Χριστίνα Σοροβού – Λουκάς Βασιλικός: αντιθετικές συγγένειες(έκθεση φωτογραφίας στην Ελληνοαμερικάνικη Ένωση από 31 Ιανουαρίου)

Ο «Φωτογραφικός Κύκλος» συνεχίζει τη συνεργασία του με την Ελληνοαμερικανική Ένωση με τη δεύτερη έκθεση από τη σειρά που τιτλοφορείται «Φωτογραφικά ζεύγη». Σε αυτές τις εκθέσεις παρουσιάζεται η δουλειά δύο φωτογράφων και μελών του «Κύκλου», των οποίων οι δρόμοι της ζωής ή της φωτογραφίας συναντώνται με κάποιο τρόπο. Μπορεί να είναι συγγενείς ή μπορεί να είναι αχώριστοι φίλοι. Μπορεί το θέμα της φωτογραφίας τους να είναι κοινό, ή μπορεί και η καλλιτεχνική τους προσέγγιση να είναι όμοια. Μπορεί όμως να συνδέονται και μέσα από την ουσιαστική διαφορά μιας φαινομενικά όμοιας δουλειάς. Έτσι, ο διάλογος των εκάστοτε δύο καλλιτεχνικών προτάσεων θα επεκτείνεται νοερά και πέρα από τις αναρτημένες φωτογραφίες, αφού η σχέση των ίδιων των φωτογράφων αλλά και των προτάσεών τους θα προκαλεί τις αναζητήσεις ταυτίσεων και αποστάσεων.
Η δεύτερη αυτή έκθεση εγκαινιάζεται στις 31 Ιανουαρίου 2012, στις 8.30 μ.μ., στην αίθουσα Κένεντυ της Ελληνοαμερικανικής Ένωσης (Μασσαλίας 22) με τις φωτογραφίες της Χριστίνας Σοροβού και του Λουκά Βασιλικού. Οι φωτογραφίες της Χριστίνας Σοροβού (όλες ασπρόμαυρες) αφορούν το καθημερινό της φιλικό και οικογενειακό περιβάλλον, ενώ αυτές του Λουκά Βασιλικού (όλες έγχρωμες) σκηνές από το δρόμο. Το κοινό τους θέμα, η κοινή τους φωτογραφική πορεία και η προσωπική τους σχέση δικαιολογούν τα σημεία σύμπτωσης, αλλά οι διαφορετικές προσωπικότητες γεννούν και τα σημεία απόκλισης.
***

 

Λουκάς Βασιλικός – Χριστίνα Σοροβού

Αντιθετικές συγγένειες

 

Η παρουσίαση δύο φωτογράφων μαζί δικαιολογείται τόσο από τα στοιχεία που τους συνδέουν, όσο και από εκείνα που τους διακρίνουν. Η Χριστίνα Σοροβού και ο Λουκάς Βασιλικός είναι φίλοι, φωτογραφίζουν συχνά παρέα, έχουν ο καθένας σύζυγο, παιδιά και επάγγελμα αλλά δίνουν πολύ μεγάλη σημασία και αξία στη Φωτογραφία. Είναι δηλαδή ερασιτέχνες με την πληρέστερη και καλύτερη έννοια του όρου. Αυτά είναι τα στοιχεία που τους συνδέουν. Από την άλλη, το είδος της φωτογραφίας που κάνει ο καθένας, αν και εντάσσεται σε μια ευρύτερη κοινή φωτογραφική αντίληψη, αποτελεί καθρέφτη της προσωπικότητάς τους και διακριτικό σημείο της καλλιτεχνικής τους ταυτότητας.
Η Χριστίνα Σοροβού, η νεότερη στη φωτογραφία από τους δύο, έχει το βλέμμα της στραμμένο στους εσωτερικούς χώρους της ζωής της και στον εσωτερικό χώρο του κόσμου της. Οι συναισθηματικές της φωτοσκιάσεις έχουν ανάγκη την ασπρόμαυρη εικόνα. Η μελαγχολία της και η τρυφερότητά της καταλήγουν πάντα – και αυτό συνιστά μεγάλη δύναμη – σε ένα υπαινικτικό χαμόγελο. Αν και σχετικά νέα στον κόσμο της φωτογραφίας εκπλήσσει με την αυστηρότητα, τη λιτότητα και τη βεβαιότητα του κάδρου της. Το γεγονός ότι δεν διστάζει να επιβάλλει τη φορμαλιστική της άποψη και ταυτόχρονα να υπαινίσσεται τα συναισθήματά της είναι μια δύναμη και ένα εφόδιο που υπόσχονται πάρα πολλά για το φωτογραφικό της μέλλον.
Ο Λουκάς Βασιλικός χειρίζεται τη φωτογραφική του πείρα με σύνεση και τόλμη. Αν και φανατικός «του δρόμου», το τελευταίο διάστημα δοκιμάζει τις δυνάμεις του σε νέες κατευθύνσεις, όπως το πορτρέτο και οι εσωτερικοί χώροι. Ο νέος του έρωτας, η έγχρωμη φωτογραφία, δεν τον έκανε να απαρνηθεί την ασπρόμαυρη, την οποία συνεχίζει με ανάλογη επιτυχία και ενθουσιασμό. Δεν είναι μυστικό ότι στις μέρες μας η λεγόμενη φωτογραφία δρόμου, είτε εκφράζει την κοινωνική μαρτυρία είτε την κοινωνική παρατήρηση, διακρίνεται συνήθως για τη φλυαρία της, για τη δήθεν φορμαλιστική της τόλμη (που κατέληξε σε ακαδημαϊκή μονοτονία) και για την τελική της γενικευμένη ανία. Οι φωτογραφίες του Λουκά Βασιλικού υπάρχουν για να διαψεύδουν την παραπάνω διαπίστωση και να μας πείθουν ότι αρκεί η ζωντάνια μιας προσωπικής ματιάς για να δίνεται το φιλί της ζωής σε κάθε κουρασμένο θέμα. Οι φόρμες του, αν και τολμηρές, τιθασεύονται και καταλήγουν σε μια απλή και στιβαρή πρόταση. Τα έντονα χρώματα δεν θυμίζουν ζωγραφική παλέτα αλλά διαθέτουν μια συγκινησιακή ένταση που χρησιμοποιείται για την είσοδο του βλέμματος στην εικόνα. Και, το κυριότερο, αν και επιμελημένα προβάλλει τον φορμαλιστικό του έλεγχο, επιτρέπει στις φωτογραφίες του να διατηρούν μια φυσικότητα και να πείθουν ότι το περιεχόμενο έχει πάντα τον πρώτο λόγο.
Οι δυο αυτοί φωτογράφοι αποδεικνύουν ότι η ποίηση, οπτική στην περίπτωσή τους, αποζημιώνει και βραβεύει εκείνους που την εντάσσουν στη ζωή τους με την φροντίδα της οικειότητας και το πάθος του καθήκοντος.

Πλάτων Ριβέλλης


Ώρες λειτουργίας Δευτέρα – Παρασκευή: 12:00 – 21:00, Σάββατο: 10:30 – 14:30, Κυριακή: κλειστά

Advertisements

Στέφανος Ροζάνης, Αναρχία και ύστερος καπιταλισμός

Πηγή: Η ΑΥΓΗ, 15-1-2012, ένθετο Αναγνώσεις, σελ. 33.
«Η πρακτική προσαρμογή είναι ίσως αναπόφευκτη για το άτομο, αλλά η συγκάλυψη της αντίφασης ανάμεσα στην έννοια του ανθρώπινου όντος και την καπιταλιστική πραγματικότητα γυμνώνει τη σκέψη από κάθε αλήθεια». Επέλεξα αυτή τη διατύπωση του Max Horkheimer προκειμένου αφ’ ενός να αναδείξω την πλέον επικίνδυνη απόκλιση της σκέψης υπό το καθεστώς του ύστερου καπιταλισμού, και αφ’ ετέρου να επισημάνω μια προειδοποίηση κινδύνου μέσα σε όσα τελούνται και προσχεδιάζονται για το μέλλον του ανθρώπινου πεπρωμένου, σε μια τάξη πραγμάτων όπου η σκέψη ακροβατεί μεταξύ αλήθειας και ψεύδους, τροφοδοτώντας το ανθρώπινο υποκείμενο με συνεχείς προσομοιώσεις, κατά τρόπον ώστε να ακυρώνεται τελικά η διάκριση ανάμεσα στην αλήθεια και το ψεύδος. Μέσα σ’ αυτή την τάξη πραγμάτων, πώς μπορούμε να στρέψουμε το βλέμμα μας σε ένα νέο είδος αναρχίας, πέραν των ορίων του κλασσικού αναρχισμού, και τι θα είχε να προσφέρει αυτό το είδος στην άρση της αντίφασης ανάμεσα στην έννοια του ανθρώπινου όντος και την καπιταλιστική πραγματικότητα;

 

Γνωρίζουμε ασφαλώς ότι η ναρκισσιστική κατάσταση του σύγχρονου ύστερου καπιταλισμού συγκροτεί μια κοινωνική νοσηρότητα, η οποία διακατέχεται από το πλέγμα διαρκών και αλληλοεξαρτώμενων προσομοιώσεων, κατά τρόπον ώστε το ανθρώπινο υποκείμενο να συγκαλύπτεται από τις πλέον ακραίες μορφές των αστικών εννοιών της κοινωνικής προόδου και της τεχνολογικής επέκτασης, σε όλες τις δραστηριότητές του, κοινωνικές, πολιτικές, οικονομικές ή άλλες. Από ατομικότητα, έχει καταστεί μάλλον απαθές όργανο ενός παγκοσμιοποιημένου καθεστώτος μαγο-ανθρώπων και μαζικής καταναλωτικής κουλτούρας, διότι εμφανίζεται στη σύγχρονη σκηνή πλήρως προσαρμοσμένο στην πραγματικότητα, η οποία ωστόσο δεν είναι τίποτε περισσότερο από μια προσομοιωμένη πραγματικότητα εικόνων, πληροφοριών και συμβάντων, που ο ίδιος ο ύστερος καπιταλισμός επιβάλλει καταναγκαστικά στον μαζοποιημένο άνθρωπο, μέσω των δικών του σημείων και των δικών του τεχνολογικών επιτευγμάτων. Για να δανειστώ την απόφανση του Jean Baudrillard: «Κατά έναν ορισμένο τρόπο, η γενικευμένη κατανάλωση εικόνων, γεγονότων, πληροφοριών, αποσκοπεί κι αυτή στον εξορκισμό του πραγματικού μέσα στα σημεία του πραγματικού, στον εξορκισμό της ιστορίας μέσα στα σημεία της αλλαγής κ.λπ. Το πραγματικό, το καταναλώνουμε προκαταβολικά ή αναδρομικά, οπωσδήποτε σε απόσταση, στην απόσταση του σημείου». Θα πρέπει να διευκρινίσω ότι, κατά την αντίληψή μου, το σημείο ή η εικόνα, υπό αυτή την έννοια, συνιστά μια πολλαπλότητα κενών σημαινόντων τα οποία επιπλέουν στην πραγματικότητα, χωρίς κάποια καθορισμένη σημασία, χωρίς αλληλουχία, χωρίς συμπαγή συνέπεια. Υπό την έννοια αυτή, αυτό που απομένει ως πραγματικότητα στο υποκείμενο του ύστερου καπιταλισμού είναι μια θολή και συγκεχυμένη εικόνα της πραγματικότητας, μέσα στην οποία ο σύγχρονος άνθρωπος παραμένει σε μια κατάσταση παραζάλης και τελικά σε μια κατάσταση ουσιώδους απραξίας.
Προκύπτει κατ’ αυτόν τον τρόπο μια τεχνητή πραγματικότητα, στην οποία το ανθρώπινο υποκείμενο είναι προσαρμοσμένο χάρη στην ισχύ και τη δύναμη επιβολής των επικοινωνιακών δικτύων, τα οποία εδράζονται στην προσομοίωση καταστάσεων και συμβάντων, ακόμη και στην ατομική σφαίρα, αφού προηγουμένως έχουν αλώσει πλήρως τη δημόσια σφαίρα που καταδυναστεύεται από την επικοινωνιακή μηχανή. Η επινόηση της βιοπολιτικής, υπό το καθεστώς του ύστερου καπιταλισμού και των κοινωνιών του ελέγχου, παράγει πλέον μια ψευδή υποκειμενικότητα, η οποία προσπαθεί να τα βγάλει πέρα αποσυνθέτοντας το πραγματικό σε σπάραγμα συγκεχυμένων εικόνων, υπό την πίεση της προσαρμογής σε ό,τι έχει απομείνει ως σκέψη, παράσταση και βούληση, δηλαδή ως ζωή. Αλλά η ψευδής υποκειμενικότητα εκφράζεται μέσω μιας ψευδο-γλώσσας, με την έννοια ότι αυτή η γλώσσα εκφέρεται περιβεβλημένη με το κύρος της επιστημοσύνης και της εγκυρότητας των ειδικών χωρίς πνεύμα. Σχετικά με αυτή την ψευδο-γλώσσα, οι Michael Hardt και Antonio Negri αποφαίνονται: «Η γλώσσα, καθώς επικοινωνεί, παράγει αγαθά, αλλά κυρίως δημιουργεί υποκειμενικότητες, τις βάζει να συσχετιστούν μεταξύ τους και τις ρυθμίζει. Οι βιομηχανίες των επικοινωνιών ενσωματώνουν το φαντασιακό και τη συμβολική στον βιοπολιτικό ιστό, όχι απλώς θέτοντάς τα στην υπηρεσία της εξουσίας, αλλά ουσιαστικά ενσωματώνοντάς τα στην ίδια τη λειτουργία της».
Η ενσωμάτωση στη γλώσσα της κυριαρχίας είναι πράγματι η δομική λογική του ύστερου καπιταλισμού. Είναι μια αυτοποιητική εσωτερικοποίηση της διαδικασίας, που προϋποθέτει την ισχυροποίηση της εξουσίας, η οποία τώρα πλέον εμφανίζεται μεταμφιεσμένη σε δίκαιο και σε υπηρεσίες που εξυπηρετούν την πρόοδο της κοινωνίας και την ισονομία των πολιτών. Με αυτή την μεταμφίεση αξιώνει τη νομιμοποίησή της, την εγκυρότητά της και τη μοναδική της αλήθεια μέσω του ψεύδους της μεταμφίεσης.
Με αυτόν τον τρόπο, το πραγματικό εξορίζεται από την πραγματικότητα, με αποτέλεσμα η πραγματικότητα να φανερώνεται ως συσσώρευση γεγονότων χωρίς συνοχή και προπαντός χωρίς συνέπειες, δηλαδή χωρίς τις απαραίτητες εκείνες ποιότητες που θα τα καθιστούσαν σημεία στήριξης του ανθρώπινου υποκειμένου και θα τα απομάκρυναν από την τυφλή προσομοίωση επιβεβλημένων προτύπων στην κοινωνική, πολιτική και πνευματική του ζωή. Επιπλέον, αυτή η κατάσταση πραγμάτων συσκοτίζει τις ερμηνείες πίσω από τα γεγονότα, με τελικό στόχο τα γεγονότα να αποκόπτονται από τις ερμηνείες τους και κατά συνέπεια να περιπίπτουν σε μιαν ουσιώδη ανυπαρξία εικόνων και πληροφοριών χωρίς αντικείμενο και χωρίς το βάθος εκείνο που θα τα καθιστούσε σημεία στήριξης του πραγματικού.
Έτσι, η δυστοπία του ύστερου καπιταλισμού διαμορφώνει την έρημο της πραγματικότητας και μέσα από αυτή την έρημο προβάλλει και επιβάλλει μια κοινωνία δικτύων επικοινωνίας, ανυπαρξίας σταθερών σημαινομένων, ήτοι τον ήχο της καμπάνας αντί για την καμπάνα, και τελικά την παραίτηση και τη ρουτίνα στη θέση του θεσμίζοντος φαντασιακού, της δημιουργικότητας και της ελπίδας. Αυτοποιούμενη η πραγματικότητα, ακυρώνει πλέον τη διαφορά υπέρ της ομοιογενοποίησης, τη σκέψη υπέρ της μηχανικής αναπαραγωγής του σκέπτεσθαι, τη φαντασία υπέρ της συστημικής. Για να χρησιμοποιήσω ακόμη μια φορά τα λόγια των Michael Hardt και Antonio Negri, «Η μηχανή είναι αυτοεπικυρούμενη, αυτοποιητική – δηλαδή συστημική. Κατασκευάζει κοινωνικούς ιστούς που απομακρύνουν ή καθιστούν αναποτελεσματική κάθε αντίφαση∙ δημιουργεί καταστάσεις στις οποίες πριν εξουδετερώσει διά της βίας τη διαφορά, φαίνεται να την απορροφά σε ένα ασήμαντο παιχνίδι, αυτογεννώμενων και αυτορρυθμιζόμενων ισορροπιών».
Ωστόσο, και αυτό συγκροτεί ένα πεδίο δημιουργικής ελπίδας και εξανάστασης της ατομικότητας του σύγχρονου υποκειμένου, μέσα από τα σπλάχνα της παραμορφωτικής δυστοπίας του ύστερου καπιταλισμού, μια αύρα αναρχισμού, για να επαναλάβω τη διατύπωση του Gershom Scholem, έχει αρχίσει να φανερώνεται με διαρκώς αυξανόμενη ένταση, ενάντια στην κοινωνική νοσηρότητα και ενάντια στη νομιμοποίηση του βιοπολιτικού ασφυκτικού πλαισίου που αναπαράγει σε όλα τα επίπεδα της ανθρώπινης ζωής τον αυτοεπικυρούμενο εξουσιαστικό λόγο. Αυτός ο αναρχισμός, υπερβαίνοντας τα όρια της κλασικής θεωρίας, καθίσταται ταυτόσημος με τον εικονοκλαστικό ουτοπισμό μέσα στον οποίο βρίσκει το πραγματικό του πρόσωπο ως αποκατάσταση της ενότητας του θεωρείν και του πράττειν, ως επαναδιατύπωση των όρων της εμπειρίας και του κοινωνικώς υπάρχειν, πέρα από τη δυστοπία του εργαλειακού λόγου και της διαβρωτικής του διάδοσης διαμέσου των επικοινωνιακών δικτύων τα οποία υποβιβάζουν συσκοτίζοντας το πραγματικό. Η αναρχική αύρα εστιάζεται πλέον σταθερά «σε κάτι πρωταρχικό και πρωτότυπο, που πρόκειται να κτίσει∙ και τούτο το πρωταρχικό είναι μια επιθυμία», για να επαναλάβω τα λόγια του Martin Buber. Ένας λόγος επιθυμίας με αυθεντική πρόσβλεψη στα σημεία στήριξης του πραγματικού, ενάντια στον εργαλειακό λόγο και στο εγχείρημα της υπολογιστικής σκέψης να προωθεί διαρκώς το πλέγμα αλληλοεξαρτώμενων κοινωνικών προσομοιώσεων μέσα από την τεχνική και τις εφαρμογές της τεχνολογίας που επιβεβαιώνουν μια παν-τεχνική αντίληψη της ζωής. Μια ευρύτητα πνεύματος και φαντασίας προκύπτει ως το αντίδοτο της παθητικής πρόσληψης κενών σημαινόντων συστημικής προέλευσης, τα οποία επινοούν και κατασκευάζουν θεσμικά τη γλώσσα της κυριαρχίας. Ο Russel Jacoby γράφει σχετικά με τον εικονοκλαστικό ουτοπικό αναρχισμό: «Η ουτοπική σκέψη […] προέρχεται από τις, και επιστρέφει στις, σημερινές πολιτικές πραγματικότητες […]∙ μετέχει συγχρόνως στις περιορισμένες επιλογές τού σήμερα και στις απεριόριστες δυνατότητες του αύριο. Τα πόδια του πατούν σε δύο χρονικές ζώνες: στη μία που κατοικούμε τώρα και στη μία που πιθανόν θα υπάρξει στο μέλλον».
*Ο Στέφανος Ροζάνης είναι καθηγητής Φιλοσοφίας

Βασίλης Καραποστόλης,Η μόνη ευχή: ν’ αγαπήσουμε τώρα το απρόβλεπτο

Πηγή: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 7-1-2012

Τα προμηνύματα της κρίσης υπήρχαν εδώ και πολλά χρόνια

Του Βασίλη Καραποστόλη*

Είναι κακομοιριά να τρομάζει κανείς υπερβολικά με το άγνωστο. Και όμως, αυτό συμβαίνει σήμερα. Η άφιξη του νέου χρόνου βρίσκει την ανθρωπότητα ζαρωμένη σε μια γωνιά να παρακολουθεί με δέος τα κύματα του χρόνου που έρχονται καταπάνω της. Ο κόσμος φοβάται αυτό που γεννιέται, αντί να το χαιρετίζει ανυπόμονα. Είναι γιατί μέσα στο καινούργιο κυριάρχησε το απρόβλεπτο. Τα γεγονότα ξέσπασαν ξαφνικά και απροειδοποίητα, είναι αλήθεια αυτό.

Ηρθε η κρίση, ήρθε η αναστάτωση, όλα αυτά που κάνουν τους πάντες να ομολογούν: «Δεν το περιμέναμε». Μα τι να περιμένουν; Κανείς δεν περίμενε τίποτε, πολύ καιρό πριν ενσκήψει η κρίση. Δεν υπήρχαν ούτε αναμονή ούτε προσμονή ούτε πρόβλεψη. Η ίδια η έννοια της πρόβλεψης είχε ήδη υπονομευτεί στις δυτικές κοινωνίες. Μέχρι πριν από μισό αιώνα με βάση κάποιους υπολογισμούς οι άνθρωποι ήταν σε θέση να πιθανολογήσουν το τι θα συμβεί τους επόμενους μήνες, τα επόμενα χρόνια. Οι εκτιμήσεις αυτές τους βοηθούσαν να χαράξουν την πορεία τους, όπως τους βοηθούσε επίσης και το σώμα τους, ο οργανισμός τους με τις φυσικές του ιδιότητες. Τα μάτια, τα χέρια, κάθε όργανο, είχαν τη δυνατότητα να προσαρμοστούν αυτομάτως σε πολλά απρόοπτα. Οταν έρχεται μια δυνατή ριπή ανέμου, τα βλέφαρα κατεβαίνουν και το μάτι μισοκλείνει αμέσως για να εμποδίσει να μπουν η σκόνη και τα σκουπιδάκια. Για πολύ μεγάλο διάστημα το απρόβλεπτο αντιμετωπιζόταν με τα ανακλαστικά των ανθρώπων, με τους θεσμούς τους, με τους νόμους και τα συμβόλαια. Ωσπου αυτή η περίοδος της φυσικής προσαρμοστικότητας έληξε βίαια. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο η Δύση δεν έκανε άλλο παρά να παράγει, χωρίς να συνειδητοποιεί, αυτό που θα την εξέπληττε κάποτε δυσάρεστα. Κατασκευάζονταν αντικείμενα και μηχανήματα προορισμένα να εντυπωσιάσουν, να συνεπάρουν, να αιχμαλωτίσουν, να ανατρέψουν συνήθειες, να καταργήσουν κεκτημένους ρυθμούς, να δείξουν με δυο λόγια στον άνθρωπο-δημιουργό τους ότι είναι αντίγραφα της πιο εκπληκτικής, της πιο αστάθμητης πλευράς του πνεύματός του. Το αυτοκίνητο έπρεπε να τρέχει γρηγορότερα, όπως και οι σκέψεις, οι εικόνες στις οθόνες να εναλλάσσονται απότομα, όπως οι εντυπώσεις, οι πόρτες ν’ ανοίγουν μόνες τους και χωρίς θόρυβο, όπως σε κάποια όνειρα. Μπροστά στα κατορθώματά του ο κατασκευαστής έμενε άναυδος. Η δική του αστάθεια, η δική του μεταβλητότητα, όλα τα καπρίτσια της διάνοιας και της φαντασίας του είχαν μεταφερθεί στα αντικείμενα που επρόκειτο να χρησιμοποιήσει. Μοιραία τα δημιουργήματά του θα τον αιφνιδίαζαν. Γιατί το πνεύμα μας μαζί με το εκπληκτικό περιέχει και το παράλογο, και θα ’πρεπε να ήμασταν έτοιμοι, αφού το αποφασίσαμε, να αποδεχθούμε ακόμη κι αυτό: να μην καταλαβαίνουμε καλά το πώς αντί του άλφα είναι ενδεχόμενο να προκύψει το βήτα.

Η κρίση είναι μια τέτοια κολοσσιαία διάψευση. Την προετοίμασε μέσα στον πολιτισμό μας η αντικατάσταση της πρόνοιας από την καινοτομία που έγινε αυτοσκοπός και που κατέληξε να προκαλεί περισσότερες νευρικές εντάσεις παρά περιέργειες. Το θελήσαμε όμως να μείνουμε εμβρόντητοι. Το ζητήσαμε να μαγευτούμε από το ανεξέλεγκτο. Λόγω της ανίας της η Δύση -αφού πλέον είχε ξεφύγει από τα βάσανα- νόμιζε ότι θα διασκέδαζε με το να παίξει ακόμη ένα παιγνίδι, με το άυλο χρήμα αυτή τη φορά. Το άυλο την ξεγέλασε. Αλλά όταν παίζει κανείς με τα άυλα, είναι σαν να παίζει με τα φαντάσματα. Και δεν δικαιούται τότε να λέει ότι τον παραπλάνησαν τα φαντάσματα, γιατί τα τελευταία είναι για να κάνουν αυτό ακριβώς.

Προς τι λοιπόν το παράπονο; Ο κόσμος μας επεθύμησε το καινούργιο υπό τον όρο ότι δεν θα περιείχε το απρόβλεπτο. Ηταν παράλογο αυτό, και κάτι χειρότερο: αφύσικο. Ετσι το πλήγμα ήρθε αναπόφευκτα. Πρέπει να το σκεφτούμε ξανά αυτό, πρέπει να χωνέψουμε την αποτυχία μας. Προβάλλει μήπως το αίτημα ενός νέου φαταλισμού; Οχι αναγκαστικά. Σε κάποιους ίσως ριζώσει, πράγματι, ένα αίσθημα ταπεινωμένης υποταγής σε όσα γίνονται ερήμην τους. Για κάποιους άλλους όμως μπορεί να έχει ακόμη ένα νόημα να επαναπροσανατολιστούν χωρίς αυταπάτες. «Το πεπρωμένο οδηγεί όποιον βούλεται, και όποιον δεν βούλεται, τον σέρνει», είχε πει ο υπομονετικός Σενέκας.

Ας αρνηθούμε λοιπόν να συρθούμε από τα πράγματα κι ας προσπαθήσουμε να πορευτούμε μέσα σ’ αυτό που μοιάζει να συντελείται τυχαία, από τους ανταγωνισμούς, την τρέλα του κέρδους, τη μανία της εξουσίας, την παγκόσμια ανικανότητα για σύναψη συμφωνιών. Η μόνη θεραπεία για το απρόβλεπτο είναι η τήρηση των υποσχέσεων. Κι αυτή η υποχρέωση καταργήθηκε διεθνώς, γελοιοποιήθηκε. Δεν μένει άλλο, επομένως, εκτός από το να συμφιλιωθούμε με την ιδέα ότι υπάρχει το εντελώς αναπάντεχο. Το περιέχουν τα πράγματα και οι καταστάσεις, το φέρει όμως και ο ίδιος ο άνθρωπος. Κάθε φορά που γεννιέται ένα ανθρώπινο πλάσμα, έρχεται στον κόσμο και η δυνατότητα να συμβεί το οτιδήποτε. Η γέννηση είναι ένα μοναδικό συμβάν κι ανάλογα μοναδική μπορεί να είναι και η δράση καθενός. Μπορούμε να ξαναγεννήσουμε τον εαυτό μας, να ξαναγίνουμε δραστήριοι είτε από απελπισία είτε από πείσμα είτε επειδή νιώθουμε πως αυτό είναι το μόνο γόητρο για έναν θνητό. Εύχομαι να ισχύσει το τελευταίο.

* Ο κ. Βασίλης Καραποστόλης είναι καθηγητής Πολιτισμού και Επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

συν – οδοιπορία: Μοναδικό ντοκουμέντο – Video από την ανακήρυξη του Αγίου Νεκταρίου – 5 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1961

ΚΛΙΚ:

Μοναδικό ντοκουμέντο – Video από την ανακήρυξη του Αγίου Νεκταρίου – 5 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1961

Γ.Κοντογιώργης στον ΑΝΤ1(6-1-2012): «Κάθε φορά που θα παίρνουμε μέτρα για να πάρουμε τη δόση μας θα φτάνουμε σε χειρότερο σημείο…Ζούμε στην εποχή της διαχείρισης του θανάτου μας και όχι της ανάταξης μας…Η πολιτική τάξη έχει μετατρέψει τη χώρα σε ένα παγκόσμιο πειραματόζωο ολικής αναδιανομής του πλούτου εις βάρος της κοινωνίας και υπέρ του κεφαλαίου,υπέρ των Αγορών…αν συνεχιστεί αυτό η χώρα θα χαθεί»

Στα πλαίσια της εκπομπής «Πρωινό ΑΝΤ1», στις 6.1.12, ο Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης και πρώην πρύτανης του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Γιώργος Κοντογιώργης και ο Αναπληρωτής Καθηγητής του Τμήματος Οργάνωσης και Διοίκησης Επιχειρήσεων του Πανεπιστημίου Πειραιώς κ. Νικόλαος Φίλιππας κατέθεσαν τις απόψεις τους σχετικά με τις εξελίξεις στο θέμα της εσωτερικής διαχείρισης της ελληνικής κρίσης. Ειδικότερα ο κ. Κοντογιώργης τόνισε πως η πολιτική τάξη έχει μετατρέψει τη χώρα σ’ ένα παγκόσμιο πειραματόζωο ολικής αναδιανομής του πλούτου εις βάρος της κοινωνίας και υπέρ των αγορών.

(Ολόκληρη η εκπομπή βρίσκεται στο ΑΝΤ1 Web TV)

Bυζαντινά κάλαντα Φώτων

ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ ΚΑΛΑΝΤΑ ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ
Από της ερήμου ο Πρόδρομος ήλθε του βαπτίσαι τον Κύριον.
Ερουρέμ, ερουρέμ, έρου,ρέρου, ρερουρέμ, χαίρε Πρόδρομε.
Βασιλέα πάντων εβάπτισε εις τον Ιορδάνην ο Πρόδρομος.
Ερουρέμ, ερουρέμ, έρου,ρέρου, ρερουρέμ, χαίρε Πρόδρομε.
Γηγενείς σκιρτάτε και χαίρεσθε, τάξεις των Αγγέλων ευφράινεσθε.
Ερουρέμ, ερουρέμ, έρου,ρέρου, ρερουρέμ, χαίρε Πρόδρομε.
Δέξου Ιορδάνη τον Κτίστην σου πριν αναχαιτίσεις τα ύδατα.
Ερουρέμ, ερουρέμ, έρου,ρέρου, ρερουρέμ, χαίρε Πρόδρομε.
Εις τον Ιορδάνην βαπτίζεται υπό Ιωάννου ο Κύριος.
Ερουρέμ, ερουρέμ, έρου,ρέρου, ρερουρέμ, χαίρε Πρόδρομε.

Για την «έλλειψη» της μεταφυσικής στον αριστερό λόγο (σχόλιο μου στο «Βαθύ Κόκκινο»)

Στην ανάρτηση του ιστολογίου «ΒΑΘΥ ΚΟΚΚΙΝΟ»  με τίτλο «Θρησκευτικός σκοταδισμός (Βίντεο)» κάναμε το παρακάτω σχόλιο:

Αγαπητοί φίλοι. Επιτρέψτε μου ένα σχόλιο. Λέει ο Φιλαλήθης: «Τα μεταφυσικά ζητήματα είναι πολύ αδύνατο σημείο σας, κατά την γνώμη μου». Ο μέγαλος μαρξιστής διανοούμενος Τέρρυ Ήγκλετον λέει για την «έλλειψη» αυτή στον αριστερό λόγο τα εξής:
«Είναι τώρα πιο αναγκαίο από ποτέ το να πιστέψουν οι άνθρωποι ακριβώς τη στιγμή κατά την οποία ο δυτικός τρόπος ζωής τους στερεί κατά κανόνα τα ερεθίσματα και τα κίνητρα για να το πράξουν» (Τerry Eagleton,Λογική,Πίστη και Επανάσταση, σελ. 192). Ο Ήγκλετον αναδεικνύει το ριζοσπαστικό χαρακτήρα του χριστιανισμού (στηλιτεύοντας ταυτόχρονα τη θεσμική Εκκλησία για προδοσία αυτών ακριβώς των ριζοσπαστικών καταβολών) και φαίνεται στην «ανάγνωση» του να έχει σημασία και η διάσταση της πίστης. Στη δική του ριζοσπαστική σκέψη «δεν περισσεύει κανεις». Σε μια εποχή όπου το Νεο-φιλελεύθερο παρουσιάζεται ως το μόνο αληθές, με αξιώσεις καθολικής κυριαρχίας, σε μια εποχή όπου τα πάντα είναι Αγορά, μια ριζοσπαστική αριστερή φωνή δεν θα πρέπει να παραθεωρεί, κατά τη γνώμη μου, τη μεταφυσική σκέψη και τη δυναμική της μετα-αφήγησης(story). Διότι αυτό που χρειάζεται περισσότερο στους κρίσιμους καιρούς μας είναι το -κατά Λακάν-νόημα.

http://tsak-giorgis.blogspot.com/2012/01/blog-post_3635.html?showComment=1325504212517#c636047102024388619