Ένα συγκλονιστικό σχόλιο του Νοσφεράτου: Ηταν η αγάπη του Χριστου μήπως …μεσαία ;

Σε μια – μάλλον θυελλώδη – συζήτηση που έγινε στο Μανιτάρι του Βουνού με αφορμή την κατεδάφιση του οικισμού των Αφγανών στην Πάτρα http://manitaritoubounou.wordpress.com/2009/07/12/fasismos-aytopyrpolisi-afganoi-patra/#comment-5632  έκανα (μεταξύ άλλων) το παρακάτω σχόλιο :
Κατ’ αρχήν να σας εξηγήσω …Είμαι άπιστος …
Όμως αν ήταν να διαλέξω…
εκείνη η θρησκεία που μου φαίνεται

πιο πολύ γεμάτη έλεος ,
πιο πολύ γεμάτη πάθος ,
σχεδόν ερωτική με την βαθύτερη έννοια της λέξης …

Δεν είναι ούτε ο Βουδισμός με την νιρβάνα του ,
ούτε ο το Ισλάμ ,
ούτε οι γελοίες ποικιλώνυμες ομάδες του Νew age
ούτε φυσικά οι εντελώς γελοίοι νέο -ειδωλολάτρες

αλλά ο Χριστιανισμός …

Ο αυθεντικός Χριστιανισμός .

Του Χριστού και του Παύλου. Ο χριστιανισμός της αγάπης.

Γιατί η αγάπη στον χριστιανισμό δεν είναι η αφηρημένη αγάπη προς όλα τα πλάσματα μέχρι και τα έντομα που επαγγέλλεται π.χ ο Βουδισμός και που καταλήγει να’ ναι αγάπη μηδενική και απάθεια


Ούτε αγάπη μόνο για την δική σου κοινότητα πιστών και οι άπιστοι να χαθούνε ή να προσηλυτιστούνε  όπως -από όσο νομίζω – λέει το Ισλάμ

Στον Χριστιανισμό η αγάπη είναι για τον Πλησίον

Και Πλησίον δεν είναι

ΔΕΝ είναι ο όμοιος σου …

Αλλά ο ΑΛΛΟΣ .

ο διαφορετικός , ο ταπεινωμένος .

Ο εξαθλιωμένος . ο Λεπρός .
Ο δυστυχής . Η πόρνη . Ο τελώνης . η Σαμαρείτισσα.
ο Άσωτος υιός που κυλιόταν μες τους χοίρους και τα κόπρανα .

Αυτή η είναι αγάπη του Χριστού. Αγάπη για τον πλησίον μου Άλλο…

Και ρωτώ σας Χριστιανοί:

Ήταν ο Ιησούς του …μεσαίου χώρου;
Αγαπούσε μόνο τους οικείους του;

Αυτούς που του μοιάζανε ;
Δεν αγαπούσε τους Λεπρούς
Δεν πόνεσε για τις πόρνες που αμάρτησαν

και δεν έκανε αυτούς που πήγαν να λιθοβολήσουν

να ΝΤΡΑΠΟΥΝΕ ;

δεν αγαπούσε τους Ξένους ;

Δεν μιλούσε μήπως με Σαμαρείτισσες;

περιφρονούσε; Τον τελώνη τον περιφρόνησε;

Ήταν του Μεσαίου χώρου , ο Ιησούς ;

Να κλείνει τη μύτη του να προσπερνά βιαστικά τους αρρώστους (μπας και του μυρίσει ..).

Ήταν μήπως Ξενόφοβος ;

Πείτε μου βρε χριστιανοί να σας χαρώ ……

Ήταν του μεσαίου χώρου;

Αυτός που ταπεινώθηκε για τους πιο ταπεινούς της γης, αυτός που πόνεσε για τους πιο πονεμένους, αυτός που σταυρώθηκε για τον Πλησίον
Ήταν άραγε ..μεσαίος;
Ήταν
η Αγάπη του Ιησού μήπως Μεσαία ;
Ή μήπως ήταν αγάπη ακραία , ατελείωτη αγάπη, αγάπη για το πλησίον , θυσία ;
Published in: on 22/09/2011 at 14:26  Σχολιάστε  

Χουάν Αρίας – Ο Θεός στον οποίο δεν πιστεύω

πηγή: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΜΕΣΟΠΕΛΑΓΑ

Δεν θα πιστέψω ποτέ στο Θεό
που καταδικάζει την ύλη…
Σ’ ένα Θεό μαζοχιστή.
Σ’ ένα Θεό που απαγορεύει τις ανθρώπινες χαρές…
Στο Θεό που ευλογεί τους νέους Κάϊν της γης ή εμπνέει φόβο.
Στο Θεό καλοκάγαθο «παππού» που ανέχεται τα πάντα.
Στο Θεό που «ξεχωρίζει»μια Εκκλησία,ένα Έθνος,ένα πολιτισμό,μια φυλή,αποκλείοντας όλα τα άλλα…
Στο Θεό -Κριτή που δικάζει με το νόμο στο χέρι…
Στο Θεό που εξαντλούν οι φιλοσοφικές θεωρίες…
Στο Θεό που καταλαβαίνουν μονάχα οι ώριμοι,
οι σοφοί και συστηματικοί.
Στο Θεό που τιμούν όσοι τρέχουν στις εκκλησίες,ενώ εξακολουθούν
να κλέβουν με τέχνη και να συκοφαντούν.
Στον απρόσωπο Θεό των γραφείων των θεολόγων
και των νομομαθών.
Στο Θεό που αρέσκεται στη «φιλανθρωπία»
όσων δεν τηρούν την δικαιοσύνη…
Στο Θεό που καταδικάζει τη σεξουαλικότητα.
Στο Θεό -εκδικητή…
Στο Θεό – όπιο της παρούσας ζωής
και ελπίδα μόνο μιας μεταθανάτιας ύπαρξης.
Στο Θεό του οποίου οι μαθητές αδιαφορούν για τον κόσμο
και την ιστορία.
Στο Θεό που νομίζουν ότι αγαπούν
όσοι δεν αγαπούν κανένα…
Στο Θεό όσων προσεύχονται
για να εργάζονται άλλοι…
Στο Θεό που δεν είναι αγάπη
ούτε μεταδίδει αγάπη…
Δεν πιστεύω στο Θεό στον οποίο
δεν μπορώ να ελπίζω
τη στιγμή που χάνονται όλες οι άλλες ελπίδες μου.
Ναι! Ο Θεός μου είναι ένας Θεός αλλιώτικος!

(Χουάν Αρίας, Ο Θεός στον οποίο δεν πιστεύω, εκδ. Πορεία Πνευματική)

Published in: on 19/09/2011 at 23:36  Σχολιάστε  

ἀρχιτεκτονική τῆς σκόρπιας ζωῆς: Τοῦ ἔρωτα καὶ τοῦ θανάτου

ἀρχιτεκτονική τῆς σκόρπιας ζωῆς: Τοῦ ἔρωτα καὶ τοῦ θανάτου

Published in: on 19/09/2011 at 23:26  Σχολιάστε  

ΥΠΟΓΡΑΨΤΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΑΤΑΒΟΛΗ ΤΩΝ ΠΟΛΕΜΙΚΩΝ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΩΝ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ

Στο γραμματοκιβώτιο μας έφτασε η παρακάτω έκκληση:

 

Αγαπητοί φίλοι,
όπως αναφέρεται παρακάτω από το 
EΘΝΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΗΣ  ΤΩΝ ΟΦΕΙΛΩΝ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ:
   
Αυτές τις μέρες διεξάγεται η Δίκη στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης
για τα θύματα του Ναζισμού και τις Γερμανικές αποζημιώσεις.

Παρακαλώ  ζητήσετε  από φίλους και γνωστούς σας να πάνε στο
και να υπογράψουν το Αίτημα μας που ζητά 
από την Γερμανική Κυβέρνηση να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς την Ελλάδα, 
πού εκκρεμούν για πολλές δεκαετίες,
πληρώνοντας το αναγκαστικό κατοχικό δάνειο και πολεμικές επανορθώσεις ανάλογες των υλικών ζημιών,
των εγκλημάτων και των λεηλασιών, που διέπραξε η πολεμική μηχανή των Γερμανών…
Please Sign the Petition for WW-II German Reparations to Greece
 and Pass it to others to sign! Everybody is eligible to Sign; Relatives, Friends, Need not be Greek to Sign! etc
Please go to
to read the full 
petition 
and the supporting material. 

We will greatly appreciate your signature on this petition requesting the German 
government to honor its long-overdue obligations to Greece by repaying the 
forcibly obtained occupation loan, and by paying War reparations proportional to 
the material damages, atrocities and plundering committed by the German war 
machine during World War II.
EΘΝΙΚΟ  ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ  ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΗΣ 
ΤΩΝ ΟΦΕΙΛΩΝ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
———————————————————————–
Αυτές τις μέρες διεξάγεται η δίκη στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης για τα θύματα του Ναζισμού και τις Γερμανικές αποζημιώσεις.
Η δικαίωση των Ελλήνων θυμάτων του Ναζισμού μέσω των Ιταλικών δικαστηρίων, έχει οδηγήσει την υπόθεση στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, στο οποίο προσέφυγε η Γερμανία για να ακυρώσει τις αποζημιώσεις και  το οποίο ξεκίνησε τη σχετική δικαστική διαδικασία τη Δευτέρα 12/09.
Την ίδια ώρα, ήρθε και πάλι στην επικαιρότητα το μέγα θέμα του ανεξόφλητου αναγκαστικού Κατοχικού Δανείου της χώρας μας προς τη Γερμανία και των γερμανικών  επανορθώσεων για τις κατοχικές καταστροφές στη χώρα μας, αφού η Ελλάδα είναι η μόνη  χώρα η οποία δεν έχει λάβει ως αποζημίωση ούτε ένα ευρώ.
Η μέχρι τώρα παθητική,δυστυχώς,στάση όλων των ελληνικών κυβερνήσεων, στο μέγιστο αυτό Εθνικό θέμα, ήρθε η ώρα να γίνει ενεργητική.
Είναι απόλυτη ανάγκη, από σήμερα,οι Υπουργοί Δικαιοσύνης, Εξωτερικών και Οικονομικών,τουλάχιστον,να παρακολουθήσουν αυτή την πολυσήμαντη για τα εθνικά μας συμφέροντα δίκη στη Χάγη.
Η παρουσία τους δεν θα είναι τιμή μόνο,για τα θύματα του Ναζισμού,αλλά,επι τέλους θα καταδείξει στους Δικαστές της Χάγης και στην παγκόσμια κοινή γνώμη, την αποφαστικότητα της Ελληνικής Πολιτείας να στηρίξει δυναμικά τις διεκδικήσεις των συγγενών των ελλήνων θυμάτων της ναζιστικής θηριωδίας για ηθική και υλική αποζημίωση.
Αυτή η δίκη στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης,στις σημερινές συνθήκες,έχει τεράστια σημασία για το παρόν και το μέλλον της Πατρίδας μας.
Για το Εθνικό Συμβούλιο
Ο Πρόεδρος  
Μανώλης Γλέζος

 

 

Υ.Γ. Είναι λογικό ο καθένας να σκεφτεί «Ναι, κι αν υπογράψω, τι έγινε; Θα μας πληρώσουν οι Γερμανοί;» Δυστυχώς ίσως να μη μπορεί ν’ αλλάξει πια κάτι, αλλά έχουμε την ηθική υποχρέωση να το κάνουμε! Είμαστε υποχρεωμένοι να το ζητήσουμε.
Δεν μπορούμε ούτε να πατήσουμε δύο κλικ σαν ελάχιστο φόρο τιμής προς τις χιλιάδες των νεκρών Ελλήνων;
Published in: on 18/09/2011 at 20:23  Σχολιάστε  

ΚΑΝΑΛΙ: Αριστομένης Ι. Συγγελάκης, Γράμματα από την Χάγη

Αξίζει την προσοχή σας η παρακάτω ανάρτηση από το ΚΑΝΑΛΙ:

ΚΑΝΑΛΙ: Αριστομένης Ι. Συγγελάκης-Γράμματα από την Χάγη

Αυτές τις μέρες διεξάγεται η Δίκη στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης για τα θύματα του Ναζισμού και τις Γερμανικές αποζημιώσεις.

Αποσπάσματα :

1

(…)Ωστόσο δεν είναι όλοι οι Γερμανοί ίδιοι. Εδώ στη Χάγη συναντήσαμε την «Ομάδα Δίστομο» από το Αμβούργο. Πρόκειται για μια εξαιρετικά δραστήρια ομάδα γερμανών αντιφασιστών, με επικεφαλής τον εξαίρετο δικηγόρο Martin Klingner, που αγωνίζονται επί 10 και πλέον χρόνια για τη δικαίωση των θυμάτων των Ολοκαυτωμάτων της Βέρμαχτ και των SS στην Ελλάδα. Με συνθήματα «δικαιοσύνη και αποζημίωση», «άμεση αποζημίωση όλων των θυμάτων του εθνικοσοσιαλισμού» και «όχι κρατική ασυλία για τα εγκλήματα των Ναζί. Έξω (η γερμανική κυβέρνηση) από τη Χάγη!» οργανώνουν αυτές τις μέρες στη Χάγη εκδηλώσεις συμπαράστασης στα θύματα του Διστόμου και των άλλων Ολοκαυτωμάτων. Είναι τόσο προσηλωμένοι στον ανιδιοτελή αυτό αγώνα, που συχνά, κάνοντας την αυτοκριτική μου, σκέφτομαι πόσο καλύτερα θα είχαν πάει τα πράγματα αν εμείς οι Έλληνες, απόγονοι των θυμάτων και άμεσα ενδιαφερόμενοι για τη δικαίωση της θυσίας, αγωνιζόμασταν όσο οι συναγωνιστές μας από τη Γερμανία. Αγαπούν την πατρίδα τους και μάχονται συνειδητά και με αυταπάρνηση υπέρ της καταβολής των αποζημιώσεων στους Έλληνες, διότι είναι πεπεισμένοι ότι δεν μπορεί να φύγει η σκιά του ναζισμού από τη χώρα τους αν δεν υπάρξει έμπρακτη μεταμέλεια του γερμανικού κράτους για τα εγκλήματα του Ράιχ.  Οι γερμανοί αντιφασίστες, όπως και τότε, στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, έτσι και τώρα, σώζουν την τιμή της Γερμανίας.(…)

***

2

Νέοι άνθρωποι άκουγαν με ευλάβεια ό,τι είχαμε να τους πούμε. Ρωτούσαν για την ουσία της υπόθεσης και εξέφραζαν την υποστήριξή τους στον αγώνα μας. Συγκινήθηκαν από την αναφορά μας στο Ολοκαύτωμα της Βιάννου και το καθολικό πένθος, που σκόρπισε η Βέρμαχτ. Τους αφηγήθηκα, ότι ο πατέρας μου, όπως και τα άλλα ορφανά, είχαν τόσο πολύ ταυτίσει τις γυναίκες με τα μαύρα ρούχα, ώστε όταν κάποτε βρέθηκε στο Ηράκλειο και είδε γυναίκες να φορούν ρούχα άλλου χρώματος αναρωτήθηκε γιατί συμβαίνει αυτό. Σκεφτείτε το Γολγοθά όσων επέζησαν από τον χιτλερικό όλεθρο. Τι τράβηξαν οι χήρες και τα ορφανά. Όχι άδικα, η μοίρα της βιαννίτισσας, της ανωγειανής, της σφακιανής, της κρητικιάς, της ελληνίδας, της ηρωίδας γυναίκας, μάνας, χήρας, που αγωνίζεται να κλείσει τις πληγές και να μεγαλώσει τα παιδιά της με αξιοπρέπεια, είναι ταυτισμένη με τη μοίρα της χώρας μας. Μια μοίρα με βάσανα, πόνο και σκληρούς αγώνες.(…)


***

3

(…)Η στάση της Γερμανίας στη Χάγη είναι εξόχως αποκαλυπτική της γνωστής  παρελκυστικής της τακτικής, προκειμένου να αποφύγει να αναμετρηθεί με τις βαριές της ευθύνες. Σηματοδοτεί παράλληλα μια προϊούσα ηθική έκπτωση της   επιχειρηματολογίας του γερμανικού κράτους, ακριβώς κατά την περίοδο που αυξάνεται η ισχύς του. Υπενθυμίζουμε συνοπτικά (και με τον κίνδυνο να γίνουμε υπερβολικά αφαιρετικοί) ότι αρχικά (δηλαδή κατά τη διάρκεια της Κατοχής) η Γερμανία υποστήριζε ότι τα Ολοκαυτώματα ήταν «αναπόφευκτα γεγονότα στο πλαίσιο των πολεμικών επιχειρήσεων», με προφανή σκοπό να απαλλαγεί των ευθυνών της για τα εγκλήματα πολέμου. Από το 1946 έως το 1990, η Γερμανία προσποιούνταν την ανήξερη (ότι τάχα έχει καταβάλλει αποζημιώσεις στα θύματά της, τις οποίες βεβαίως ουδέποτε κατέβαλε) ή την αναρμόδια, καθώς είχαμε δύο χωριστά γερμανικά κράτη. Από το 1990 και μετά, που η επανένωση της Γερμανίας πραγματοποιήθηκε, το γερμανικό κράτος κατέφυγε στην επίκληση της απόλυτης εφαρμογής, χωρίς εξαιρέσεις, της εθιμικής αρχής της ετεροδικίας, που παρέχει ασυλία στα κράτη να εγκληματούν.

Η βάρβαρη αυτή στάση αποδεικνύει ότι το γερμανικό κράτος δεν έχει έμπρακτα μετανοιώσει για τα εγκλήματα του Τρίτου Ράιχ, αφού κάνει τα πάντα για να μην υποστεί τις συνέπειες των πράξεών του. Εξήντα επτά χρόνια μετά το τέλος του Δεύτερου Παγκόσμιου πολέμου και της Κατοχής, που βύθισε στο πένθος, ρήμαξε και υπονόμευσε το μέλλον της χώρας μας, εξακολουθούμε να υφιστάμεθα την προσβλητική συμπεριφορά των θυτών και των κυβερνητών τους.  Έως εδώ!

Πηγή:

http://kanali.wordpress.com/2011/09/17/s-gravenhage-itge/

Published in: on 18/09/2011 at 19:55  Σχολιάστε  

ΠΟΝΤΟΣ ΚΑΙ ΑΡΙΣΤΕΡΑ: -Σφαγή της Σμύρνης: ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ!

ΠΟΝΤΟΣ ΚΑΙ ΑΡΙΣΤΕΡΑ: -Σφαγή της Σμύρνης: ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ!

Published in: on 13/09/2011 at 16:10  Σχολιάστε  

«Κακώς σε γνώρισα ρε μπαγάσα»: + Γιώργου Μακρή επιμνημόσυνα ΙΙΙ

Πηγή: Το Μανιτάρι του Βουνού

Παρά τις τρομερές εξελίξεις που βιώνουμε στην επιταχυνόμενη διαδικασία πτώχευσης του λαού και της χώρας, τις προετοιμασίες και στις υπόλοιπες εοκικές περιφερειακές χώρες, αλλά και τη δημιουργία πολεμικών (;) αξόνων με επίκεντρο την Ανατολική Μεσόγειο, επιμένω με επιμνημόσυνες δεήσεις για το αγαπημένο μου φίλο και αδελφό + Γιώργο Μακρή.

undefined

Στη ζωή το υποδειγματικό, προσωπικό – συλλογικό, ήθος είναι πάνω απ’ όλα.

 

Η συνέχεια εδώ.

Published in: on 13/09/2011 at 15:04  Σχολιάστε  

Η ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ ΝΟΣΦΕΡΑΤΟΥ: Ο αυταρχικός καπιταλισμός είναι ο νικητής της κρίσης – συνέντευξη του Σλάβοϊ Ζίζεκ

Ο αυταρχικός καπιταλισμός είναι ο νικητής της κρίσης – συνέντευξη του Σλ. Ζίζεκ

Published in: on 12/09/2011 at 19:32  Σχολιάστε  

Θεσσαλονίκη και Σύνταγμα Live (10-9-2011)

ΚΛΙΚ  ΕΔΩ

Published in: on 10/09/2011 at 19:17  Σχολιάστε  

Ένα πολύ σημαντικό άρθρο του Βλ. Αγτζίδη: «H Τhea Halo, θύμα του νεοελληνικού… συνωστισμού !!!»

Αξίζει την προσοχή σας το άρθρο του Βλ. Αγτζίδη. Κλίκ εδώ:

H Τhea Halo, θύμα του νεοελληνικού… συνωστισμού !!!

Published in: on 08/09/2011 at 15:15  Σχολιάστε  

Σπύρος Βρυώνης: Κοινωνικές επιστήμες, έθνος και εθνικισμός

 πηγή: Νέος Ερμής ο Λόγιος, τ.1. Ιανουάριος- Απρίλιος 2011άρδην /

αναδ. Αντίφωνο

 

Η απόφαση της Ακαδημίας Αθηνών να οργανώσει τρεις διαφορετικές ημερίδες, σχετικές με τους αποφασιστικούς σταθμούς της προέλευσης των σύγχρονων Ελλήνων, είναι σημαντική για το νέο ελληνικό κράτος και για εκείνους που αυτοπροσδιορίζονται ως σύγχρονοι Έλληνες, όπως και για εκείνους που δεν το κάνουν. Οι αποσυνθετικές παράμετροι των διεθνών διπλωματικών και στρατιωτικών συγκρούσεων έχουν δημιουργήσει ένα παγκόσμιο παράδοξο, στα πλαίσια του οποίου ορισμένοι προέβλεπαν την αποδυνάμωση ή τη σταδιακή εξαφάνιση του «έθνους» και του «εθνικισμού» μπροστά στον «διεθνισμό», ενώ άλλοι είχαν προβλέψει το αντίθετο: την εξασθένιση ή εξαφάνιση του «διεθνισμού» μπροστά σε μια αναβίωση του «έθνους» και του «εθνικισμού». Ωστόσο, η διατύπωση προφητικών προβλέψεων δεν περιλαμβάνεται στο έργο του ιστορικού.

Συχνά, οι κοινωνικές επιστήμες, ως συνειδητές επιστημονικές ειδικότητες, δεν περιορίζονται στα όρια που θέτει η έρευνα, αλλά ενδύονται ένα είδος προφητικού μανδύα. Οι επαγγελματίες κάθε μιας από αυτές τις κοινωνικές επιστήμες συχνά διακηρύσσουν ότι διακονούν «επιστήμες», που, όπως υποστηρίζουν στον ακαδημαϊκό κόσμο, η ειδικότητά τους προσομοιάζει περισσότερο με τις φυσικές επιστήμες παρά με εκείνες της φιλολογίας και των άλλων ανθρωπιστικών επιστημών. Έτσι, ο τελικός σκοπός των περισσότερων κοινωνικών επιστημών είναι να επικυρώσουν και να καθορίσουν τους νόμους που διέπουν την ανθρώπινη συμπεριφορά. Με τον τρόπο αυτό ισχυρίζονται ότι μπορούν να προβλέψουν πώς θα συμπεριφερθούν υπό δεδομένες συνθήκες, όχι μόνο τα άτομα, αλλά και μεγαλύτερες ομάδες, η οικογένεια, η φυλή, ή και ακόμα μεγαλύτερες συσσωματώσεις. Επίσης, ο ρόλος των διακεκριμένων και προβεβλημένων επαγγελματιών απολαμβάνει ένα είδος αναγνώρισης, ως αξιόπιστη πηγή και αυθεντία για την ανάλυση της ανθρώπινης συμπεριφοράς.

Με την αύξηση των πληθυσμών, την πολυπλοκότητα των οικονομικών και πολιτικών κρίσεων, τις απαιτήσεις της κοινωνίας, το «έθνος» και οι «εθνικισμοί» συχνά αναζητούν λύσεις από τους κοινωνικούς επιστήμονες. Το παράδειγμα του διάσημου Bοστονέζου ψυχιάτρου Δρ. Langer να προβεί σε ανάλυση της προσωπικότητας του Χίτλερ αποτελεί ένα τέτοιο παράδειγμα. Η χρησιμοποίηση της στατιστικής από τους κοινωνιολόγους έχει οπωσδήποτε μια πρακτική αξία, σε ό,τι αφορά τις προφανείς ασθένειες της σύγχρονης κοινωνίας. Όμως, ακόμη και στις περιπτώσεις αυτές, η αξία της πρακτικής γνώσης είναι συγκεκριμένη και δύσκολα επιτρέπει στους κοινωνιολόγους να ισχυρίζονται ότι ο κλάδος τους συνιστά μια «επιστήμη» στα θέματα της θεωρίας και της ανάλυσης των εννοιών του «έθνους» και του «εθνικισμού». Διότι, εδώ, αυτές οι ειδικότητες πρέπει να βασιστούν στην ιστορία, ενώ οι θεωρίες τους δεν μπορούν να γενικευτούν σε τέτοιο βαθμό, διότι έχουν συγκεκριμένο ειδικό επιστημονικό προσανατολισμό και ο υποκειμενισμός πάντα ελλοχεύει. Οι μεθοδολογίες τους είναι επιρρεπείς στην «εφεύρεση» γενικών νόμων για τον καθορισμό της ανθρώπινης συμπεριφοράς.

Από την άλλη πλευρά, και αυτό είναι το παράδοξο, η συμβολή τους στη συνεχιζόμενη ανάλυση των εννοιών και θεωριών σχετικά με το «έθνος» και τον «εθνικισμό» είχε βαθιά επίδραση σε εκείνους τους κύκλους που συζητούν αυτά τα ειδικά σύγχρονα ζητήματα. Πολλοί είναι οι κοινωνικοί επιστήμονες οι οποίοι έχουν κληθεί, ως ειδικοί, ενώπιον του Κογκρέσου των Ηνωμένων Πολιτειών και της Γερουσίας, να αποφανθούν σχετικά με τις κρίσεις που αντιμετωπίζουν οι Ηνωμένες Πολιτείες στο εσωτερικό και στο εξωτερικό. Οι πανταχού παρόντες πολιτικοί επιστήμονες, οι οποίοι έχουν διεισδύσει ιδιαίτερα στα Υπουργεία Εθνικής Ασφάλειας, Εξωτερικών, Άμυνας, στη CIA και άλλα ομοσπονδιακά όργανα, καθώς και στα πληθωρικά λεγόμενα «think-tanks», αποτελούν μια στρατιά (αριθμητικά) και, όπως ο στρατός, καταναλώνουν μεγάλα κεφάλαια που προέρχονται από την κυβέρνηση, τις ιδιωτικές επιχειρήσεις και τα ξένα συμφέροντα. Έτσι, οι κοινωνικοί επιστήμονες δεν έχουν μόνο τη θεωρητική πλευρά τους, αλλά απολαμβάνουν πρακτικές και οικονομικές ανταμοιβές, οι οποίες επιτείνουν την υποκειμενικότητα τους.

Μετά από αυτές τις λίγες γενικεύσεις που αφορούν τους κοινωνικούς επιστήμονες, πρέπει να στραφούμε προς τον ρόλο τους στη διαμόρφωση των θεωριών και των εννοιών «έθνος» και «εθνικισμός». Δεν είμαι ειδικός στο συγκεκριμένο ζήτημα, αλλά εγώ, όπως και πολλοί άλλοι, υποχρεώθηκα να αντιμετωπίσω το έργο των κοινωνικών επιστημόνων σχετικά με το σημαντικό ζήτημα της φύσης και της προέλευσης του «έθνους» και του «εθνικισμού», ζήτημα που, τα τελευταία πενήντα χρόνια, έχει διαμορφώσει μια ολόκληρη βιομηχανία, με μεγάλη επιστημονική βιβλιογραφία. Παραπέρα, αποτελεί ένα θέμα το οποίο έχει υποστεί μια ταχεία και δυναμική εξέλιξη στα 65 χρόνια που πέρασαν από το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου.

Σε αυτή τη σύντομη παρουσίαση θα γίνει προσπάθεια να αναδειχθούν κάποια βασικά σημεία των τομών που σηματοδότησαν ραγδαίες αλλαγές –θεωρητικά και πρακτικά– στην ιστορία και την προέλευση των εννοιών «έθνος» και «εθνικισμός».

Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι πολλά επιστημονικά συγγράμματα έχουν χρησιμοποιήσει μόνο ένα παλαιότερο μέρος από τα πορίσματα των κοινωνικών επιστημόνων, και συνεπώς, εφαρμόζουν τις μεθόδους, τις υποθέσεις, τα συμπεράσματα και τις προβλέψεις τους, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τις μεταγενέστερες μελέτες, τις διορθώσεις και κάποτε τις ριζικές αναθεωρήσεις τους, τόσο στη θεωρία, όσο και στα δεδομένα που χρησιμοποιούν σχετικά με το ζήτημα αυτό. Διότι τα συγγράμματα των κοινωνικών επιστημόνων, σε ένα χρονικό διάστημα που υπερβαίνει τον μισό αιώνα, έχουν υποστεί πολύ σημαντικές αλλαγές ως προς τις θεωρίες και την ιστορία της εξέλιξης της σημασίας του «έθνους» και του «εθνικισμού».

Είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι είναι οι κοινωνικοί επιστήμονες κατά κύριο λόγο οι οποίοι, όχι μόνο εξετάζουν το «πότε» και το «πώς» εμφανίστηκαν τα έθνη και ο εθνικισμός, αλλά είναι επίσης και αυτοί που έχουν διατυπώσει τόσο τις σχετικές θεωρίες, όσο και πολλές παραλλαγές αυτών των θεωριών. Τα έργα τους έχουν συμβάλει σε μεγάλο βαθμό στον διάλογο γι’ αυτά τα δύο «σύγχρονα» φαινόμενα, συνεχίζουν να τον εμπλουτίζουν και προσωπικά τα έχω βρει συναρπαστικά, έχοντας ωφεληθεί τα μέγιστα από αυτά.

Εντούτοις, τα έργα αυτά προβαίνουν σε μια εκτεταμένη χρήση ιστορικών δεδομένων, προκειμένου να καταλήξουν σε θεωρητικά συμπεράσματα και παρότι διαθέτουν μια εξειδικευμένη «πραγματολογική» γνώση μιας συγκεκριμένης περιοχής, κοινωνίας, ή εποχής, ταυτόχρονα δείχνουν μια έλλειψη εξειδικευμένης «πραγματολογικής» γνώσης των θεματικών που βρίσκονται εκτός της δικής τους περιοχής. Επιπλέον, προχωρούν στην κατασκευή ή τη δημιουργία τεχνικών όρων (σε τέτοια έκταση ώστε χρειάζεται κανείς να προσφύγει σε εξειδικευμένα λεξικά για να βρει τις έννοιες πολλών τέτοιων όρων) και στηρίζονται σε ιστορικούς εξειδικευμένους σε περιοχές με τις οποίες οι κοινωνικοί επιστήμονες δεν είναι εξοικειωμένοι.. Μπορούμε επί πλέον να διαπιστώσουμε την ισχυρή επίδραση των κοινωνικών επιστημόνων πάνω στην ιστορική επιστήμη, παράλληλα με την αδυναμία των κοινωνικών επιστημόνων να καταλήξουν σε οριστικά συμπεράσματα ως προς το «πότε» και το «πώς» του έθνους και του εθνικισμού, καθώς και την αποτυχία τους να διευκρινίσουν τον όρο και την έννοια του πολιτισμού. Αυτή η πολυχρησιμοποιημένη λέξη χρησιμοποιείται από όλους τους κοινωνικούς επιστήμονες, αλλά η συγκεκριμένη χρήση της μπορεί να διαφέρει από τον ένα κοινωνικό επιστήμονα στον άλλο. Επιπλέον, πολλοί ιστορικοί ασχολούνται με το «που» και «πώς» του έθνους και του εθνικισμού, αλλά δίνουν πολύ λίγη προσοχή στον σαφή προσδιορισμό της έννοιας του πολιτισμού.

Η ανάπτυξη της ακαδημαϊκής βιβλιογραφίας των κοινωνικών επιστημών είναι τεράστια, με αποτέλεσμα να έχει επισκιάσει τις προσπάθειες να διατυπωθεί μια ιστορία της εξέλιξης των εννοιών του «έθνους» και της «εθνικότητας». Για τους σκοπούς αυτής της σύντομης παρουσίασης θα περιγράψουμε τα μεταπολεμικά έργα της περιόδου 1945-2003 (κατά Paul Lawrence) πολύ σύντομα και επιμένοντας μόνο στα σημαντικά σημεία.

Μπορούμε να διακρίνουμε δύο υποπεριόδους: Αυτή που αποκαλείται «απαρχές του κλασικού μοντερνισμού (1945-1969») και την «άνοδο και πτώση του κλασικού μοντερνισμού (1970-2003)».

Πρόκειται για ένα μόνο μέρος του σκελετού που χρησιμοποιείται από τον Lawrence, αλλά αρκεί για την παρούσα ανάλυση. Επιπλέον, μέσα σε κάθε κίνηση ή θεωρητική στάση υπάρχουν παραλλαγές ως προς τους παράγοντες και/ ή τις λεπτομέρειες, οι περισσότερες των οποίων δεν μας αφορούν εδώ.

Ο πολιτικός επιστήμονας Ernest Gellner αναγνωρίζεται γενικά ως ο «αρχιερέας» του μοντερνισμού (όσον αφορά τη συζήτηση για την προέλευση του έθνους και του εθνικισμού), που επέφερε μια εντυπωσιακή αλλαγή στη θεωρία και τη σύλληψη του υπό συζήτηση θέματος. Ο Gellner τοποθετείται στην αφετηρία αυτού που έχει περιγραφεί ως «κλασικός μοντερνισμός» (στο περιορισμένο πεδίο του). Τα κείμενά του επέπρωτο να γίνουν ο άγριος άνεμος, που φύσηξε στη φωτιά των διαλόγων για το έθνος και τον εθνικισμό. Για δύο σχεδόν δεκαετίες (από τη δημοσίευση των κειμένων του, το 1964) η θεωρία του αποτέλεσε ένα ατράνταχτο δόγμα, μια ορθοδοξία, προτού υποστεί μια κάποια εύστοχη επίθεση.

Η θεωρία του δομήθηκε πάνω σε δύο σημαντικές προγενέστερες συμβολές. Η πρώτη ήταν τα γραπτά του ιστορικού Hans Cohn και του πολιτικού επιστήμονα Karl Deutsch, οι οποίοι είχαν προσφέρει στις έννοιες τόσο του έθνους όσο και του εθνικισμού μια διάσταση έντονης νεωτερικότητας. Δεύτερον, και σημαντικότερο, κατά την προηγούμενη δεκαετία, ορισμένοι κοινωνιολόγοι εργάστηκαν πάνω στις δικές τους κοινωνικές θεωρίες, τις οποίες ο Τal-cott Parsons επεξέτεινε και εμβάθυνε ως προς τον τρόπο με τον οποίο παραδοσιακές (φεουδαρχικές / αγροτικές) κοινωνίες μετατράπηκαν σε σύγχρονες. Το αποτέλεσμα ήταν μια σύγχρονη προσέγγιση και θεωρητικοποίηση, η οποία απαιτούσε λειτουργική ανάλυση των αναγκών των κοινωνιών σε περιόδους μεγάλων αλλαγών και προκλήσεων.

Ο Gellner παρέμεινε προσηλωμένος στις κατευθυντήριες αρχές του σε όλη του τη σταδιοδρομία και σε όλα τα γραπτά του (υπάρχουν μόνο μικρές παρεκκλίσεις από την ολοκληρωτική απόρριψη κάθε τι του παραδοσιακού) και η επιμονή του εκφράζεται καλύτερα με τα δικά του λόγια:

Μοντερνιστές, όπως εγώ, πιστεύουμε ότι ο κόσμος δημιουργήθηκε γύρω στα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα, και δεν υπάρχει τίποτε το προγενέστερο το οποίο να επιφέρει την παραμικρή διαφοροποίηση στα ζητήματα που αντιμετωπίζουμε.

Τα επιχειρήματά του συνήθως αρχίζουν με την απόφανση ότι ο εθνικισμός και το έθνος είναι αδιαμφισβήτητα και αποκλειστικά σύγχρονα φαινόμενα, καθώς και με την απερίφραστη απόρριψη κάθε επιβίωσης κάποιων ουσιαστικών για το ζήτημα παραδοσιακών στοιχείων. Ακόμη και η απλή σκέψη μιας τέτοιας επιβίωσης απορριπτόταν ως «σκέτη ανοησία». Περαιτέρω, ο ίδιος αναδιατυπώνει αυτή τη θέση, επιστρατεύοντας ένα είδος υλιστικού αιτιολογικού παράγοντα, σε αντίθεση με μια μη-υλιστική αιτιώδη συνάφεια που χρησιμοποιούν άλλοι μελετητές. Θεώρησε τον εθνικισμό ως «υποπροϊόν» της νεωτερικότητας, μιας νεωτερικότητας που είναι αποτέλεσμα της βιομηχανικής επανάστασης στα τέλη του δέκατου όγδοου αιώνα.

Ένα ακόμα τέτοιο «υποπροϊόν» είναι και το νέο μαζικό εκπαιδευτικό σύστημα που απαιτεί η εκβιομηχάνιση για να εξυπηρετήσει το νέο έθνος-κράτος. O Gellner διακηρύσσει ότι η συνύπαρξη πολιτισμών, ξένων μεταξύ τους, δηλαδή τα δύο επίπεδα της προ-μοντέρνας κοινωνίας, αρκούσαν για τις μεσαιωνικές παραδοσιακές πολιτικές οντότητες. Αλλά η βιομηχανική επανάσταση προκάλεσε τη διατάραξη και τη διάλυση αυτών των δύο διαφορετικών πολιτισμών, και οι κοινωνίες απαίτησαν μια αντίστοιχη εκπαιδευτική επανάσταση, καθώς η παραδοσιακή κοινωνία άρχισε να μετακινείται προς τις εκβιομηχανισμένες πόλεις.

Προκειμένου να ικανοποιηθούν οι οικονομικές ανάγκες της σύγχρονης κοινωνίας, δημιουργήθηκε ένα νέο εκπαιδευτικό σύστημα, το οποίο επέφερε την υιοθέτηση της κρατικής κουλτούρας από την πρώην παραδοσιακή κοινωνία, καθώς αυτή συνέρεε στις πόλεις. Αυτή η νέα προσπάθεια για εξασφάλιση κοινωνικής ομοιογένειας επιβλήθηκε, συνεπώς, με την υιοθέτηση ενός ενιαίου πολιτισμού. (Πρέπει να διευκρινιστεί,, σε αυτό το σημείο, ότι οι συμμετέχοντες στον διάλογο αυτό είχαν αρχίσει να χρησιμοποιούν τον όρο πολιτισμός, με τρόπο που να ορίζει σχεδόν οτιδήποτε μπορούσε να προσδώσει συνοχή σε μία συγκεκριμένη θεωρία ή σε ένα συγκεκριμένο επιχείρημα. Η «σημασία» του, επομένως, προσδιορίζεται από τις κοινωνικές επιστήμες ή από οποιαδήποτε άλλη θεωρία. Μπορεί να σημαίνει οτιδήποτε απαιτείται από οποιοδήποτε εγχείρημα.)

Ωστόσο, το έργο και η θεωρία του Gellner για το έθνος και τον εθνικισμό αποτέλεσε έναν σημαντικό σταθμό σε ένα διάλογο, ο οποίος συνεχίζεται ακόμη και σήμερα. Τόσο οι επικριτές όσο και η πληθώρα των οπαδών του έχουν επηρεαστεί από τη σκέψη και τη θεωρία του, ενώ ορισμένες σύγχρονες διαστάσεις των απόψεών του έχουν επιβιώσει, σε αντίθεση με άλλες.

Ο Lawrence θεωρεί τις δεκαετίες του ’60 και του ’70 ως την περίοδο της ανόδου, όσο και της πτώσης του «κλασικού μοντερνισμού». Η εποχή άνοιξε με έναν έντονο, για να μην πω οξύτατο, διάλογο ως προς την προέλευση και την ουσία του έθνους και του εθνικισμού. Οι οπαδοί της θεωρίας του Gellner επιμένουν ιδιαίτερα στη νεωτερικότητά της και την κεφαλαιώδη σημασία της οικονομικής ανάπτυξης στη βιομηχανική επανάσταση και στην άλλη επανάσταση που ακολούθησε, δηλαδή το νέο μαζικό εκπαιδευτικό σύστημα, και στην απομάκρυνση από τους προγενέστερους πολιτισμούς των προ-βιομηχανικών κοινωνιών. Εδώ τα κείμενα και οι θεωρίες του Eric Hobsbaum και του Benedict Anderson παίζουν έναν κομβικό ρόλο. Δεδομένης της συντομίας αυτής της ανακοίνωσης, δεν είναι δυνατό να μιλήσουμε για άλλους συγγραφείς, όπως οι Paul Brass και Michael Hechter. Είναι τα έργα του Hobsbaum και του Anderson, που συνέβαλαν στην απόλυτη επικράτηση της νεωτερίζουσας αντίληψης περί εθνών και στην προσωρινή κυριαρχία της στον διάλογο που διεξάγεται στο εσωτερικό των κοινωνικών επιστημών.

Σχεδόν ταυτόχρονα άρχισαν να εμφανίζονται στον ορίζοντα οι απαρχές της μεθοδολογικής κριτικής, τόσο σε βιβλιοκριτικές των μοντερνιστικών έργων, όσο και με την εμφάνιση σοβαρών ακαδημαϊκών εργασιών που αμφισβητούσαν ουσιώδεις παραμέτρους των νεωτεριστικών θεωριών.

Μεταξύ άλλων, οι Hobsbaum και Anderson συνέδεσαν τις θεωρητικές αναπτύξεις τους με εκείνες των μοντερνιστών (Gellner κ.α.), σχετικά με την εξέλιξη της πολιτικής και της βιομηχανικής κοινωνίας. Διαφοροποιήθηκαν, ωστόσο σε ένα σημείο, εγείροντας το ζήτημα της πληρέστερης κατανόησης ενός τρίτου παράγοντα που συμβάλλει στη δημιουργία του εθνικισμού, τον παράγοντα του πολιτισμού.

Αυτόν τον πολιτισμό ο Anderson τον ορίζει ως ένα «πολιτισμικό τεχνούργημα». Επομένως, «εφευρέθηκε», ή, ακόμη καλύτερα, υπήρξε προϊόν φαντασίας ή κατασκευής από τις ελίτ. Εισήλθε στη νέα σύνθεση ως «ιστορικές συγκυρίες». Ορίζοντάς το στοιχείο του «εθνικού αισθήματος» ή συναισθήματος ως κατασκευή, οι δύο αυτοί συγγραφείς επιχείρησαν με έμφαση να το εισαγάγουν στο σχήμα του Gellner. Πρόθεσή τους ήταν με αυτόν τον τρόπο να προσδώσουν στον εθνικισμό και στο έθνος μια πιο ζεστή, πολιτισμική, διάσταση, η οποία ουσιαστικά έλειπε από τις προηγούμενες θεωρίες των μοντερνιστών.

Αυτός ο τρίτος παράγοντας ήταν αναγκαίος, καθώς συνυπολόγιζε τις σοβαρές θυσίες που απαιτούσε η ανάδυση της νέας μοντέρνας κοινωνίας. Ταυτόχρονα, αυτός ο τρίτος παράγοντας του «συναισθήματος» συνοδεύεται, στα κείμενα των δύο συγγραφέων, από τις λέξεις «προγενέστερος», «βαθύς», «παραδοσιακός», πολιτισμός, υπονομεύοντας έτσι την αυστηρότητα της θεωρίας τους. Διότι αυτό το στοιχείο αποτέλεσε στη συνέχεια το έναυσμα για μια επίθεση εναντίον της συνολικής θεωρίας, που περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία που εφευρέθηκαν ή δημιουργήθηκαν από τον μοντερνισμό. Παρ’ ότι ο όρος «φαντασιακός», χρησιμοποιείται για να καταδείξει πόσο άχρηστη είναι η παράδοση, δηλαδή οι προ-νεωτερικές θεωρίες του έθνους και του εθνικισμού, στην πραγματικότητα, και ο Hobsbaum και ο Anderson είχαν μόνο τα δύο από τα τρία «πόδια» τους στο στρατόπεδο των μοντερνιστών. Ενώ το τρίτο μέλος τους πατούσε στην πολύ διαφορετική και ανταγωνιστική θεωρία των εθνοσυμβολιστών. Έτσι, ο πρώτος έχει μιλήσει για την ανάγκη εμβάθυνσης στις προγενέστερες κοινωνίες, ως έναν από τους παράγοντες της διαδικασίας, ενώ και οι δύο παραβίασαν τη μοντερνιστική καθαρότητα του Gellner. Στην πραγματικότητα, η τρίτη συνιστώσα, το εθνικό ή εθνοτικό συναίσθημα ως φαντασιακό δημιούργημα, δύσκολα μπορούσε να θεωρηθεί μια επιστημονική βάση για την ερμηνεία ενός «νόμου» των κοινωνικών επιστημών. Η χρήση των όρων «φαντασιακός» και «προϊόν φαντασίας» δεν αφήνει πολλά περιθώρια ελιγμών σε ένα διάλογο. Δεν είναι αδόκιμο να αναφέρουμε κι’ εδώ το ερώτημα ενός επικριτή: «Πώς ξεχωρίζεις το “γνήσιο” από το “ψευδές” παρελθόν;» Το να επιμείνει κανείς στα μυθικά «δεδομένα» είναι τουλάχιστον ύποπτο. Αυτό εξ άλλου εγείρει το ζήτημα των σχέσεων μύθου και ψεύδους.

Πριν περάσουμε στην επόμενη φάση της συζήτησης, δηλαδή την αποτελεσματική κριτική και ανάλυση της μοντερνιστικής αντίληψης, αξίζει να εξάρουμε, εν συντομία, ορισμένες αρετές του βιβλίου του Anderson. Η αντικειμενικότητά του είναι αδιαμφισβήτητη, η ευγένειά του απέναντι στους επικριτές του χρησιμοποιείται δημιουργικά, γι’ αυτό και πρόσθεσε δύο κεφάλαια στη δεύτερη έκδοση και τους ευχαριστεί για τις κριτικές υποδείξεις τους. Επί πλέον, εισάγει μια παράμετρο που σπανίως συναντάται στον σχετικό διάλογο, τις απόψεις των εθνών και εθνικισμών της Νοτιοανατολικής Ασίας. Προσωπικά, βρήκα ότι το βιβλίο του έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, κυρίως λόγω του ότι εκφράζει τους κλασικούς μοντερνιστές στις παραμονές της ριζικής ανατροπής που ακολούθησε.

Φθάνουμε έτσι σε μια νέα και σημαντική φάση του συνεχιζόμενου διαλόγου για την προέλευση και τη φύση του έθνους και του εθνικισμού, με τη νέα ερμηνεία που επιχείρησε ο Anthony D. Smith, ο οποίος υπήρξε ο ίδιος μαθητής του Gellner. Αν και ο πρώην μαθητής δεχόταν αρχικά τις θεωρίες του δασκάλου του, μετά από μια ενδελεχέστερη επανεξέταση της μοντερνιστικής ερμηνείας, συνειδητοποίησε ότι η έννοια του πολιτισμού δεν αντιμετωπιζόταν ικανοποιητικά στη μοντερνιστική θεωρία. Αν και δεχόταν την ανάλυση των μοντερνιστών ως προς τη νεωτερική υφή του έθνους και του εθνικισμού, βρήκε την ανάλυση του πολιτισμού και του ρόλου του στην εφεύρεση του «πολιτισμού» ρηχή και ανεπαρκή για μία συνολική θεωρητική περιγραφή του έθνους και του εθνικισμού. Η μεταγενέστερη σταδιοδρομία του Smith υπήρξε εξαιρετικά παραγωγική και η διατύπωση της θεωρίας του πειστική, σε μια επιτυχημένη προσπάθεια να προσδώσει ιστορικότητα και στις δύο αυτές έννοιες, καθώς τους προσέδωσε ισχυρές και αδιαμφισβήτητες ρίζες στην παλαιότητα αυτής της διάστασης του έθνους και του εθνικισμού. Κατά την άποψή του, ο τρίτος παράγων στη δημιουργία του έθνους και του εθνικισμού ήταν το ιστορικό προνεωτερικό παρελθόν.

Στο εξής, ο διάλογος για την προέλευση και τη φύση και του έθνους και του εθνικισμού έλαβε χώρα με τρόπο δημόσιο και ηχηρό, και μάλιστα σε έντυπη μορφή μεταξύ δασκάλου και μαθητή. Η άποψη του Smith είναι ότι το «έθνος» προέρχεται από τα «έθνη», δηλαδή από τη συλλογική μορφή της κοινότητας στις προ-νεωτερικές κοινωνίες, στις οποίες οι παραδόσεις ήσαν ακόμα ισχυρές, και διατηρείτο η συνοχή τους ως μιας συνειδητής κοινωνικής οντότητας, η οποία κατά την διαδικασία του εκσυγχρονισμού της προσέδωσε στο έθνος και τον εθνικισμό μεγάλο μέρος του πολιτισμού και ειδικότερα του «συναισθήματος» και των «αισθημάτων» της αρχαιότητας. Οι οπαδοί της νέας ερμηνείας χαρακτηρίσθηκαν ως «εθνοσυμβολιστές». Οι εθνοσυμβολιστές, μεταξύ άλλων, προσέφεραν στη θεωρία του έθνους και του εθνικισμού μια νέα εξαιρετικά παραγωγική αντίληψη, η οποία συνέδεσε τη νεωτερικότητα με μια αναμφισβήτητα βαθιά και πλούσια ποικιλία από συναισθήματα και ιστορικά δεδομένα, ενώ η αποδοχή των απόψεών τους συνέβαλε στο να αναδειχθεί αυτή η έννοια του πολιτισμού, και να αντικατασταθεί η πιο στρουκτουραλιστική και αδιάφορη θεωρία περί πολιτισμού που είχαν αναπτύξει οι κλασικοί μοντερνιστές.

Τα κείμενα του Smith απέδωσαν καρπούς και ο δάσκαλός του βρέθηκε να παλεύει για μια χαμένη μάχη. Βέβαια, ο Gellner δήλωσε ότι ποτέ δεν αποδέχθηκε το έργο του μαθητή του και παρέμεινε σθεναρά προσηλωμένος στις απόψεις του μέχρι τέλους. Αλλά έτσι αγνόησε το γεγονός ότι ο ίδιος είχε δηλώσει πως η θεωρία του για τον πολιτισμό έχει προκύψει από το παρελθόν. Πάντως, παραδέχτηκε ότι η νέα αυθεντία ήταν πλέον ο Smith.

Στη διαμάχη που ακολούθησε και μπροστά στα αδιαμφισβήτητα επιχειρήματα του Smith, ο Anderson, σε αντίθεση με τον Gellner, υπήρξε πιο δεκτικός στις κριτικές που ασκήθηκαν στο έργο του και, τελικά, παραδέχτηκε ότι το έργο του είχε πλέον καταστεί περιθωριακό. Συχνά η αρετή αναδεικνύεται στις στιγμές της ήττας. Μόλις συνειδητοποίησε ότι η θεωρία του Smith είχε αντικαταστήσει τη δική του θεωρία, έγραψε στην εισαγωγή της νέας έκδοσης του δικού του κλασικού έργου, lmagined Communities [στα ελληνικά το έργο έχει μεταφραστεί με τον τίτλο Φαντασιακές κοινότητες], ότι συνειδητοποίησε πως το εν λόγω βιβλίο του είχε σε μεγάλο βαθμό, αλλά όχι και ολοκληρωτικά, ξεπεραστεί. Αξίζει να παρατεθεί αυτούσια η αποτύπωση αυτής της συνειδητοποίησης, η οποία αποτελεί ταυτόχρονα μια αφορμή για αναστοχασμό από όλους τους θεωρητικούς, οι οποίοι διατυπώνουν άκαμπτες θεωρίες στις κοινωνικές επιστήμες:

Δεν είναι μόνον το πρόσωπο του κόσμου που έχει μεταβληθεί κατά τα τελευταία δώδεκα χρόνια. Και η μελέτη του εθνικισμού έχει μεταμορφωθεί εκπληκτικά – σε μέθοδο, κλίμακα, εκλέπτυνση, ακόμα και ποσοτικά… Η προσαρμογή των Φαντασιακών Κοινοτήτων στις απαιτήσεις αυτών των τεράστιων αλλαγών που έχουν συμβεί στον κόσμο και στα κείμενα είναι ένα έργο που υπερβαίνει τις σημερινές δυνατότητές μου. Έκρινα καλύτερο, ως εκ τούτου, να το αφήσω σε μεγάλο βαθμό ως έχει, ως ένα μη «αναστηλωμένο» κομμάτι εποχής, με το δικό του χαρακτηριστικό στυλ, σιλουέτα, και διάθεση.

Ωστόσο, παρηγορείται από το γεγονός ότι:

Η ιδιότυπη μέθοδος και οι προβληματισμοί των Φαντασιακών Κοινοτήτων μου φαίνεται ότι εξακολουθούν να βρίσκονται στις παρυφές των νεότερων μελετών για τον εθνικισμό – και υπό την έννοια αυτή, τουλάχιστον, δεν έχουν ολοκληρωτικά ξεπεραστεί.

Τα συναισθήματά του, που διατυπώνονται με τόση σαφήνεια, είναι ένας καθρέφτης των αρετών του ως μελετητή και ως ανθρώπου. Πιστεύει στον διάλογο ως επιστημονική μέθοδο, και υπήρξε αρκετά ευφυής ώστε να συνειδητοποιήσει ότι όλες οι θεωρίες που υπόκεινται σε διάλογο είναι αμφισβητήσιμες. Αναγνωρίζει ότι το έργο του είναι και παραμένει κλασικό, έστω και αν είναι πλέον περιθωριοποιημένο. Ωστόσο, έπαιξε σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη του ακαδημαϊκού διαλόγου.

Τέλος, λίγα –ελάχιστα– σχετικά με τους μεταμοντέρνους. Η συμβολή τους, αν μπορεί κανείς να την ονομάσει έτσι, είναι ότι θέτουν ένα τέλος στο διάλογο, δεδομένου ότι όλοι οι ενδιαφερόμενοι προτείνουν θεωρίες για πράγματα, τα οποία είναι αδύνατο να γνωρίσουμε! Ο Derrida θα έθετε τέλος σε ένα τέτοιο διάλογο με τη θεωρία του για την «αποκλειστικότητα» του κειμένου. Δεν υπάρχει τίποτα έξω από το κείμενο. Με αυτό το απόφθεγμα αποκλείει και τον ίδιο τον εαυτό του. Γνωρίζει, δηλαδή, ότι δεν υπάρχει τίποτα έξω από το κείμενο. Με αυτή τη διατύπωση, και ο ίδιος αποκλείει τον εαυτό του από όλα τα κείμενα, είτε προ-μοντέρνα είτε σύγχρονα, και αποκλείει και την ίδια τη μη-θεωρία του. Θεωρητικά, θα μπορούσε κανείς να διατυπώσει μια τέτοια θεωρία, αλλά οι κοινωνικοί επιστήμονες θα την απέρριπταν. Οι δε οπαδοί της θεωρίας της αποδόμησης, προτιμούν να επιτίθενται κατά των συγγραφέων και όχι κατά των ίδιων των κειμένων. Ωστόσο, άλλοι μελετητές θεωρούν τον διανοητικό διάλογο θετική προσέγγιση και μπορούν, ατελώς, να συγκρίνουν το διάλογο με την αναζήτηση για την Ιθάκη στο περίφημο ποίημα του Καβάφη.

 

 

* Το κείμενο αυτό εκφωνήθηκε στην ημερίδα με θέμα «Ο Νέος Ελληνισμός: Έννοια, περιεχόμενο, χρονικά όρια» που διοργάνωσε η Ακαδημία Αθηνών, στις 19 Οκτωβρίου 2010 και αναγνώστηκε σε ελληνική απόδοση από τον πρόεδρο της Ακαδημίας Κ. Σβολόπουλο. Ο Γ. Καραμπελιάς το επιμελήθηκε σε αντιπαραβολή με το αγγλικό πρωτότυπο.

Published in: on 08/09/2011 at 15:09  Σχολιάστε  

Οικολογία και οικολογισμός / του Θεόδωρου Παντούλα

Πηγή: Προοδευτική Πολιτική 

 

Ο άνθρωπος του διαφωτισμού και της νεωτερικότητας λησμόνησε ότι είναι «παρεπίδημος»· υπερτίμησε τον εαυτό του και τις δυνατότητές του τόσο, που στο όνομα μια γραμμικής «προόδου» είδε στο περιβάλλον μια ακόμη πηγή εκμετάλλευσης, δηλαδή μια ακόμη πηγή πλουτισμού. Την ύβρη του μάλιστα την ονόμασε «ανάπτυξη» και στο όνομά της διέπραξε μια υπέρβαση όχι απλώς των αντοχών, αλλά των ίδιων των περιβαλλοντικών ορίων του κόσμου μας, που εν τω μεταξύ έπαψε να είναι κόσμος κι έγινε αγορά. Όχι αγορά των πολιτών, αλλά αγορά των πολυεθνικών.

 

 

Σε αυτή την αγορά το περιβάλλον είναι ο πλέον σπαταλημένος πόρος της ανθρωπότητας. Δίπλα στην κλιματική αλλαγή, με την οποία δεν γνωρίζουμε τι μας ξημερώνει, έχουμε τους πολέμους, που όσα «ανθρωπιστικά» προσχήματα κι αν επικαλεστούμε, μισογνωρίζουμε όλοι μας ότι γίνονται για το πετρέλαιο: για την ενέργεια δηλαδή· για να συνεχίζουμε να παράγουμε και να καταναλώνουμε. Θα ακολουθήσουν -προβλέπουν οι ειδικοί- πόλεμοι για το νερό -κι έχει ο Θεός. Εμείς δεν θα έχουμε όμως συνεχίζοντας έτσι. Οι προβλέψεις για πανδημίες κι άλλα δεινά είναι πολύ συγκεκριμένες. Τόσο συγκεκριμένες όσο και οι επιδόσεις μας.

 

Θέλω να πω πως όσο η δύση αναπτύσσεται -κι αυτό που ονομάζουμε «ανάπτυξη» γίνεται πάντοτε σε βάρος του περιβάλλοντος– τόσο αυξάνονται οι πεινντες κα διψντες της ανθρωπότητας. Τα γενετικώς τροποποιημένα τρόφιμα δεν μας χορταίνουν· μας μεταλλάσσουν. Και μας μεταλλάσσουν σε τέτοιο βαθμό που δεν μπορούμε να κάνουμε πλέον στοιχειώδεις διακρίσεις. Δείτε τα καθ’ ημάς: έχουμε πεντακάθαρα σπίτια αλλά χιλιοβρόμικους δημόσιους χώρους. Δεν έχουμε την παραμικρή αίσθηση του δημοσίου συμφέροντος και του δημοσίου χώρου. Ό,τι είναι εκτός της οικίας μας, στάχτη και μπούλμπερη!

 

Η κρίση που βιώνει σήμερα ο κόσμος -και η πατρίδα μας πολύ περισσότερο- για λόγους που δεν είναι του παρόντος, δεν είναι απλώς μια κρίση οικονομική. Είναι μια κρίση ανθρωπολογική, κρίση του ίδιου του μοντέλου ανάπτυξης που υιοθετήθηκε, μεταπολεμικά κυρίως. Αυτό το μοντέλο, αφού μας καταχρέωσε, μας χρεοκόπησε οικονομικά, πολιτικά και ηθικά κι όμως εμείς, παραδόξως, επιμένουμε σε αυτό, μιλώντας και προσδοκώντας περισσότερη «ανάπτυξη» -δηλαδή περισσότερη κατανάλωση. Θεραπεύεται όμως η παχυσαρκία με περισσότερες θερμίδες;

 

Υπάρχει μια ηθική υποχρέωση έναντι των παιδιών μας, αλλά δεν είμαι καθόλου σίγουρος ότι θέλουμε να την αναλάβουμε. Φυσικά και μπορούμε να ζήσουμε χωρίς μιας χρήσεως προϊόντα, αλλά δεν ξέρω εάν το θέλουμε.

 

 

Ξέρω όμως ότι ο προνεωτερικός παππούς μου, ο Περεκλάκης,  ήταν ένας άνθρωπος φτωχός αλλά ευτυχής, διότι μοιραζόταν την φτώχεια του. Ήταν ένας άνθρωπος ολιγογράμματος αλλά σοφός. Τόσο σοφός που ποτέ του δεν βιαζόταν. Τα παιδιά του που σπούδασαν βιάζονται πολύ, δουλεύουν περισσότερο κι έχουν πολλές σκοτούρες. Περιέργως, όποτε το κατορθώνουν, επιστρέφουν στο σπίτι και στην ζωή του παππού… για να ξεκουραστούν! Αντιλαμβάνεστε το παράδοξο: έφυγαν για μια καλύτερη ζωή αλλά αναπαύονται επιστρέφοντας σε αυτή που εγκατέλειψαν. Το πρόβλημα είναι πολύ πιο οξύ για όσους δεν έχουν αφετηρία…

 

Οι επιλογές μας βεβαίως έχουν πάντοτε ένα κόστος: αυτό που μας ξεκουράζει σήμερα το λέμε διακοπές κι αυτό που μας καταπονεί το λέμε καθημερινότητα.

 

Μπορούμε να συνεχίσουμε έτσι με την επίγνωση ότι είναι λίγα τα ψωμιά μας -και τα δικά μας και του κόσμου μας- αλλά μπορούμε και να συνεχίσουμε εξορίζοντας τους οικονομολόγους από την ζωή μας. Ξέρετε, η ανθρωπότητα τα κατάφερε και χωρίς αυτούς.

 

Δεν λέω ακριβώς να γυρίσουμε πίσω, αλλά να μην περιφρονήσουμε την ιστορική εμπειρία. Λιγότερη έπαρση για τα κατορθώματά μας δεν θα μας βλάψει.

 

Υπάρχει ένα όψιμο ενδιαφέρον για το περιβάλλον, ένας πολύμορφος οικολογισμός θα έλεγα, που κατά την γνώμη μου είναι άλλη μια μεταμοντέρνα υποκρισία. Εάν ο πρώιμος καπιταλισμός λεηλάτησε το περιβάλλον στο όνομα της «ανάπτυξης», ο ύστερος καπιταλισμός το λεηλατεί κάνοντας πράσινες μπίζνες. Και στις δυο περιπτώσεις -σας θυμίζω- μένουν ευχαριστημένοι οι κερδοσκόποι, που μετακινούν εμπορεύματα κι ανθρώπους αλλά όχι το περιβάλλον.

 

Σε κάθε περίπτωση οι περιβαλλοντικές μπίζνες δεν θα σώσουν το περιβάλλον. Θα το κάνουν απλώς ένα ακόμα εμπόρευμα.

 

Αν κάτι μπορεί να σώσει το περιβάλλον, αυτό νομίζω ότι είναι η επίγνωση ότι δεν είμαστε το κέντρο του κόσμου. Αλλά για να γίνει αυτό δεν χρειάζονται ευχές, αλλά η ταπεινότητα εκείνη που ανα-γνώριζε ότι η ζωή ανθεί και λουλουδίζει μόνο στην ιερότητα του κόσμου.

 

Κι ότι έξω απ’ αυτή μαραίνεται -μ’ όση ανάπτυξη κι αν την ποτίσουμε.


Θεόδωρος Παντούλας είναι εκδότης και διευθυντής του περιοδικού «manifesto»

Published in: on 08/09/2011 at 15:03  Σχολιάστε  

Διαπιστώσεις 9: Περί λαϊκισμού

Η αποθέωση ενός ακραίου πιετιστικού λαϊκισμού: η ανάδειξη της δημοσιοϋπαλληλικής «αυθαιρεσίας» από τους αποκλειστικά υπευθύνους  (φαυλοκράτες, επιτελικούς και θεμελιωτές) του ζοφερού φαινομένου.

πηγή

Published in: on 08/09/2011 at 15:02  Σχολιάστε  

Γ.Κοντογιώργης, Κράτος κατοχής, κρίση και κοινωνία

 

 

 

 

Πηγή: LoMaK

Published in: on 08/09/2011 at 14:59  Σχολιάστε  

Τζίγγερ: «Αποχωρούμε άμεσα από τον ΠΑΟ»

«Αποχωρούμε άμεσα» δήλωσε πρό ολίγου στους δημοσιογράφους ο Γ. Βαρδινογιάννης.

«Χαρακτηρίζουμε τις μετοχές μας αδρανείς. Δεν συμμετέχουμε πλέον σε διοικητικές αποφάσεις», συμπλήρωσε.

 

Περισσότερα εδώ

Published in: on 05/09/2011 at 14:33  Σχολιάστε  

ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΟ ΓΡΑΜΜΑ – ΜΗΝΥΜΑ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ARJA SAIJONMAA ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ ΤΗΣ ΦΙΛΑΝΔΙΑΣ!- A LETTER FROM MIKIS THEODORAKIS TO ARJA SAIJONMAA

Πηγή: stendoras

A LETTER TO ARJA SAIJONMAA

Athens, 30.8.2011

Dear Arja,

Please pass on to your kind compatriot, the Minister of Finance, that she is greatly mistaken if she believes that we Greeks will ever accept to give the guarantees she demands from today’s Greek Government in exchange for some loan from your country.

Even more so if those guarantees concern a part of our national wealth. You have lived with us during the times of struggle against military dictatorship, and therefore you know better than anyone our love for our country and our will to defend it at all costs.

Back then it was the dictators that had stolen our freedom. Now our ‘friends’, exploiting our misfortune, ask of us to sell them in exchange for a fistful of Euro the body of our country: our national integrity.

This is never going to happen! And whoever dares to try to buy us off, will not only lose but will also become our eternal enemy.

Also tell her that the Government with which she is now negotiating is only supported by less than 20% of the Hellenic people, and that soon the great majority of our People will vigorously invalidate all these vile transactions.

With love for you and the People of Finland,

Kind regards,

Mikis Theodorakis

 

***

Αθήνα, 30.8.2011

Αγαπητή Αrja,

Παρακαλώ να διαμηνύσετε στην αγαπητή συμπατριώτη σας, την Υπουργό Οικονομικών, ότι είναι μεγάλο λάθος αν πιστεύει ότι εμείς οι Έλληνες θα δεχτούμε ποτέ να δώσουμε τις εγγυήσεις που απαιτεί από την ελληνική κυβέρνηση σήμερα με αντάλλαγμα κάποιο δάνειο απ’ τη χώρα σας.
Ακόμη περισσότερο, εάν οι εγγυήσεις αυτές αφορούν ένα μέρος του εθνικού πλούτου μας. Έχετε ζήσει μαζί μας κατά την περίοδο του αγώνα ενάντια στην στρατιωτική δικτατορία, και ως εκ τούτου γνωρίζετε καλύτερα από τον καθένα την αγάπη μας για τη χώρα μας και τη θέλησή μας να την υπερασπιστούμε με κάθε κόστος.

Τότε ήταν οι δικτάτορες που είχαν κλέψει την ελευθερία μας. Τώρα οι «φίλοι» μας, αξιοποιώντας την ατυχία μας, ζητούν από εμας να πουλήσουν σε αντάλλαγμα για μια χούφτα ευρώ το σώμα της χώρας μας: την εθνική μας ακεραιότητα.

Αυτό ποτέ δεν πρόκειται να συμβεί! Και όποιος τολμήσει να προσπαθήσει να μας εξαγοράσει, όχι μόνο θα χάσει, αλλά θα γίνει ο αιώνιος εχθρός μας.

Επίσης να της διαμηνύσετε ότι η κυβέρνηση με την οποία διαπραγματεύεται πλέον υποστηρίζεται μόνο από το 20% του Ελληνικού λαού, και ότι σύντομα η μεγάλη πλειοψηφία του λαού μας θα ακυρώσει αυστηρά όλες αυτές τις χυδαίες συναλλαγές.

Με αγάπη για εσάς και το λαό της Φινλανδίας,

Με φιλικούς χαιρετισμούς,

Μίκης Θεοδωράκης

Published in: on 04/09/2011 at 23:13  Σχολιάστε  

Η γκρίζα ζώνη της Ριζαρείου

πηγή: Καθημερινή, 4-9-2011

Της Mαρίας Kατσουνάκη

Σιωπηλά, εδώ και μέρες, η Βιβλιοθήκη της Ριζαρείου Εκκλησιαστικής Σχολής έχει αναστείλει τη λειτουργία της. Οι τρεις υπάλληλοι απολύθηκαν και όλα πάγωσαν. Οι 40.000 τόμοι μαζί με τη διαδικασία ηλεκτρονικής καταγραφής που έχει ολοκληρωθεί και επρόκειτο να αναρτηθεί στο Διαδίκτυο, δεν φαίνεται να απασχολούν κανέναν. Και κυρίως το πολυμελές διοικητικό συμβούλιο που πήρε την απόφαση (με μία και μοναδική αρνητική ψήφο) να κλείσει η Βιβλιοθήκη. Πώς μπορούν να προβάλλονται οικονομικοί λόγοι για ένα τόσο μεγάλο κληροδότημα, είναι ένα ερώτημα. Ενα δεύτερο, που ακολουθεί, είναι αν είχε το δικαίωμα το πολυμελές Δ.Σ. να προχωρήσει στην αναστολή της λειτουργίας χωρίς σχετική απόφαση του Δικαστηρίου που θα επικύρωνε -σύμφωνα με τον νόμο- τη διαφοροποίηση από την επιθυμία του διαθέτη, όπως καθορίζεται στο Βασιλικό Διάταγμα του 1958.

Η Βιβλιοθήκη συγκροτήθηκε τον 19ο αιώνα, όπως καθόριζε η Διαθήκη του Γεωργίου Ριζάρη, ο οποίος είχε συμβούλους σε αυτό το εγχείρημα τον Αδαμάντιο Κοραή και τον Κωνσταντίνο Οικονόμου των εξ Οικονόμων. Περιλαμβάνει μοναδικά αντίτυπα που είχαν δοθεί για βιβλιοδεσία, με προσωπική φροντίδα του Γ. Ριζάρη, σε όλα τα μεγάλα βιβλιοδετεία του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα (Λειψία, Βενετία, Κωνσταντινούπολη, κ.ο.κ.), σπάνια έντυπα και εκδόσεις, πολύτιμα για ερευνητές και μελετητές.

Τα τελευταία χρόνια είχε γίνει σημαντική δουλειά στην οργάνωση, αναμόρφωση της Βιβλιοθήκης αλλά και στην αποκατάσταση κακοποιημένων βιβλίων και εντύπων. Πρόσφατα είχε ξεκινήσει η ψηφιοποίηση του ιστορικού Αρχείου του Ιδρύματος και των συλλογών του με παλαίτυπα, φυλλάδια του 19ου αι., κ.ο.κ. Στις δραστηριότητες εντάσσεται και η έκδοση μονογραφιών και επιστημονικών μελετών που εμπλουτίζουν τη βιβλιογραφία των ανθρωπιστικών σπουδών.

Ομως η εποχή δεν είναι φιλική για βιβλιοθήκες (ανά τον κόσμο) ούτε για ανθρωπιστικές σπουδές, πολύ δε περισσότερο δεν έχει χρόνο (και διάθεση) να προστατέψει ευαισθησίες ειδικών μελετητών και ερευνητών, όταν το αντικείμενό τους -εννοείται- δεν ρευστοποιείται και δεν εξαργυρώνεται άμεσα στην αγορά. Η γνώση, δηλαδή, που δεν προσαρτάται στη συναλλαγή περνάει δύσκολους καιρούς.

Αρα, μπορεί να εμφανίζεται και ως πολυτελής συνθήκη η διαμαρτυρία για μια έστω και εξαιρετικά σημαντική Βιβλιοθήκη που μετράει κοντά δύο αιώνες ζωής.

Πώς ηχεί άραγε η φράση του Αδαμάντιου Κοραή, συνταγμένη στο Παρίσι: «Θέλετε να ευδοκιμήσει το σχολείον σας; Πρέπει ν’ αρχίσετε από το να καταστήσετε Βιβλιοθήκην καλήν και πλούσιαν, ανάγκη δεν είναι να κάμετε παρευθύς τοιαύτην, ανάγκη όμως είναι ν’ αρχίσετε». Η αλυσίδα της επικοινωνίας έχει μάλλον διαρραγεί και οι βιβλιοθήκες οφείλουν πλέον όχι μόνο να αυτοχρηματοδοτούνται αλλά και να επιχειρηματολογούν για την ύπαρξή τους.

Τι γίνεται όμως στην περίπτωση των μεγάλων κληροδοτημάτων; Πώς ελέγχεται η πολιτική των διοικητικών συμβουλίων που άλλοτε κατορθώνουν να τα διασώσουν και άλλοτε τα φέρνουν στο χείλος της καταστροφής; Δεν θα έπρεπε το κράτος να ενεργοποιείται όταν διαχειριστικά εμφανίζονται προβλήματα, τα οποία (ας μην πάει ο νους μας απευθείας στο χειρότερο) μπορεί να οφείλονται σε λανθασμένες επιλογές των εκάστοτε διοικητικών συμβουλίων;

Κληροδοτήματα αξιοζήλευτα προικοδοτημένα, πώς καταλήγουν να μην μπορούν να συντηρηθούν ή να συντηρήσουν τη ναυαρχίδα τους; Να αναστέλλονται δραστηριότητες που αποτελούν και την ιδρυτική συνθήκη των δωρητών – ευεργετών; Και είναι αλήθεια ότι φωτεινά παραδείγματα οργανισμών ή ιδρυμάτων που πολλαπλασιάζουν τα κέρδη τους από τα κληροδοτήματα, αναπτύσσοντας και εξελίσσοντας τα περιουσιακά τους στοιχεία, δεν είναι συχνά. Τι συμβαίνει, λοιπόν; Μήπως η οικονομική κρίση είναι μια καλή αφορμή για να διερευνηθούν οι γκρίζες ζώνες των κληροδοτημάτων; Οσο και αν η εποχή δεν συμμαχεί με την πρόοδο και την ευημερία, δεν καταρρέουν εύκολα κολοσσοί εκτός εάν στηρίζονται σε πήλινα πόδια.

Η Βιβλιοθήκη της Ριζαρείου είναι μια ενδεικτική, προς διερεύνηση, περίπτωση. Το ένα σκέλος του ζητήματος μπορεί να είναι νομικό· το άλλο, όμως, είναι ηθικό, κοινωνικό και, εν τέλει, πολιτισμικό.

Published in: on 04/09/2011 at 22:54  Σχολιάστε  

Γιώργος Κοντογιώργης: “Η Ελλάδα είναι ένα κράτος υπό διπλή κατοχή” (συνέντευξη στη Ν.Φίλιππα του Mediasoup)

Πηγή-φωτό: Mediasoup /αναδ. LoMaK

Από μικρό παιδί θαύμαζε τον πατέρα του για τη σπάνια αφηγητική του ικανότητα, την οποία εν συνεχεία  κληρονόμησε. Πολύ μικρός, όταν τον ρωτούσαν τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις, εκείνος απαντούσε μονολεκτικά πολιτικός!  Παρά ταύτα, στην πορεία της ζωής του, αρνήθηκε συστηματικά την επαγγελματικού τύπου εμπλοκή του με την πολιτική, καθώς η επιστημονική γνώση που απέκτησε, ακολουθώντας ακαδημαϊκή πορεία, γρήγορα τον οδήγησε στο συμπέρασμα ότι η πολιτική στην Ελλάδα ήταν πάντα ευτελισμένη!
Για τον διακεκριμένο καθηγητή πολιτικής επιστήμης, πρώην Πρύτανη της Παντείου και εκλεκτό συμπατριώτη μας κ. Γιώργο Κοντογιώργη, το παιχνίδι στη χώρα μας είναι …στημένο και από πριν ξεπουλημένο…
Πολιτικοί «καρμπόν», μέσα σ’ ένα «σικέ» πολιτικό σύστημα, που επιμένει να «λεηλατεί» την ελληνική κοινωνία, από την εποχή του Όθωνα μέχρι σήμερα, με απώτερο σκοπό –τι άλλο;- το προσωπικό όφελος!
Είναι οι ίδιοι οι πολιτικοί, κατά τον κ. Κοντογιώργη, που εξωθούν τον πολίτη στη διαπλοκή και στο ρουσφέτι. Είναι αυτοί που υπερδάνεισαν τη χώρα για να φάνε και να σπαταλήσουν περισσότερα –όπως λέει-, κάνοντας κακή διαχείριση και αδιαφορώντας για το συμφέρον της κοινωνίας. Είναι αυτοί που καθημερινά διαπράττουν «εγκλήματα», χωρίς να δικάζονται γι’ αυτά, αλλά και χωρίς να ντρέπονται γι’ αυτά! Το πολιτικό σύστημα της χώρας, θα πει, δεν παράγει καν φιλοδοξία.

Η κρίση στη χώρα μας δεν φαίνεται να εξέπληξε τον Πρώην Πρύτανη της Παντείου, ο οποίος χρόνια τώρα -μέσα απ’ τα γραπτά του και τη γενικότερη συνολική του παρουσία- προσπαθούσε μάταια να κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου. «Ήταν θέμα χρόνου να ξεσπάσει», λέει χαρακτηριστικά.

Στην παρούσα φάση, θεωρεί ότι όλοι μας είμαστε «όμηροι» ενός κράτους υπό διπλή κατοχή, εξωτερική και εσωτερική, απ’ την οποία δεν προβλέπει να βγούμε ούτε καν στις επόμενες δεκαετίες… Μέχρι τότε όμως, η αφρόκρεμα της ελληνικής κοινωνίας –όπως λέει-  θα έχει αναζητήσει την τύχη της στο εξωτερικό, αφήνοντας πίσω από την μια πλευρά, όσους  θα μπορούν να προσφέρουν έργο στους ξένους κινεζικού τύπου και από την άλλη, τους οικονομικούς μετανάστες, τους οποίους και θεωρεί ότι χρησιμοποιούν ως  υπομόχλιο εναντίον της κοινωνίας…

Στην αποκλειστική, εφ’ όλης της ύλης, συνέντευξη που παραχώρησε στην Νατάσα Φίλιππα, ο κ. Κοντογιώργης εκφράζει ανοιχτά την διαφωνία του με την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, που δρομολογείται αυτές τις ημέρες, χαρακτηρίζοντας την Υπ. Παιδείας άνθρωπο, ο οποίος δεν θα προσλαμβανόταν ουσιαστικά ούτε καν για οικιακή βοηθός, λόγω του… φτωχού επιπέδου γνώσεών της, όπως χαρακτηριστικά λέει!
Ο πρώην Πρύτανης της Παντείου αναφέρεται ακόμη, στην « τέως πράσινη» Υπουργό Περιβάλλοντος κα Μπιρμπίλη, εκφράζοντας την αποδοκιμασία του σχετικά με τις αντιλήψεις της για το περιβάλλον και ειδικότερα προς το περιβόητο νομοσχέδιο περί υψηλής παραγωγικότητας, το οποίο τόσο πολύ θορύβησε και τη Λευκάδα. Όπως χαρακτηριστικά λέει: «στην εποχή της θάλασσας, του πολιτισμού της θάλασσας, μας θέλουν να γίνουμε  και πάλι κατσαπλιάδες, να πάρουμε τα βουνά».
Είχαμε την τιμή και τη χαρά να συναντήσαμε τον διακεκριμένο συμπατριώτη μας, κατά την διάρκεια των καθιερωμένων του διακοπών, στο Νυδρί της Λευκάδας, τόπο  που για τον ίδιο –όπως μας εξομολογήθηκε-  αποτελεί ταυτότητα που μονίμως τον ακολουθεί.

Ερ.: Επιστροφή στα πάτρια εδάφη, έστω και για λίγο! Φαντάζομαι τούτος ο τόπος κατέχει ξεχωριστή θέση στην καρδιά σας.

Απ.: Έτσι είναι. Από την Λευκάδα ουσιαστικά δεν έφυγα ποτέ! Έφυγα αναγκαστικά στο τέλος του δημοτικού, γιατί έπρεπε να πάω στο γυμνάσιο. Πήγα στην Αθήνα στην πρώτη Γυμνασίου και στη συνέχεια επέστρεψα στο νησί. Έφυγα ξανά για Αθήνα όταν μπήκα στο Πανεπιστήμιο και  έπειτα στο εξωτερικό. Τα καλοκαίρια όμως, θεωρούσα αυτονόητο ότι έπρεπε να είμαι εδώ. Πολλές φορές  μάλιστα, χρειάστηκε το μήνα Αύγουστο να πάω σε κάποια αποστολή επιστημονική, όπως για ένα διάστημα με την Διεθνή Εταιρία Πολιτικής Επιστήμης, και δεν επήγα, διότι το συνέδριο γινόταν τον Αύγουστο. Είναι κατοχυρωμένος ο Αύγουστος για τη Λευκάδα. Είναι η ταυτότητα και η ταυτότητα όπως λένε μας ακολουθεί!

Ερ.: Πηγαίνοντας αρκετά χρόνια πίσω, στα παιδικά σας χρόνια, ποιες είναι οι  μνήμες που ξεπηδούν από το «χρονοντούλαπο» της ζωής σας;

Απ.: Τα παιδικά μου χρόνια έχουν πολύ μεγάλη σημασία, όπως για κάθε άνθρωπο, διότι εκεί δομείται ο χαρακτήρας μας, η ταυτότητά μας. Ζούσα σε μια οικογένεια, όπου ο πατέρας είχε μία απίθανη αφηγηματική ικανότητα και μου άρεσε να τον ακούω να διηγείται. Εδιηγείτο είτε τους μύθους του Αισώπου, είτε ιστορίες από την ιστορία, είτε τις ιστορίες τις δικές του, τις οποίες μεταφέρω μαζί μου ως διδακτικό υλικό, ως τρόπο και περιβάλλον ζωής που με ακολουθεί. Δεν θυμάμαι να μου είχαν πει παραμύθι στο σπίτι,- ίσως γιατί ήταν μεγάλοι όταν γεννήθηκα και βαριόντουσαν. Θυμάμαι πάρα πολύ όμως αυτές τις ιστορίες  Ο πατέρας μου είχε ζήσει πολλά χρόνια στο εξωτερικό, σε Αμερική και Ευρώπη, με πολλές και ποικίλες δραστηριότητες, -από την εργασία του έως εθελοντής σε πολέμους, σε ζητήματα που είχαν να κάνουν με ειδικότερα ενδιαφέροντά του, όπως η ζωγραφική και η φωτογραφία. Ήταν ένας άνθρωπος, ο οποίος ανήκε στην κατηγορία του Έλληνα που ψάχνει και ψάχνεται. Ένα βαθιά πολιτικό άτομο, το οποίο όμως δεν μιλούσε με κανέναν πολιτικά, μιλούσε μόνον με τον εαυτό του και με μένα, που είχα την υπομονή να τον ακούω και αυτό ήταν ένα υλικό υποδομής.

Ερ.: Άρα είχατε την τύχη να ζυμωθείτε σ’ ένα περιβάλλον με  σημαντικά ερεθίσματα, το οποίο υποθέτω επίδρασε καθοριστικά τόσο στον τρόπο σκέψης σας, όσο και στις μετέπειτα επιλογές σας.

Απ.: Πράγματι, το οικογενειακό μου περιβάλλον είχε πολλά και ποικίλα ενδιαφέροντα και ένα δυνατό πνευματικό υπόβαθρο, που ήταν αποτέλεσμα περιέργειας και όχι σπουδών. Πρώτα – πρώτα, το θέμα της πολιτικής ήταν μια επιλογή, η οποία πρέπει –υποθέτω- να προήλθε από τις αφηγήσεις του πατέρα μου. Μου την εμπότισε. Στην οικογένεια επίσης, υπήρχε από την πλευρά της μητέρας μου έντονη πολιτική δραστηριότητα. Ο αδελφός της μητέρας μου, ο οποίος ήταν γιατρός και πολιτευόταν με την παράταξη του Αλ. Παπαναστασίου, για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα ζούσε μαζί μας στο σπίτι. Επομένως, είναι ένα κλίμα που διδάσκει. Αλλά σε κάθε περίπτωση, όμως ανεξαρτήτως αυτού, η αφηγηματική πορεία του πατέρα μου, ήταν εκείνη που με οδήγησε εκεί. Θυμάμαι ότι όταν ήμουν στην 1η γυμνασίου στην Αθήνα με είχε πάρει ο αδελφός μου, -ο οποίος ήταν φοιτητής τότε-, να πάμε στο θέατρο. Εκεί με ρώτησε ένας φίλος του που ήταν μαζί μας «τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις» και του είπα «πολιτικός»!

Ερ.: Πώς ακριβώς το εννοούσατε το «πολιτικός» σε εκείνη την ηλικία;

Απ.: Δεν εννοούσα πολιτικός με την έννοια της πολιτικής πράξης, του να πολιτευθώ, αλλά να ασχοληθώ με την πολιτική. Τελικά, πήγα στη Νομική, διότι –ευτυχώς θα έλεγα- δεν υπήρχε πολιτική επιστήμη τότε στην Ελλάδα. Υπήρχε το πολιτικό της Νομικής, το οποίο όμως ήταν κάθε άλλο παρά τμήμα πολιτικής επιστήμης. Πρέπει βέβαια, να διευκρινίσω ότι την περίοδο εκείνη δεν υπήρχε ουσιαστικά πολιτική επιστήμη, ούτε στην Ευρώπη. Η πολιτική επιστήμη διάγει ακόμη το βρεφικό της στάδιο. Δεν είναι επιστήμη παλαιά. Ήταν η νομική και η οικονομία που δέσποζαν στην πολιτική. Επομένως, επήγα στην Νομική για να συνεχίσω στη συνέχεια, ως την εγγύτερη, στην πολιτική επιστήμη σε μεταπτυχιακό επίπεδο στο εξωτερικό.

Ερ.: Τι σας απώθησε από το να πολιτευθείτε;  Φαντάζομαι όλα αυτά τα χρόνια θα σας έχουν κάνει πάμπολλες προτάσεις!

Απ.: Είχα πολλές προκλήσεις και από διάφορες πολιτικές παρατάξεις κλήθηκα να πολιτευθώ, περισσότερες της μιας φοράς. Το αρνήθηκα συστηματικά. Η εμπλοκή μου στην πολιτική ήταν ευκαιριακή, μόνο και μόνο για να δώσει δείγμα γραφής του πως αντιλαμβάνομαι την έννοια της πολιτικής ως δημόσιας σφαίρας, άρα να εφαρμόσω αυτό που συνδυάζει η προσωπική μου άποψη με την επιστημονική μου γνώση. Αλλά να ασχοληθώ με την πολιτική, με τον επαγγελματικό τρόπο που γίνεται αντιληπτός ούτε μια στιγμή δεν το σκέφτηκα. Υπάρχει ένας λόγος πολύ σοβαρός. Εκτός του ότι μου αρέσει ο τρόπος της ζωής μου στο πεδίο της έρευνας, το γεγονός ότι ακόμη κι αν ασχολούμουν με την πολιτική το σύστημα θα με είχε εκβράσει, διότι δεν μοιράζομαι την άποψη της πολιτικής τάξης αυτής της χώρας, η οποία αντιλαμβάνεται την πολιτική ως το πολιτεύεσθαι για να συνθέτει συμφέροντα, να τα υπηρετεί ως «όμηρος» και βεβαίως να καταστρέφει τη χώρα, αλλά ως σχέση που συνδέεται στενά με το δημόσιο αγαθό. Αυτή η πολιτική δεν με εκφράζει.

Ερ.: Δηλαδή, θεωρείτε ότι ένας νέος άνθρωπος, με όραμα, δεν μπορεί να παραμείνει στα πολιτικά πράγματα και να παράξει έργο υπέρ του κοινωνικού συνόλου, χωρίς να τον εκβράσει, όπως είπατε, το σύστημα;

Απ.: Όχι, σε καμιά περίπτωση. Το πολιτικό σύστημα έχει παγιωθεί, μέσω της ταύτισής του με το κράτος, το οποίο λειτουργεί ως κράτος κατοχής. Κατέχει την ελληνική κοινωνία, δεν την αντιπροσωπεύει. Δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά, όσο υπάρχει αυτό το πολιτικό σύστημα, διότι η κοινωνία, ούσα έξω από αυτό, το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να εναλλάσσει τους πολιτικούς στην εξουσία. Το να  φύγει όμως το ένα κόμμα και να έρθει το άλλο ή το τρίτο, ή το τέταρτο, οποιαδήποτε κόμμα, δεν σημαίνει τίποτε, γιατί η συμφωνία των κομμάτων για τον τρόπο λειτουργίας του κράτους είναι διακομματική, διαχέεται σ’ όλο το φάσμα το πολιτικό. Δεν είναι να πει κανείς ότι τα μεγάλα κόμματα κάνουν αυτά και τα μικρά κάνουν άλλα.

Ερ.: Άρα, καταλήγουμε στο λυπηρό συμπέρασμα ότι όλοι είναι ίδιοι;

Απ.: Ακριβώς! Δεν εννοώ φυσικά ότι όλοι επιδίδονται σε «πλιάτσικο» του δημοσίου. Όσοι όμως παραμένουν στην πολιτική είναι εναρμονισμένοι, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, με τους όρους του συστήματος. Παίζουν το παιχνίδι του συστήματος. Το σύστημα σήμερα απέκτησε μια πολύ πιο εύγλωττη χροιά -με δεδομένη την παρουσία των ΜΜΕ και του ισχυρού οικονομικού παράγοντα- αλλά ουσιαστικά πάντα έτσι ήταν. Ένα σύστημα που οδηγούσε την πολιτική να κατέχει την κοινωνία. Ανασυνθέτοντας την. Δηλαδή, καταργώντας συστηματικά το συλλογικό ιστό, ώστε να αντιμετωπίζεται ο κάθε πολίτης κατ’ άτομο.

Ερ.:  Και έτσι ώστε να υπάρχει ελεύθερο το πεδίο, για τη δημιουργία πελατειακών σχέσεων…

Απ.: Η έννοια του πελατειακού συστήματος είναι μια έννοια η οποία προκαλεί απορία συχνά. Δεν εξηγείται γιατί συμβαίνει στην Ελλάδα το πολιτικό σύστημα να είναι μετασχηματισμένο σε πελατειακό, και όχι στις άλλες χώρες. Ή γιατί οι πολιτικές δυνάμεις να έχουν μεταλλαχθεί σε κομματοκρατία, όπως την χαρακτηρίζω. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι το πολιτικό σύστημα που ζούμε –ανεξαρτήτως των ανοήτων επιχειρημάτων που διακινούν συνάδελφοι μου επιστήμονες, διανοούμενοι κλπ.- δεν είναι ούτε δημοκρατικό, ούτε αντιπροσωπευτικό, άρα δεν διαθέτει θεσμική αντιστοίχηση με την κοινωνία, ώστε να εξαναγκάζεται ο πολιτικός να πολιτεύεται κατά το συμφέρον που θα υπαγορεύσει η κοινωνία. Επειδή λοιπόν η ελληνική κοινωνία είναι πολιτικά αναπτυγμένη τα μέλη της διαπραγματεύονται κατά μόνας! Έτσι ένα πλεονέκτημα που έχει η κοινωνία μας κληρονομήσει -μια υψηλή πολιτική ανάπτυξη- που μεταφράζεται σε αξίωση να έχει λόγο στην πολιτική, όπως λέει και η ορολογία της γλώσσας μας, μεταβάλλεται σε μειονέκτημα που προκαλεί στρεβλώσεις, επειδή το πολιτικό σύστημα την αποκλείει από τη διαδικασία λήψεως των αποφάσεων. Και γι’ αυτό το λόγο η πολιτική τάξη, δηλαδή αυτοί που κατέχουν το πολιτικό σύστημα, έχουν απεριόριστη δυνατότητα να διαπλέκονται με όλους αυτούς που κινούνται γύρω από το κράτος και κυρίως να θέτουν σε καθεστώς πολιτικής αδυναμίας την κοινωνία.

Ερ.: Έχει ατομική ευθύνη ο πολίτης σε όλο αυτό που συμβαίνει; Μπορεί ν’ αλλάξει κάτι; Ή το παιχνίδι είναι στημένο και εξ’ αρχής ξεπουλημένο;

Απ.: Επιμένω να λέω ότι ο πολίτης δεν έχει ευθύνη σ’ όλο αυτό. Και επιμένω να το λέω, όχι γιατί ο πολίτης δεν μετέχει, αλλά επειδή το σύστημα του λέει ότι αν δεν πράξει έτσι, δεν έχει μέλλον σ’ αυτή τη χώρα. Ή πρέπει να φύγει ή να πάρει τα βουνά ή τα όπλα. Επειδή τα όπλα δεν τα παίρνει κανείς, παρά μόνο στην απόγνωση, και επειδή οι δικλείδες διαφυγής δεν είναι πολλές, βλέπουμε ότι ο πολίτης ή φεύγει ή παραμένει σ’ αυτή τη χώρα και διαπλέκεται. Μην πάρουμε τις μεγάλες διαπλοκές που κάνουν μεγαλοεκδότες και άλλοι παράγοντες με την πολιτική ηγεσία. Γιατί αυτοί ουσιαστικά είναι σήμερα το πολιτικό σύστημα. Ας πάρουμε τον κοινό πολίτη, τον αγρότη του χωριού μας. Για να μπορέσει να βγάλει μια άδεια ή για να μπορέσει να χρησιμοποιήσει την ιδιοκτησία του, δεν πρέπει να πληρώσει την αρμόδια δημόσια υπηρεσία; Είναι ο ίδιος ο νόμος που δημιουργεί τη διαφθορά, δηλαδή τον εξαναγκασμό να συναντηθεί ο πολίτης, προκειμένου να κάνει τη δουλειά του, με τον δημόσιο υπάλληλο, όχι φυσικά σε επίπεδο νομιμότητας, αλλά σε επίπεδο διαπλοκής και διαφθοράς.

Ερ.: Ένας φαύλος κύκλος δηλαδή, απ’ τον οποίο δεν μπορεί να ξεφύγει κανείς;

Απ.: Ας πάρουμε ένα ενδεικτικό παράδειγμα. Η έννοια της δασικής έκτασης. Το να μην καλλιεργεί κανείς για ένα διάστημα το χωράφι του, για παράδειγμα στη Λευκάδα που έχει μεγάλο ποσοστό βροχοπτώσεων, σε 5 χρόνια μπορεί να θεωρηθεί δασικό, σε αντίθεση με τις Κυκλάδες, σε έναν αιώνα, ενδεχομένως δεν θα θεωρηθεί, διότι δεν βρέχει. Όμως η έννοια της δασικής έκτασης αποτελεί παγκόσμια πρωτοτυπία! Ανεξαρτήτως, αυτού αν έχεις ένα σπίτι 100 χρόνια κλειστό, δεν θα σου πει κανείς ότι το χάνεις! Αν έχεις όμως ένα χωράφι 10 χρόνια ή 5 χρόνια μη καλλιεργημένο θα στο πει. Έχει σημασία να το προσέξουμε αυτό. Παντού υπάρχει η έννοια του δάσους και η έννοια του αγρού που καλλιεργείται ή δεν καλλιεργείται για κάποιο διάστημα. Από εκεί και πέρα υπάρχει η χωροταξία, υπάρχει δηλαδή η ρύθμιση των χρήσεων γης, που λέει εκεί χτίζεις, εδώ δεν χτίζεις, εκεί καλλιεργείς, εδώ δεν καλλιεργείς κλπ. Στην Ελλάδα, επειδή οι πολιτικοί δεν έχουν δημόσια αντίληψη των πραγμάτων και βούληση να υπηρετήσουν το κοινό συμφέρον, μας πετάνε με ένα νόμο την έννοια «δασική έκταση» -θα μπορούσα να πολλαπλασιάσω τα παραδείγματα- και να οδηγήσουν τον πολίτη στην απόγνωση: στα δικαστήρια, στη διαφθορά και βεβαίως σε πολλά άλλα. Αυτό είναι το σύστημα, το οποίο εγκαθιδρύουν, προκειμένου να ελέγξουν και τελικά εξουθενώνουν τον πολίτη. Ας δούμε πόση έλλειψη κοινωνικής ευαισθησίας υπάρχει σ’ αυτό. Ποιοι έφυγαν και έπαψαν να καλλιεργούν τα χωράφια τους; Αυτοί που έκαναν αντίσταση στην περίοδο της κατοχής, αυτοί που μετέσχον στον εμφύλιο και βεβαίως αυτοί που, λόγω του ότι αναδιαρθώθηκε η οικονομία, δεν μπορούσαν να ζήσουν πια στο χωριό τους και μετέσχον στην εσωτερική ή εξωτερική μετανάστευση. Εμποδίζοντας έτσι την επιστροφή του πολίτη στο χωριό του καλλιέργησαν μια δύσμορφη αστυφιλία και φυσικά όχι την ανάπτυξη. Θα με ρωτήσετε: μήπως βοήθησαν στην ανάπτυξη του δασικού πλούτου της χώρας; Προφανώς όχι, διότι στο όνομα της δασικής έκτασης -που διώκει την ιδιωτική ιδιοκτησία και την ανάπτυξη- εγκατέλειψαν το δάσος στο έλεος των συμφερόντων και των καταπατητών. Το νέο «κόλπο» που η πονηρά φύση των πολιτικών έχει εφεύρει τα τελευταία χρόνια είναι η ελάχιστη όψη του κτήματος ή του οικοπέδου σε δημόσιο κλπ δρόμο. Εκεί να δείτε τι πεδίο δόξης της διαφθοράς και της καταδυνάστευσης του πολίτη ανοίγεται μπροστά μας στο όνομα της προστασίας του περιβάλλοντος.

Ερ.: Επί του προκειμένου, δεν έχετε καθόλου άδικο. Μεγάλη σύγχυση δημιουργήθηκε στους πολίτες και με το περιβόητο νομοσχέδιο περί υψηλής παραγωγικότητας της κας Μπιρμπίλη. Στη Λευκάδα είχε ξεσηκωθεί ο κόσμος!  

Απ.: Τους ενδιαφέρει ο χώρος και όχι η χώρα. Να αδειάσει η χώρα από τους κατοίκους της στο όνομα του περιβάλλοντος!. Ερωτώ: μας ενδιαφέρει τι καθεστώς περιβάλλοντος υπάρχει στον Άρη αφού δεν κατοικείται; Το περιβάλλον ενδιαφέρει εκεί που υπάρχουν άνθρωποι. Οι πολιτικές τους για το περιβάλλον δεν οδηγούν σε ισόρροπη ανάπτυξη του οικιστικού ιστού στη χώρα, αλλά στον εξαναγκασμό της κοινωνίας να στοιβαχθεί στις υπάρχουσες πόλεις και στα ορεινά χωριά. Η ρύθμιση που είχαν κάνει –που αφορούσε και τη Λευκάδα- έθετε σε καθεστώς απαγόρευσης (και παρανομίας) τη γη σε βάθος 350 μέτρων από τις ακτές, όπου υπάρχει Natura. Οι βράχοι ανακηρύχθηκαν εδάφη υψηλής παραγωγικότητας με αποτέλεσμα να απαγορευτεί οποιαδήποτε οικιστική πράξη. Θα έπρεπε οι άνθρωποι ή να μεταναστεύσουν ή να πάρουν τα βουνά! Στην εποχή του πολιτισμού της θάλασσας, μας θέλουν να πάμε να γίνουμε κατσαπλιάδες πάλι.  Τι μέγεθος της διαστροφής! Δηλαδή τοποθετούν την κοινωνία απέναντί τους, ως εχθρό.

Ερ.: Από την άλλη, δεν θα πρέπει με κάποιο τρόπο να προφυλάξουμε το φυσικό μας περιβάλλον;

Απ.: Οπουδήποτε, σε οποιαδήποτε χώρα του κόσμου κι αν πάμε, θα δούμε ότι υπάρχει ένα κράτος που αρχίζει να παίζει το ρόλο του, απ’ την στιγμή που θεσμοθετείται ο κανόνας. Τι λέει το κράτος π.χ. στη Γαλλία ή στη Γερμανία; Ορίζω που θεωρείται αιγιαλός, καθορίζω που υπάρχει παραλία, οριοθετώ το δάσος, δημιουργώ κανόνες χωροταξίας, κτηματολόγιο και οι πολίτες γνωρίζουν το πλαίσιο της λειτουργίας τους. Οριοθετείται ο χώρος, ως προς τις χρήσεις γης, ως προς τη χρησιμότητά του, ανάλογα με τις ανάγκες και τη δυναμική της κοινωνίας. Εδώ στην Ελλάδα το κράτος θεωρεί ότι ο ρόλος του σταματά εκεί που έπρεπε να αρχίζει. Ψηφίζει εύκολα νόμους. Έχουν πολλοί διατυπώσει την έκπληξη ότι το κράτος στην Ελλάδα είναι προοδευτικό, επειδή ψηφίζει προωθημένους νόμους με πολύ ευκολία. Όταν διαπιστώνει ένα πρόβλημα, αντί να πάρει μέτρα να το λύσει, ψηφίζει ένα νόμο. Το κράτος έχει ως ρόλο να εφαρμόζει τους νόμους. Εν προκειμένω, όμως, όπου το κράτος παρεμβαίνει για να κυβερνήσει, δηλαδή για να εφαρμόσει τους νόμους εκεί υφαίνει τη διαφθορά, ώστε μέσα απ’ το «λαδόσημο» να λειτουργήσει η δημόσια υπηρεσία. Το ίδιο συμβαίνει παντού. Δείτε τις εξωτερικές υποθέσεις, όσες υποθέσεις ανέλαβε να διαχειριστεί η πολιτική ηγεσία τις κατάστρεψε: όλα τα εθνικά θέματα απ’ το Σκοπιανό μέχρι το Κυπριακό.
Ερ.: Τόσο αυτοκαταστροφικοί πια! Για ποιο λόγο;
Απ.: Διότι, όπως προείπα, δεν τους ενδιαφέρει η ελληνική χώρα, δεν τους ενδιαφέρει η ελληνική κοινωνία, τους ενδιαφέρει το δικό τους συμφέρον, η μικροπολιτική και η διαπλοκή που τους συντηρεί στην εξουσία. Άρα πώς θα ψηφοθηρήσουν! Τι έκαμαν στο Σκοπιανό; Αντί να μετρήσουν, να σταθμίσουν τι δυνατότητες είχε η χώρα, ποιες συνθήκες της προσφέρονταν, να μελετήσουν το πρόβλημα και να διαπραγματευθούν με το διεθνή παράγοντα μια λύση επ’ ωφελεία του ελληνικού λαού, του ελληνικού κράτους, οργάνωσαν διαδηλώσεις, κινητοποίησαν τον κόσμο, σαν τη διαπραγμάτευση να την έκανε η πολιτική ηγεσία με την κοινωνία και όχι με το διεθνή παράγοντα. Αντί λοιπόν να διαπραγματευθούν το ζήτημα στο εξωτερικό, οδήγησαν στον αφιονισμό ουσιαστικά της κοινωνίας και στο τέλος ενοχοποίησαν κοινωνία ότι αυτή έφταιγε για τις αβελτηρίες τους. Το αποτέλεσμα; Γίναμε μέρος του βαλκανικού προβλήματος που δεν μας επέτρεψε να επωφεληθούμε από το μετασοσιαλιστικό κενό στην περιοχή. Δημιούργησαν το πλαίσιο της υπερβολής, όπου παγίδευσαν την ελληνική κοινωνία, δεν επέβλεψαν στη διαχείριση του προβλήματος και στο τέλος το άφησαν να καρκινοβατεί. Το ίδιο συνέβη με το Κυπριακό. Κατέστρεψαν την Κύπρο για τους ίδιους λόγους. Η αρχή των χαμένων ευκαιριών είναι η αρχή της μη ενασχόλησης με το αντικείμενο στις διεθνείς του διαστάσεις, άρα της μη θέλησης να βαρύνουν με τις δυνατότητες της χώρας στη διεθνή πολιτική, ώστε να επιτύχουν μια επωφελή λύση, χρησιμοποιώντας το κυπριακό επιχείρημα για εσωτερικούς ψηφοθηρικούς λόγους. Αν σταθμίσετε ποια ήταν η θέση της ελληνικής κοινωνίας υπό συνθήκες Οθωμανικής κατοχής, άρα εθνικής δουλείας, και ποια είναι σήμερα θα εκπλαγείτε, αλλά θα μπορέσετε να συναγάγετε και το συμπέρασμα για το ποιος είναι υπαίτιος για το σημερινό μας χάλι. Ηγεμόνευε ο ελληνικός κόσμος σε τρεις ουσιαστικά αυτοκρατορίες, την Οθωμανική, την Ρωσική ευρέως και Αυστροουγγρική, όπου στις 114 μεγαλύτερες επιχειρήσεις οι περισσότερες και ισχυρότερες ήταν ελληνικές, υπαγόρευαν πολιτικές αποφάσεις. Η Μεσόγειος ήταν ευρέως υπό τον έλεγχο του ελληνικού ναυτικού του εμπορίου.  Πώς εξηγείται ότι σήμερα είναι σε καθεστώς αδυναμίας; Και γιατί αυτήν την αστική τάξη, την πνευματική τάξη που ηγεμόνευε σε μια περιοχή, δεν την ενσωμάτωσε το ελληνικό κράτος, αλλά την κατέστρεψε; Έφθασαν μέχρι να ψηφίσουν νόμο κατά των ετεροχθόνων, δηλαδή κατά των εκτός του κράτους Ελλήνων για να τους αποκλείσουν από την νομή του ελληνικού κράτους, για να το λυμαίνονται μόνοι τους.

Ερ.: Να έρθουμε  στην ελληνική κρίση ή στην κρίση χρέους, όπως αλλιώς λέγεται.. Την περιμένατε; Σας προξένησε εντύπωση ο ερχομός της;

Απ.: Καθόλου δεν μου έκανε εντύπωση. Δεν είχα προβλέψει ότι θα είναι το χρηματοπιστωτικό σύστημα, που διήλθε από τις τράπεζες της Αμερικής, το οποίο θα προκαλούσε την κρίση, αλλά είχα –τα γραπτά μου μιλάνε γι αυτό-, εδώ και δύο δεκαετίες κιόλας αναλύσει όλο αυτό το φαινόμενο που ζούμε σήμερα εξηγώντας που οδηγεί. Στα διεθνή π.χ. είχα αναγγείλει την αιτία της κρίσης, δηλαδή την επελθούσα ανατροπή της ισορροπίας ανάμεσα στην κοινωνία, το κράτος και την αγορά υπέρ της τελευταίας. Έγραφα ότι από τη στιγμή που ανατρέπεται αυτή η ισορροπία υπέρ των αγορών η μόνη λύση που υπάρχει είναι να αλλάξουμε το πολιτικό σύστημα. Να μπει η κοινωνία στην πολιτική. Και για την ελληνική περίπτωση επανειλημμένα είχα αρθρογραφήσει από το 1984, -όταν άρχισε να συζητιέται το περίφημο νεοφιλελεύθερο σύστημα- ότι εδώ πια τα πράγματα πάνε πιο γρήγορα. Και είχα εξηγήσει τις συνέπειες της λεηλατικής πολιτικής που υιοθετήθηκε από την τότε κυβέρνηση για τον τόπο. Τον Ιούλιο του 2008 σε διάλεξή μου, σε μια ημερίδα με έναν συνάδελφο από το Βέλγιο, είχα ακριβώς αναφερθεί σ’ αυτή τη διεθνή κρίση και την είχα ουσιαστικά αναγγείλει. Τον Φεβρουάριο του 2009 είχα επίσης δημοσιεύσει ένα βιβλίο που ανέλυε το φαινόμενο των Δεκεμβριανών του 2008. Εκεί ανέλυα γιατί η ελληνική κοινωνία έφθασε έως εδώ, γιατί θα πάει ακόμη χειρότερα και γιατί θα φθάσει σ’ ένα σημείο που δεν θα έχει γυρισμό, όπως είναι σήμερα. Μην ξεχνάμε ένα πράγμα: στο δυτικό χώρο –η σημερινή κρίση δεν είναι παγκόσμια, είναι δυτική-, την κρίση την δημιούργησαν οι αγορές, στην Ελλάδα πρωτογενής αιτία της κρίσης δεν είναι η ελληνική αγορά, λχ οι τράπεζες –οι τράπεζες ήταν μια χαρά-, αλλά το κράτος. Διότι αυτό, δηλαδή η πολιτική τάξη δημιούργησε τις προϋποθέσεις της διάλυσης, της υπερχρέωσης του κράτους, όχι για να αναπτυχθεί, αλλά για να λεηλατηθεί. Έχει γίνει μια μελέτη –πριν την κρίση- που έχει δείξει ότι εάν τα χρήματα που μπήκαν, ή που παρήχθησαν στην Ελλάδα πήγαιναν για παραγωγικούς σκοπούς, η Ελλάδα θα ήταν σήμερα η πρώτη οικονομικά δύναμη στην Ευρώπη. Πάνω και από την Σουηδία και τις σκανδιναβικές χώρες.

Ερ.: Βασικός φαντάζομαι σύμμαχος στον τρόπο που λειτουργούν, είναι το ίδιο το Σύνταγμα και οι νόμοι του.

Απ.: Όταν κανείς εξωθεσμικά, όπως είναι οι αγορές που διατείνονται ότι πρέπει να αυτορυθμίζονται, κινεί τα νήματα της πολιτικής σ’ αυτή την περίπτωση η αυτορρύθμιση καταλήγει σε απορρύθμιση. Τα κόμματα λένε ότι θα κάνουν αυτοκάθαρση, που σημαίνει ότι δεν υπόκεινται στο νόμο. Διότι τι σημαίνει αυτοκάθαρση; Δηλαδή, μπορώ εγώ αν κλέψω, ή αν δεν διαχειριστώ σωστά κάτι που μου ανέθεσαν να πω ότι δεν θα υποβληθώ στη δικαιοσύνη να δικαστώ, αλλά θα κάνω αυτοκάθαρση; Τι σημαίνει αυτό, ότι θα ζητήσω μετάνοια; Και η βλάβη πως θα αποκατασταθεί; και πως θα αποτραπεί στο μέλλον η διάπραξη και άλλων αδικημάτων; Αυτά τα κάνουν στις θρησκείες, που πάει κανείς μπροστά στην εικόνα και ζητάει συγνώμη από το θεό και τελειώνει. Ως γενική αρχή, πρέπει να ξέρουμε ότι όλα και όλοι πρέπει να υπόκεινται στον ίδιο νόμο. Δεν μπορεί ο πολιτικός να λέει: «όποιος κλέψει ή βλάψει τον άλλον θα πάει φυλακή, αλλά αν κλέψω ή εάν βλάψω με τις πράξεις μου εγώ δεν πάω», και ότι «θα αποφασίσω εγώ πώς θα δικαστώ κι αν θα δικαστώ». Δεν επιτρέπεται αυτό. Γιατί; Μα αυτό μας το λέει ο ίδιος ο Αριστοτέλης. Ο Αριστοτέλης λέει ότι στις δημοκρατίες –δεν είναι η περίπτωση του συστήματος αυτού- τα πολιτικά εγκλήματα τιμωρούνται αυστηρότερα και αυτό διότι δεν είναι το είδος του εγκλήματος μόνον, αλλά και ο αριθμός αυτών που βλάπτονται που πρέπει να συνεκτιμηθούν. Γιατί αν εγώ ως πολίτης κλέψω βλάπτω έναν, αν ο πολιτικός κλέψει, βλάπτει όλη την κοινωνία. Άρα λοιπόν, γι’ αυτό πρέπει να τιμωρείται αυστηρότερα. Εδώ λοιπόν, αυτό αντιστρέφεται.

Ερ.: Άρα, είστε ένθερμος υποστηρικτής της άρσης της βουλευτικής ασυλίας, καθώς και της ακύρωσης της παραγραφής των πολιτικών αδικημάτων. Κάτι τέτοιο νομίζω θα παραμείνει «όνειρο» θερινής νυκτός, για τους περισσότερους πολίτες αυτής της χώρας.

Απ.: Είναι φανερό. Η πολιτική ως πράξη δεν δικάζεται! Έχουν λέει, την πολιτική ευθύνη, δηλαδή σου λένε: «μην με ξαναψηφίσεις». Μα η ψήφος δεν είναι τιμωρία! Η ψήφος αποφασίζει ποιος θα κυβερνήσει στο μέλλον. Είναι άλλο πράγμα η ποινή, η ευθύνη επομένως. Μας λέει ο Αριστοτέλης λοιπόν, για να τον ξαναθυμηθούμε προκειμένου να διαπιστώσουμε πόσο πίσω είμαστε, ότι δόθηκε από τον Σόλωνα στο λαό το «ελέγχειν» και το «ευθύνειν», το δικαίωμα να ελέγχει και να ζητά ευθύνες (να δικάζονται οι πολιτικοί εάν τον έβλαψε) για την πολιτική που ακολουθούν οι πολιτικοί, γιατί διαφορετικά θα ο λαός θα ήταν δούλος των πολιτικών. Γιατί σήμερα να μην θεωρούμε ότι είμαστε δούλοι των πολιτικών, αφού δεν μπορούμε ούτε να τους ελέγξουμε, ούτε να τους ζητήσουμε ευθύνες; Βλέπουμε πώς έγινε η διαχείριση των ολυμπιακών έργων, πώς έγινε η διαχείριση και οι επενδύσεις σε όλους τους κλάδους. Ξέρουμε κανένα να έλεγξε το Μέγαρο Μουσικής; Αποφάσισε ο κ. Λαμπράκης να μεταβάλει σε ευεργέτη του το κράτος! Δεν επήγε κανείς να ελέγξει πως διατέθηκαν τα χρήματα του λαού. Ξέρουμε πώς έγινε η Εθνική Οδός; Γιατί έχει βγει το συμπέρασμα ότι 1χλμ δρόμος κοστίζει 1 ευρώ στην Ισπανία και 7 ευρώ στην Ελλάδα; Ελέγχθηκαν ποτέ οι φορείς που έλαβαν επιδοτήσεις; Παντού λογική λεηλασίας, διαπλοκής και σπατάλης. Τι έγινε με τη Ζήμενς; Τι κάνει τους πολιτικούς να κλείνουν άρον άρον το σκάνδαλο; Γιατί τα υποβρύχια γέρνουν και κοστίζουν πολύ περισσότερο απ’ όσο πωλούνται αλλού; Από τη στιγμή που άρχισε το στρίμωγμα των πολιτικών από την πλευρά της κοινωνίας, οι πολιτικοί βρήκαν διέξοδο λεηλασίας μέσω των αμυντικών δαπανών, διακομματικά. Τραγικό! Δεν είναι τωρινό το φαινόμενο. Και επαίρονται, όταν έρχεται η στιγμή να μιλήσουν για την κοινή γνώμη: λένε «δεν κυβερνάμε με βάση τις δημοσκοπήσεις»; Τι σημαίνει αυτό; Ότι περιφρονούμε την ελληνική κοινωνία, γιατί η δημοσκόπηση δηλώνει την βούλησή της!

Ερ.: Ακούγοντας πάντως, κανείς με προσοχή τα όσα λέτε, αντιλαμβάνεται ότι μόνο δημοκρατικό δεν είναι το πολίτευμά μας.

Απ.: Η μεταπολίτευση, αν θέλουμε να την δούμε με αντικειμενικούς όρους, αποτελεί την ολοκληρωτική επαναφορά του πολιτικού συστήματος στο καθεστώς της φαυλοκρατίας του 19ου αιώνα. Δημοκρατία σημαίνει να κυβερνάμε εμείς και όχι αυτοί. Άρα το πολιτικό σύστημα να μας ανήκει και όχι να τους ανήκει. Να παίρνουμε εμείς τις αποφάσεις και όχι αυτοί. Αν το πολιτικό σύστημα ήταν αντιπροσωπευτικό θα ίσχυε αυτό που ισχύει στη σχέση εντολέα και εντολοδόχου. Τέτοια σχέση δεν υπάρχει σήμερα πουθενά. Το πολιτικό προσωπικό είναι και εντολέας και εντολοδόχος. Εάν δει κανείς με τι πονηριά έχουν οικοδομήσει την αντίληψη ότι το πολιτικό σύστημα είναι και αντιπροσωπευτικό και δημοκρατικό, μέσα από έννοιες που τις έχουν διαφθείρει για να υφαρπάσουν δηλαδή και την ιδιότητα του εντολέα και του εντολοδόχου στα χέρια τους και να πείσουν την κοινωνία γι’ αυτό, θα διαπιστώσει πόσο ιδιοφυές σχέδιο είναι. Όμως είναι ψευδέστατος ο ισχυρισμός, δεν λέει την αλήθεια, δεν είναι επιστημονικά ορθός. Κάνουν ιδεολογία!

Ερ.: Τον περασμένο Μάιο σας είδαμε να τάσσεστε στο πλευρό των «αγανακτισμένων» του Συντάγματος. Κατά πόσο πιστεύετε ότι τέτοιου είδους και τέτοιου πλήθους λαϊκές συγκεντρώσεις-αντιδράσεις μπορούν να φέρουν αλλαγές στο υπάρχον πολιτικό σύστημα;

Απ.: Ήμουν, δεν θα έλεγα στο πλευρό τους, αλλά στο πλευρό της κοινωνίας που πάσχει και είναι αγανακτισμένη και που συγκεντρωνόταν εκεί για να διαδηλώσει τον πόνο για τη χώρα και το πρόβλημά της. Αλλά όχι μ’ αυτούς που λειτούργησαν ως εσωτερικοί του συντελεστές και εκφύλισαν το φαινόμενο, οδηγώντας το σε αδιέξοδο και στην διάλυσή του στη συνέχεια. Είχα γράψει το Μάιο, μόλις ξεκίνησε η υπόθεση αυτή, ένα εκτενές κείμενο, που το είπα «Κάλεσμα προς την κοινωνία πολιτών». Εξηγούσα ότι αν παραμείνουν εκεί στο Σύνταγμα, όπως συνέβη, θα λειτουργήσουν περίπου ως «βραχονησίδα» στον Ατλαντικό και όχι με σκοπό να «συνάψουν» έναν αναγκαστικό γάμο με αυτούς που είναι μέσα στην Βουλή, που είναι το πρόβλημα. Τους είπα λοιπόν, να οργανώσουν την περικύκλωση της Βουλής και του Μεγάρου Μαξίμου ειρηνικά και εν ανάγκη, εάν οι δυνάμεις των ΜΑΤ, της αστυνομίας επιχειρήσουν ο, τιδήποτε να ξαπλώσουν κάτω. Διακόσιες χιλιάδες άνθρωποι, έχοντας όμως στο χέρι συγκεκριμένες ρυθμίσεις που θα οδηγούσαν στην εξυγίανση του παρόντος συστήματος και θα έβαζαν δημοσκοπικά την κοινωνία στην πολιτική, να τους αναγκάσουν να ψηφίσουν αυτούς τους νόμους. Παραδείγματος χάρη, έλεγα ότι όσες αποφάσεις έλαβαν εναντίον της άρσεως ασυλίας, από την μεταπολίτευση μέχρι σήμερα, να επανέλθουν και να προσαχθούν στην δικαιοσύνη για οποιαδήποτε λόγο οι πολιτικοί. Δεύτερον, να καταργηθεί ο νόμος περί ευθύνης υπουργών και να υπόκεινται οι πολιτικοί στη δικαιοσύνη απευθείας. Να παραιτηθεί η Βουλή από τα δικαιώματα που έχει και αυτοδικαίως –γιατί τυπικά χρειάζεται συνταγματική μεταρρύθμιση-, να βγαίνει η απόφαση ότι παραπέμπονται όλοι στη δικαιοσύνη χωρίς να ασχολείται η Βουλή μ’ αυτό. Να θεωρεί δηλαδή εξορισμού ότι είναι ένοχοι και να παραπέμπονται στη δικαιοσύνη. Επίσης, ως προς τις απολαβές τους. Είναι δυνατόν να αυξάνουν τον προϋπολογισμό και να μην κάνουν μια συμβολική πράξη; Να παίρνουν χρήματα από τον ταλαίπωρο τον μισθωτό των 500 ευρώ και να θεωρούν ότι είναι δημαγωγία και λαϊκισμός να τους αξιώνει κανείς να πάρουν από τους ίδιους;

Ερ.: Τι πρέπει να κάνουμε για να επιτευχθεί αυτό, για να γίνουν οι αλλαγές που περιγράφετε;

Απ.: Να μην τους αφήνουμε σε χλωρό κλαρί. Να τους καταδιώκουμε χωρίς οίκτο, χωρίς έλεος και κυρίως να πάψουμε να θεωρούμε ότι η εναλλαγή στην εξουσία είναι λύση. Όποιος και να ‘ρθει τα ίδια θα κάνει. Έχουμε δει όλους τους πολιτικούς από την άκρα Δεξιά, μέχρι την άκρα Αριστερά να παίζουν με την έννοια του μνημονίου. Για την άρση των αιτίων που οδήγησαν στο μνημόνιο κανείς δεν μιλάει. Που είναι τα μέτρα για την εξυγίανση του πολιτικού συστήματος ή για τη λειτουργία του κράτους, της δημόσιας διοίκησης; Ακόμα και ο νόμος για την ευθύνη των υπαλλήλων δεν έχει αλλάξει. Δεν υπάρχει η έννοια του ελέγχου και της κύρωσης στο ελληνικό κράτος!

Ερ.: Ποια είναι αλήθεια, η προσωπική σας άποψη για το μνημόνιο; Είναι τελικά το «φάρμακο» που μπορεί, αν εφαρμοστεί, να αναστήσει τον «πεθαμένο»;

Απ.: Το μνημόνιο ήρθε επειδή η πολιτική τάξη μας οδήγησε εδώ και επειδή στη συνέχεια δεν θέλησε να πάρει μέτρα για την έξοδο από την κρίση. Το παράδοξο είναι ότι οι ίδιοι, οι οποίοι μας κατέστρεψαν,  αξιώνουν να μας σώσουν. Αυτό δεν γίνεται. Έστω μπήκαμε στο μνημόνιο. Μας έβαλαν για να αντιμετωπίσουν τον εχθρό τους που είναι η κοινωνία και επειδή γνώριζαν ότι η κοινωνία θα εστρέφετο εναντίον τους. Η κοινωνία ξέρει με αλάνθαστο τρόπο ποιος είναι η αιτία των προβλημάτων της, γι’ αυτό στοχοποιεί τους πολιτικούς. Αυτό λοιπόν, αφού το ξέρει η κοινωνία το ξέρουν κι αυτοί. Γιατί δεν βγαίνουν μια φορά και να ζητήσουν συγνώμη; Ακούσαμε κανέναν; Έφεραν τους τροικανούς, μας βάλανε σ’ αυτή την περιπέτεια και θα φθάσουμε σε πολλά ακόμα μνημόνια επειδή ακριβώς δεν παίρνουν αυτά τα μέτρα εξυγίανσης του εαυτού τους. Μέσω του μνημονίου οι εσωτερικοί μας κατακτητές -οι πολιτικοί- εισάγουν συμπληρωματική ασφάλεια από τους εξωτερικούς τους φίλους, για να διατηρήσουν ανέπαφη την δυναστική τους ηγεμονία επί της κοινωνίας.

Ερ.: Δεν θα συμφωνήσω απόλυτα μαζί σας! Παίρνουν μέτρα υπέρ της…  οικονομικής αφάνισης χαμηλόμισθων και συνταξιούχων! Με την φοροδιαφυγή τα ‘χουν βρει λιγάκι σκούρα. Εκεί, όλο Θα… Θα… Θα… ακούμε!  

Απ.: Η εύκολη λύση είναι να κόψει το μισθό από τον μισθωτό και τον συνταξιούχο ή τις κοινωνικές κλπ παροχές. Δεν καταπολεμούν τη φοροδιαφυγή διότι το κράτος το θέλουν για τον εαυτό τους και διαπλεκόμενο. Διότι δεν θίγουν κατεστημένα συμφέροντα, παρά μόνο εκεί που τους εξαναγκάζουν. Τους εξανάγκασαν οι τροικανοί να ιδιωτικοποιήσουν τις δημόσιες επιχειρήσεις, προκειμένου να τις αγοράσουν και βεβαίως το μόνο που δεν πιέζουν οι τροικανοί είναι να αλλάξουν αυτοί συμπεριφορές. Γιατί αυτοί είναι οι σύμμαχοί τους. Μέσω αυτών κάνουν τις δουλειές τους και αντιμετωπίζουν την οργή ή τις ενστάσεις της ελληνικής κοινωνίας. Η Ελλάδα ουσιαστικά είναι ένα κράτος υπό διπλή κατοχή, εξωτερική και εσωτερική. Απ’ αυτή την κατοχή δεν βλέπω να βγαίνει στις προσεχείς δεκαετίες. Και δεν βλέπω να βγαίνει, διότι δεν υπάρχει ο φορέας που θα μας βγάλει. Λένε συχνά ότι θα μας αγοράσουν, γιατί θα ιδιωτικοποιηθεί ο δημόσιος πλούτος μας. Κανείς δεν συζητά για την έκπτωση του ιδιωτικού μας πλούτου. Το γεγονός δηλαδή, ότι οι περιουσίες του ελληνικού λαού που είχαν 10 ευρώ τώρα έχουν 5 ευρώ ή και 3 ευρώ ή 2 ευρώ. Έχει ουσιαστικά ευτελιστεί η ίδια η παραγωγική δομή της κοινωνίας. Δέστε τα μέτρα. Μειώνουν τους μισθούς και καταλύουν κάθε έννοια κοινωνικής πρόνοιας. Τι σημαίνει αυτό; Ότι δεν ενδιαφέρει η μείωση του χρέους και η εξάρτηση, τους ενδιαφέρει να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις ώστε εργατικό δυναμικό να είναι εφάμιλλο του κινεζικού για να συμφέρει για τις επενδύσεις. Αντί να οργανώσουν δηλαδή, πολιτικές επενδύσεων, οργανώνουν τον εκφυλισμό της ελληνικής κοινωνίας. Να περιέλθει στην έσχατη ανάγκη προκειμένου να ενδιαφέρει επενδυτικά τον Γερμανό, τον Άγγλο, τον Αμερικάνο, το Γάλλο, τον οποιοδήποτε. Είναι ένα σχέδιο, το οποίο δεν οδηγεί σε έξοδο τη χώρα από την κρίση αλλά στην θεσμοθέτηση σε διάρκεια της υποτέλειας και της ανάγκης της κοινωνίας.

Ερ.: Μια χρεοκοπία, που θα μας οδηγούσε πίσω στο εθνικό μας νόμισμα, τι συνέπειες θεωρείτε ότι θα είχε;

Απ.: Εάν συνεχισθεί η παρούσα πολιτική της δυναστικής κομματοκρατίας, των κατακτητών μας, είναι μοιραίο υπό τις παρούσες συνθήκες να ξαναγυρίσουμε στη δραχμή. Το δίλημμα ωστόσο δεν θα έπρεπε να τίθεται υπό το πρίσμα αυτού του ερωτήματος. Το θέμα είναι να παίρναμε, έστω τώρα, τα αναγκαία μέτρα, για την αποτροπή μιας νέας μεγαλύτερης καταστροφής. Όμως, δεν υπάρχει καμιά πολιτική δύναμη που σκέπτεται έτσι, ώστε να βγούμε από την κρίση αλώβητοι ή έστω με θεραπεύσιμα τραύματα. Με δεδομένη την κατάσταση, η αφρόκρεμα και οι δημιουργικές δυνάμεις της ελληνικής κοινωνίας, πρώτα πρώτα, θα φύγουν στο εξωτερικό. Θα μείνουν εδώ αυτοί που θα μπορούν να προσφέρουν έργο κινεζικού τύπου στους ξένους και οι οικονομικοί μετανάστες.

Ερ.: Ακόμη μια ανοιχτή πληγή της ελληνικής κοινωνίας. Οικονομικοί μετανάστες!

Απ.: Αυτήν τη στιγμή συντελείται μία εσωτερική κοινωνική και πολιτισμική αναδιάρθωση, την οποία θα την βρούμε μπροστά μας, με τους χειρότερους όρους, φυσικά με ευθύνη των πολιτικών. Διότι πλήτεται η κοινωνική συνοχή. Δεν υπάρχει πολιτική ενσωμάτωσης των ανθρώπων αυτών, δεν υπάρχει πολιτική ανάσχεσης στα σύνορα, ώστε να γίνεται με ελεγχόμενες ροές και ποιοτικές προδιαγραφές. Η ροή οικονομικών μεταναστών προς τις Ευρωπαϊκές χώρες, γίνεται με ελεγχόμενο τρόπο, με γνώμονα το εθνικό συμφέρον και ιδίως λαμβάνεται μέριμνα ώστε να έρθουν τα χρήσιμα στοιχεία. Εδώ η Αριστερά, αλλά όχι μόνο η Αριστερά, έχει αποφασίσει ότι θα πρέπει να λειτουργήσει η Ελλάδα ως η χωματερή του παγκόσμιου καπιταλισμού. Δηλαδή, ό,τι απόβλητο περισσεύει στην περιφέρεια και ενοχλεί θεωρούν ότι πρέπει να έρθει εδώ, όπου φυσικά θα λειτουργήσει ως βορά στην παραοικονομία και στην επαιτεία. Δεν κρύβουν βέβαια ότι χρησιμοποιούν την οικονομική μετανάστευση ως υπομόχλιο εναντίον της κοινωνίας. Γι’ αυτό και μιλάνε για δικαιώματα. Πού οδηγεί αυτή η ασύμμετρη ανάπτυξη της οικονομικής μετανάστευσης και μάλιστα από τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα των τριτοκοσμικών χωρών; Στον εκφυλισμό των δικαιωμάτων, της εργασίας και του εισοδήματος της κοινωνίας των πολιτών. Διότι αυτοί είναι ο καλός αγωγός για την περιέλευση της κοινωνίας σε πολιτική αδυναμία. Για να βρει ένας πολίτης εργασία, θα πρέπει να γίνει οικονομικός μετανάστης από άποψη κοινωνικών δικαιωμάτων και εισοδημάτων. Αυτό το κάνει προεχόντως η λεγόμενη εκσυγχρονιστική Αριστερά. Έχει αντικαταστήσει δηλαδή, την σοσιαλιστική –ας το πούμε- αντίληψη που ήταν εναντίον του καπιταλισμού, με την χριστιανική φιλανθρωπία. Δημιουργεί ο καπιταλισμός απόβλητα, να τα φιλοξενήσουμε εμείς!

Ερ.: Άνθρωποι όμως, δεν είναι και αυτοί;
Απ.: Άνθρωποι είναι όπως και οι συμπατριώτες τους που μένουν πίσω. Ως ανθρώπους τους αντιμετωπίζουν και οι Δανοί. Οι Δανοί όμως γνωρίζουν ότι η ανεξέλεγκτη οικονομική μετανάστευση οδηγεί στην υποβάθμιση της κοινωνίας των Δανών δηλαδή στη διάρρηξη της κοινωνικής συνοχής. Και αυτό θα το συναντήσουμε αύριο το πρωί, ως εκρηκτικό κοινωνικό φαινόμενο, που θα δημιουργήσει όρους αποσταθεροποίησης και περαιτέρω ενότητας του κοινωνικού ενδεχομένως δε και του πολιτειακού ιστού.
Ερ.: Ας έρθουμε  σ’ ένα ακόμη μείζον ζήτημα, που απασχολεί εντόνως τελευταία την πανεπιστημιακή κοινότητα.: εκπαιδευτική μεταρρύθμιση.
Απ.: Η κρίση που διάγουμε σήμερα είναι πολυσήμαντη. Οικονομική, πολιτική, πολιτισμική, πνευματική. Οι λόγοι που οδήγησαν στην κρίση αυτή δημιούργησαν και τις συνθήκες έκπτωσης της ελληνικής παιδείας. Ο εξής ένας: η δυναστική κομματοκρατία. Τι έγινε το 1982; Θεσμοθετήθηκε η ηγεμονική παρουσία των κομμάτων μέσα από ένα φασιστοειδές κυριολεκτικά καθεστώς, που είχε ως όχημα τις λεγόμενες φοιτητικές παρατάξεις. Οι παρατάξεις θεσμοθετήθηκαν, έτσι ώστε να μην αντιπροσωπεύουν τους φοιτητές, αλλά τα κόμματα. Μέσα απ’ αυτή τη διαδικασία οδηγηθήκαμε στο φαινόμενο του εκφυλισμού και του εκφασισμού του εκπαιδευτικού μας συστήματος. Η συναλλαγή, η λεηλασία, η ιδιοποίηση του δημόσιου πανεπιστημίου, η ιδεολογική καθυπόταξη της γνώσης, που άρχισε από τότε, οφείλεται σ’ αυτόν ακριβώς τον λόγο. Θεωρήθηκε αυτονόητο ότι οι κομματικοί εγκάθετοι μπορούσαν να καταστρέψουν, να εκβιάσουν, να συναλλαγούν και φυσικά να παραμένουν ανεξέλεγκτοι, καθ’ υπέρβαση του νόμου.
Ερ.: Με τι τρόπο θα μπορούσε όλο αυτό το κατεστημένο τόσων και τόσων ετών να αλλάξει;
Απ.: Μα, με το να προσανατολίσει τη λειτουργία του πανεπιστημίου προς την κατεύθυνση του συμφέροντος της κοινωνίας και όχι των επιμέρους συμφερόντων που το δυναστεύουν για λογαριασμό του κοινωνικο-οικονομικού και πολιτικού κατεστημένου. Ο αναπροσανατολισμός αυτός του σκοπού του πανεπιστημίου θα δημιουργούσε τους όρους μιας διεθνώς ανταγωνιστικής λειτουργίας του. Ήθελαν όμως τα κόμματα να κρατούν τους νέους σε ομηρία και να αναπαράγουν εκεί τα κομματόσκυλα που θα μας κυβερνούσαν αργότερα, οδηγώντας μας στην καταστροφή. Θέλετε να καταργήσετε τις παρατάξεις; ρώτησα κάποτε την κυρία Γιαννάκου. Βάλτε, τους έλεγα, την κλήρωση ως μέσον επιλογής των φοιτητικών εκπροσώπων. Δεν το έπραξε διότι δεν το ήθελαν τα κόμματα. Εάν δείτε την ποιότητα των υπουργών παιδείας, όπως λχ της τωρινής, θα διαπιστώσετε ότι θα ήταν ενδεχομένως καλοί για οικιακοί βοηθοί όχι όμως για το ρόλο του υπουργού, προϊσταμένου της εκπαιδευτικής και πνευματικής κοινότητας! Ξέρετε, οι πολιτικές καριέρες στήνονται αλλού, με γνώμονα τη συναλλαγή, την εύνοια της ηγεσίας, όχι τη γνώση! Ένας άνθρωπος, ο οποίος δεν θα προσλαμβανόταν ούτε για βοηθός σε επαρχιακό επαγγελματικό γραφείο είναι σήμερα υπουργός παιδείας, αρμόδιος δηλαδή για το μέλλον των παιδιών μας και προϊστάμενός μου, ενώ χθες εκπροσωπούσε τη χώρα στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Γι’ αυτό έχει αυτή την έπαρση, αυτό το εξεζητημένο ύφος όταν μιλάει δημόσια, εκφράζει την αγραμματοσύνη της. Η κυρία αυτή λοιπόν κατήργησε ολόκληρο το πανεπιστημιακό σύστημα για να το εναρμονίσει όχι στο περιβάλλον μιας ποιοτικής αναβάθμισης προς το συμφέρον της ελληνικής κοινωνίας, αλλά στο διατακτικό της λεγόμενης «καλής διακυβέρνησης», δηλαδή της παγκόσμιας ηγεμονίας της αγοράς.
Ερ.: Δηλαδή, τι αλλαγές θα μπορούσε να δρομολογήσει και δεν τις έκανε;
Απ.: Μα είναι πολύ απλά τα πράγματα. Αυτό μπορεί να γίνει αν θεσμοθετηθεί και εφαρμοσθεί ο ουσιαστικός έλεγχος των καθηγητών, να είναι αναγκασμένοι να πηγαίνουν στις αίθουσες και να αξιολογείται το έργο τους, αν παράγουν επιστημονικό έργο, αλλιώς να απολύονται ή να μετατάσσονται στο δημόσιο. Αν καταργηθούν οι παρατάξεις και δημιουργηθεί επιστημονική και εκπαιδευτική σπονδυλική στήλη στο Πανεπιστήμιο. Και βεβαίως εάν γίνει υποχρεωτική η συμμετοχή των φοιτητών σε μια εκπαιδευτική διαδικασία που θα διακτινώνεται σε όλο το εξάμηνο και θα αποβλέπει στην καθημερινή ανάπτυξη της πνευματικής του περιέργειας και της μεθόδου. Μόνο με τη διάθεση των κονδυλίων για τα δωρεάν βιβλία για τον εμπλουτισμό των βιβλιοθηκών θα είχαν τα ελληνικά πανεπιστήμια τις καλύτερες βιβλιοθήκες του κόσμου. Εάν είχαν εφαρμοσθεί οι μεταρρυθμιστικές προτάσεις που είχα επεξεργασθεί ως πρύτανης από το 1984 έως το 1990, το ελληνικό πανεπιστήμιο σήμερα θα ήταν διεθνώς ανταγωνιστικό και με λαμπρή διεθνή παρουσία επ’ωφελεία της ελληνικής κοινωνίας. Η μεταρρύθμιση που προέκρινε η σημερινή υπουργός διακρίνεται από μια υψηλή περιφρόνηση προς την ελληνική κοινωνία, μια δυσπιστία προς την ελληνική επιστημονική κοινότητα, ένα ασύμμετρο πνεύμα υποτέλειας στο διεθνή ηγεμονικό παράγοντα και μια προφανή αντιδημοκρατική λογική. Συγχέει, για παράδειγμα, τον αναγκαίο διεθνή ρόλο του πανεπιστημίου με την αναγκαιότητα να συμμετάσχει στη διαμόρφωση μιας εθνικής επιστημονικής γραμματείας. Το πανεπιστήμιο που θα προκύψει από το νέο νόμο δεν θα έχει ως σκοπό την οικοδόμηση της ελληνικής γραμματείας. Η ελληνική γραμματεία δεν ορίζεται από την καταγωγή ή την εθνική αναφορά των φορέων της, αλλά από τη γλώσσα της γραφής. Ο νόμος αυτός θέτει σε μειονεκτική μοίρα την ελληνική γλώσσα, οδηγεί στον ουσιαστικό αφελληνισμό του σκοπού του, η γνώση που θα παράγει θα είναι ενδεχομένως χρήσιμη για τον αγγλοσαξονικό ηγεμονικό παράγοντα, δεν θα μπορεί ωστόσο να έχει άμεση πρόσβαση η ελληνική κοινωνία. Και φυσικά, ο εκτοπισμός της ελληνικής γλώσσας από τη διαδικασία της γνώσης, αποσυνδέει την παραγόμενη γνώση και τους συντελεστές της από το συμφέρον της ελληνικής κοινωνίας. Η ελληνική κοινωνία θα πληρώνει ένα πανεπιστήμιο, στο οποίο για να συμμετάσχουν τα παιδιά της ή για να γνωρίσει την παραγόμενη γνώση θα πρέπει να γνωρίζει αγγλικά. Το ζήτημα δεν είναι απλώς εθνικό, εγείρεται θέμα δημοκρατίας. Όλες οι χώρες προσπαθούν να δημιουργήσουν την εθνική τους επιστημονική γραμματεία, εμείς θεσμοθετούμε τους όρους της κατάργησής της. Κάποτε, όταν η κυρά υπουργός συναντήθηκε για πρώτη φορά με τον έξω κόσμο -όταν την περιέβαλε με την εύνοιά του, άγνωστο γιατί,  ο τότε πρωθυπουργός- έμπλεος θαυμασμού και συναισθημάτων υποτέλειας προς τον ηγεμόνα, εξεφώνισε το περίφημο ότι η Ελλάδα έπρεπε να υιοθετήσει ως επίσημη γλώσσα την αγγλική. Τώρα υπό το κράτος της νέας εύνοιας, αλλά και με διακομματική συμφωνία, η ίδια υπουργός διακηρύσσει την δυσπιστία της προς την ελληνική επιστημονική κοινότητα και ιδίως στην ανάγκη της δημιουργίας μιας εθνικής επιστημονικής γραμματείας. Θέλει, λέει, το επιστημονικό έργο των ελλήνων καθηγητών να κρίνεται  από διεθνείς επιτροπές. Πως θα επικοινωνήσουν λοιπόν οι ξένοι κριτές με την ελληνική γλώσσα; Το σύνολο του έργου μου έχει δημοσιευθεί σε πολλές ξένες γλώσσες, αλλά λόγω καθήκοντος έχω μεριμνήσει να κυκλοφορήσει και στα ελληνικά. Οι έλληνες καθηγητές, όμως, θα αποθαρρύνονται να γράφουν και να δημοσιεύουν στα ελληνικά. Εάν δεν έχουν έργο στα αγγλικά δεν θα υπάρχουν. Γιατί άραγε δεν έχει εμπιστοσύνη η υπουργός σ’ εκείνους τους Έλληνες επιστήμονες που διατηρούν την ανεξαρτησία τους και διαθέτουν υψηλό διεθνώς αναγνωρισμένο επιστημονικό επίπεδο; Σας διαβεβαιώ ότι είναι πάρα πολλοί. Σου λέει, όμως, θα «φέρω να κρίνει τους εδώ υποψηφίους τον ξένο, διότι αυτός δεν με ενοχλεί». Η πονηρά φύση της πολιτικής θέλει ή να είσαι μαζί της ή εάν δεν ελέγχεσαι να είσαι εκτός συστήματος. Αν λοιπόν δοθεί ρόλος ελεγκτικός στον ξένο το πεδίο θα είναι ελεύθερο για την κομματοκρατία. Το μείζον είναι να αποτραπεί η αξιοκρατία στο πανεπιστήμιο, διότι σημαίνει αντίστοιχη απώλεια επιρροής για την κομματοκρατία. Στον αντίποδα, εάν ο νόμος καθιέρωνε όρους αδιάβλητης ελεγκτικής διαδικασίας -που είναι πολύ απλοί-, στην εκλογή των καθηγητών, στην εκπαιδευτική διαδικασία, τα πράγματα θα κυλούσαν όπως και παντού αλλού. Δεν καταλαβαίνω γιατί οι Γερμανοί να μην χρειάζονται να φέρουν ξένους για να αξιολογήσουν τους καθηγητές ή τις εκλογές ή την επιστημονική διαδικασία στο πανεπιστήμιο και εμείς πρέπει να εκδηλώνουμε τόσο ξεδιάντροπα την ιδεολογική μας υποτέλεια. Προφανώς, η ιδεολογική υποτέλεια συμβαδίζει με τη λογική της εσωτερικής χειραγώγησης της κοινωνίας από την κομματοκρατία. Δεν εμπιστεύεται η πολιτική ηγεσία τον πνευματικό κόσμο που έχει διεθνή και ανεξάρτητη επιφάνεια… Εμπιστεύεται τους ξένους, γιατί οι ξένοι δεν συγκροτούν πολιτικό παράγοντα στη χώρα.

ΣΥΝΤΑΓΜΑ LIVE (3-9-2011)

ΚΛΙΚ  ΕΔΩ

Η’ ΕΔΩ

Published in: on 03/09/2011 at 19:59  Σχολιάστε  

Michel Foucault, Η γέννηση της βιοπολιτικής, διάλεξη 7/3/1979 (τέταρτο μέρος)

Michel Foucault, Η γέννηση της βιοπολιτικής, διάλεξη 7/3/1979 (τέταρτο μέρος)

Published in: on 01/09/2011 at 20:31  Σχολιάστε  
Αρέσει σε %d bloggers: