Γ.Ακροπολίτου, Δός μοι τοῦτον τὸν ξένον…

Τὸν ἥλιον κρύψαντα τὰς ἰδίας ἀκτίνας,
καὶ τὸ καταπέτασμα τοῦ ναοῦ διαρραγέν, τῷ τοῦ Σωτῆρος θανάτῳ,
ὁ Ἰωσὴφ θεασάμενος, προσῆλθε τῷ Πιλάτῳ καὶ καθικετεύει λέγων·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, τὸν ἐκ βρέφους ὡς ξένον ξενωθέντα ἐν κόσμῳ·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν ὁμόφυλοι μισοῦντες θανατοῦσιν ὡς ξένον·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν ξενίζομαι βλέπειν τοῦ θανάτου τὸ ξένον·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὅστις οἶδεν ξενίζειν τοὺς πτωχούς τε καὶ ξένους·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν Ἑβραῖοι τῷ φθόνῳ ἀπεξένωσαν κόσμῳ·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ἵνα κρύψω ἐν τάφῳ, ὃς ὡς ξένος οὐκ ἔχει τὴν κεφαλὴν ποῦ κλῖναι·
δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν ἡ Μήτηρ καθορῶσα νεκρωθέντα ἐβόα·
Ὦ Υἱὲ καὶ Θεέ μου, εἰ καὶ τὰ σπλάγχνα τιτρώσκομαι,
καὶ καρδίαν σπαράττομαι, νεκρόν σε καθορῶσα,
ἀλλὰ τῇ σῇ ἀναστάσει θαρροῦσα μεγαλύνω.
Καὶ τούτοις τοίνυν τοῖς λόγοις δυσωπῶν τὸν Πιλᾶτον
ὁ εὐσχήμων λαμβάνει τοῦ Σωτῆρος τὸ σῶμα,
ὃ καὶ φόβῳ ἐν σινδόνι ἐνειλήσας καὶ σμύρνῃ, κατέθετο ἐν τάφῳ
τὸν παρέχοντα πᾶσι ζωὴν αἰώνιον καὶ τὸ μέγα ἔλεος

(Ποίημα Γ. Ἀκροπολίτου-ψάλλεται κατὰ τὴν ἔξοδο τοῦ Ἐπιταφίου)

Νεοελληνικὴ ἀπόδοση τοῦ Ὁμοτίμου Καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν Ἀνδρέα Θεοδώρου:


Ὁ Ἰωσήφ, ὅταν εἶδε τὸν ἥλιο νὰ κρύβει τὶς ἀκτίνες του καὶ τὸ καταπέτασμα νὰ σχίζεται μὲ τὸ θάνατο τοῦ Σωτήρα, ἦλθε στὸν Πιλάτο καὶ τὸν καθικέτευσε, λέγων· δῶσε μου τοῦτον τὸν ξένο, ὁ ὁποῖος ἀπὸ βρέφος ζοῦσε στὸν κόσμο σὰν ἀποξενωμένος ξένος· δῶσε μου τοῦτον τὸν ξένο, τὸν ὁποῖο, μισοῦντες οἱ ὁμόφυλοὶ του, θανατώνουν σὰν ξένο· δῶσε μου τοῦτον τὸν ξένο, τοῦ ὁποίου τὸν παράδοξο θάνατο βλέπων, νιώθω παράξενα· δῶσε μου τοῦτον τὸν ξένο, ὁ ὁποῖος ξέρει νὰ περιποιεῖται τοὺς φτωχοὺς καὶ τοὺς ξένους· δῶσε μου τοῦτον τὸν ξένο, τὸν ὁποῖον οἱ Ἑβραῖοι ἀπὸ φθόνο ἀποξένωσαν ἀπὸ τὸν κόσμο· δῶσε μου τοῦτον τὸν ξένο, ὁ ὁποῖος, σὰν ξένος, δὲν ἔχει ποὺ ν᾿ ἀκουμπήσει τὴν κεφαλή του· δῶσε μου τοῦτον τὸν ξένο, τὸν ὁποῖον ἡ Μητέρα, ἀτενίζουσα νεκρό, ἐβόα· ὢ Υἱὲ καὶ Θεέ μου, ἂν καὶ ὁ πόνος πληγώνει τὰ σπλάγχνα μου καὶ σχίζει τὴν καρδία μου, ὅταν σὲ βλέπω νεκρό, ὅμως θαρρώντας στὴν ἀνάστασή σου, σὲ δοξάζω. Καὶ μὲ αὐτὰ τὰ λόγια παρακαλώντας τὸν Πιλάτο ὁ εὐσχήμων, λαμβάνει τὸ σῶμα τοῦ Σωτήρα, τὸ ὁποῖο, ἀφοῦ εὐλαβικὰ τύλιξε σὲ σεντόνι καὶ ἄλειψε μὲ μύρα, κατέθεσε στὸν τάφο αὐτόν, ποὺ παρέχει ζωὴ καὶ τὸ μέγα ἔλεος.
 
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s