Γ.Κοροπούλης: «Μεγάλην έχε την ψυχήν»(εκ της Αυγής)

Πηγή: Αυγή,24-25/12/2ο11, σελ. 13.

 

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΟΡΟΠΟΥΛΗ

 

Μες στις σκληρότερες κοινοτοπίες, αυτές που κατήντησαν κατεξοχήν συνώνυμες της αδρανούς σκέψης και του πεποιημένου αισθήματος, ενδέχεται να πάγωσε κάτι που υπήρξε κάποτε και θα είχε νόημα να ήταν και σήμερα ζωντανό. Κάτι στρεβλώθηκε, αντιστράφηκε εντέλει κι απολιθώθηκε – παίρνοντας σχήμα γελοίο και απωθητικό: Δεν είναι, φερ’ ειπείν, ενοχλητικό, σύμβολο του εποχικού κιτς και της Ντίσνεϊλαντ των αγορών, να μιλάμε για το Πνεύμα των Χριστουγέννων; Κι ωστόσο, κι ωστόσο…

Με εντυπωσίαζε ανέκαθεν ένας συνδυασμός που εντοπίστηκε εγκαίρως κι από πολλούς, δεν μου φαίνεται όμως να ερμηνεύτηκε:

Απ’ τη μια, έχουμε την αργή ανάδυση των Χριστουγέννων – ως θεματικής πρώτα, ως θεσμισμένης εορτής έπειτα. Οι πρώτες-πρώτες αφηγήσεις ξεκινούν ως γνωστόν από τη βάπτιση του Ιησού, από τη στιγμή δηλαδή που αναδέχεται τον εφεξής δημόσιο ρόλο του, για να πορευτεί προς το Πάθος. Άλλωστε, ο Μυστικός Δείπνος, το Πάθος και η Ανάσταση είναι ο πυρήνας της νέας πίστης… Σχεδόν αμέσως όμως, ήδη στα εγκεκριμένα Συνοπτικά του Ματθαίου και του Λουκά, πολύ περισσότερο κι ώς τα όρια της καρικατούρας στα Απόκρυφα που κατά κύριο λόγο έπονται (με μεγάλη χρονική απόσταση μάλιστα κάποια απ’ αυτά), ο Αναστάς, σαν να ξεκίνησε ψυχανάλυση, αποκτά γενέθλια και παιδική ηλικία, στην οποία μετακυλίονται τα μοτίβα που χαρακτήριζαν τον ενήλικο. Ο μικρός Ιησούς γεννιέται σε σταύλο, τον παραστέκουν βοσκοί, τον ζεσταίνουν με τα χνώτα τους ζώα: δεν είναι παράξενο που μεγαλώνοντας θα νοιάζεται για τους φτωχούς και θ’ αποδιώχνει με σκληρά λόγια τους πλούσιους, θα συναναστρέφεται τελώνες και πόρνες, θα επισκέπτεται την πρωτεύουσα ξεκινώντας από το χωριό των απόβλητων, θα πετάει τους εμπόρους της θρησκείας έξω απ’ τον ναό. Αυτή η συγχορδία (της άκρας ταπείνωσης, της οργής για την κοινωνική αδικία…) έχει ξανακουστεί στον Ησαΐα και στον Δευτεροησαΐα, που για πολύ συγχέονταν άλλωστε. Μεταφερμένη στα παιδικά χρόνια γίνεται πεπρωμένο και συγχρόνως ακούγεται απλότερη, απαλότερα… Στη Γεθσημανή, ο Ιησούς θα ξαναγίνει για λίγο παιδάκι και θα φοβηθεί το σκοτάδι που έρχεται…

Δεν είναι παράλογο λοιπόν, μολονότι εξηγείται κι αλλιώς, που αυτά τα πανίσχυρα και μαζί τρυφερά μοτίβα (όπου εγκλωβίζεται ένα διάχυτο, ασαφές, αντιφατικό, ζωντανό εντούτοις κοινωνικό αίτημα) έμελλε συν τω χρόνω να ακούγονται ολοένα πιο καθαρά και να κυριαρχήσουν εντέλει κατά τον 4ο μ.Χ. αιώνα, τον αιώνα δηλαδή της μετάβασης, της αλλαγής «παραδείγματος», όταν η Ύστερη Αρχαιότητα δίνει την τελευταία υπέροχη αναλαμπή της κι εκπνέει, μες στη γενικευμένη απορρύθμιση κι εξαθλίωση… Στο πρώτο ήμισυ του 4ου αιώνα, στη Ρώμη, τα Χριστούγεννα διαχωρίζονται από τη Βάπτιση και γιορτάζονται αυτοτελώς αποκτώντας διαρκώς μεγαλύτερο βάρος: στο δεύτερο ήμισυ, γιορτάζονται πια και στην Ανατολή, βρίσκουν την παλιά θέση της γιορτής του Ήλιου στο Εορτολόγιο, δυο αιώνες αργότερα γίνονται αργία… Η συγχορδία συν τω χρόνω παγώνει – αλλά όπως στην αφήγηση του Μυγχάουζεν… Το ότι μπορεί να ξεπαγώσει ανά πάσα στιγμή αν η θέρμη των αισθημάτων κι η φλόγα της νόησης συναιρεθούν σε κοινωνική πρακτική το έχει αποδείξει, καταμεσίς στον ίδιο αυτόν κρισιμότατο 4ο μ.Χ. αιώνα, η μορφή και η δράση του Μεγάλου Βασιλείου…

Το Ίδρυμα που σχεδίασε και υλοποίησε ο Βασίλειος ήταν πρωτότυπο και υπήρξε έκτοτε πρότυπο, που απωθήθηκε, εννοείται, ταχύτατα: διέθετε νοσοκομείο, οργανωμένο συσσίτιο, στέγη – όλα για τους πάμπολλους, τότε, φτωχούς. Ένα οργανωμένο δίκτυο αλληλεγγύης λοιπόν, που είμαστε έτοιμοι να πούμε ότι τίποτα δεν θεραπεύει ριζικά, αλλά εμποδιζόμαστε μόλις κοιτάξουμε γύρω μας, αν δεν έχει παγώσει η καρδιά μας – κι εμποδιζόμαστε επίσης, μόλις διαβάσουμε τα κείμενα του Βασίλειου. Ο «Προς τους πλουτούντας» λόγος του, παρά τις αναγκαίες συμβάσεις, εναλλάσσει τον λίβελλο κατά της άνισης κατανομής του κοινωνικού πλούτου μ’ ένα απροσχημάτιστο κήρυγμα κοινοκτημοσύνης. «Δες τους τοίχους, υπό του χρόνου καταρρυέντας, δες τα λείψανά τους, σαν σκοπέλους, μέσα στην πόλη. Πόσοι φτωχοί υπήρχαν μες στην πόλη αυτή όταν χτίζονταν;»

Αυτά τα λόγια, όπου ίσως εμφωλεύει το αληθινό Πνεύμα των Χριστουγέννων, μας έκαναν, θυμάμαι, εντύπωση σαν να ήσαν πρωτάκουστα όταν τα μελωδούσε ο Μπρεχτ. Αλλά ίσως να φταίει η τρέλα μας εκείνη που μυκτηρίζει ο Μέγας Βασίλειος: η μανία, όταν είναι μετάλλευμα ακόμη ο χρυσός να τον γυρεύουμε βαθιά στη γη, κι όταν ανακαλυφθεί, να τον ξαναθάβουμε, μην μας τον πάρουν, βαθύτερα…

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s