ΕΥΑΓΓΕΛΟΥ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ, ΔΩΔΕΚΑ ΣΗΜΕΙΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΚΡΑΤΟΥΣ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

Καθηγητού Συνταγματικού Δικαίου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, βουλευτού 

φωτό από εδώ

Ομιλία στην εκδήλωση που οργάνωσε η Ένωση Ενεργών Πολιτών στην αίθουσα του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών την Πέμπτη 8 Ιουνίου 2000

Η συγκυρία είναι απολύτως ακατάλληλη για μια σοβαρή και υπεύθυνη συζήτηση ως προς τις σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας. Η συζήτηση αυτή προϋποθέτει βαθιά γνώση των ιστορικών, νομικών και εκκλησιολογικών δεδομένων τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς. Και απαιτεί ψυχραιμία και νηφαλιότητα. Δυστυχώς στις ημέρες μας αφθονούν ο ερασιτεχνισμός και η δημαγωγική απλούστευση όλων των θεμάτων. Παρόλα αυτά θα προσπαθήσω να καταγράψω δώδεκα σημεία που οριοθετούν- κατά τη γνώμη μου- τον προβληματισμό γύρω από τις σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας.

Σημείο πρώτο: Η συνταγματική ρύθμιση των σχέσεων Κράτους και Εκκλησίας δεν γίνεται μόνον με το άρθρο 3 που χαρακτηρίζει επικρατούσα θρησκεία τη θρησκεία της ορθόδοξης εκκλησίας, αλλά μ’ ένα ευρύτερο πλέγμα διατάξεων όπου κορυφαία θέση κατέχει το άρθρο 13 περί θρησκευτικής ελευθερίας.
Κρίσιμο είναι κυρίως όλο το κεφάλαιο των ατομικών δικαιωμάτων και των δικαιωμάτων ομαδικής δράσης (προστασία ιδιωτικού βίου, δικαίωμα του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι, ελευθερία του λόγου, προστασία της ιδιοκτησίας κ.λ.π.). Από τεχνικής πλευράς σημασία έχει το άρθρο 18 παρ.3 (αναπαλλοτρίωτο της περιουσίας των πρεσβυγενών πατριαρχείων, της Μονής του Σινά και των Μονών της Αγίας Αναστασίας, των Βλατάδων και του Ευαγγελισμού στην Πάτμο) και το άρθρο 105 (καθεστώς του Αγίου Όρους).

Σημείο δεύτερο: Το άρθρο 3 περί επικρατούσας θρησκείας δεν περιορίζει καθόλου την θρησκευτική ελευθερία τόσο ως ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης όσο και ως ελευθερία της λατρείας. Η θρησκευτική ελευθερία προστατεύεται σε συνταγματικό επίπεδο πλήρως. Υπάρχουν, όμως, σοβαρά προβλήματα στο επίπεδο της παλιότερης νομοθεσίας, της νομολογίας και της διοικητικής πρακτικής. Τα μεγάλα μέτωπα είναι η οριοθέτηση και η ποινική μεταχείρηση του προσηλυτισμού, η ίδρυση ευκτηρίων οίκων και ναών από ετεροδόξους ή αλλοθρήσκους, η μεταχείριση των αντιρρησιών συνείδησης και η διδασκαλία των θρησκευτικών σε σχέση με τους μαθητές που δεν ακολουθούν το ορθόδοξο δόγμα (βλ.σημείο ενδέκατο).

Σημείο τρίτο: Φορέας της θρησκευτικής ελευθερίας είναι ο καθένας. Προφανώς αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για τους άθεους, τους αγνωστικιστές, τους αλλόθρησκους ή ετερόδοξους. Έχει όμως σημασία και για τους ορθοδόξους χριστιανούς και για την ορθόδοξη εκκλησία ως τέτοια. Τη θρησκευτική ελευθερία και όχι την ιδιότητα της ως «επικρατούσας» επικαλέστηκε η Εκκλησία π.χ. στην μεγάλη σύγκρουση του 1987 για την εκκλησιαστική περιουσία, όταν αυτή έφθασε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Αντιθέτως τότε η Πολιτεία επικαλέστηκε το άρθρο 3 και την ιδιότητα των μονών ως ν.π.δ.δ. για να ισχυριστεί-χωρίς επιτυχία- ότι αυτές δεν μπορούν να καταφύγουν στα όργανα της Ευρωπαϊκής  Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στο Στρασβούργο.

Σημείο τέταρτο: Στην Ελλάδα δεν διασφαλίζεται απλώς και μόνο η ανεξιθρησκεία, δηλαδή η ανοχή του κράτους και ίση απόστασή του απ’ όλους σε σχέση με το θρησκευτικό γίγνεσθαι, αλλά η θρησκευτική ελευθερία. Αρα το κράτος δεν «ανέχεται» απλώς, αλλά υποχρεούται να προστατεύει με θετικό τρόπο τη θρησκευτική συνείδηση και τη λατρεία για κάθε «γνωστή» θρησκεία.

Σημείο πέμπτο: Το άρθρο 3 δεν καθιερώνει το σύστημα ούτε της «νόμω κρατούσης Πολιτείας» ούτε της «συναλληλίας», όπως για λόγους ιστορικής ή θεωρητικής αδράνειας αναφέρουν πολλοί. Με το άρθρο 3, αλλά και με τα άρθρα 13,18 παρ.8, 105, 9, 11, 12 κ.λ.π. συμβαίνει κάτι πολύ απλό: οι σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας καθίστανται σχέσεις συνταγματικώς ρυθμισμένες. Αυτό είναι και αυτονόητο και αναπόφευκτο. Ακόμη και αν καταργηθεί το άρθρο 3, οι σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας θα είναι συνταγματικώς ρυθμισμένες μέσω του άρθρου 13, γιατί ένα φαινόμενο όπως το θρησκεύεσθαι ή το μη θρησκεύεσθαι είναι πολύ σημαντικό για κάθε άτομο και για την κοινωνία συνολικά. Οτιδήποτε είναι σημαντικό για το άτομο, την κοινωνία και την οικονομία έχει εδώ και πολλές δεκαετίες καταστεί αντικείμενο συνταγματικής ρύθμισης. Το σύνταγμα δεν ρυθμίζει μόνον την οργάνωση και τη λειτουργία του κράτους, αλλά και την οργάνωση και τη λειτουργία της κοινωνίας των πολιτών, βασικό φαινόμενο της οποίας είναι η θρησκευτική συσσωμάτωση και η θρησκεία γενικά.
Και μόνον η διάταξη περί θρησκευτικής ελευθερίας (άρθρο 13) θα αρκούσε, λοιπόν, ώστε να θεωρούνται συνταγματικώς ρυθμισμένες οι σχέσεις Κράτους και Ορθόδοξης Εκκλησίας. Το ίδιο συμβαίνει π.χ. και με τη διάταξη του άρθρου 20 περί δικαστικής προστασίας. Μπορεί οι υποθέσεις που αφορούν την εκκλησία να μην δικάζονται από το Συμβούλιο της Επικρατείας, αλλά πάντως θα δικάζονται από κάποιο δικαστήριο στο πλαίσιο του δικαιοδοτικού μας συστήματος. Για παράδειγμα από τα πολιτικά  δικαστήρια. Αυτό άλλωστε, γίνεται με τις διαφορές που προκύπτουν σε σχέση ακόμη και με το πιο μικρό σωματείο ή ίδρυμα.

Σημείο έκτο: «Επικρατούσα» θρησκεία σημαίνει όχι επίσημη ή κρατική θρησκεία (όπως π.χ. στην Αγγλία, τη Νορβηγία ή άλλες ευρωπαϊκές χώρες), αλλά θρησκεία της μεγάλης πλειοψηφίας του λαού. Άλλωστε το άρθρο 3 δεν ρυθμίζει, όπως πρόεκυψε ιστορικά, κυρίως τις σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας, αλλά τη σχέση Εκκλησίας της Ελλάδος και Οικουμενικού Πατριαρχείου μετά τόν Τόμο περί αυτοκεφαλίας του 1850 και τη ρύθμιση του καθεστώτος των μητροπόλεων των «νέων χωρών» με την Συνοδική Πράξη του 1928. Το 1975 το άρθρο 3 θεωρήθηκε και από την Εκκλησία και από την Πολιτεία ως φραγμός στις επεμβάσεις του Κράτους στα εσωτερικά της Εκκλησίας και όχι ως βάση ανάμειξης της Εκκλησίας στις κρατικές υποθέσεις.

Σημείο έβδομο: Τα πεδία ευθύνης και αρμοδιότητας του κράτους και της εκκλησίας είναι σαφώς διακεκριμένα. Η ύπαρξη όμως, διαφορετικών απόψεων, μεταξύ των πολιτών για θέματα σχετιζόμενα με τον τρόπο άσκησης της θρησκευτικής ελευθερίας δεν είναι επέμβαση της εκκλησίας στα του κράτους, αλλά είτε ζητήμα κράτους δικαίου που αφορά τελικά τη Δικαιοσύνη, είτε πολιτικό ζήτημα που αφορά τη λειτουργία της Δημοκρατίας και τους τρόπους αναζήτησης και διαμόρφωσης της συναίνεσης. Όποιος νοιώθει «πιστός» του ορθόδοξου δόγματος και όποιου άλλου δόγματος ή θρησκείας είναι εξίσου πολίτης με αυτόν που νοιώθει άθεος, αγνωστικιστής ή απλώς ορθολογικά αυτάρκης. Ο μη ορθόδοξος είναι ίσος πολίτης με τον ορθόδοξο και το αντίστροφο.

Σημείο όγδοο: Είναι άλλο πράγμα η πλήρης εφαρμογή της θρησκευτικής ελευθερίας και άλλο ο «χωρισμός» Κράτους και Εκκλησίας: ο πολιτικός γάμος, η ονοματοδοσία άσχετα από τη βάπτιση, η κηδεία χωρίς θρησκευτική ακολουθία, η κατάργηση του όρκου και η αντικατάστασή του από ίσης αξίας διαβεβαιώσεις, είναι θέματα που είτε έχουν λυθεί είτε μπορούν να λυθούν αμέσως με πολύ απλό τρόπο. Πρόκειται για στερεότυπα που χρησιμοποιούνται, κυρίως από τους κακώς πληροφορημένους, ως ζητήματα που ανάγονται στο «χωρισμό» Κράτους  και Εκκλησίας, ενώ είναι ζητήματα θρησκευτικής ελευθερίας. Η μισθοδοσία του κλήρου δεν θεμελιώνεται στο άρθρο 3 αλλά στη συμφωνία Κράτους και Εκκλησίας του 1952 περί εκκλησιαστικής περιουσίας. Άλλωστε κατά το άρθρο 13 παρ. 3 το ζητούμενο δεν είναι η κατάργηση της μισθοδοσίας για τον ορθόδοξο κλήρο, αλλά η επέκτασή της στους λειτουργούς κάθε «γνωστής» θρησκείας.

Σημείο ένατο: Το προοίμιο του Συντάγματος «Εις το όνομα της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος» παραπέμπει στο προοίμιο της διακήρυξης της ανεξαρτησίας του νέου ελληνικού κράτους που διατυπώθηκε το 1822 στην Επίδαυρο. Δεν πρόκειται για ζήτημα θρησκευτικού χρωματισμού αλλά για ζητήματα ιστορικής μνήμης. Ανάλογα ισχύουν σε πολλά άλλα συντάγματα, όπως το αμερικανικό και το γερμανικό.

Σημείο δέκατο: Ας μην ξεχνάμε ότι συζητούμε για τη σχέση μεταξύ ενός σύγχρονου κράτους της εποχής της πληροφορίας και για μία ορθόδοξη εκκλησία που δεν συγκροτείται ως κράτος όπως π.χ. η καθολική, ούτε ως σωματείο, όπως πολλά προτεσταντικά δόγματα, αλλά ως «κοινωνία».
Το κράτος της ψηφιακής εποχής δεν είναι ένας συμπαγής πολιτικός και διοικητικός μηχανισμός, αλλά μία πολύπλοκη κοινωνική σχέση. Το κράτος δεν νοείται παρά μόνο σε σχέση με την κοινωνία των πολιτών και αντίστροφα. Το κράτος τώρα δεν οχυρώνεται πίσω από την τυπική ισότητα ουσιαστικά άνισων πολιτών, αλλά υποχρεούται να δώσει πιο ειλικρινείς απαντήσεις στα προβλήματα μιας πολύπλοκης και πολυφωνικής κοινωνίας με πολλές αντιθέσεις και αποχρώσεις. Είναι λάθος να συζητούμε στην πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα με τις προσλαμβάνουσες παραστάσεις του 19ου. Ένα τέτοιο κράτος δεν μπορεί να ρυθμίσει τη σχέση του με την ορθόδοξη εκκλησία π.χ. με Κογκορδάτο, γιατί αυτό προϋποθέτει σχέση μεταξύ αντισυμβαλλομένων κρατών (π.χ. Ιταλία και Αγία Έδρα).
Οι σχέσεις κράτους και ορθόδοξης εκκλησίας είναι όψη των σχέσεων κράτους και κοινωνίας των πολιτών.

Σημείο ενδέκατο: Η διδασκαλία των θρησκευτικών στα σχολεία στο πλαίσιο του άρθρου 16 παρ.2 που ορίζει ως σκοπό της παιδείας μεταξύ άλλων και την «ανάπτυξη  της θρησκευτικής συνείδησης» είναι προφανές ότι πρέπει να γίνεται έτσι ώστε να μή παραβιάζει τη θρησκευτική ελευθερία κανενός  (πρακτική εναρμόνιση των άρθρων 13 και 16 παρ.2). Αρκεί συνεπώς η δήλωση της επιθυμίας των γονέων του ανηλίκου μαθητή πως δεν επιθυμεί να παρακολουθεί το μάθημα, για να απαλλαγεί από αυτό, χωρίς περαιτέρω διερεύνηση. Δεν έχω το χρόνο να παρουσιάσω τα βασικά μοντέλα  διδασκαλίας θρησκευτικών, ένα από τα οποία ακολουθεί και η Ελλάδα. Σημασία έχει το γεγονός πως ο τελευταίος λόγος ανήκει σ’ αυτούς που ασκούν τη γονική μέριμνα, καθώς οι συναφείς κανόνες της διεθνούς προστασίας των ανθρωπίων δικαιωμάτων που ισχύουν και στη χώρα μας με σχετικά αυξημένη νομική δύναμη, εξασφαλίζουν στους γονείς το δικαίωμα να ελέγχουν την θρησκευτική εκπαίδευση των παιδιών τους.

Σημείο δωδέκατο: Αναρωτιέμαι τι εννοούν ορισμένοι μιλώντας για «χωρισμό» Κράτους και Εκκλησίας.
Αν εννοούν την πλήρη εφαρμογή της θρησκευτικής ελευθερίας για όλα τα υποκείμενά της ατομικά ή συλλογικά, τότε αυτό είναι αυτονόητο, αλλά λέγεται «σεβασμός της θρησκευτικής ελευθερίας» και όχι «χωρισμός Κράτους και Εκκλησίας». Αν εννοούν ότι η εκκλησία της Ελλάδος πρέπει να μετατραπεί ως πρός τις νομικές της σχέσεις από ν.π.δ.δ. σε ν.π.ι.δ. (π.χ. σωματείο ή ίδρυμα), τότε πρέπει να θυμίσω ότι κατά τη Συνθήκη της Λωζάνης ο Μουφτής θα είναι πάντα δημόσιος λειτουργός. Ότι το Κεντρικό Ισραηλιτικό Συμβούλιο και οι κατά τόπους ισραηλιτικές κοινότητες είναι -και καλώς- ν.π.δ.δ. Ότι η Εκκλησία των εν Ελλάδι Καθολικών, παρότι πρόσφατα χαρακτηρίστηκε ν.π.ι.δ. είναι κατά μία σοβαρά υποστηριζόμενη άποψη ν.π.δ.δ. με βάση το Πρωτόκολλο του Λονδίνου του 1830, ενώ βεβαίως έχει σχέση «κανονικής υποταγής» με την Αγία Έδρα που έχει και κρατική υπόσταση.
Αν εννοούν ότι δεν πρέπει να γίνονται αγιασμοί ή δοξολογίες, τότε πρέπει να ξέρουν ότι αυτό δεν το προβλέπει ούτε το επιβάλλει το Σύνταγμα, γιατί εκτός από το Σύνταγμα υπάρχει η συνήθεια, η παράδοση, η συνειδησιακή ανάγκη.
Αυτά όμως αφορούν είτε την πολιτεία είτε την κοινωνία των πολιτών κατά περίπτωση. Όπως και να έχει, λοιπόν, το πράγμα η σχέση Κράτους και Εκκλησίας θα διέπεται άμεσα ή έστω έμμεσα από συνταγματικούς κανόνες, δηλαδή κανόνες δημοσίου δικαίου, όπως και η σχέση του κράτους με το θρησκευτικό φαινόμενο γενικά και με όλες τις θρησκείες και τα δόγματα.


πηγή: ΑΝΤΙΒΑΡΟ

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s