Γεωργίου Κρασανάκη, Ο Αρχιεπίσκοπος Κρήτης Τιμόθεος- Πέντε χρόνια από την κοίμησή του (26.7.2006-26.7.2011)

Την 26 Ιουλίου 2006 η Ιερά Επαρχιακή Σύνοδος της Εκκλησίας Κρήτης, «θλίψει βαθυτάτη» ανήγγειλε την εις Κύριον εκδημία του Αρχιεπισκόπου Κρήτης κυρού Τιμοθέου. ΄Εφυγε ο Μέγας Ιεράρχης εις χώρα ζώντων. Εκοιμήθη ειρηνικά. Απήλθε ανώδυνα. Για τη μεγάλη αυτή μορφή της Ορθοδοξίας μίλησαν πολλοί. Για την προσωπικότητά του και το έργο του γράφτηκαν πολλά στον ημερήσιο και τον περιοδικό τύπο από κληρικούς και λαϊκούς. ΄Ολοι κατέθεσαν τον «οβολόν» της αγάπης τους στην ιερή μνήμη του μακαριστού Γέροντα.
Μια πορεία ζωής με Ζωή, Πίστη και Αγάπη σ’ αυτή τη χώρα, σ’ αυτή τη νήσο, σ’ αυτή την Εκκλησία υπήρξε η σταδιοδρομία του Αρχιεπισκόπου Τιμοθέου (Παπουτσάκη).


Την πορεία αυτή ανέλαβε να παρουσιάσει εκτενώς, και το πέτυχε, η οσιολογιωτάτη Αικατερίνα Μοναχή, κατά κόσμον Αικατερίνη Μαρκουλάκη, φιλόλογος, ένα από τα πνευματικά παιδιά του μακαριστού Αρχιεπισκόπου. Καρπός της επίμοχθης εργασίας της είναι ένα βιβλίο 494 σελίδων, μεγάλου σχήματος, που κυκλοφόρησε από το Ιερό Ησυχαστήριο «Αγία Φωτεινή η Σαμαρείτις» Ελληνοπεραμάτων Ηρακλείου. Πρόκειται για μια εργασία φροντισμένη και αξιόλογη από κάθε άποψη. Πρόκειται για ένα βιβλίο με «σώμα» και με «ψυχή» υψηλών προδιαγραφών. Η αναλυτική παρουσίαση του οποίου θα απαιτούσε κείμενο μεγάλης έκτασης. Αρκούμαι στο να τονίσω ότι το μελέτησα με πολύ ενδιαφέρον και αποδελτίωσα όσα στοιχεία έκρινα αναγκαία, για να έχω μια συνοπτική εικόνα της ζωής και του έργου του μακαριστού Μεγάλου Ιεράρχη. Τα στοιχεία αυτά αποφάσισα να δημοσιεύσω σήμερα, τιμώντας τη μνήμη του Αρχιεπισκόπου Τιμοθέου, για να υπενθυμίσω στους αναγνώστες τη ζωή και το έργο του. ΄Οσα ακολουθούν μπορεί να βρει ο αναγνώστης στο προαναφερόμενο βιβλίο και μάλιστα στις σελίδες που σημειώνονται εντός παρενθέσεως.
Ο Αρχιεπίσκοπος Τιμόθεος μεγάλωσε μέσα σε μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα του αγώνα και του μόχθου. Τα παιδικά του χρόνια ήταν δύσκολα. Ηταν ένα παιδί που το σημάδεψε ο Θεός και ανέβηκε, τη χάριτι και ευλογία Αυτού, τους αναβαθμούς της Δωρεάς. Ιδρώτας, αγώνας και αίμα, παιδιόθεν. Η κλήση του Θεού θα έχει συνείδηση και θετική απόκριση στο σεπτό Πρόσωπό του, μέσα από τις σκληρές Συμπληγάδες. Η ροπή της ψυχής του, πάντοτε προς το καλό και το αγαθό, συνεργούσε στην άρση ποικίλων προβλημάτων. Τον είχε όντως σημαδέψει το χέρι του Θεού. Από τα τρυφερά εφηβικά του χρόνια έδειχνε «πρεσβυτέρων σύνεσιν» και αντιμετώπιζε με απαράμιλλο θάρρος γεγονότα τραγικά της οικογένειας με καπετάνιο μια μητέρα της θυσίας, των δακρύων και της προσευχής. (21-25).
Πέρα από τις δύσκολες βιοτικές ανάγκες του, ο μακαριστός συνέπασχε με τους αναξιοπαθούντες και τους εμπερίστατους. Φοιτητής ων εκδηλώνει ποικιλοτρόπως τη συμπάθειά του προς τον πλησίον, αδιαφορώντας για τους όποιους κινδύνους. Η αφοβία και η τόλμη υπήρξαν γι’ αυτόν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα καθ’ όλη την πορεία της επίγειας ζωής του.(36).
Ως νέος Αρχιμανδρίτης διακατέχεται από την άσβεστη φλόγα να μπολιάσει το ανεμοδαρμένο δένδρο, την ψυχή, με την πίστη στον Κύριο. Μια έφεση ακατανίκητη τον συνέχει. Θέλει να ρίξει σπόρο αγαθό σε γη πονεμένη και στενάζουσα. Να φουντώσει η ελπίδα ως δύναμη ανορθωτική, σώζουσα.(53).
Ως κληρικός, όλος φλόγα και φως, συμπαρίσταται ενεργά και με κάθε τρόπο παρακλητικό στον λαό μας. Αγωνίζεται να θεραπεύσει τις πληγές του και με την ψυχή στο στόμα να ζητά αποκούμπι ιερό και στέρεο. Αυτός ο νέος Αρχιμανδρίτης γίνεται ο φλογερός κήρυκας της πίστης και της Λευτεριάς. Είναι η ισχυρή φωνή της Εκκλησίας στον φωτοφόρο ορίζοντα της (γερμανικής) σκλαβιάς. Αγωνίζεται για την περίθαλψη του λαού και για την κινητοποίησή του σε όλα τα επίπεδα της ζωής και της δράσης. Σε μια δύσκολη ανορθωτική εποχή γίνεται ο πνευματικός Πατέρας μικρών και γεγάλων. ΄Εκτοτε η προσωνυμία αυτή θα τον ακολουθεί δια βίου. Βιώνει άχρι μυελού οστέων την έγνοια προς τον πλησίον(54-61). Με απαράμιλλο θάρρος, ηρωισμό και τόλμη επιδίδεται σε κάθε πτυχή της ποιμαντικής του μέριμνας και ευθύνης. Ο επανευαγγελισμός του Λαού του Θεού συνέχει την ύπαρξή του όλη. Πιστός στην κλήση, παρών σε όλα. Θα αγωνισθεί με ιερή φλόγα και άκρα προς τον Κύριο αφοσίωση (98). Τρέχει παντού, δεν αφήνει κανένα χωριό που να μην το επισκεφθεί. Και το πέρασμά του σκορπά την αισιοδοξία και την ελπίδα στο Θεό. Δίδει δυναμικές λύσεις όταν και όπου προκύπτουν θέματα, τα οποία άπτονται ηθικών αρχών γενικότερα, και αποτρέπει κάθε προσπάθεια και ενέργεια, που τείνουν σε δημιουργία μολυσματικών εστιών. (103-104).
Ως Ποιμένας του Λαού του Θεού συμμετέχει θετικά και στις προσπάθειες των αρμοδίων φορέων να επιτελέσουν έργα κοινής ωφελείας. Το Επισκοπείο στις Μοίρες είναι ανοικτό για όλους. Η φιλοξενία είναι ζεστή, πλατειά, εγκάρδια. Η αντιμετώπιση του πόνου, όποιας μορφής, γίνεται με τρόπο παρακλητικό από μέρους του. Κανείς δεν θα φύγει, αν δεν νιώσει ανακουφισμένος και ειρηνικός. Η κρυφή ελεημοσύνη είναι για τον Επίσκοπο ιερός κανόνας. Μοίραζε φακελάκια ή έδινε τρόφιμα κρατώντας ο ίδιος στα χέρια του πακέτα. Τα προσέφερε με πηγαία καλωσύνη, ανεπιτήδευτα, και μ’εκείνο το μόνιμα φωτεινό χαμόγελο να ευλογεί και να προπέμπει εγκάρδια. Και όλοι ένιωθαν πλησίον του οικείοι. Ο Επίσκοπος ήταν πλέον ο δικός τους άνθρωπος. Και το διαλαλούσαν, όπου κι αν βρίσκονταν, με χαρά και συγκίνηση.(105-107).
Ο Επίσκοπος, πρωτοποριακός πάντα, αγωνίζεται να προσφέρει ό,τι καλύτερο για την ποιότητα της ζωής, πέραν της εσωτερικής αγωνίας του και πρωταρχικής μέριμνας να βιώσουν οι ψυχές την εν Χριστώ ελευθερία. Πρώτος αυτός θα φέρει στη Μεσαρά την καλλιέργεια της ψιλής ελιάς. Μια καλλιέργεια την οποία οι αρμόδιες υπηρεσίες θα χαρακτηρίσουν πρότυπο. Κοντά στον Επίσκοπο, η στοργική Μητέρα του, η κατόπιν Ανθούσα μοναχή, η ευλογημένη σκιά του. Και βέβαια τα πρώτα στελέχη. Η ομάδα των αφιερωμένων, που τον ακολούθησαν αποφασιστικά, που θα βαστάσουν το βάρος και τον καύσωνα της ημέρας δίπλα από το άγρυπνο μάτι του. Ο Πατέρας όμως δεν δίδει απλώς οδηγίες, αλλά συμμετέχει ενεργά, ουσιαστικά, στις εργώδεις προσπάθειες για την επίτευξη και ανόρθωση ενός τιτάνιου έργου, που το ονόμασαν «Νέα Βασιλειάδα». ΄Ετσι πρωτομάστορα θα τον δούμε να σβήνει τα μεσάνυκτα ασβέστη για τον φόβο της βροχής. Να κατεβαίνει σε πηγάδια. Να τραυματίζεται και να μη δίνει σημασία. Να κτίζει, να σκάβει, να φυτεύει δένδρα, να κλαδεύει, να περιποιείται τα ανθοφορεμένα παρτέρια. Ιδού πως η έρημος μεταποιείται σε όαση. Σε είκοσι δύο περίπου χρόνια δημιουργείται η μικρή πολιτεία της Αγάπης.(117-119).
Σε είκοσι δύο σχεδόν έτη υψώθηκαν παρά την Ιερά Μονή «Παναγία η Καλυβιανή» τα ευαγή Ιδρύματα που στέγασαν την Πίστη, την Ελπίδα και την Αγάπη, για να πορεύονται οι παροικούντες εν ειρήνη και χαρά την οδόν τους.(136).
Η Καλυβιανή και ο δημιουργός της γίνονται θρύλος. Ένα ισχυρό «παρών» του Θεού, σάλπισμα στις συνειδήσεις ημετέρων και ξένων. Μικρή πολιτεία της Παναγίας. Εκείνη εφορεύει και επιστατεί και φωτίζει αδιαλείπτως (140).
Ο λόγος του συνάρπαζε και προβλημάτιζε θετικά. Οικονομούσε τις σταθερές και τον βέβαιο προσανατολισμό.(143).
Στις 30 Δεκεμβρίου του έτους 1975 το ανώτατο πνευματικό καθίδρυμα της χώρας, η Ακαδημία Αθηνών, βραβεύει το έργο της Καλυβιανής. Αναγνωρίζεται η αυτοθυσία και αφοσίωσις των αφανών, αλλά ηρωικών στελεχών του έργου ανάμεσα στους αναξιοπαθούντες και ιδιαίτερα στη νεότητα και μάλιστα σε ορφανά. Επαινείται η αθόρυβη προσφορά χωρίς ανταλλάγματα και συμφέροντα και φιλοδοξίες τόσων ευγενικών ψυχών, που αφιέρωσαν ολόκληρη τη ζωή τους στην δόξα του Θεού και στην διακονία της Εκκλησίας. Ένα κρητικό χωριό που το λένε Αγάπη. «Μια πολιτεία ιδανική, που κανένας χάρτης δεν την αναφέρει, που πουθενά δεν αναγράφεται κι όμως υπάρχει, ζη και ανασαίνει εκφράζοντας το Κράτος του Δικαίου. Το όνομα της πολιτείας αυτής είναι απλό και βαθύ: Αγάπη. Μια ιδανική δημοκρατία, όπου όλοι οι κάτοικοί της είναι ίσοι, με ίδια δικαιώματα και μ’ ένα νόμο: το νόμο του Θεού», όπως έγραψε ο Νέστορας Μάτσας. Η Καλυβιανή κατέστη όρος και σημείον αναφοράς στις φωτεινές συνειδήσεις (160-164).
Η τιμή για τον εορτασμό των είκοσι χρόνων της Καλυβιανής δεν απευθύνεται σε πρόσωπα, αλλά σε αγώνες και θυσίες.(180).
Αρχιεπίσκοπος Κρήτης: Μετά την ενθρόνιση (26.3.1978) έτοιμος, «πάνοπλος» στους νέους αφετηριακούς αγώνες του «εν πνεύματι και αληθεία» και με τους προσφιλείς ρυθμούς του. (202).
Ο λόγος του είχε πάντοτε χαρακτήρα ομολογιακό. Οποιοσδήποτε και αν ήταν αυτός που τον άκουγε διαπίστωνε, από την πρώτη στιγμή, ότι η πίστη του προς τον Κύριο ήτο αρραγής, ακαινοτόμητος. Γι’ αυτό και τόνιζε αδιαλείπτως την ανάγκη της επιστροφής στις γνήσιες πηγές του Χριστιανισμού.(230). Θλιβόταν κατάβαθα για τον άνθρωπο και την πτώση του, την δίχως μετάνοια. Λυπόταν για τους νέους, από τους οποίους σκοπίμως και επιμελώς αποκρύπτεται η πυξίδα πλεύσεως.(296).
Ως Πρόεδρος της Ιεράς Συνόδου, στις περιπτώσεις εκείνες που υπονοούνται κλυδωνισμοί και αναταράξεις, με πνεύμα αγάπης και ανεξικακίας, συνεργούσε στην κατάργηση των αδιεξόδων. Πάνω από όλα ο σεβασμός στην ιερότητα του προσώπου.(325).
Πλούσια τα κοιτάσματα της καρδιάς του. Χαρίσματα και αρετές φυσικές και πνευματικές. Η δυνατή, αρραγής πίστη τον συνοδεύουν άχρι τέλους. Η Χάρις του Κυρίου τον επισκιάζει. Η εδραίωση της αλήθειας στις ψυχές των «λογικών προβάτων» του ποιμνίου του, έγνοια του μόνιμη, ώς την έσχατη πνοή. Αγωνιζόταν από όλα τα μετερίζια να δίδει «το παρών του Θεού». Αεικίνητος, με ζωντάνια εκπληκτική, έκανε σχέδια υπεράνθρωπα, τα εκτιμούσαμε, και με τόλμη και θάρρος αξεπέραστο προχωρούσε. Βέβαια, την προτεραιότητα είχε πάντοτε το πνευματικό έργο. Πληθωρικός υπήρξε στο κύριο έργο του ως Ποιμένας του Λαού του Θεού. Η ίδια ζώσα φλόγα αναπηδούσε και από τον γραπτό λόγο του. Με σαφήνεια και λιτότητα, ιδιαίτερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ιερότητας της γλώσσας μας, κατέγραφε λόγον ζωής και πίστεως. ΄Ενας δυνατός συναγερμός ο ζωντανός λόγος του, που ξυπνούσε ναρκωμένες συνειδήσεις.(337-339).
Συγκλονιζόταν από ένθεο ρίγος εγγύς της Αγίας Τραπέζης. Εκεί όθεν ανάβλυζαν μυστικά το φως, η ωραιότητα, η Σοφία και η Αγάπη του Θεού.(341).
Τα μάτια των πιστών, την ώρα του κηρύγματος καρφώνονταν στο φωτεινό πρόσωπό του και ακολουθούσαν αβίαστα την ροή του λόγου. Ενός λόγου βιωματικού, πάντοτε από στήθους. Μια αμεσότητα που συγκινούσε και γοήτευε. Ο λόγος του ήταν λόγος ζωής, ζωής λυτρωμένης. Λόγος πίστεως, που ακινητοποιεί τον βέβηλο λογισμό και πυρπολεί την καρδιά για θείες αναβάσεις. Λόγος χριστοκεντρικός. Εξέφραζε αυτό που πίστευε, και βίωνε έως μυελού οστέων. Και βέβαια η έκπληξη των εκκλησιαζομένων, και των εν γένει ακροατών, μεγάλη, για την από στήθους πάντοτε ομιλία και την βαθειά γνώση των γραφών. ΄Ολοι ζήλευαν την στεγανή του μνήμη, το χάρισμα το εξαίρετο.΄Οντως υπήρξε ένας αυθεντικός εκφραστής της ευαγγελικής Αλήθειας, ένας εκκλησιαστικός ρήτωρ του 20ού αιώνος εκ των ολίγων, όπως είπαν. Ορθοτομούσε τον λόγον της Αληθείας. Τον βίωνε συνειδητά και υπεύθυνα. Δεν έκρυψε το τάλαντο. Υπηρέτησε τον Κύριο και τον Λαό Του με σύνολες τις δυνάμεις του. Και τον χαρίτωνε ο Θεός και τον δυνάμωνε και τον στήριζε. Τον ανέπαυε η ανεκύμαντη γαλήνη της παιδικής αθωότητας με την άμεση επικοινωνία της αγαπώσης καρδιάς του. Ευλογούσε τα παιδιά ειρηνικός και χαμογελαστός. Για τα μικρά ορφανά υπήρξε το πατρικό πρότυπο.΄Ηξερε να θεραπεύει τις τραυματικές εμπειρίες τους. Αφάνταστα πικρές σε πολλές περιπτώσεις.(343-345 ).
Τα περισσότερα βιβλία του έχουν ως κυρίαρχη ιδέα τους νέους και τα προβλήματά τους. Σε όλα είχε να δώσει την καίρια απάντηση με γνώση και σοφία, αλλά και με σαφήνεια και γλαφυρότητα, ασυμβίβαστος με κάθε μορφής συμβατικότητα, καθ’ ότι συμβατός τη Αληθεία. Ανέτρεχε στα «ψυχικά τοπία» των σοφών πού, από την περίσσεια της πίστης τους, άφηναν να ρεύσουν ποταμοί γνώσεων καθηγιασμένων από τη σημειολογική φόρτιση του πυκνού λόγου του Κυρίου: «Εγώ ειμί η οδός και η αλήθεια και η ζωή». Παραλλήλως αναφερόταν στους αντιθέους, αναλύοντας με ήρεμη περίσκεψη το αβάσιμο των απόψεών τους και αποδεικνύοντας, με την σταθερότητα της Απολογητικής, τα σαθρά τους θεμέλια.(348).
Το βιβλίο από το οποίο αντλήσαμε τα προαναφερόμενα κλείνει με τα παρακάτω, με τα οποία κλείνομε και εμείς την αναφορά μας στον μακαριστό Αρχιεπίσκοπο Κρήτης Τιμόθεο. Γράφει η συγγραφέας Μοναχή Αικατερίνα: Πολλοί «επώνυμοι» και «ανώνυμοι» μίλησαν και έγραψαν για την δοσμένη τω Κυρίω ζωή του αοιδίμου Γέροντα. Φώτισαν, με τον δικό του τρόπο καθένας, το ήθος και την πορεία μιας εκκλησιαστικής προσωπικότητας, που αγωνίστηκε επίμονα, με σθένος και ηρωισμό, να δώσει το «παρών του Θεού» σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής του ανθρώπου. Ο καλός ποιμήν, που ζητούσε διακαώς να εξασφαλίσει τοις πάσι «το αύριον της ψυχής», δίχως να παραμελήσει την ανάγκη του επιουσίου άρτου. Η απούσα παρουσία του Πατέρα μας, αδιατίμητη, παρακλητική και ενδυναμούσα άκρως.Το χρέος μας προς την σεπτή μορφή του, ανεξόφλητο. Ας έχουμε την ευχή του από τα ουράνια σκηνώματα.(449).

* Ο Γεώργιος Ε.Κρασανάκης είναι ομότιμος καθηγητής Πανεπιστημίου Κρήτης

 

Πηγή: «ΠΑΤΡΙΣ», 25-7-2011

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s