωή καθώς ο κάθε άνθρωπος, που είναι ένας, έχει το λόγο του (την ομιλία του που προέρχεται από το νου του), και το πνεύμα του, την πνοή του, που δίνει την κίνηση στην ύπαρξη του. Σε εμάς όμως ο λόγος μας και το πνεύμα μας δεν είναι ξεχωριστά, διακεκριμένα, πρόσωπα, και γι’ αυτό εμείς δεν είμαστε ένας άνθρωπος που εκφράζεται σε τρία πρόσωπα αλλά ένας άνθρωπος και ένα πρόσωπο που έχει λόγο και πνεύμα ανυπόστατα, χωρίς να είναι ενυπόστατα κατά τη θεολογία, ξεχωριστά πρόσωπα. Ευλόγως και τα τρία πρόσωπα στην Αγία Τριάδα έχουν την ίδια ουσία και την ίδια ενέργεια όπως και ο δικός μας λόγος και η πνοή μας είναι της ίδιας ουσίας με τη σύνολη προσωπικότητα μας. Είναι προφανές πως η φράση τα δύο πρόσωπα της Αγίας Τριάδος «προέρχονται» από τον Πατέρα δεν σημαίνει κατωτερότητα του Υιού και του Αγίου Πνεύματος όπως ακριβώς και η διαπίστωση ότι ο λόγος και το πνεύμα μας προέρχονται από την ύπαρξη μας δεν δείχνουν κατωτερότητα αλλά προέλευση, πέρα από το γεγονός ότι στην Αγία Τριάδα δεν υπάρχει και ο χρόνος, που αναγκαστικά φέρνει πάντοτε διαιρέσεις.

Η Ρωμαιοκαθολική εκκλησία μέχρι σήμερα δεν ξεφεύγει από τη λατρεία και την ομολογία του ενός και ίδιου Θεού με εμάς, όμως προσθέτοντας το filioque, δυσχεραίνει στη θεολογία εξόχως τη μοναδικότητα του ενός Θεού, τη θεολογική παρουσία του Αγίου Πνεύματος, πέρα από το γεγονός ότι θυμίζει έντονα την κρατική εξουσία του Ρωμαιοκαθολικισμού. Σήμερα η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, δοθείσης ευκαιρίας, διαβάζει το Σύμβολο της Πίστεως χωρίς το filioque όπως όταν τον Ιούνιο του 1995 ενώπιον του Πάπα Ιωάννη Παύλου του Β΄ και του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου, κατά την επίσκεψη του τελευταίου στο Βατικανό. Δεν διανοείται όμως ποτέ να απεκδυθεί των κρατικών της σχημάτων. Ένα ακόμα σημάδι της σύγχρονης εκκλησιαστικής ιστορίας που δείχνει καθαρά πως το filioque είναι σημείο χωρισμού, ακόμα και αίρεσης, γιατί συνδέεται με την κρατική οργάνωση της δυτικής εκκλησίας.

Ο Προτεσταντισμός στις απαρχές του, όπως τον εξέφρασαν ο Λούθηρος,  Καλβίνος και ο Ζβίγγλιος δεχόταν τον ίδιο Θεό με εμάς και τους Ρωμαιοκαθολικούς όμως με την επικίνδυνη προσθήκη του filioque και όλα τα παραλειπόμενα. Εδώ όμως υπάρχει και ένα ακόμα επιβαρυντικό στοιχείο. Καθώς δεν ξαναγύρισε στην αρχική εκκλησία από την οποία είχε αποσχισθεί το Βατικανό, με τα στοιχεία της διακονίας, δημιούργησε με τη σειρά της ένα ακόμα σχίσμα μέσα στην εκκλησία. Έτσι το παράδειγμα αυτής της εκκλησίας έδωσε πρόσφορο έδαφος για συνεχή δημιουργία καινούριων εκκλησιαστικών σχισμάτων, με τις ανάλογες θεολογικές διαφοροποιήσεις. Ήδη από την πρώτη ημέρα του Προτεσταντισμού φάνηκε αυτή η κατάσταση στη διαφοροποίηση του Ζβίγγλιου και του Καλβίνου από τον Λούθηρο. Ακόμα και οι τρεις πρώτοι μεταρρυθμιστές δεν συμφωνούν εντελώς μεταξύ τους.  Από τότε μέχρι σήμερα ο Προτεσταντισμός διαχωρίστηκε σε 500 παρακλάδια, αμερικανικής κυρίως προελεύσεως, τα οποία αρνιούνται την ύπαρξη της Αγίας Τριάδας. Οι μάρτυρες του Ιεχωβά, σύγχρονο παρακλάδι του Προτεσταντισμού, δέχονται μόνο τον Πατέρα χωρίς τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα. Τα τελευταία μάλιστα 15 χρόνια πρόσθεσαν την επωνυμία Χριστιανοί μάρτυρες το Ιεχωβά προς άγρα ψήφων καθώς εξακολουθούν να μην αναγνωρίζουν τον Ιησού Χριστό ως το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος. Οι Πεντηκοστιανοί, έτερο προτεσταντικό παρακλάδι, δέχονται μόνο το Άγιο Πνεύμα. Οι Αγγλοσάξωνες όμως, Προτεστάντες της Αγγλίας που διατηρούν εξωτερικά το ρωμαιοκαθολικό λειτουργικό τυπικό (στη λατρεία και στα άμφια των κληρικών), δεν μπορούν να συγκριθούν με τους Ιεχωβάδες καθώς πιστεύουν στην Αγία Τριάδα, αλλά βέβαια με το filioque, και τα κρατικά κατάλοιπα – η Βασίλισσα της Αγγλίας είναι υποχρεωτικά και αρχηγός της Εκκλησίας, καθώς η Αγγλοσαξωνική Προτεσταντική Εκκλησία είναι κρατική, όχι το σύστημα της Νόμω Κρατούσης Πολιτείας, όπως η Ορθόδοξη Εκκλησία στην Ελλάδα).

Υπάρχει και μία άλλη χριστιανική ομολογία που είναι γνωστή ως μονοφυσίτες, οι λεγόμενοι Κόπτες. Κόπτης θα πει Αιγύπτιος. Η συγκεκριμένη ομολογία του Χριστιανισμού έχει μεν σοβαρό δογματικό λάθος στη διδασκαλία της, αλλά δεν έπαψε να οργανώνεται ως διακονία, όπως απαιτούσε η πρώτη εκκλησία. Οι Κόπτες ως χριστιανική ομολογία που ανθεί στα μέρη της Συρίας και της Αιγύπτου, δέχεται την Αγία Τριάδα, προβαίνει στο σημείο του Σταυρού όπως οι ορθόδοξοι, όμως παραμένουν στην αίρεση καθώς κομματιάζει επικίνδυνα το Χριστό εφόσον δέχεται ότι ο Ιησούς Χριστός επί της γης ήταν μόνο Θεός, είχε μόνο τη θεϊκή φύση και όχι Θεάνθρωπος, δηλαδή να έχει και τη θεϊκή και την ανθρώπινη φύση. Έτσι όμως δεν φαίνεται η σωτηρία του ανθρώπου αφού ο Χριστός δεν προσέλαβε την ανθρώπινη φύση, στην οποία εκπροσωπείται η δική μας ανθρώπινη φύση, για να τη θεώσει. Συνεπώς οι Κόπτες δέχονται και αυτοί την Αγία Τριάδα όπως εμείς, άλλωστε για πέντε αιώνες, μέχρι το 451 μ.Χ., ήμασταν ενωμένοι, όμως δεν συμφωνούμε καθόλου στη διδασκαλία τους για την επίγεια παρουσία του Χριστού.

Οι Εβραίοι δεν είναι χριστιανική ομολογία αλλά μία διαφορετική θρησκεία. Ονομάζεται και Ιουδαϊσμός ή Σημιτική θρησκεία από το όνομα Σημ τον μεγαλύτερο γιο του Νώε που βγήκε από την κιβωτό μετά τον περίφημο κατακλυσμό, κατά το βιβλίο Γένεσις της Παλαιάς Διαθήκης, και όλος ο Εβραϊκός λαός πήρε το όνομα του. Οι Εβραίοι από την Αγία Τριάδα δέχονται μόνο τον Πατέρα, όμως δεν μπορούμε να θεωρήσουμε πως πιστεύουμε στον ίδιο Θεό, καθώς ο ολοκληρωμένος Θεός για εμάς είναι και τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος, καθώς είναι Ένας που εκφράζεται με τρία Πρόσωπα. Το όνομα Μεσσίας της Παλαιάς Διαθήκης για την Εβραϊκή θρησκεία δεν συνδέεται με τον Ιησού Χριστό – τον λυτρωτή από την ματαιότητα και το θάνατο – αλλά με κάποιο πρόσωπο που θα τους απελευθέρωνε από το Ρωμαϊκό ζυγό (είναι και εδώ έντονο το κρατικό στοιχείο) και εφόσον η Ρώμη έπεσε, σωτήρας δεν ήρθε και τον Χριστό δεν τον δέχτηκαν ως Σωτήρα από το θάνατο, είναι προφανές πως ακόμα περιμένουν τον Μεσσία.

Διαφορά όμως παρατηρείται και στα βιβλία που χρησιμοποιούν οι θρησκείες, όπου και αποτυπώνονται οι βασικές διδασκαλίες τους. Ο Ιουδαϊσμός, δηλαδή η εβραϊκή θρησκεία, χρησιμοποιεί ως ιερό κείμενο την Παλαιά Διαθήκη, όχι όμως τα 49 βιβλία που χρησιμοποιούμε και εμείς, αλλά τα 39. Δεν δέχεται τα δέκα βιβλία που είτε γράφτηκαν κατευθείαν στα ελληνικά, είτε βρέθηκε μόνο η ελληνική τους μετάφραση. Επίσης δεν δέχονται τις ελληνικές προσθήκες στα βιβλία  Εσθήρ και Δανιήλ, τα οποία δεν συγκαταλέγονται στα προηγούμενα 10. Ο Μουσουλμανισμός ως ιερό κείμενο έχει το Κοράνιο. Περιέχει λόγους του Μωάμεθ και χωρίζεται σε 114 κεφάλαια, σούρες, δηλαδή αποκαλύψεις, όπως ονομάζονται. Ο Ινδουϊσμός ως ιερό βιβλίο έχει τις Βέδες και τις Ουπανισάδες δύο σειρές βιβλίων που γράφτηκαν από το 1500 έως το 1000 π.Χ. οι Βέδες και από το 800 έως το 500 οι Ουπανισάδες. Ο Βουδισμός έχει ως ιερό βιβλίο τον Κανόνα Πάλι, κείμενα γραμμένα στη γλώσσα πάλι, η οποία είναι η δημοτική της σανσκριτικής και περιέχει πληροφορίες για τη ζωή του Βούδα. Ο Χριστιανισμός ως ιερά βιβλία έχει την Παλαιά και την Καινή Διαθήκη που ονομάζονται μαζί Αγία Γραφή ή Βίβλος. Το όνομα Βίβλος δεν το συνηθίζουμε στην ορθοδοξία αλλά κυρίως στον προτεσταντικό χώρο, όμως ιστορικώς ο όρος είναι σωστός καθώς στην αρχαία πόλη Βύβλος, στα παράλια της Φοινίκης, γινόταν η μεγαλύτερη παραγωγή παπύρου, με κατάλληλη επεξεργασία από το φυτό του Νείλου, και όταν ο Γουτεμβέργιος τον 15ο αιώνα ανακάλυπτε την τυπογραφία σκέφτηκε πως το πρώτο βιβλίο που θα τυπώνονταν στην παγκόσμια φιλολογία θα έπρεπε, για λόγους ιστορικής μνήμης, να φέρει το όνομα της ιστορικής πόλης με τη μεγαλύτερη παραγωγή παπύρου και να ονομαστεί Βίβλος. Η Αγία Γραφή, ως το βιβλίο που τελικά επιλέχτηκε από τον Γουτεμβέργιο, φέρει δικαίως το όνομα της αρχαίας αυτής πόλης και για τους ορθοδόξους.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία από την Παλαιά Διαθήκη δέχεται τα 39 βιβλία της εβραϊκής παραδόσεως και δέκα ακόμα : Α΄ Έσδρας, Τωβίτ, Ιουδίθ, Α, Β΄ Γ΄ Μακκαβαίων, Σοφία Σολομώντος, Σοφία Σειράχ, Βαρούχ και Επιστολή Ιερεμίου. Συνεπώς η ορθόδοξη Εκκλησία δέχεται 49 βιβλία. Αυτά τα 10 η Ιουδαϊκή Βίβλος δεν τα δέχεται γιατί, είτε γράφτηκαν πρωτοτύπως μόνο στα ελληνικά, όπως η Σοφία Σολομώντος, Α΄, Β΄, Γ΄ Μακαββαίων,[2] είτε βρέθηκε μόνο η ελληνική τους μετάφραση. Όμως εκτός από αυτά τα δέκα υπάρχουν εκτενείς προσθήκες στην ελληνική γλώσσα στα βιβλία Εσθήρ και Δανιήλ. Εννοείται πως και αυτές τις ελληνικές προσθήκες δεν δέχονται οι Εβραίοι στη Βίβλο τους ενώ δέχονται το υπόλοιπο μέρος των βιβλίων αυτών. Οι Ρωμαιοκαθολικοί από τα 49 βιβλία δέχονται τα 47, (δεν δέχονται το Α΄ Έσδρας και το Γ΄ Μακκαβαίων) όμως τα αριθμούν σε 46 καθώς δύο ξεχωριστά βιβλία του δικού μας κανόνα Βαρούχ και Επιστολή Ιερεμίου στους Ρωμαιοκαθολικούς είναι ένα. Οι Προτεστάντες δέχονται τα 39 βιβλία του Εβραϊκού κανόνα.

Διαφορά μεταξύ Ρωμαιοκαθολικής και Ορθοδόξου Εκκλησίας υπάρχει και στη διδασκαλία για την Παναγία. Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία δέχεται πως η Παναγία δεν φέρει το προπατορικό αμάρτημα, κάτι με το οποίο διαφωνεί σφόδρα η Ορθοδοξία. Είναι η διδασκαλία της λεγόμενης άσπιλης σύλληψης της Θεοτόκου. Αν διατυπώσουμε την άποψη πως η Παναγία δεν έφερε το προπατορικό αμάρτημα, τότε παραδεχόμαστε αυτομάτως πως η Παναγία δεν έχει ανάγκη θεραπείας και σωτηρίας˙ συνεπώς είναι θεός. Για την Ορθοδοξία η Παναγία δανείζει στον Υιό και Λόγο του Θεού την ανθρώπινη φύση της, στην οποία εκπροσωπείται η φύση όλων των ανθρώπων, για να αγιάσει την ανθρωπότητα, όμως και η ίδια η Παναγία έχει πάντοτε την ίδια ανάγκη θεραπείας και αγιασμού. Γι’ αυτό και η ορθόδοξη θεολογία διδάσκει πως η Παναγία έφερε μόνο μία αμαρτία, αυτή του προπατορικού αμαρτήματος. Επομένως μπορούσε να αμαρτήσει αλλά δεν ήθελε, ενώ ο Χριστός και να ήθελε δεν μπορούσε να αμαρτήσει γιατί ήταν Θεός. Οι ρωμαιοκαθολικοί θεολόγοι με το να την εμφανίζουν χωρίς ούτε το προπατορικό αμάρτημα, ουσιαστικά την εμφανίζουν χωρίς καμία διαφορά από τον Ιησού Χριστό.

β. Η αλήθεια του Θεού μέσα στις θρησκείες

Το έργο του Θεού είναι απόλυτο στην ιστορία και στην κτίση. Επομένως και όλες οι χριστιανικές ομολογίες αλλά και οι θρησκείες έχουν μέρος της αλήθειας. Η ορθοδοξία όμως έχει την πλήρη αλήθεια καθώς από αυτήν έφυγαν όλες οι σημερινές χριστιανικές ομολογίες και απομακρύνθηκαν οικειοθελώς από την αλήθεια. Άλλωστε πάντοτε το αληθινό είναι το πρωταρχικό, αυτό που προέρχεται από πολύ παλιά και αντέχει στο χρόνο. Τα λαμπρά μνημεία του εκκλησιαστικού πολιτισμού της Δύσεως που για 11 αιώνες, μέχρι το 1054, ήταν και δικά μας, η αναγνώριση κοινών αγίων μέχρι το επίσημο Σχίσμα (ο Πάπας Γρηγόριος ο Διάλογος είναι και δικός μας άγιος) μαρτυρούν ευθαρσώς αυτήν την αλήθεια.

Με αυτό το πρίσμα η Ορθοδοξία διατείνεται, πολύ ορθώς, πως είναι το αληθινό δόγμα ή ομολογία όταν συγκρίνεται με τις υπόλοιπες χριστιανικές ομολογίες ή η αληθινή θρησκεία όταν συγκρίνεται τις άλλες θρησκείες. Δεν κατέχει απλώς κάποια σωστή θεωρία, αλλά την πραγματική ζωή της χάριτος και του αγιασμού του ανθρώπου ως υπάρξεως, (και ποτέ ως κρατικού πολίτη – πιστού, όπως το βλέπει το Βατικανό), από την οποία τα άλλα παρακλάδια αποκόπηκαν.

Η έκφραση των θεολόγων «πως μόνο οι βαπτισμένοι ορθόδοξοι θα σωθούν» είναι πολύ σωστή, αλλά ισχύει μόνο για τους ανθρώπους και σε καμιά περίπτωση για το Θεό. Αν αυτή η πρόταση ίσχυε και για το Θεό, τότε θα έπρεπε ο Θεός να είναι δέσμιος των ανθρωπίνων σχημάτων υπακούοντας πιστά στους ανθρώπους. Αν πεθάνει ένας Μουσουλμάνος, ο οποίος ήταν αγνός και ταπεινός άνθρωπος, δεν θα ρωτήσει ο Θεός τους Ορθοδόξους αν του επιτρέπουν, κατά τους ιερούς κανόνες, να τον βάλει στον παράδεισο, γιατί ο Θεός είναι πέρα από ιερούς κανόνες. Οι ιεροί κανόνες, σωστοί και ευπρόσδεκτοι, είναι μόνο για τους ανθρώπους, στην προσπάθεια τους κρατηθούν στην αλήθεια και όχι βέβαια για το Θεό. Επειδή ο άνθρωπος είναι συγκεκριμένος και απτός, θέλει συγκεκριμένο και απτό δρόμο για να βρει το Θεό. Η χάρις που βγαίνει από αυτόν τον δρόμο είναι αόρατη όμως ο τρόπος για να διοχετευθεί στον άνθρωπο είναι ορατός και συγκεκριμένος, αυτός του σωστού δόγματος.

Φυσικά με τους αλλόθρησκους δεν πιστεύουμε στον ίδιο Θεό. Ο Ιουδαϊσμός δέχεται ως Θεό τον Γιαχβέ ή Ιεχωβά εβραϊκή βιβλική λέξη για το προσωνυμία του Θεού. Ο Βουδισμός τον Βούδα, το όνομα του οποίου είναι Σιντάρτα Γκαουντάμα. Ο Μουσουλμανισμός τον Αλλάχ, πρόσωπο που τον κατέστησε μοναδικό Θεό ουσιαστικά ο Μωάμεθ, μέσα σε αντίξοες συνθήκες καθώς ήταν αδιανόητο για το πολυθεϊστικό περιβάλλον του Ισλάμ να δεχτεί μόνον έναν Θεό. Ο Ινδουισμός δεν δέχεται θεό πρόσωπο και διδάσκει το Μπράχμαν, μία απρόσωπη αρχή αντί προσωπικού Θεού, και το Άτμαν ως το μέρος του Μπράχμαν που βρίσκεται μέσα στον άνθρωπο. Αβυσσαλέες διαφορές έχουμε και με τις πολυθεϊστικές θρησκείες, όπως συμβαίνει με το Σίντο, το οποίο είναι η θρησκεία των Ιαπώνων. Σίντο σημαίνει ο δρόμος των Θεών και δέχεται τις θεότητες τη θάλασσας , των βουνών των δέντρων, του ήλιου κ.τ.λ. κτ.λ.

Ο Βούδας (του Βουδισμού) ή το Μπράχμαν και το Άτμαν του Ινδουϊσμού δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με τον Ιησού Χριστό και την Αγία Τριάδα. Το ίδιο ισχύει βέβαια και για το Μουσουλμανισμό, ο οποίος δέχεται τον Ιησού Χριστό ως σημαντικό προφήτη του Αλλάχ μαζί με τον Μωάμεθ. Οι θεοί των άλλων θρησκειών είναι ή άνθρωποι με πολλά βεβαίως ξεχωριστά χαρίσματα, όπως ο Βούδας που ήταν ο γιος ενός ηγέτη του κράτους των Σάκυα, ή επινοήσεις του απλού λαού. Επίσης λαμπρές προσωπικότητες ενός λαού έχουν συμβάλλει στη διαμόρφωση της θρησκείας του συγκεκριμένου λαού. Ο Κομφούκιος για παράδειγμα είναι ένας μεγάλος δάσκαλος της κινέζικης θρησκείας που έζησε τον 5ο αιώνα π. Χ. (551 – 479 π.Χ.) διδάσκοντας την τάξη και την πειθαρχία μας έδωσε ένα ηθικοκοινωνικό σύστημα που επηρέασε ιδιαίτερα την θρησκεία και την κοινωνική ζωή των Κινέζων. Δεν είναι ανάγκη να αναφέρουμε πως ούτε με τους Εβραίους έχουμε τον ίδιο Θεό, και ας δέχονται από την Αγία Τριάδα το πρόσωπο του Πατέρα, γιατί ο Θεός, για να είναι ολοκληρωμένος και σωστά ομολογημένος, πρέπει να λατρεύεται και να διατυπώνεται ως Τριάδα προσώπων μίας αρχής, ουσίας και ενέργειας.

Ο αληθινός Θεός είναι η Αγία Τριάδα, την οποία αποκαλύπτει πάντοτε το δεύτερο πρόσωπο αυτής ο Υιός και Λόγος του Θεού. Μάλιστα το συγκεκριμένο πρόσωπο σε κάποια στιγμή της ιστορίας δεν φανερώνεται απλώς αμυδρά με μία θεοφάνεια της Παλαιάς Διαθήκη, αλλά αποκαλύπτεται όσο πληρέστερα μπορούσε : γίνεται άνθρωπος. Από την ώρα τη ενανθρώπισης και μετά ονομάζεται Χριστός, γιατί έχρισε, αγίασε, η θεική του φύση την ανθρώπινη. Αυτή η Χρίση όμως δεν εγγυάται την αυτόματη θεραπεία της δικής μας φύσης, ούτε προσφέρεται υποχρεωτικά στον άνθρωπο. Ο κάθε άνθρωπος πρέπει να ψάξει με πολύ μόχθο να βρει το Θεό και να καρπωθεί τη σωτηρία που έφερε ο Χριστός και κανενός την πόρτα δεν έρχεται να χτυπήσει υποχρεωτικά. Είτε ανήκει σε θρησκεία εκτός Χριστιανισμού είτε στον ίδιο το Χριστιανισμό, ακόμα και στην Ορθοδοξία, πρέπει να ψάξει ο ίδιος ο άνθρωπος με πολύ μόχθο να ανακαλύψει τον αληθινό Θεό, όπως συμβαίνει με όλα τα ανεκτίμητα πράγματα στη ζωή του.

3. Τα μυστήρια

Τα μυστήρια στην Εκκλησία υπάρχουν για να προσφέρουν τον αγιασμό και τη θεραπεία της θείας χάριτος, στη συνολική ύπαρξη του ανθρώπου, αλλά και στην υπόλοιπη δημιουργία. Είτε πούμε η χάρις του θεού, ή η θεία ενέργεια, ή ο αγιασμός (αγιαστική ενέργεια) θεολογικά είναι το ίδιο πράγμα. Η χάρις των μυστηρίων είναι του Θεού και γι’ αυτό είναι άκτιστη. Η εξωτερική οργάνωση των μυστηρίων είναι των ανθρώπων και γι’ αυτό παρουσιάζει εξελίξεις και αλλαγές. Τους τρεις βαθμούς της ιερωσύνης όπως τους γνωρίζουμε σήμερα δεν τους άφησε ο Χριστός, αλλά τους οργάνωσαν οι απόστολοι σύμφωνα με τις ανάγκες της πρώτης εκκλησίας. Άφησε όμως ως παρακαταθήκη τη χάρη και τη θεραπεία που προσφέρει η ιερωσύνη.

Και η διαφορά στον τρόπο που υπάρχουν τα μυστήρια στις τρεις ομολογίες δεν είναι άμοιρες των σχισματικών εξελίξεων μεταξύ των εκκλησιών, αλλά και της αποστάσεως που τις χωρίζει. Επειδή με τους ρωμαιοκαθολικούς ήμασταν ενωμένοι για 11 αιώνες με κοινά μυστήρια, δεν θεωρούμε τα μυστήρια τους εν ενεργεία έγκυρα, τα θεωρούμε όμως δυνάμει. Με άλλα λόγια δεν τα απορρίπτουμε εντελώς γιατί κάποτε ήμασταν μία εκκλησία και υποτίθεται πως μία μέρα πρέπει να ξαναενωθούμε. Αυτό φαίνεται καθαρά στον εξωτερικό τύπο. Όταν ένας Ρωμαιοκαθολικός δηλώσει την επιθυμία να γίνει ορθόδοξος, η ορθόδοξη εκκλησία προβαίνει μόνο στο Χρίσμα, το μυστήριο που ενεργοποιεί το βάπτισμα, και όχι στο ίδιο το βάπτισμα. Θεωρείται πως η ένταξη του συγκεκριμένου μέλους στην εκκλησία με το ρωμαιοκαθολικό βάπτισμα είναι δυνάμει έγκυρη και δε ξαναγίνεται ορθόδοξο βάπτισμα μέσα στην Εκκλησία. Δεν είναι όμως ενεργεία, και γι’ αυτό δεν δεχόμαστε το χρίσμα που ως μυστήριο ενεργοποιεί το βάπτισμα και όλα τα υπόλοιπα μυστήρια. Η αποδοχή όμως, εκ μέρους μας, του ρωμαιοκαθολικού βαπτίσματος μαρτυρεί πολλά για την ιστορία των δύο εκκλησιών. Είναι ευνόητο πως από τους Προτεστάντες δεν δεχόμαστε ούτε το βάπτισμα τους, αλλά τους ξαναβαπτίζουμε από την αρχή καθώς με αυτούς δεν έχουμε την ίδια κοντινή σχέση που έχουμε με τους Ρωμαιοκαθολικούς.

Και στην περίπτωση που ένας Κόπτης επιθυμήσει να επιστρέψει στην Ορθόδοξη Εκκλησία, η Εκκλησία προβαίνει μόνο στο Χρίσμα του συγκεκριμένου μέλους, δηλαδή στην ενεργοποίηση του βαπτίσματος για τον ίδιο λόγο που ισχύει και για τους Ρωμαιοκαθολικούς. Με τους Κόπτες ήμασταν επίσης ενωμένοι αλλά για πολύ λιγότερους αιώνες από ότι με τους Παπικούς. Η Εκκλησία στο εξωτερικό επιτρέπει ένα ορθόδοξο ιερέα να βαπτίσει κάποιον Κόπτη σε περίπτωση που δεν υπάρχει κοντά Κόπτης ιερέας. Αν ένας τέτοιο μέλος επιθυμήσει κάποια στιγμή να γίνει ορθόδοξος, τότε η ορθόδοξη εκκλησία ούτε τον ξαναβαπτίζει, ούτε τον ξαναχρίει επειδή είχε βαπτιστεί από ορθόδοξο ιερέα. Όπως είναι προφανές και αυτή η πρακτική δεν άμοιρη του θεολογικού παρελθόντος των δύο Εκκλησιών.

Η βάπτιση στην ορθόδοξη εκκλησία γίνεται στην νηπιακή ηλικία. Ο νηπιοβαπτισμός δικαιολογείται θεολογικά καθώς με τα μυστήρια συντελείται η θεραπεία της φύσεως μας, η οποία δεν έχει να κάνει με την επιθυμία μας. Το φάρμακο και οι γονείς μας, χωρίς να ερωτηθούμε, φροντίζουν για τη θεραπεία μας. Το ίδιο ισχύει για το βάπτισμα και για τη θεία κοινωνία στη νηπιακή ηλικία. Από την ώρα όμως που αρχίζει η πορεία της ενηλικίωσης και της ωρίμανσης, η θεραπευτική μας σωτηρία γίνεται θέμα καθαρά δική μας πρωτοβουλίας. Γι’ αυτό το λόγο η ορθόδοξη εκκλησία υιοθέτησε τον νηπιοβαπτισμό αλλά δεν απαγορεύει το βάπτισμα και στην ώριμη ηλικία, αρκεί να υπάρχει η ελεύθερη συγκατάθεση του νεοφώτιστου. Οι ρωμαιοκαθολικοί βαπτίζουν τα παιδιά στην ηλικία των 12 ετών με το επιχείρημα πως πρέπει το παιδί να έχει συνείδηση και να επιθυμήσει το ίδιο την ένταξη του στο Σώμα του Χριστού.

Η διαφορά μεταξύ Ρωμαιοκαθολικής και Ορθοδόξου Εκκλησίας φαίνεται και στον τρόπο παροχής της θείας κοινωνίας. Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία παρέχει ολοκληρωμένη τη θεία κοινωνία, ως ψωμί και κρασί, όπως το παρέδωσε ο Ιησούς Χριστός στο Μυστικό Δείπνο, μόνο στους κληρικούς. Οι λαϊκοί μεταλαμβάνουν μόνο το σώμα Κυρίου ως άζυμο ψωμί. Και αυτή η διάκριση εκτός του ότι είναι λάθος καθώς η εβραϊκή εορτή των αζύμων ξεκινούσε από την επόμενη ημέρα του Πάσχα, επομένως όταν έγινε ο Μυστικός Δείπνος δεν έτρωγαν άζυμα, όμως δεν είναι καθόλου άμοιρη και της εξουσιαστικής μορφής του Ρωμαιοκαθολικισμού. Οι κληρικοί ως οι άρχοντες του κράτους του Βατικανού (οι καρδινάλιοι είναι υπουργοί στο Βατικανό) ξεχωρίζουν σε όλα από τον λαό. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν προέβη ποτέ σε τέτοια διάκριση, καθώς η Ορθοδοξία ως Εκκλησία θεωρεί και τον κλήρο και τον λαό, χωρίς να κάνει καμία εξουσιαστική διάκριση μεταξύ τους.

Κατά το Μεσαίωνα η θεία κοινωνία είχε γίνει αντικείμενο εκτενής συζητήσεως μεταξύ των χριστιανικών ομολογιών. Στην ερώτηση των θύραθεν πως γίνεται η μετατροπή των τιμίων δώρων σε ψωμί και κρασί, η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία διατύπωνε την άποψη πως το εσωτερικό του άρτου και του οίνου μετατρέπεται σε σώμα και αίμα, ενώ το εξωτερικό τους περίβλημα παραμένει ίδιο. Γι’ αυτήν τη θεωρία βασίστηκαν κατεξοχήν στη διδασκαλία του Αριστοτέλη, ο οποίος δίδασκε την ύλη, ως το εξωτερικό περίβλημα, και το εσωτερικό αυτής το είδος, όπου η ύλη παραμένει η ίδια και αλλάζει το εσωτερικό αυτής το είδος. Έτσι για την Καθολική Εκκλησία κατά τη θεία λειτουργία ο άρτος και ο οίνος παραμένουν εξωτερικά ίδια, ενώ το εσωτερικό τους αλλάζει και γίνεται σώμα και αίμα του Κυρίου. Είναι η διδασκαλία της μετουσίωσης (trasubstantiatio) όπου μεταποιείται το είδος δηλαδή το αόρατο κομμάτι. Ο Λούθηρος στην προσπάθεια του να χτυπήσει και αυτό το κομμάτι της ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας προέβη σε άλλη θεωρία. Είπε πως κατά τη θεία λειτουργία ο Χριστός είναι και σωματικώς παρών καθώς δέχτηκε τη θεωρία της πανταχού παρουσίας του Θεού σωματικώς. Ο Καλβίνος υποστήριζε την άποψη πως την ώρα του μυστηρίου ενεργεί στους πιστούς η δύναμη του Χριστού. Ο Ζβίγγλιος, τρίτος μεταρρυθμιστής, έλεγε πως η θεία ευχαριστία είναι απλώς ένα σύμβολο.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία διά στόματος Ιωάννου Δαμασκηνού και Γρηγορίου Παλαμά έχει εντελώς διαφορετική αντίληψη. Και οι δύο παραπάνω θεολόγοι λέγουν πως αν έχεις απορία πως μετατρέπονται τα τίμια δώρα σε ψωμί και κρασί, σου αρκεί να γνωρίζει πως μετατρέπονται με τις ενέργειες του Αγίου Πνεύματος. Οι ενέργειες του Τριαδικού Θεού κατεβαίνουν στη γη και αγιάζουν τη δημιουργία. Το ψωμί και το κρασί είναι το κατεξοχήν αγιασμένο κομμάτι της δημιουργίας. Το άφησε ο Σωτήρ, η πηγή του αγιασμού, εις την εμήν ανάμνηση κατά την ακριβή έκφραση του Κυρίου (Λουκ. 22, 19). Τα τίμια δώρα είναι αντίτυπα των μελλόντων και όχι αυτά τα ίδια ο Ιησούς Χριστός όπως έλεγε η μετουσίωση. Ο Χριστός αγιάζει και τα δώρα αγιάζονται και όλο το πλήρωμα της εκκλησίας μεταλαμβάνει των τιμίων δώρων για να καρπωθεί τον αγιασμό.

4. Η ιερωσύνη

Οι βαθμοί της ιερωσύνης στην ορθοδοξία και στον ρωμαιοκαθολικισμό είναι τρεις : ο διάκονος, ο πρεσβύτερος και ο επίσκοπος. Η αντίληψη των τριών χριστιανικών ομολογιών για τον ρόλο και την αποστολή της ιερωσύνης δεν είναι η ίδια. Στην ορθοδοξία η συντριπτική πλειοψηφία των κληρικών που ανήκουν στους βαθμούς του διακόνου και του πρεσβυτέρου είναι έγγαμοι ενώ πολύ λίγοι είναι οι άγαμοι κληρικοί, αυτοί που έχουν ασπαστεί τον μοναχισμό. Η υποχρεωτική αγαμία του κλήρου υπάρχει στην ορθόδοξη εκκλησία μόνο για το βαθμό του επισκόπου.

Αντιθέτως στη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία όλοι οι κληρικοί και των τριών βαθμίδων είναι υποχρεωτικά άγαμοι. Ένα ακόμα σημείο που δείχνει το άτεγκτο κρατικό σύστημα του Βατικανού. Πριν από δύο δεκαετίες περίπου υπολογίζοντας το Βατικανό τις αντιδράσεις και τη λειψανδρία που προκαλούσε η υποχρεωτική αγαμία όλων των κληρικών προέβη σε μία αλλαγή. Επέτρεψε το έγγαμο των κληρικών αλλά μόνο για το βαθμό του διακόνου και έτσι σήμερα, για πρώτη φορά στην ιστορία του ρωμαιοκαθολικισμού, υπάρχουν έγγαμοι κληρικοί αλλά δεν μπορούν να γίνουν ιερείς, πρεσβύτεροι, και να λειτουργήσουν.

Κάτι ανάλογο βεβαία υπάρχει και στις τάξεις των λαϊκών. Η Καθολική Εκκλησία αναγνωρίζει μόνο έναν γάμο και δεν παραχωρεί ποτέ διαζύγιο. Τα μέλη της ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας που επιθυμούν να ξαναπαντρευτούν προβαίνουν αναγκαστικά στον πολιτικό γάμο. Η Ορθόδοξη Εκκλησία αναγνωρίζει τρεις γάμους και μπορεί να παραχωρήσει τρία διαζύγια, δηλαδή τρεις πνευματικές λύσεις του ορθοδόξου γάμου. Η υποχρεωτική αγαμία του κλήρου υπάρχει στην ορθόδοξη εκκλησία μόνο για το βαθμό του επισκόπου.

Το διοικητικό όργανο της Ορθοδόξου Εκκλησίας είναι η Σύνοδος. Ο Πατριάρχης ή ο Αρχιεπίσκοπος, ως προκαθήμενοι των εκκλησιών, είναι πρώτοι μεταξύ ίσων και στις εκλογές των επισκόπων δεν επιτρέπεται να ψηφίσουν για να διαφυλαχθεί το δημοκρατικό σύστημα της Εκκλησίας. Ο μόνος από τους προκαθημένους που ψηφίζει είναι ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών, γιατί σύμφωνα με τον Τόμο του 1928 προκαθήμενος ουσιαστικά δεν είναι αυτός αλλά η διαρκής Ιερά Σύνοδος των 12 επισκόπων από τους 80 της Βορείου Ελλάδος. Στην Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία δεν υπάρχει Σύνοδος. Υπάρχει το κολλέγιο των καρδιναλίων (οι καρδινάλιοι είναι ανώτεροι από τους Επισκόπους και είναι οι υπουργοί του κράτους του Βατικανού), όμως η ψήφος τους δεν έχει καμία βαρύτητα μπροστά στην απόφαση του Πάπα. Μόνο η δική του γνώμη εισακούεται και ας διαφωνούν όλοι οι καρδινάλιοι μαζί του.

Η εξωτερική αμφίεση των κληρικών των δύο ομολογιών επίσης διαφέρει. Οι παπικοί κληρικοί στο δρόμο εμφανίζονται όπως οι λαϊκοί, χωρίς κάποιο ιδιαίτερο ένδυμα. Και ο ίδιος ο Πάπας επιτρέπεται να βγάλει τα ιερατικά του ρούχα και με μια απλή αμφίεση λαϊκού να πάει κάπου απλά, αρκεί να μην δίνει στόχο, καθώς η διακριτική του εμφάνιση είναι υποχρεωτική στις επίσημες εμφανίσεις του. Σε μερικά μέρη όπου υπάρχει έντονο το ορθόδοξο στοιχείο αλλά με πολλά προβλήματα, όπως οι χώρες του πρώην σοβιετικού σοσιαλισμού, η ρωμαιοκαθολική εκκλησία εμφανίζεται εξόχως διπλωματική και πονηρή. Επιτρέπει στους κληρικούς της να φορούν τα ορθόδοξα ράσα, να λειτουργούν με το ορθόδοξο τελετουργικό, αλλά στη λατρεία μνημονεύουν τον Πάπα. Η εν λόγω πρακτική είναι γνωστή διεθνώς ως Ουνία (union = ένωση) και σήμερα είναι το μεγαλύτερο αγκάθι στις σχέσεις Παπικής και Ορθοδόξου Εκκλησίας. Στην προσπάθεια της, η Αγία Έδρα, να κερδίσει όσους περισσότερους μπορεί, δεν έχει πρόβλημα να δανειστεί ένα ξένο προς σε αυτήν τυπικό και αρκεί να υπάρχει η υπακοή στον Πάπα. Ένας ακόμα κρατικός διπλωματικός ελιγμός που μαρτυρά έντονα το παρελθόν της με τον Μεγάλο Κάρολο.

Στην ορθοδοξία, αν δεν υπάρχει κάποια πολιτική και κοινωνική δυσκαμψία, όπως στην Τουρκία ή στη δυτική Ευρώπη, το ράσο συνοδεύει για πάντοτε τον κληρικό, οποιασδήποτε βαθμίδας, είτε άγαμο είτε έγγαμο. Είναι προφανής, ακόμα και στην εμφάνιση, ο χαρακτήρας της αφιέρωσης και της σταυρικής θυσίας που θα πρέπει να συνοδεύει τον ορθόδοξο κληρικό.

Στον Προτεσταντισμό δεν υπάρχει ιερωσύνη, σε αντίδραση της εξουσιαστικής ιερωσύνης του καθολικισμού. Οι πάστορες είναι δάσκαλοι και φυσικά δεν έχουν ιδιαίτερο ιερατικό ένδυμα στην αμφίεση τους. Υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις, όπως οι Αγγλοσάξονες που ήδη αναφέραμε, καθώς ενώ είναι προτεστάντες δέχονται το ρωμαιοκαθολικό τυπικό στη λατρεία και στην αμφίεση των κληρικών.

5. Ο λειτουργικός χώρος

Οι χώροι λατρείας μεταξύ Ορθοδοξίας και Βατικάνου, οι ναοί, έχουν αρκετές ομοιότητες, εξαιτίας της κοινής πορείας τους για 11 αιώνες, αλλά και διαφορές. Μία σημαντική διαφορά είναι ο τρούλος της βυζαντινής αρχιτεκτονικής, όπως στην Αγία Σοφία της Κωνσταντινούπολης και της Θεσσαλονίκης. Ο στρογγυλός αυτός θόλος απεικονίζει έντονα τη βασική διδασκαλία της βυζαντινής θεολογίας. Η άκτιστη ενέργεια του Θεού κατεβαίνει στη γη – αυτό ακριβώς συμβολίζει ο Τρούλος – όπως τη διατύπωσε ο Γρηγόριος ο Παλαμάς τον 14ο αιώνα μ.Χ., και ο άνθρωπος μαζί με την υπόλοιπη δημιουργία αγιάζονται. Με τον Γρηγόριο τον Παλαμά διαφωνούσε ο Βαρλαάμ ο Καλαβρός, ο οποίος εκπροσωπώντας τη δυτική παράδοση, υποστήριζε πως ο άνθρωπος, με τα φιλοσοφικά μαθήματα, ανεβαίνει στον Θεό όσο περισσότερο μορφώνεται. Οι μορφωμένοι είναι οι θεόπτες. Αυτό ακριβώς συμβολίζουν τα Γοτθικά τόξα των Ρωμαιοκαθολικών ναών, όπως Άγιος Στέφανος της Βιέννης, ή η Παναγία των Παρισίων, όπου τα τόξα προσπαθούν να ανεβούν στον ουρανό να βρουν τον Θεό. Για την Ορθοδοξία συμβαίνει το αντίθετο˙ ο Θεός κατεβαίνει.

Κανένα σημείο στον ορθόδοξο ναό δεν υπάρχει τυχαία. Η είσοδος του ναού, ο λεγόμενος νάρθηκας, υπάρχει, διακεκριμένος από τον κυρίως ναό, γιατί εκεί έμεναν κατά τη βυζαντινή περίοδο, οι κατηχούμενοι τα πρόσωπα που ετοιμάζονταν να δεχτούν το βάπτισμα, όταν ακόμα δεν υπήρχε ο νηπιοβαπτισμός. Δεν μπορούσαν να εισέλθουν μέσα στο ναό μέχρι να βαπτιστούν και δεν παρακολουθούσαν ολόκληρη τη θεία λειτουργία. Η θεία λειτουργία χωρίζεται ουσιαστικά σε τρία μέρη : α) στην προσκομιδή ή στην πρόθεση, δηλαδή στην προπαρασκευή των τιμίων δώρων που σήμερα λαμβάνει χώρα στο όρθρο, εκτός θείας λειτουργίας β) στη λειτουργία των κατηχουμένων και γ) στη λειτουργία των πιστών. Οι κατηχούμενοι έμεναν στα δύο πρώτα μέρη της λειτουργίας, τα οποία τελείωναν αμέσως μετά το Ευαγγέλιο. Αποχωρούσαν στο τρίτο μέρος της λειτουργίας, το οποίο ξεκινούσε από τις ευχές υπέρ των πιστών και τον χερουβικό ύμνο και τελείωνε στο τέλος της θείας λειτουργίας. Η θέση των κατηχουμένων μέσα στο ναό έχει άμεση σχέση με τη θεολογική του παρουσία μέσα στη γενικότερη εκκλησιαστική ζωή.

Οι ορθόδοξοι ναοί έχουν τις άγιες εικόνες. Οι ρωμαιοκαθολικοί τα αγάλματα. Η διαφορά μας δεν βρίσκεται απλώς στον διαφορετικό τρόπο της απεικόνισης των αγίων, αλλά στον διαφορετικό τρόπο, με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον αγιασμό. Οι ορθόδοξοι πιστεύουν πως οι εικόνες είναι αγιασμένες. Τις ασπάζεται ο πιστός και αγιάζεται η ύπαρξη του, όπως συμβαίνει και με τα ιερά λείψανα των αγίων. Δεν λαμβάνει βέβαια τον αγιασμό στο βαθμό που συμβαίνει αυτό με την μετάληψη της θείας κοινωνίας, όμως και εδώ αγιάζεται. Αυτά τα λείψανα ενός αγίου έχουν τον αγιασμό, ο οποίος θεραπεύει την ύπαρξη μας από την τραγωδία και όχι απλώς ότι μας θυμίζουν έναν άγιο, ο οποίος έζησε πριν 16 αιώνες.  Συνεπώς δεν υπάρχει μόνο το ότι η εικόνα επί το πρωτότυπον διαβαίνει του Μ. Βασιλείου γιατί αυτό το έλεγαν και οι εικονομάχοι τον 8ο αιώνα στο Βυζάντιο, αλλά ότι η εικόνα έχει επάνω της τον αγιασμό (αυτό δεν έλεγαν οι εικονομάχοι). Η διαφορά μας τους ρωμαιοκαθολικούς είναι τόσο στον διαφορετικό τρόπο της απεικόνισης (σίγουρα υπάρχει και αυτός αλλά είναι ο δευτερεύων) όσο στο ότι δεν συζητούν για αγιασμό όταν αναφέρονται στα λείψανα ή στις απεικονίσεις των αγίων.

Μία ακόμα διαφορά μας μέσα στο λειτουργικό χώρο, ίσως όχι τόσο σημαντική αλλά πάντως σεβαστή, είναι η ύπαρξη στην Ορθοδοξία του τέμπλου, ως διαχωριστικού μεταξύ κυρίως ναού και ιερού. Και η ύπαρξη του τέμπλου μαρτυρά την ελληνική προέλευση της ορθόδοξου τελετουργικού. Το τέμπλο έχει τρεις πύλες, κατά το πρότυπο των τριών θυρών του σκηνικού του αρχαίου δράματος. Στην εκκλησία η κεντρική πύλη λέγεται ωραία πύλη, και υπάρχουν επίσης η δεξιά πύλη και η αριστερή. Τα τίμια δώρα βγαίνουν στα χέρια του ιερέα από την αριστερή πύλη, εισέρχονται και διασχίζουν τον κυρίως ναό και αφήνονται επάνω στην Αγία Τράπεζα. Η είσοδος των αχράντων μυστηρίων από την αριστερή πύλη δεν είναι καθόλου τυχαία. Στην αρχαία τραγωδία ο ηθοποιός που έμπαινε από την αριστερή πύλη ερχόταν από τα ξένα και ήταν πάντοτε άγνωστος. Ο ηθοποιός που έμπαινε από την δεξιά ερχόταν από την πόλη, ήταν πολλές φορές γνωστός, και ο ηθοποιός που έμπαινε από την κεντρική πύλη ερχόταν από το παλάτι. Συνεπώς από την κεντρική πύλη έμπαινε μόνο ο τραγωδός που υποδύονταν τον βασιλιά. Οι συμβολισμοί αυτοί κρατήθηκαν ακέραιοι και στο τυπικό. Τα τίμια δώρα και ο χώρος όπου ετοιμάζονται, η προσκομιδή, βρίσκονται στην αριστερή πύλη γιατί ο Χριστός είναι ο άκτιστος άσαρκος Λόγος, που δεν έχει σχέση με αυτόν τον κτιστό κόσμο, αλλά έρχεται μέσα σε αυτόν τον κόσμο για να τον αγιάσει. Είναι χαρακτηριστικό πως όταν δεν υπήρχε το τέμπλο, τα τίμια δώρα εισέρχονταν από την εξωτερική πλευρά στο εσωτερικό του ναού και η τοποθέτηση του τέμπλου έλυσε με πολύ ωραίο τρόπο αυτήν την τακτική. Πίσω από τη δεξιά πύλη ντύνονταν οι διάκονοι και από αυτήν την πύλη έβγαιναν καθώς στην τραγωδία αυτοί που έρχονταν από την δεξιά πύλη δεν ήταν ξένοι αλλά από πολίτες της ίδια πόλης. Κάποτε οι διάκονοι ντύνοταν στην είσοδο του ναού ως τα πρόσωπα που δεν έρχονται από το εξωτερικό του ναού, αλλά ούτε και από την κεντρική πύλη. Με την είσοδο του τέμπλου και τη χρησιμοποίηση της δεξιάς πύλης λύθηκε και αυτό το θέμα. Είναι προφανές πως το τέμπλο δεν θα μπορούσε να εμφανιστεί στη ρωμαιοκαθολική εκκλησία καθώς έχει άμεση σχέση με την ελληνική παράδοση.

Να αναφέρουμε εδώ πως στην Ορθόδοξη Εκκλησία το τέμπλο υπάρχει από τον 6ο μ.Χ. αιώνα. Μέχρι τότε, δηλαδή κατά τα χρυσά βυζαντινά χρόνια, δεν υπήρχε τέμπλο αλλά τα λεγόμενα θωράκια με χαμηλό ύψος μέχρι εκεί που αρχίζουν σήμερα οι εικόνες, τα οποία και χώριζαν το ιερό από τον κυρίως ναό. Το ιερό βρίσκονταν σε πλήρη θέα του λαού. Τότε η αγία τράπεζα στις τέσσερις άκρες είχε τέσσερις κολώνες που κατέληγαν σε έναν θόλο, ο οποίος βρισκόταν ακριβώς επάνω από την αγία τράπεζα και ένωνε τις τέσσερις αυτές κολώνες. Αυτό ονομάζονταν κιβώριο και βρίσκονταν σε πλήρη θέα του λαού καθώς δεν υπήρχε το υπερυψωμένο τέμπλο. Το κιβώριο καταργήθηκε όταν το τέμπλο υψώθηκε, μετά τον 6ο αιώνα, καθώς δεν φαίνονταν πλέον από τον λαό. Οι εικόνες στο τέμπλο δεν υπήρχαν από τον 6ο αιώνα αλλά τοποθετήθηκαν από τον 14ο αιώνα και εξής. Από τον 6ο μέχρι τον 14ο αιώνα εκεί που αργότερα τοποθετήθηκαν οι εικόνες υπήρχε κενό, και συνεπώς εξακολουθούσε το ιερό να διακρίνεται μέσα από τα συγκεκριμένα κενά.

6. Το ημερολόγιο

Ένα θέμα που παρουσιάστηκε στην Ορθόδοξη Εκκλησία και δεν παρατηρείται στην Ρωμαιοκαθολική είναι το ημερολόγιο. Από το 1924 και εξής με την επικράτηση του νέου ημερολογίου στον ελλαδικό χώρο παρουσιάστηκε στην Εκκλησία της Ελλάδος το επίμαχο θέμα των παλαιοημερολογιτών. Σύμφωνα με την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο του 325 μ.Χ. το Πάσχα των χριστιανών δεν θα έπρεπε ποτέ να πέφτει με το Πάσχα των Εβραίων (να σημειώσουμε στο παρόν σημείο ότι οι Εβραίοι με το Πάσχα τους εορτάζουν την έξοδο τους από τη δουλεία της Αιγύπτου με τη συνδρομή του Μωϋσή, ενώ οι χριστιανοί την έξοδο από τη ματαιότητα, τη φθαρτότητα και το θάνατο που χάρισε ο Χριστός). Η Σύνοδος πήρε αυτήν την απόφαση γιατί στην Έφεσο, ακριβώς επειδή υπήρχε κοινός εορτασμός του Πάσχα, οι γειτνιάζοντες ειδωλολατρικοί λαοί πίστευαν ότι Εβραίοι και Χριστιανοί ήταν η ίδια θρησκεία. Η 14η μέρα του μήνα Νισάν, (περίπου στα μέσα του δικού μας Μάρτη) όπου εόρταζαν το Πάσχα τους οι Εβραίοι, δεν μπορούσε να υπολογιστεί επακριβώς από εμάς καθώς οι Εβραίοι χρησιμοποιούσαν διαφορετικό ημερολόγιο. Η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος για να αποφύγει οποιοδήποτε κοινό εορτασμό είπε πως το χριστιανικό Πάσχα θα εορτάζεται την πρώτη Κυριακή μετά την πανσέληνο της εαρινής ισημερίας. Αυτή η ημερομηνία (η εαρινή ισημερία) είναι η δική μας 21η Μαρτίου. Αν η Πανσέληνος πέσει πολύ κοντά στην 21η Μαρτίου, ή την ίδια μέρα, το Πάσχα πέφτει νωρίς. Αντιθέτως αν η πανσέληνος πέσει αρκετά μετά την 21η Μαρτίου τότε το Πάσχα αργεί αρκετά. Σύμφωνα με τους υπολογισμούς δεν υπήρχε περίπτωση να συμπέσει το Πάσχα των δύο θρησκειών.

Όταν όμως το 1923 η ελληνική πολιτεία υιοθέτησε το νέο ημερολόγιο, το λεγόμενο Γρηγοριανό, το οποίο διέφερε κατά 13 ημέρες από το Παλαιό, το Ιουλιανό,[3] ήταν πολύ πιθανό με τη διαφορά των 13 ημερών το Πάσχα το δικό μας να συμπέσει με αυτό των Εβραίων, πέρα από το πρόβλημα ότι επειδή η εκκλησία έχει τον λειτουργικό της κύκλο, ο οποίος είναι και ετήσιος αλλά και ημερήσιος, με τον εορτασμό πολλών αγίων και βιβλικών γεγονότων κάθε μέρα, μία αλλαγή στο ημερολόγιο σήμαινε αυτομάτως και αλλαγή στο εορτολόγιο. Οι αγαστές ελλαδικές σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας, αλλά και η άκρως ταραγμένη πολιτική περίοδος στην Ελλάδα εκείνη την εποχή, δεν άφηναν περιθώριο για αναβολή της υιοθέτησης του νέου ημερολογίου, από την Εκκλησία. Έτσι η Εκκλησία της Ελλάδος αναγκάστηκε να υιοθετήσει το νέο ημερολόγιο το 1924 προβαίνοντας όμως σε έναν ελιγμό. Για να είναι ακριβής με την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο, αποφάσισε μόνο το Πάσχα να το εορτάζει με το Παλαιό ημερολόγιο, με το οποίο δεν υπήρχε περίπτωση να συμπέσει με αυτό των Εβραίων. Ουσιαστικά μετά την αλλαγή του ημερολογίου δεχόμαστε ως εαρινή ισημερία όχι την 21η Μαρτίου αλλά την 4η Απριλίου, 13 ημέρες αργότερα. Έτσι ενώ όλες οι εορτές του έτους εορτάζονταν με διαφορά 13 ημερών από το μέχρι τότε ισχύον ημερολόγιο, μόνο ο εορτασμός του Πάσχα έμεινε ίδιος. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, όταν το Πάσχα πέφτει αργά, εφόσον στις υπόλοιπες εορτές ακολουθείται το νέο ημερολόγιο, χάνονται μέρες από την νηστεία των δώδεκα αποστόλων.

Η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία κράτησε το νέο ημερολόγιο και στον εορτασμό του Πάσχα, με αποτέλεσμα πολλές φορές να εορτάζει το Πάσχα την ίδια ημερομηνία με τους Εβραίους ή ακόμα και πριν από αυτούς. Σήμερα το Οικουμενικό Πατριαρχείο, η Εκκλησία της Ελλάδος και οι Μητροπόλεις της Ευρώπης ακολουθούν το νέο ημερολόγιο, ενώ η Ρωσία, το Πατριαρχείο Ιεροσολύμων και το Άγιον Όρος ακολουθούν το παλαιό. Φυσικά κατά την ακριβή έκφραση οι εν λόγω εκκλησίες δεν ακολουθούν το παλαιό ημερολόγιο, αλλά το παλαιό εορτολόγιο. Όταν έρχονται στην Ελλαδική Εκκλησία λειτουργούν μαζί μας και αναφέρονται στη δική μας ημερομηνία όταν τους ρωτήσει κάποιος τι μέρα ή τι ώρα είναι. Και οι δικοί μας κληρικοί όταν πηγαίνουν στη Ρωσία λειτουργούν με τον Ρώσο Πατριάρχη, όπως και οι λαϊκοί της ελλαδικής Εκκλησίας μπορούν να εκκλησιαστούν και να μεταλάβουν στη Ρωσική Εκκλησία. Επομένως οι Αγιορείτες δεν είναι και δεν πρέπει να χαρακτηρίζονται ως παλαιοημερολογίτες.

Παλαιοημερολογίτες είναι κάποιοι χριστιανοί του ελλαδικού χώρου, οι οποίοι δεν δέχτηκαν το ημερολόγιο του 1924 και αποσχηματίστηκαν από την Ορθόδοξη Εκκλησία της Ελλάδος. Είναι αμφιβόλου εγκυρότητος οι χειροτονίες τους, καθώς δεν είχαν τρεις επισκόπους για να συνεχίσουν να χειροτονούν έγκυρα επισκόπους που θα ασπάζονταν το Παλαιό ημερολόγιο και σίγουρα είναι σχισματικοί, όπως ακριβώς ήταν το και οι Ρωμαιοκαθολικοί το 1054, εφόσον αποκόπηκαν οικειοθελώς από την Εκκλησία (οι Ρωμαιοκαθολικοί βέβαια κατάντησαν και αιρετικοί με την πάροδο των αιώνων). Δεν λειτουργούν μαζί μας και δεν μεταλαμβάνουν τους πιστούς της Ελλαδικής Εκκλησίας. Μάλιστα μερικοί από αυτούς όταν αναφέρονται στην καθημερινή τους ζωή σε θέματα ημερομηνίας, αναφέρουν αυτήν που είχαμε πριν 13 ημέρες, ενώ είναι γνωστό, ότι και αν ακόμα δεν υιοθετούσαμε ως Εκκλησία το νέο ημερολόγιο και μέναμε στο παλαιό, αυτό θα συνέβαινε μόνο στον λειτουργικό κύκλο της εκκλησίας και σε καμία περίπτωση στον υπολογισμό των ημερών στον πολιτικό χώρο. Το αναφέραμε και προηγουμένως. Η Εκκλησία δεν ακουμπά ποτέ τα πολιτικά και θεσμικά ζητήματα. Ακουμπά μόνο τα υπαρξιακά καθώς αντιμετωπίζει και αγιάζει τον άνθρωπο ως ενιαία ύπαρξη και ποτέ ως πολίτη ή ως ον μιας συντεταγμένης πολιτείας.

Επίλογος

Είναι προφανές, σύμφωνα με όσα προηγήθηκαν, πως οι θρησκείες εκφράζονται μόνο μέσα του πολιτισμού. Διαφορετικοί πολιτισμοί δηλώνουν συνήθως και διαφορετική θρησκεία. Επομένως ο πολιτισμός δεν βοηθά μόνο την ειρηνική συνύπαρξη των λαών, αλλά πρωτίστως την ελεύθερη και αδογμάτιστη γνωριμία των ανθρώπων με τη θρησκεία και τη συνειδητοποίηση του πρωταγωνιστικού ρόλου της στην ιστορία τους.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ


[1] Ομιλία που εκφωνήθηκε στο Πνευματικό Κέντρο της Ιεράς Μητροπόλεως Πέτρας και Χερρονήσου, στις 19 Μαρτίου 2009 προς τους ξεναγούς της δυτικής Κρήτης, στα πλαίσια της συνοδική επιτροπής της Ιεράς Επαρχιακής Συνόδου της Εκκλησίας της Κρήτης για το θρησκευτικό τουρισμό.

[2] Μέχρι το 1900 νομίζαμε ότι και η Σοφία Σειράχ είχε γραφτεί πρωτοτύπως  στην ελληνική, αλλά το 1900 βρέθηκε το μεγαλύτερο μέρος του εβραϊκού πρωτοτύπου στη συναγωγή του Καΐρου. Αποσπάσματα βρέθηκαν και στα χειρόγραφα του Qumran, της Νεκράς Θάλασσας το 1958, και το 1964 Masada. βλ. Σταύρου Καλαντζάκη, Εισαγωγή στην Παλαιά Διαθήκη (επιμέλεια Αθανάσιος Παπαρνάκης Δ.Θ.) εκδ. Π. Πουρνάρα Θεσσαλονίκη, σελ. 665.

[3] Το Γρηγοριανό ημερολόγιο επινοήθηκε γιατί με το Παλαιό, το Ιουλιανό, η εαρινή ισημερία μετατοπιζόταν κατά μία μέρα κάθε 128 χρόνια, ενώ με το καινούριο, το Γρηγοριανό, μετατοπιζόνταν κατά μία μέρα κάθε 3300 χρόνια.


Published in: on 13/01/2011 at 18:35  Σχολιάστε  

(cacofonix): Α.Σολζενίτσυν, Προσευχή

πηγή: http://cacofonix-cacofonix.blogspot.com/2011/01/blog-post_07.html

Χαρά να ζω μαζί σου, Κύριε!

Και να πιστεύω σ’ εσένα!

Όταν με κεραυνοβολεί η απορία

κι ο νους μου όταν γέρνει,

όταν οι πιο έξυπνοι άνθρωποι δε βλέπουν

πέρα άπ’ το αποψινό βράδυ και δεν ξέρουν

τι να κάνουν αύριο,

Εσύ μου στέλνεις καθαρή την πεποίθηση

ότι Εσύ υπάρχεις κ’ Εσύ θα φροντίζεις

για να μην κλείσουν όλοι οι δρόμοι του καλού.

Στην κορυφή τής γήινης δόξας μ’ απορία

αναλογίζομαι το δρόμο εκείνον

απ’ την απελπισία·

εδώ απ’ όπου μπόρεσα να στείλω

στην ανθρωπότητα την ανταύγεια των ακτινών Σου.

Κι όσες ακόμη θα πρέπει να αντανακλώ.

Εσυ Θα μου τις δώσεις.

Κι όσες δεν προλάβω,

θα πει πώς τις προόρισες για άλλους.

Μετάφραση από τό πρωτότυπο: ΕΛΕΝΗ ΚΥΡΙΑΚΙΔΟΥ – ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ

(ΝΕΑ ΕΣΤΙΑ,τ.1101,σελ.638)
Published in: on 12/01/2011 at 22:34  Σχολιάστε  

αποκόμματα 5

Μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη (Ελευθεροτυπία, 8-1-2011)

Published in: on 09/01/2011 at 13:29  Σχολιάστε  

Θ.Ι.Ζιάκας: ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΓΝΩΣΤΙΚΙΣΜΟΣ-Η ΣΧΟΛΗ ΓΚΟΥΡΤΖΙΕΦ

Θεόδωρος Ι. Ζιάκας
Εισήγηση στην ΙΘ’ Πανορθόδοξη Συνδιάσκεψη Εντεταλμένων Ορθοδόξων Εκκλησιών και Ιερών Μητροπόλεων για θέματα αιρέσεων και παραθρησκείας που πραγματοποιήθηκε, υπό την αιγίδα του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. Χριστοδούλου, στο Ιερό Προσκύνημα του Οσίου Ιωάννου του Ρώσου στο Προκόπι Ευβοίας, από 29. 10, έως 1. 11. 2007, με την φιλόξενη φροντίδα του Σεβ. Μητροπολίτου Χαλκίδος κ. Χρυσοστόμου και υπό την προεδρία του Σεβ. Μητροπολίτου Νικοπόλεως και Πρεβέζης κ. Μελετίου, με θέμα: «Εσωτερισμός».
[πηγή: «Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον«-αναδημοσίευση από το περιοδικό Σύναξη, τχ. 108 (2008), σσ. 5-12]
Η σχολή Γκουρτζίεφ, που εμφανίστηκε τον 20ο αιώνα, είναι μάλλον η «επιστημονικότερη» και «αριστοκρατικότερη» μέσα στο πολύχρωμο φάσμα του σύγχρονου γνωστικισμού.
Καθώς ενδιαφέρεται, πριν απ’ όλα, για τη διατήρηση της διδασκαλίας της σε ένα υψηλό επίπεδο κατανόησης, ώστε να μην αλλοιωθεί και εκφυλισθεί με την πάροδο του χρόνου, είναι αντίθετη στον προσηλυτισμό.
Οι δυσνόητες ιδέες της και η αναντιστοιχία απαιτητικότητας και πρακτικών αποτελεσμάτων, μάλλον απωθούν παρά ελκύουν. Ο homo hermetikus ζητά εντυπωσιακά αποτελέσματα δίχως καθόλου κόπο.
Ομάδες μελέτης του γκουρτζιεφικού γνωστικισμού υπάρχουν αρκετές στη Δύση. Στην Ελλάδα κινούνται γύρω από δύο κέντρα: το «Ίδρυμα Γκουρτζίεφ» και το «Ινστιτούτο Γκουρτζίεφ». Σχεδόν όλα τα έργα της σχολής έχουν μεταφραστεί.

1. Το ιστορικό της σχολής


Ο Γεώργιος Ιβάνοβιτς Γκουρτζίεφ γεννήθηκε το 1869, στην Αλεξανδρούπολη της επαρχίας Καρς της Αρμενίας, από πατέρα Έλληνα και μητέρα Αρμένισα. Φοίτησε στο ελληνικό σχολείο της γενέτειράς του και εν συνεχεία στο ρωσικό κολέγιο του Καρς, υπό την επιμέλεια του στρατιωτικού αρχιμανδρίτη Μπόρις, φίλου του πατέρα του.
Αντί να ακολουθήσει θρησκευτικές και επιστημονικές σπουδές και να γίνει παπάς και γιατρός, όπως θα ήθελε ο δάσκαλός του, αποφάσισε να αφιερώσει τη ζωή του στην αναζήτηση των εξηγήσεων στα μυστήρια που αφήνουν ανεξήγητα η θρησκεία και η επιστήμη: στην αναζήτηση τη Γνώσης με κεφαλαίο γάμα. Για την ανεύρεση της «ανώτερης» αυτής Γνώσης ίδρυσε το 1896 την διεπιστημονική ομάδα «Αναζητητές της Αλήθειας», από γιατρούς, αρχαιολόγους, γεωγράφους, μουσικούς κ.ά. Και εξαφανίστηκε, για πολλά χρόνια, σε ειδικές αποστολές στη Μέση Ανατολή, την Αίγυπτο, την κεντρική Ασία, την Ινδία, το Θιβέτ, την Άπω Ανατολή, την Ινδονησία, μέχρι και την Αυστραλία. Τι απ’ αυτά είναι αλήθεια και τι μύθος μόνο ο ίδιος το ξέρει.
Το 1912 εμφανίζεται ξαφνικά στη Μόσχα και αναγγέλλει την ίδρυση του Ινστιτούτου για την αρμονική ανάπτυξη του Ανθρώπου. Υποτίθεται ότι είχε βρει μια «πανάρχαια» Γνώση, την είχε κάνει «Σύστημα» και εργαζόταν για την εφαρμογή της στον σύγχρονο κόσμο. Υιοθετώντας το θεοσοφικό λεξιλόγιο, που ήταν του συρμού στους γνωστικούς κύκλους της εποχής, προσήλκυσε γύρω του έναν αριθμό σημαντικών Ρώσων διανοουμένων. Η προσπάθειά του έμεινε, ωστόσο, στα σκαριά. Η Σοβιετική Επανάσταση του 1917 τον υποχρέωσε να εγκαταλείψει τη Ρωσία. Μετέφερε για λίγο τη σχολή του στον Καύκασο. Και έπειτα στην Κωνσταντινούπολη. Αλλά ούτε εκεί ήταν ευνοϊκές οι συνθήκες. Έτσι κατέληξε στη Δύση.
Το 1922 εγκαθιστά το Ινστιτούτο του στη Γαλλία, στο Πριερέ, κοντά στο Φοντενεμπλώ. Εκεί, στην έδρα της σχολής, έθεσε σε δοκιμασία και προσπαθούσε να τελειοποιήσει, ένα ειδικό σύστημα αισθησιοκινητικών μεθόδων κατανόησης της Γνώσης, τις λεγόμενες «Κινήσεις». Παράλληλα μέσω δημοσίων διαλέξεων κοινοποιούσε προς τα έξω τη βασική ιδέα-σκοπό της σχολής του: την επεξεργασία μιας «επιστημονικής» μεθόδου για την «αρμονική ανάπτυξη του ανθρώπου». Η δουλειά του στο Πριερέ θα του δώσει τη δυνατότητα να ασκήσει επιρροή σε επιλεγμένους ανθρώπους στην Ευρώπη και στην Αμερική.
Από την εποχή των ομάδων της Μόσχας ο Γκουρτζίεφ απέφευγε τη γραπτή διατύπωση των ιδεών του, με το επιχείρημα ότι η κατανόηση είναι συνάρτηση του «είναι» κάθε ανθρώπου. Όταν μια ανώτερη διδασκαλία κοινοποιείται, μέσω ενός βιβλίου, στο δεδομένο υπανάπτυκτο «είναι» του σημερινού ανθρώπου, είναι καταδικασμένη να παρανοηθεί και να διαστρεβλωθεί. Τα Ευαγγέλια π.χ. είναι προσιτά σε όλο τον κόσμο. Το αποτέλεσμα όμως είναι μάλλον απογοητευτικό. Χωρίς τη βίωση της αλήθειας η κατανόησή της είναι αδύνατη. Και ακριβώς γι’ αυτό, έλεγε, είχε επεξεργαστεί τις Κινήσεις: ως μέσο για την πρόκληση του αναγκαίου βιώματος. Συνεπής στην «αντισυγγραφική» θέση του δεν επέτρεπε στους ακροατές των διαλέξεών του να κρατούν σημειώσεις. (Μερικοί βέβαια κατέγραφαν έπειτα ό,τι είχαν ακούσει.)

Η συνέχεια εδώ.

Published in: on 08/01/2011 at 21:32  Σχολιάστε  

Μουσικόραμα 11: Sven Vath – L’Esperanza

Published in: on 08/01/2011 at 20:41  Σχολιάστε  

Π. Ασημακόπουλος, Ο αγιασμός του κόσμου. Μόνο που δεν γίνεται μαγικά…

Η Βάπτισις, Νέα Μονή Χίου (από εδώ)

Η περίοδος του εορταστικού δωδεκαημέρου τελειώνει με το μεγάλο γεγονός των Θεοφανείων. Μία από τις αρχαιότερες εορτές είναι αυτή στις 6 Ιανουαρίου, κατά την οποία η Εκκλησία μας πανηγυρίζει το γεγονός ότι για πρώτη φορά στον ιστορικό χρόνο έχουμε τόσο ξεκάθαρη φανέρωση του Τριαδικού Θεού. Ο Πατήρ ως φωνή μέσα από τη νεφέλη, ο Υιός μέσα στον Ιορδάνη ποταμό και το άγιο Πνεύμα με μορφή περιστεριού είναι η τρανταχτή απόδειξη ότι περάσαμε από τη σκιά του νόμου και των προτυπώσεων της Παλαιάς Διαθήκης στη θεία αποκάλυψη της χάρης και του φωτός. Γι’ αυτό και η γιορτή αυτή λέγεται Φώτα. Από τότε «τα άνω τοις κάτω συνεορτάζει, και τα κάτω τοις άνω συνομιλεί», σύμφωνα με ευχή της ακολουθίας του Μεγάλου Αγιασμού. Δεν είναι τυχαίο ότι η σημερινή ημέρα της μίξης ουρανού και γης και του αγιασμού της κτίσης είχε επιλεγεί από την Εκκλησία ως μία από τις τρεις του έτους που γίνονταν Βαπτίσεις.
Το ζητούμενο και σε αυτή τη γιορτή, όπως και σε τόσες άλλες, είναι το πώς και εάν η θεολογία της Εκκλησίας γίνεται αντιληπτή και πιστευτή από την καρδιά και το νου του μέσου πιστού. Η αλήθεια είναι ότι συχνά η λαϊκή θρησκευτικότητα και η χειροπιαστή έκφραση του βιώματος των μελών της Εκκλησίας είναι στοιχεία εκπληκτικής καθαρότητας και συμβαδίζουν άψογα με την ορθόδοξη, πατερική και θεολογική διδασκαλία της Εκκλησίας. Είναι όμως άλλες φορές που το κράμα δεισιδαιμονιών, λαθεμένων δοξασιών και αντιθεολογικών στερεοτύπων πνίγουν την ορθόδοξη πίστη και τη μετατρέπουν σε επικίνδυνη, μαγική θρησκοληψία και πελατειακή σχέση κλήρου και λαού. Οι ευθύνες πολλές και κυρίως βαραίνουν αυτούς που θα έπρεπε να διδάσκουν, να εξηγούν και να διαφωτίζουν.
Αντινομίες τέτοιου τύπου επιχειρούν κάθε χρόνο να σκιάζουν και την ολόφωτη γιορτή των Θεοφανείων. Στα στενά πλαίσια ενός άρθρου θα σταχυολογήσω και θα εκθέσω ορισμένες από αυτές προς προβληματισμό και διόρθωση όλων μας.
α) Όπως όλες οι ακολουθίες και τα μυστήρια της Εκκλησίας έχουν αγιαστική χάρη, η οποία εισέρχεται στη ζωή μας διά της πόρτας της πίστης, το ίδιο συμβαίνει και με τον Αγιασμό. Δεν είναι το μαγικό φίλτρο που σπεύδουμε ποδοπατώντας, ποιος θα το πρωτοβάλει στο μπουκάλι του. Η αταξία και η ασέβεια δείχνει πως μυρουδιά δεν έχουμε πάρει από όσα ακούστηκαν στην ακολουθία. Εάν κάποιος δεν πιστεύει στην αγιαστική δύναμη του νερού, η χάρη αυτή παραμένει ανενεργή για τον ίδιο.
β) Ο Αγιασμός δεν υποκαθιστά σε καμία περίπτωση τη Θεία Κοινωνία, που είναι η πραγματική μεταβολή του άρτου και οίνου σε Σώμα και Αίμα Χριστού.
γ) Η κατασκευή ματζουνίων, μαγικών φίλτρων και άλλων δεισιδαιμονικών επινοήσεων με πρώτη ύλη τον Αγιασμό είναι ειδωλολατρική ανοησία και αντιχριστιανική πρακτική και αντίκειται στη χρήση του «πρός πάσαν ωφέλειαν επιτήδειον».
δ) Το ίδιο συμβαίνει και με την λανθασμένη νοοτροπία ορισμένων να κόβουν την ιατρικώς ενδεδειγμένη θεραπεία και φαρμακευτική αγωγή τους. Η χρήση του αγιασμού «εις υγείαν ψυχής καί σώματος» και ως «νοσημάτων αλεξιτήριον» δεν περιλαμβάνει την άρνηση των υπηρεσιών της ιατρικής επιστήμης, όπως δεν περιλαμβάνει και την άρνηση του μυστηρίου της εξομολόγησης.
ε) Η θεολογικώς απαράδεκτη και ποιμαντικώς επικίνδυνη πρακτική να συνοδεύεται ο αγιασμός των σπιτιών, των χωραφιών και των καταστημάτων από βαθιές τσέπες και κουτιά με σχισμή στο πάνω μέρος πρέπει να σταματήσει. Και οι κληρικοί και οι λαϊκοί οφείλουμε άμεσα να αλλάξουμε νοοτροπία. Είναι εμπαιγμός και πέφτουμε στο μέγιστο ατόπημα της σιμωνίας (διάθεση αγοραπωλησίας της θείας χάρης), στοιχεία που καταδικάζονται από τους Πατέρες και απαγορεύονται αυστηρά από τους ιερούς κανόνες της Εκκλησίας.  Οι φράσεις «για το καλό» ή «για να πιάσει» που συνοδεύουν τον οβολό δείχνουν τη δυσπιστία μας στη δύναμη του Θεού και την αλλοίωση της χριστιανικής μας ιδιότητας. Ας συγκεντρωθούμε φέτος στη μεγάλη ευλογία του αγιασμού που έρχεται στη ζωή μας και όχι σε υπολογισμούς για το πόσα εισέπραξε ο κομιστής του στο τέλος της περιοδείας.
Καλό φωτισμό μας. Άντε να ανοίξουμε κανένα παραθυρόφυλλο της ψυχής μας να μπει μέσα το αληθινό Φώς, ο Χριστός, εάν μας ενδιαφέρει πραγματικά ο αγιασμός του κόσμου.
Παναγιώτης Ασημακόπουλος
Θεολόγος καθηγητής
Πηγή:
http://theologosnaf.blogspot.com/2011/01/blog-post.html
Published in: on 04/01/2011 at 12:09  Σχολιάστε  

(AHDONI): Λόγια Μακαριστού Γέροντος Ιακώβου Τσαλίκη

Εικόνα Γέροντος Ιακώβου από εδώ.

Πιέστε εδώ:
AHDONI: Λόγια Μακαριστού Γέροντος Ιακώβου Τσαλίκη.
Published in: on 03/01/2011 at 19:44  Σχολιάστε  
Αρέσει σε %d bloggers: