Kάλεσμα γάλλων διανοουμένων υπερ του ελληνικού λαού-Sauvons le peuple grec de ses sauveurs ! Par un collectif d’intellectuels et d’artistes européens

undefined
Koρυφαίοι γάλλοι στοχαστές μεταξύ των οποίων ο Μπαντιού, ο Μπαλιμπάρ, ο Νανσύ,  ο Ρανσιέρ, κ.ά.,υπογράφουν κείμενο υποστήριξης του ελληνικού λαού το οποίο δημοσίευσε η εφημερίδα Liberation.
ΝΑ ΣΩΣΟΥΜΕ ΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΛΑΟ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΣΩΤΗΡΕΣ ΤΟΥ
Τη στιγμή που ένας στους δύο Έλληνες νέους είναι άνεργος, 25.000 άστεγοι περιπλανώνται στους δρόμους της Αθήνας, το 30% του πληθυσμού βρίσκεται κάτω από το όριο της φτώχιας, χιλιάδες οικογένειες υποχρεούνται να βάλουν τα παιδιά τους σε ιδρύματα προκειμένου να μην πεθάνουν από την πείνα και το κρύο, νεόφτωχοι και πρόσφυγες δίνουν μάχες για τους σκουπιδοτενεκέδες στους δημόσιους χώρους, οι «σωτήρες» της Ελλάδας, υπό το πρόσχημα ότι οι Έλληνες «δεν καταβάλουν αρκετές προσπάθειες», επιβάλλουν ένα νέο σχέδιο βοήθειας που διπλασιάζει τη χορηγούμενη θανατηφόρα δόση. Ένα σχέδιο που καταργεί το εργατικό Δίκαιο  και καταδικάζει τους φτωχούς σε ακραία ένδεια, εξαφανίζοντας παράλληλα τις μεσαίες τάξεις.
Ο στόχος δεν είναι σε καμία περίπτωση η «σωτηρία» της Ελλάδας: όλοι οι οικονομολόγοι που είναι  άξιοι του ονόματός τους συμφωνούν επ’ αυτού. Το ζητούμενο  είναι να κερδηθεί  χρόνος προκειμένου να σωθούν  οι πιστωτές ενώ παράλληλα η χώρα οδηγείται σε μια προδιαγεγραμμένη  χρεοκοπία.  Πρωτίστως, το ζητούμενο είναι να μετατραπεί η   Ελλάδα σε  εργαστήριο μιας κοινωνικής μεταλλαγής που θα γενικευθεί, σε έναν δεύτερο χρόνο, σε ολόκληρη την Ευρώπη. Το μοντέλο που δοκιμάζεται πάνω στους Έλληνες είναι εκείνο μιας κοινωνίας χωρίς δημόσιες υπηρεσίες, στο πλαίσιο της οποίας τα σχολεία, τα νοσοκομεία και τα ιατρικά κέντρα κατεδαφίζονται, η υγεία καθίσταται προνόμιο των πλουσίων, οι ευπαθείς πληθυσμοί προορίζονται για μια προγραμματισμένη εξόντωση, ενώ όσοι εξακολουθούν  να έχουν μια εργασία  καταδικάζονται σε ακραίες μορφές εργασιακής επισφάλειας και οικονομικής εξαθλίωσης.
Προκειμένου όμως αυτή η αντεπίθεση του νεοφιλελευθερισμού να πετύχει τον στόχο της χρειάζεται να εγκαθιδρύσει ένα καθεστώς που καταργεί τα πλέον στοιχειώδη δημοκρατικά δικαιώματα. Με διαταγή των σωτήρων, βλέπουμε λοιπόν να εγκαθίστανται στην Ευρώπη κυβερνήσεις τεχνοκρατών που περιφρονούν τη λαϊκή κυριαρχία. Πρόκειται για ένα σημείο καμπής όσον αφορά στα κοινοβουλευτικά καθεστώτα στο πλαίσιο των οποίων βλέπουμε τους «αντιπροσώπους του λαού» να εξουσιοδοτούν εν λευκώ τους ειδικούς και τους τραπεζίτες, απαρνούμενοι την υποτιθέμενη εξουσία τους να αποφασίζουν. Ένα είδος κοινοβουλευτικού πραξικοπήματος, το οποίο προσφεύγει, μεταξύ άλλων, και σε ένα διευρυμένο κατασταλτικό οπλοστάσιο απέναντι στις λαϊκές διαμαρτυρίες. Έτσι, από τη στιγμή που οι βουλευτές επικύρωσαν την διαμετρικά αντίθετη με την εντολή που είχαν λάβει σύμβαση που τους υπαγόρευσε η Τρόικα (Ευρωπαϊκή Ένωση, Κεντρική Ευρωπαϊκή Τράπεζα, Διεθνές Νομισματικό Ταμείο), μια εξουσία στερούμενη δημοκρατικής νομιμότητας υποθήκευσε το μέλλον της χώρας για τα επόμενα τριάντα ή σαράντα χρόνια.
Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Ένωση ετοιμάζεται να δημιουργήσει έναν δεσμευμένο τραπεζικό λογαριασμό στον οποίον θα κατατίθεται απευθείας η βοήθεια προς την Ελλάδα προκειμένου να χρησιμοποιείται αποκλειστικά προς όφελος του χρέους. Τα έσοδα της χώρας οφείλουν να αφιερώνονται κατά «απόλυτη προτεραιότητα» στην εξόφληση των πιστωτών και, εφόσον παραστεί ανάγκη, να κατατίθενται απευθείας σε αυτόν τον λογαριασμό την διαχείριση του οποίου έχει αναλάβει η Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Σύμβαση υπαγορεύει ρητά  ότι κάθε νέα υποχρέωση που θα προκύπτει στο πλαίσιό της θα διέπεται  από το αγγλικό δίκαιο, το οποίο απαιτεί υλικές εγγυήσεις, ενώ οι διενέξεις θα εκδικάζονται από τα δικαστήρια του Λουξεμβούργου, με την   Ελλάδα να έχει αποποιηθεί εκ των προτέρων κάθε δικαίωμα προσφυγής ενάντια σε όποια κατάσχεση αποφασίσουν οι πιστωτές της. Για να ολοκληρωθεί η εικόνα, οι  ιδιωτικοποιήσεις έχουν ανατεθεί  σε ένα Ταμείο υπό τη διαχείριση της Τρόικας  στο οποίο θα κατατίθενται οι τίτλοι ιδιοκτησίας των δημοσίων αγαθών. Εν συντομία, έχουμε να κάνουμε με μια γενικευμένη λεηλασία, χαρακτηριστικό γνώρισμα του χρηματοπιστωτικού  καπιταλισμού που προσφέρει εν προκειμένω στον εαυτό του μια  θεσμική καθοσίωση. Στο βαθμό που πωλητές και αγοραστές θα κάθονται στην ίδια πλευρά του τραπεζιού, δεν έχουμε την παραμικρή αμφιβολία ότι το  εν λόγω εγχείρημα ιδιωτικοποιήσεων  αποτελεί πραγματικό συμπόσιο για τους αγοραστές.
Όλα τα μέτρα που έχουν ληφθεί έως τώρα είχαν ως μοναδικό  αποτέλεσμα την εμβάθυνση του ελληνικού εθνικού χρέους το οποίο, με τη βοήθεια των σωτήρων που δανείζουν με τοκογλυφικά επιτόκια, έχει κυριολεκτικά εκτοξευθεί στα ύψη προσεγγίζοντας το 170%  ενός  ακαθάριστου εθνικού προϊόντος σε ελεύθερη πτώση, ενώ το 2009 δεν αντιπροσώπευε παρά το 120%. Μπορεί κανείς να στοιχηματίσει ότι αυτός ο εσμός  σχεδίων σωτηρίας -τα οποία παρουσιάζονται κάθε φορά ως «τελικά»- δεν στόχευε παρά στο να εξασθενίσει ολοένα και περισσότερο τη θέση της Ελλάδας ούτως ώστε, στερούμενη κάθε δυνατότητας να προτείνει από μόνη της τους όρους μιας ανασυγκρότησης , να εξαναγκαστεί να εκχωρήσει τα πάντα στους πιστωτές της υπό τον εκβιασμό «καταστροφή ή λιτότητα». Η τεχνητή και καταναγκαστική επιδείνωση του προβλήματος του χρέους χρησιμοποιήθηκε σαν όπλο εφόδου  για την άλωση  μιας κοινωνίας στο σύνολό της.
Σκόπιμα χρησιμοποιούμε εδώ όρους που ανήκουν στη στρατιωτική ορολογία: πρόκειται σαφώς για έναν πόλεμο που διεξάγεται με τα μέσα της οικονομίας, της πολιτικής και του δικαίου, έναν πόλεμο ταξικό εναντίον ολόκληρης της κοινωνίας. Και τα λάφυρα που η χρηματοπιστωτική  τάξη υπολογίζει να αποσπάσει από «τον εχθρό» είναι τα κοινωνικά κεκτημένα και τα δημοκρατικά δικαιώματα, αλλά αυτό που διακυβεύεται σε τελική ανάλυση είναι η δυνατότητα για  μια ανθρώπινη ζωή. Και η ζωή εκείνων που δεν παράγουν ή δεν καταναλώνουν αρκετά σε σύγκριση με τις στρατηγικές μεγιστοποίησης του κέρδους, δεν πρέπει να διατηρηθεί.
Έτσι, η αδυναμία μιας χώρας πιασμένης στη μέγγενη της χωρίς  όρια κερδοσκοπίας και των καταστροφικών σχεδίων σωτηρίας, γίνεται η μυστική πόρτα από την οποία εισβάλλει βίαια ένα μοντέλο κοινωνίας σύμφωνο προς τις απαιτήσεις του νέο-φιλελεύθερου φονταμενταλισμού. Μοντέλο που προορίζεται για ολόκληρη την Ευρώπη και πέραν αυτής. Αυτό είναι το πραγματικό διακύβευμα, και γι αυτό η υπεράσπιση του ελληνικού λαού δεν είναι συρρικνώσιμη  σε μια χειρονομία  αλληλεγγύης ή  αφηρημένης ανθρωπιάς: διακυβεύεται το μέλλον της δημοκρατίας και η τύχη των ευρωπαϊκών λαών. Παντού η «επιτακτική αναγκαιότητα» μιας «οδυνηρής αλλά σωτήριας» λιτότητας θα μας παρουσιαστεί ως το μέσον για να αποφύγουμε τη μοίρα της Ελλάδας, ενώ οδηγεί κατευθείαν σε αυτήν.
Μπροστά σε αυτή την οργανωμένη επίθεση ενάντια στην κοινωνία, μπροστά στην καταστροφή και των τελευταίων νησίδων της δημοκρατίας, καλούμε τους συμπολίτες μας, τους γάλλους και ευρωπαίους φίλους μας να εκφρασθούν σθεναρά. Δεν πρέπει να αφήσουμε το μονοπώλιο του λόγου στους ειδήμονες και στους πολιτικάντηδες. Το γεγονός ότι το αίτημα κυρίως των γερμανών και των γάλλων ιθυνόντων είναι η απαγόρευση πλέον των εκλογών στην Ελλάδα μπορεί να  μάς αφήνει άραγε αδιάφορους; Ο στιγματισμός και η συστηματική δυσφήμηση ενός λαού δεν θα άξιζε άραγε μια απάντηση; Είναι δυνατόν να μην υψώσουμε την φωνή μας ενάντια στη θεσμική δολοφονία του ελληνικού λαού; Και μπορούμε άραγε να σιωπούμε μπροστά στην καταναγκαστική εγκαθίδρυση ενός συστήματος που θέτει εκτός νόμου ακόμη και την ίδια την ιδέα της κοινωνικής αλληλεγγύης;
Βρισκόμαστε σε ένα σημείο μη επιστροφής. Είναι επείγον να δώσουμε  τη μάχη των αριθμών και τον πόλεμο των λέξεων για να αναχαιτίσουμε  την ακραίο-φιλελεύθερη ρητορική του φόβου και της παραπληροφόρησης. Είναι επείγον να αποδομήσουμε τα μαθήματα ηθικής που συσκοτίζουν  την πραγματική διαδικασία που εκτυλίσσεται μέσα στην κοινωνία. Είναι κάτι περισσότερο από επείγον να απομυθοποιήσουμε τη ρατσιστική εμμονή περί  ελληνικής «ιδιαιτερότητας»  που φιλοδοξεί να αναγάγει  τον υποτιθέμενο εθνικό χαρακτήρα ενός λαού (τεμπελιά ή κατά βούληση πονηριά) σε  πρωταρχική  αιτία μιας κρίσης η οποία στην πραγματικότητα είναι παγκόσμια. Αυτό που μετρά σήμερα δεν είναι οι ιδιαιτερότητες, πραγματικές ή φαντασιακές, αλλά τα κοινά: η τύχη ενός λαού που θα επηρεάσει και τους άλλους.
Πολλές τεχνικές λύσεις έχουν προταθεί για να βγούμε από το δίλημμα «ή  καταστροφή της κοινωνίας ή  πτώχευση» (πράγμα που σημαίνει, το βλέπουμε σήμερα: «και καταστροφή και πτώχευση). Όλες οι λύσεις πρέπει να εξεταστούν  σαν στοιχεία στοχασμού προκειμένου να οικοδομήσουμε μιαν άλλη Ευρώπη. Αλλά κατ’ αρχάς πρέπει να καταγγείλουμε το έγκλημα, να αναδείξουμε την κατάσταση στην οποία βρίσκεται ο ελληνικός λαός, εξ αιτίας των «σχεδίων βοήθειας» τα οποία έχουν συλληφθεί από και για τους κερδοσκόπους και τους πιστωτές. Τη στιγμή που ένα κίνημα υποστήριξης υφαίνεται σε όλο τον κόσμο, όπου τα δίκτυα Ιντερνέτ βουίζουν από πρωτοβουλίες αλληλεγγύης, οι γάλλοι διανοούμενοι θα ήταν άραγε οι τελευταίοι που θα ύψωναν τη φωνή τους υπέρ της Ελλάδας; Χωρίς να περιμένουμε περισσότερο, ας πολλαπλασιάσουμε τα άρθρα, τις παρεμβάσεις στα μέσα, τις συζητήσεις, τις εκκλήσεις, τις διαδηλώσεις. Γιατί κάθε πρωτοβουλία είναι καλοδεχούμενη, κάθε πρωτοβουλία είναι επείγουσα. Σε ό,τι  μας αφορά, ιδού τι προτείνουμε: να προχωρήσουμε τάχιστα στη δημιουργία μιας ευρωπαϊκής επιτροπής διανοουμένων και καλλιτεχνών για την αλληλεγγύη προς  τον ελληνικό λαό  που αντιστέκεται.
Αν δεν είμαστε εμείς, ποιος θα είναι;
Αν δεν είναι τώρα, πότε θα είναι;
Βίκη ΣΚΟΥΜΠΗ, Αρχισυντάκτρια του περιοδικού αλήthεια, Αθήνα.
Michel SURYA, Διευθυντής του περιοδικού Lignes, Παρίσι.
Δημήτρις Βεργέτης, Διευθυντής του περιοδικού αλήthεια.
Και
Daniel ALVARO
Alain BADIOU
Jean-Christophe BAILLY
Etienne BALIBAR
Fernanda BERNARDO
Barbara CASSIN
Bruno CLEMENT
Danièle COHEN-LEVINAS
Yannick COURTEL
Claire DENIS
Georges DIDI-HUBERMANN
Roberto ESPOSITO
Francesca ISIDORI
Pierre-Philippe JANDIN
Jèrôme LEBRE
Jean-Clet MARTIN
Jean-Luc NANCY
Jacques RANCIERE
Judith REVEL
Elisabeth RIGAL
Jacob ROGOZINSKI
Avital RONELL
Ugo SANTIAGO
Beppe SEBASTE
Michele SINAPI
Enzo TRAVERSO
Sauvons le peuple grec de ses sauveurs !
Par un collectif d’intellectuels et d’artistes européens
Au moment où un jeune Grec sur deux est au chômage, où 25 000 SDF errent dans les rues d’Athènes, où 30% de la population est tombée sous le seuil de pauvreté, où des milliers de familles sont obligées de placer leurs enfants pour qu’ils ne crèvent pas de faim et de froid, où nouveaux pauvres et réfugiés se disputent les poubelles dans les décharges publiques, les «sauveurs» de la Grèce, sous prétexte que les Grecs «ne font pas assez d’efforts», imposent un nouveau plan d’aide qui double la dose létale administrée. Un plan qui abolit le droit du travail, et qui réduit les pauvres à l’extrême misère, tout en faisant disparaître du tableau les classes moyennes.
Le but ne saurait être le «sauvetage» de la Grèce : sur ce point, tous les économistes dignes de ce nom sont d’accord. Il s’agit de gagner du temps pour sauver les créanciers tout en menant le pays à une faillite différée. Il s’agit surtout de faire de la Grèce le laboratoire d’un changement social qui, dans un deuxième temps, se généralisera à toute l’Europe. Le modèle expérimenté sur les Grecs est celui d’une société sans services publics, où les écoles, les hôpitaux et les dispensaires tombent en ruine, où la santé devient le privilège des riches, où les populations vulnérables sont vouées à une élimination programmée, tandis que ceux qui travaillent encore sont condamnés aux formes extrêmes de la paupérisation et de la précarisation.
Mais pour que cette offensive du néolibéralisme puisse arriver à ses fins, il faut instaurer un régime qui fait l’économie de droits démocratiques les plus élémentaires. Sous l’injonction des sauveurs, on voit donc s’installer en Europe des gouvernements de technocrates qui font fi de la souveraineté populaire. Il s’agit d’un tournant dans les régimes parlementaires où l’on voit les «représentants du peuple» donner carte blanche aux experts et aux banquiers, abdiquant leur pouvoir décisionnel supposé. Un coup d’Etat parlementaire en quelque sorte, qui fait aussi appel à un arsenal répressif amplifié face aux protestations populaires. Ainsi, dès lors que les députés ont ratifié la convention dictée par la troïka (l’Union européenne, la Banque centrale européenne et le Fonds monétaire international), diamétralement opposée au mandat qu’ils avaient reçu, un pouvoir dépourvu de légitimité démocratique aura engagé l’avenir du pays pour trente ou quarante ans.
Parallèlement l’Union européenne s’apprête à constituer un compte bloqué où serait directement versée l’aide à la Grèce afin qu’elle soit employée uniquement au service de la dette. Les recettes du pays devraient être en «priorité absolue» consacrées au remboursement de créanciers, et, si besoin est, directement versées à ce compte géré par l’Union européenne. La convention stipule que toute nouvelle obligation émise dans son cadre sera régie par le droit anglais, qui engage des garanties matérielles, alors que les différends seront jugés par les tribunaux du Luxembourg, la Grèce ayant renoncé d’avance à tout droit de recours contre une saisie décidée par ses créanciers. Pour compléter le tableau, les privatisations sont confiées à une caisse gérée par la troïka, où seront déposés les titres de propriété de biens publics. Bref, c’est le pillage généralisé, trait propre du capitalisme financier qui s’offre ici une belle consécration institutionnelle. Dans la mesure où vendeurs et acheteurs siégeront du même côté de la table, on ne doute guère que cette entreprise de privatisation soit un vrai festin pour les repreneurs.
Or toutes les mesures prises jusqu’à maintenant n’ont fait que creuser la dette souveraine grecque et, avec le secours de sauveurs qui prêtent à des taux usuraires, celle-ci a carrément explosé en approchant des 170% d’un PIB en chute libre, alors qu’en 2009 elle n’en représentait encore que 120%. Il est à parier que cette cohorte de plans de sauvetage – à chaque fois présentés comme «ultimes» – n’a eu d’autre but que d’affaiblir toujours davantage la position de la Grèce de sorte que, privée de toute possibilité de proposer elle-même les termes d’une restructuration, elle soit réduite à tout céder à ses créanciers sous le chantage de «la catastrophe ou l’austérité».
L’aggravation artificielle et coercitive du problème de la dette a été utilisée comme une arme pour prendre d’assaut une société entière. C’est à bon escient que nous employons ici des termes relevant du domaine militaire : il s’agit bel et bien d’une guerre conduite par les moyens de la finance, de la politique et du droit, une guerre de classe contre la société entière. Et le butin que la classe financière compte arracher à «l’ennemi», ce sont les acquis sociaux et les droits démocratiques, mais au bout du compte, c’est la possibilité même d’une vie humaine. La vie de ceux qui ne produisent ou ne consomment pas assez au regard des stratégies de maximisation du profit, ne doit plus être préservée.
Ainsi, la faiblesse d’un pays pris en étau entre la spéculation sans limites et les plans de sauvetage dévastateurs, devient la porte dérobée par où fait irruption un nouveau modèle de société conforme aux exigences du fondamentalisme néolibéral. Modèle destiné à toute l’Europe et plus si affinités. C’est le véritable enjeu et c’est pour cela que défendre le peuple grec ne se réduit pas à un geste de solidarité ou d’humanité abstraite : l’avenir de la démocratie et le sort des peuples européens sont en question. Partout la «nécessité impérieuse» d’une austérité «douloureuse, mais salutaire» va nous être présentée comme le moyen d’échapper au destin grec, alors qu’elle y mène tout droit.
Devant cette attaque en règle contre la société, devant la destruction des derniers îlots de la démocratie, nous appelons nos concitoyens, nos amis français et européens à s’exprimer haut et fort. Il ne faut pas laisser le monopole de la parole aux experts et aux politiciens. Le fait qu’à la demande des dirigeants allemands et français en particulier la Grèce soit désormais interdite d’élections peut-il nous laisser indifférents ? La stigmatisation et le dénigrement systématique d’un peuple européen ne mériteraient-ils pas une riposte ? Est-il possible de ne pas élever sa voix contre l’assassinat institutionnel du peuple grec ? Et pouvons-nous garder le silence devant l’instauration à marche forcée d’un système qui met hors la loi l’idée même de solidarité sociale ?
Nous sommes au point de non-retour. Il est urgent de mener la bataille des chiffres et la guerre des mots pour contrer la rhétorique ultralibérale de la peur et de la désinformation. Il est urgent de déconstruire les leçons de morale qui occultent le processus réel à l’œuvre dans la société. Il devient plus qu’urgent de démystifier l’insistance raciste sur la «spécificité grecque», qui prétend faire du caractère national supposé d’un peuple (paresse et roublardise à volonté) la cause première d’une crise en réalité mondiale. Ce qui compte aujourd’hui ne sont pas les particularités, réelles ou imaginaires, mais les communs : le sort d’un peuple qui affectera tous les autres.
Bien des solutions techniques ont été proposées pour sortir de l’alternative «ou la destruction de la société ou la faillite» (qui veut dire, on le voit aujourd’hui : «et la destruction et la faillite»). Toutes doivent être mises à plat comme éléments de réflexion pour la construction d’une autre Europe. Mais d’abord il faut dénoncer le crime, porter au grand jour la situation dans laquelle se trouve le peuple grec à cause des «plans d’aide» conçus par et pour les spéculateurs et les créanciers. Au moment où un mouvement de soutien se tisse autour du monde, où les réseaux d’Internet bruissent d’initiatives de solidarité, les intellectuels français seraient-ils donc les derniers à élever leur voix pour la Grèce ? Sans attendre davantage, multiplions les articles, les interventions dans les médias, les débats, les pétitions, les manifestations. Car toute initiative est bienvenue, toute initiative est urgente.
Pour nous, voici ce que nous proposons : aller très vite vers la formation d’un comité européen des intellectuels et des artistes pour la solidarité avec le peuple grec qui résiste. Si ce n’est pas nous, ce sera qui ? Si ce n’est pas maintenant, ce sera quand ?
Vicky Skoumbi, rédactrice en chef de la revue «Alètheia», Athènes, Michel Surya, directeur de la revue «Lignes», Paris, Dimitris Vergetis, directeur de la revue «Alètheia», Athènes.
Et : Daniel Alvara,Alain Badiou, Jean-Christophe Bailly, Etienne Balibar, Fernanda Bernardo, Barbara Cassin, Bruno Clément, Danielle Cohen-Levinas, Yannick Courtel, Claire Denis, Georges Didi-Huberman, Roberto Esposito, Francesca Isidori, Pierre-Philippe Jandin, Jérôme Lèbre, Jean-Clet Martin, Jean-Luc Nancy, Jacques Rancière, Judith Revel, Elisabeth Rigal, Jacob Rogozinski, Hugo Santiago, Beppe Sebaste, Michèle Sinapi, Enzo Traverso
       
Advertisements

Κωνσταντίνος Τσουκαλάς,Η ελληνική κοινωνία μπροστά στην ευρωπαϊκή διγλωσσία

 Πηγή: Ενθέματα 
& Αυγή, 12-2-2012, σελ. 32-33.
Με την ξαφνική μετάβαση προς το άγνωστο, όλα εμφανίζονται απειλητικά και ανοίκεια. Από τη στιγμή που φοβόμαστε ένα μέλλον που δεν μπορούμε καν να φανταστούμε, είμαστε υποχρεωμένοι να αναστοχαστούμε για ένα παρόν που κλυδωνίζεται και ένα παρελθόν που δεν ήταν εκείνο που κάποτε πιστεύαμε. Έτσι, η κρίση βιώνεται πάντα και ως κρίση σημασιών, αξιών, κοσμοπαραστάσεων και βεβαιοτήτων. Και γι’ αυτόν ίσως τον λόγο τείνουμε να σκεφτόμαστε την έξοδο απ’ αυτήν με όρους αποφαντικούς. Για να μη βυθιστούμε στα τενάγη της αμφιβολίας, τείνουμε να εξορκίζουμε την αβεβαιότητα προσφεύγοντας σε επιτακτικές εντολές. Όπως ο Μωυσής που καλούσε τους πιστούς στην άκριτη υποταγή και τη μετάνοια, έτσι και οι σύγχρονοι προφήτες ομιλούν την γλώσσα ενός ονομαστού Κυρίου. Αλλάξτε, εκσυγχρονισθείτε, αρθείτε στο «ύψος των περιστάσεων», συμμορφωθείτε, «ανασκουμπωθείτε» και, επιτέλους, δουλέψτε. (Μια εντολή, ειρήσθω εν παρόδω που αρμόζει απολύτως όταν απευθύνεται συλλήβδην σε μια χώρα όπου ένας στους τέσσερις είναι άνεργος και όπου οι μέσοι όροι ώρας εργασίας είναι κατά 40% υψηλότεροι από εκείνους της Γερμανίας). Αφού ως αμαρτωλοί και κλέφτες είσθε συλλήβδην υπεύθυνοι για τα αδιέξοδά σας, πρέπει να αναλάβετε τις έωλες τύχες σας στα υπεύθυνα χέρια σας.
Από τον Αλέξη Ζορμπά στον καλβινιστή σουμπετεριανό επιχειρηματία
Έτσι, η εποχή της ατιμώρητης συλλογικής αυταπάτης έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Ο χαμένος παράδεισος των «οκνηρών και διεφθαρμένων χαραμοφάηδων» οφείλει να μεταμορφωθεί σε μια χώρα ενάρετων πολιτών. Νέα πρόσωπα, νέα προσωπεία και νέοι υποβολείς καλούνται λοιπόν να ανέλθουν στη σκηνή. Θα πρέπει να εκκολαφτούν νέα αρχέτυπα, εξίσου μυθικά με εκείνα που πρέπει να εγκαταλειφτούν οριστικά. Exit ο ανορθολογικός νεορθόδοξος Αλέξης Ζορμπάς, exit οι αυτάρεσκοι κάπηλοι του εξαίσιου παρελθόντος, enter ο βουβός και πειθαρχημένος ζευγάς, enter ο ανεπιφύλακτος μεταρρυθμιστής, enter ο ορθολογιστής καλβινιστής σουμπετεριανός επιχειρηματίας. Είτε ως μεταβατικό είτε ως μόνιμο, το αναγκαίο «θεραπευτικό σοκ» δεν μπορεί λοιπόν να είναι απλώς οικονομικό.
Είναι επίσης πολιτιστικό, ιδεολογικό, κοσμοθεωρητικό και καθαρτικό. Γονυπετής ενώπιον των εταίρων και πιστωτών της και των απανταχού χαιρέκακων θεατών, η χώρα και μαζί της σύσσωμοι οι άτυχοι πολίτες της πρέπει να ζητήσουν κατανόηση και επιείκεια, επιδεικνύοντας έμπρακτη μετάνοια για ό,τι «ήταν» και για όλα εκείνα για τα οποία όλοι θεωρούσαν ως κεκτημένα και για τα οποία ορισμένοι απ’ αυτούς μπορούσαν ακόμα και να επαίρονται.
Θα πρέπει λοιπόν να μεθοδεύσουμε τη συλλογική ηθική μας ανάσταση. Τα κριτήρια όμως αυτής της ανάστασης δεν είναι έλλογα. Παραμένουν και πρέπει να παραμείνουν ανονόμαστα. Ελάχιστοι επισημαίνουν ότι στον νέο αναδυόμενο κόσμο, και την ίδια στιγμή που οφείλουν να καταξιώνονται απερίφραστα οι ανάλγητες «ορθολογικές μεγαλοϊδιοτέλειες» των κεφαλαιούχων και των «αγορών», οφείλουν επίσης να απαξιώνονται, και μάλιστα με ακόμα μεγαλύτερη έμφαση, οι «ευτελείς ανορθολογικές μικροϊδιοτέλειες» εκείνων που δεν επιδιώκουν παρά την επιβίωσή τους. Δεν είναι περίεργο. Όπως ακριβώς συμβαίνει με την εκμετάλλευση, την εξαπάτηση και την κλοπή, έτσι και η αναλγησία μπορεί να εμφανίζεται αξιοκατάκριτη μόνο στις μικροκλίμακες. Κανείς όμως δεν επιτρέπεται πλέον να προβληματίζεται. Η πίστη μας στις άνωθεν προερχόμενες ορθόδοξες ετυμηγορίες δεν επιτρέπεται πια να κλονίζεται μέσα από ξεπερασμένες λογικές επιχειρηματολογίες.
Το ελληνικό «μικρομεσαίο θαύμα»
Δεν προτίθεμαι βέβαια να φιλοσοφήσω. Το ζήτημα τίθεται μόνον επειδή μέχρι πρόσφατα το συλλογικό υποκείμενο που ονομάζαμε Ελλάδα φαινόταν να μπορεί να αντιπαρέρχεται τις δοκιμές συνταγές, συνδυάζοντας «επιλεκτικά» τα καλά όλων των νοητών κόσμων δίχως να παγιδεύεται στα κακά τους. Πράγματι, είναι χαρακτηριστικό πως για μια σειρά από λόγους στους οποίους είναι αδύνατον να υπεισέλθω, η χώρα φαίνονταν να μπορεί να προωθεί την υλική της ευζωία δίχως να εμφανίζει πολλά από τα πιο κραυγαλέα αρνητικά συμπτώματα των ανεπτυγμένων δυτικών κοινωνικών. Ενώ για πολλές δεκαετίες οι ρυθμοί αύξησης της ιδιωτικής κατανάλωσης ήταν οι υψηλότεροι ανάμεσα σε όλες τις χώρες του ΟΟΣΑ, τα ποσοστά της εγκληματικότητας, των εξαρτημένων από ναρκωτικά, των ψυχικών νόσων, των εγκλεισμών, των καταθλίψεων, των αυτοκτονιών και των παραβατικών ενεργειών παρέμεναν θεαματικά χαμηλά. Ίσως λοιπόν μοιραία, οι εύπιστοι και αυτάρεσκοι Έλληνες άρχισαν να πιστεύουν και πάλι στο δαιμόνιο της «περιούσιας» φυλής. Η φαινόμενη πρόσβαση στη γη της καπιταλιστικής επαγγελίας εμφανίζονταν εφικτή δίχως την εξάλειψη των αμοιβαιοτήτων που συνοδεύουν τις παραδοσιακές δομές και πρακτικές. Αυτό ακριβώς ήταν το υλικό, οικονομικό και ιδεολογικό υπόβαθρο του νεοελληνικού «μικρομεσαίου θαύματος».
Δεν είναι λοιπόν τυχαίο ότι ο κοινωνικός καταμερισμός της εργασίας εμφανίζει εντελώς ιδιαίτερα, ίσως και μοναδικά χαρακτηριστικά. Ακολουθώντας παλιότερα χνάρια, αλλά σε εντελώς διαφορετικές πλέον συνθήκες, οι περισσότεροι Έλληνες εξακολουθούν να επιζούν ως ανεξάρτητοι μικροεπαγγελματίες, μικρέμποροι, μικροεπιτηδευματίες και μικροπαραγωγοί. Ακόμα και στην αρχή του 21ου αιώνα, οπότε και ήταν ήδη φανερό πως το σύστημα είχε αγγίξει τα ακραία του όρια, οι αυτοαπασχολούμενοι ξεπερνούσαν το 40% του ενεργού πληθυσμού, ενώ οι μισθωτοί του ιδιωτικού τομέα δεν ήσαν παραπάνω από 35%, ποσοστό θεαματικά μικρό σε σύγκριση με τις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες, όπου οι μισθωτοί φθάνουν ή ξεπερνούν το 90%, ακόμα και το 95% του ενεργού πληθυσμού. Αν μάλιστα λάβουμε υπ’ όψιν πως οι περισσότεροι ανάμεσά τους εργάζονταν σε μικρές ή νανώδεις οικογενειακές επιχειρήσεις, η απόκλιση εμφανίζεται θεαματική.
Απομένουν βέβαια τα κατεξοχήν αποδιοπομπαία 25% περίπου του πληθυσμού που απασχολούνται στον υπερδιογκωμένο, υποτίθεται, δημόσιο τομέα. Πρόκειται όμως για έναν ακόμα μύθο, αν σκεφτούμε πως το ποσοστό αυτό είναι μικρότερο από τις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, όπως, αντίστοιχα, εξίσου μικρό είναι και το ποσοστό του ΑΕΠ που ελέγχεται ευθέως από το κράτος. Η ιδιότυπη δυσλειτουργία της δημόσιας απασχόλησης στην Ελλάδα δεν οφείλεται στη μεγάλη της έκταση, αλλά στη σύνθεση και λειτουργία της, καθώς και στον τρόπο με τον οποίο αρθρώνεται με τις «άλλες» εξωκρατικές μορφές εξαρτημένης εργασίας. Πράγματι, όταν ο ιδιωτικός τομέας παραμένει καχεκτικός, όταν η κοινωνία προσφέρει ελάχιστες «άλλες» ευκαιρίες μισθωτής απασχόλησης, όταν δηλαδή η εμβέλεια, άρα και η έλξη της ιδιωτικής αγοράς εργασίας παραμένουν περιορισμένες σε σύγκριση με την αύρα που περιβάλλει τις διαδικασίες του διορισμού στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, είναι λογικό η δημοσιοϋπαλληλία να επιβάλλει τη συχνά αντιπαραγωγική συστημική λογική της σε ολόκληρο το σύστημα της εξαρτημένης εργασίας. Και αυτό, προφανώς, δεν συμβαίνει μόνο στην Ελλάδα. Το γεγονός ότι η αγορά της εργασίας στην αναπτυσσόμενη ελληνική κοινωνία παρέμενε καθημαγμένη σε αντιπαραγωγικά και εν πολλοίς προκαπιταλιστικά πρότυπα αποκτά την ιδιαίτερη ιδεολογική και κοινωνική του σημασία μόνο σε συνάρτηση με το γεγονός ότι η επιλεκτική κρατική απασχόληση ήταν πιο ελκυστική από την ακόμα ισχνότερη ιδιωτική. Είναι λοιπόν φανερό ότι η –συχνή τον τελευταίο καιρό– αναφορά σε «σοβιετικού τύπου πρότυπα» δεν είναι μόνον κωμική και αθεμελίωτη, αλλά και υποβολιμαία. Ακόμα και ως κρατικοδίαιτοι, οι Έλληνες παρέμεναν φαντασιακά πολυπράγμονες και προοπτικά ανεξάρτητοι μικρομεσαίοι.
Η ιδιαιτερότητα αυτή της ελληνικής κοινωνίας σφράγισε τις κυρίαρχες μορφές κοινωνικής κινητικότητας, και μαζί με αυτές τις ιδεολογικές και φαντασιακές σταθερές που στηρίζονται επάνω τους. Με δεδομένη τη συνεχιζόμενη ισχνότητα του ιδιωτικού τομέα, η πλειονότητα του πληθυσμού οργανώνει κατ’ ανάγκην την επιβιωτική στρατηγική της μέσα από έναν ευέλικτο συνδυασμό των προφανών και διαθέσιμων διεξόδων, αλλά και των απομακρυσμένων η και εξεζητημένων προοπτικών. Και, στο πλαίσιο αυτό, οι ανεξάρτητες και αυτοσχέδιες δραστηριότητες και οι προσδοκίες πρόσβασης στη δημόσια απασχόληση δεν εμφανίζονται ως διαζευκτικές επιλογές, αλλά ως αθροιστικές και συμπληρωματικές στρατηγικές. Εδώ ακριβώς εμφανίζεται η καίρια λειτουργική και ιδεολογική σημασία του θεμελιώδους θεσμού της πυρηνικής οικογενείας (και συχνά της ευρύτερης οικογενείας). Ως «οιονεί επιχείρηση» οργανώνεται σαν πάγιο δίκτυο που αναλαμβάνει τον κεντρικό ρόλο του ορθολογικού προγραμματισμού ενός κοινού μέλλοντος, που πρέπει να πατάει σε όσο το δυνατόν περισσότερες βάρκες. Η συλλογική μνήμη της πρόσφατης ανέχειας είναι πάντα ζωντανή.
Η ελληνική κοινωνική «πολυσθένεια»
Οι κοινωνικές προεκτάσεις αυτής της ιδιαίτερης δομής είναι αναρίθμητες και γνωστές σε όλους. Η εμμονή στη διατήρηση της ιδιοκτησίας των οικογενειακών αγροτικών κλήρων, ακόμα και αν πρόκειται να παραμείνουν ακαλλιέργητοι, η αντίσταση στις πιο εξωφρενικές μορφές μιας καθηλωτικής (ή και εξευτελιστικής) πάγιας εξάρτησης, η συστηματική πολυαπασχόληση, η πανταχού παρούσα «αντασφαλιστική» λειτουργία της αλληλέγγυας οικογένειας και ο φετιχοποιημένος προγραμματισμός της εκπαίδευσης με κύριο στόχο την απασχόληση ενός τουλάχιστον μέλους της στο δημόσιο δεν είναι παρά όψεις του ίδιου νομίσματος. Πολλοί ήσαν, και είναι ακόμα, εκείνοι που επιβιώνουν δραστηριοποιούμενοι παράλληλα και ταυτόχρονα στην εποχιακή γεωργία, στην αναζήτηση ευκαιριακών εργασιών, σε μια δημόσια απασχόληση δίχως αυστηρές προδιαγραφές και σε οικογενειακές μικροεπιχειρήσεις. Αυτό ακριβώς είναι το φαινόμενο που ονομάστηκε «πολυσθένεια».
Τα περισσότερα φαινόμενα που επισύρουν την ομόφωνη μήνιν των ορθοφρονούντων εκσυγχρονιστών εντάσσονται σε αυτά ακριβώς τα πλαίσια. Η διάχυτη διαφθορά της δημοσιοϋπαλληλίας, η εμμονή των «πελατειακών» πλεγμάτων, το αναποτελεσματικό κράτος από το οποίο όλοι κρύβονται και ταυτόχρονα όλοι προσδοκούν ανταλλάγματα (για συνδυασμό κρατοφοβίας και κρατολατρίας μιλούσε ήδη ο Γκράμσι), η εκτεταμένη «λούφα», η συστηματική φοροδιαφυγή, η άνθηση της υπόγειας οικονομίας που υπολογίστηκε σε 30 ως 40% του ΑΕΠ και η εξάπλωση «τζαμπατζήδικων» προτύπων συμπεριφοράς (free riders) δεν είναι βέβαια προϊόντα φυλετικά επικαθοριζομένων ηθικών ελλειμμάτων ή χαρακτηριολογικών ιδιομορφιών. Τα συμπτώματα αυτά προκύπτουν από την ιστορική πραγματικότητα ως δευτερογενείς προεκτάσεις των επιβιωτικών στρατηγικών. Δεν πρέπει άλλωστε να ξεχνάμε ότι σε όλες τις χώρες, πλούσιες και φτωχές, οι ανεξάρτητοι μικρομεσαίοι τείνουν πάντα να λειτουργούν περίπου όπως και οι έλληνες συνάδελφοι τους. Η διαφορά (θεμελιώδης!) είναι ότι, ενώ στις περισσότερες ανεπτυγμένες κοινωνίες η επιβίωση τέτοιων στρωμάτων έχει ήδη φθάσει στα όρια της, στην Ελλάδα εξακολουθούν να κυριαρχούν στην κοινωνική σκηνή. Αυτό ακριβώς είχε στο κεφάλι του ο Ανδρέας Παπανδρέου όταν κατήγγελλε το «κατεστημένο» στο όνομα των «μη προνομιούχων μικρομεσαίων». Και επάνω σε αυτή τη βάση θεμελιώθηκε ο πασοκικός μικρομεσαίος λαϊκισμός. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η επινοητική συνθηματολογία του ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ αντιστοιχούσε με απόλυτη ακρίβεια στη νεοελληνική ιδιαιτερότητα. Οι μικρομεσαίες κοινωνίες εκτρέφουν μικρομεσαίες ιδεοληψίες.
Το δράμα της Ελλάδας είναι ότι, όπως όλα τα θαύματα, έτσι και το μικρομεσαίο θαύμα είχε ημερομηνία λήξεως. Από τα τέλη της δεκαετίας του ’90 και πέρα, η έκρηξη του συστήματος εμφανίζονταν αναπόφευκτη. Και, με αυτή την έννοια, η τρέχουσα κρίση δεν έκανε τίποτε άλλο από το να επιταχύνει και να οξύνει τις αντιφάσεις και τα αδιέξοδα. Είναι βέβαια αλήθεια πως το «τέλος εποχής» εμφανίστηκε σε άμεση συνάρτηση με τη δημοσιονομική εκτροπή και την έκρηξη του δημοσίου χρέους και παγιώθηκε σαν αποτέλεσμα των εσφαλμένων, αλυσιτελών, βλακωδών ή και εγκληματικών χειρισμών των πολιτικών ηγεσιών. Όμως, οι ρίζες αυτού του «τέλους» θα πρέπει να αναζητηθούν στον ιδιαίτερα ευάλωτο χαρακτήρα ενός κοινωνικού συστήματος που ήδη βρίσκονταν σε κρίση αναπαραγωγής. Μοιραία λοιπόν ίσως, οι πλανητικής εμβέλειας μεταλλαγές που ακολούθησαν την παγκοσμιοποίηση, σε συνδυασμό με τις αποδιοργανωτικές προεκτάσεις της όλο και πιο «άνισης ανταλλαγής» ανάμεσα στις πλούσιες και τις φτωχές χώρες της Ευρωπαϊκής Νομισματικής Ένωσης, οδήγησαν την ελληνική κοινωνία και οικονομία σε απρόσμενα αδιέξοδα. Εν μια σχεδόν νυκτί, η αντικειμενική αδυναμία του κοινωνικού συστήματος να παράγει με ανταγωνιστικούς αγοραίους όρους εμφανίστηκε με τη μορφή μιας πρωτόγνωρης και πολυεπίπεδης κρίσης — με αποτέλεσμα όλο και περισσότεροι Έλληνες να φαίνεται να αποστερούνται βίαια όλες τις διαθέσιμες επιβιωτικές διεξόδους. Από την άποψη αυτή, οι σημερινές προοπτικές θυμίζουν την Αγγλία του 18ου αιώνα, όπου οι «περιφράξεις» των κοινών λειμώνων οδήγησε το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού στην απόλυτη αθλιότητα.
Η Ελλάδα στην ανατομική κλίνη
Αλλά δεν είναι μόνον αυτό. Μαζί με την Ελλάδα, η κρίση επηρεάζει αποφασιστικά και την Ευρώπη. Υπό τις τρέχουσες συνθήκες, θεωρείται πια οικουμενικά αυτονόητο πως η δημοσιονομική πειθαρχία και η σκληρή λιτότητα συνιστούν τη μόνη απάντηση σε όλα τα διαφαινόμενα αδιέξοδα. Όλοι φαίνεται να συναποδέχονται ότι, στο όνομα της ορθολογικότητας, οι ανάλγητες αγορές μπορεί και πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να προωθούν τα συμφέροντά τους, τσακίζοντας, στην ανάγκη ανελέητα, όσους βρεθούν στο διάβα τους. Ακόμα λοιπόν και για λόγους «εκπαιδευτικούς», όλες οι αποκλίνουσες μορφές πρέπει να παταχθούν παραδειγματικά. Η συνταγή είναι άλλωστε γνωστή και ιστορικά δοκιμασμένη: «Προσαρμοσθείτε η λιμοκτονήστε». Δεν είναι τυχαίο ότι η Ελλάδα καλείται να ξαπλώσει οικειοθελώς σε μιαν ανατομική κλίνη, πάνω στην οποία καλοπροαίρετοι η κακοπροαίρετοι χειρουργοί και φαρμακοποιοί θα δοκιμάσουν «πειραματικά» να επιβάλουν όλες τις αναγκαίες νεοφιλελεύθερες μεταλλάξεις, δίχως να ενδιαφέρονται για τις συνέπειες. Ακόμα και αν τα κοινωνικά σώματα υποφέρουν, δυσφορούν, υποφέρουν, αντιδρούν ή αντιστέκονται, οι νέες ορθοδοξίες δεν ανέχονται αιρέσεις και δεν επιτρέπουν παρεκκλίσεις. Η οπισθόβουλη λογική είναι άλλωστε σαφής: για να προκόψει ο κόσμος, τα κέρδη πρέπει να αυξάνονται και το βιοτικό επίπεδο των εργαζόμενων πρέπει να συρρικνώνεται.
Η κατεξοχήν παρεκκλίνουσα και ιστορικά αυθάδης Ελλάδα θα είναι προφανώς και η πρώτη που καλείται να υποκύψει στον βίαιο νεοφιλελεύθερο «εξορθολογισμό». Το ζήτημα όμως δεν σταματά εδώ. Τον ίδιο δρόμο θα ακολουθήσουν πιθανότητα και άλλοι. Με αυτή την έννοια, μιλώντας για την Ελλάδα, μιλάμε ίσως και για την υπόλοιπη Ευρώπη, προσεχώς τη Νότια αλλά αργότερα ενδεχομένως και τη Βόρεια. Είναι σαφές ότι οι κανόνες δράσης των «αγορών» είναι ενιαίοι και προβλέψιμοι. Θυμίζω πως επικεντρώνοντας την ανάλυσή του στην Αγγλία, ο Μαρξ προειδοποιούσε, στον πρόλογο του Κεφαλαίου, τους συμπατριώτες τους πως μιλάει και γι’ αυτούς: «De te fabula narratur». Κάτι αντίστοιχο θα μπορούσε κανείς να πει σήμερα στους εφησυχασμένους Ευρωπαίους. Από τη στιγμή που γίνεται δεκτό ότι για να ευδοκιμήσουν οι αγορές πρέπει να υποφέρουν οι άνθρωποι, όλα είναι πλέον όχι μόνο δυνατά και πιθανά, αλλά ίσως και αναπόφευκτα. Είναι γεγονός ότι τίποτα δεν μπορεί να αντισταθεί στην απρόσωπη λογική των πραγμάτων, αν δεν αμφισβητηθεί το σύνολο των παραδοχών που την οριοθετούν.
Η πλανητική κατίσχυση του ανεξέλεγκτου «καπιταλισμού του τζόγου»
Υπό τους όρους αυτούς λοιπόν, δεν είναι περίεργο ούτε ότι η ιδέα της ευρωπαϊκής σύγκλισης φαίνεται να καταρρέει ούτε ότι το «κεκτημένο» του Μάαστριχτ εμφανίζεται πλέον σαν μονόδρομος. Κανείς δεν φαίνεται πια να αντιστέκεται στην πλανητική κατίσχυση του ανεξέλεγκτου «καπιταλισμού του τζόγου». Η επιλογή των κρατούντων να υποταγούν στις αγορές αντί να τις πατάξουν αμείλικτα –και προφανώς θα μπορούσαν ακόμα και σήμερα να το πετύχουν, αν το ήθελαν– δείχνει ότι το πολιτικό, ιδεολογικό και πολιτιστικό πρόταγμα μιας συνεχώς συγκλίνουσας αλληλέγγυας Ευρώπης που απαρτίζεται από διαφορετικούς και ισοτίμους λαούς και πολιτισμούς έχει ήδη εκπνεύσει. Μοιραία, λοιπόν, το σχέδιο της ευρωπαϊκής οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής ενότητας μετατίθεται στις ελληνικές καλένδες. Η Ευρώπη του Ντελόρ και του Σμιτ απέχει έτη φωτός από την Ευρώπη της Μέρκελ και του Σαρκοζί.
Βέβαια, το υπέροχο και ιδεαλιστικό σχέδιο της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης δεν μπορούσε παρά να προσκρούσει σε αύξουσες δυσκολίες. Ήδη από την αρχή άλλωστε, ήταν προφανές πως η οικοδόμηση μιας νέας αλληλέγγυας Ευρώπης θα απαιτούσε τεράστιους πόρους, πολύ χρόνο και αδιάλειπτη πολιτική βούληση. Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως μετά από ενάμιση αιώνα το πρόβλημα του ιταλικού Νότου παραμένει άλυτο και ότι, είκοσι πέντε σχεδόν χρόνια μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου, οι περιοχές που ανήκαν σε μια DDR που δεν έζησε παραπάνω από σαράντα χρόνια «υπολείπονται» ακόμα, από πολλές πλευρές, από την υπόλοιπη Γερμανία. Δεν είναι λοιπόν περίεργο ότι, ήδη από την πρώτη μέρα, η ενοποιητική και ομογενοποιητική βούληση εμφανίζονταν διστακτική, επιφυλακτική και αναβλητική. Ήδη πριν να ενσκήψει η τρέχουσα κρίση, η Ευρώπη εμφανίζονταν σαν μια κοινοπραξία όπου, τουλάχιστον προσωρινά, το κάθε μέλος προωθεί τα δικά του συμφέροντα. Δεν είναι τυχαίο πως η σύγκλιση περιορίστηκε στα νομικά και θεσμικά στοιχεία που οριοθετούν το κοινό αναπτυξιακό και ανταγωνιστικό πρότυπο. Η σύγκλιση των «πραγματικών» οικονομιών και του επίπεδου ευζωίας των ευρωπαίων πολιτών μπορούσε, και ίσως «έπρεπε», να αναβληθούν επ’ αόριστον.
Το αξιακό και πολιτικό τίμημα των εξελίξεων αυτών είναι όμως απροσμέτρητο. Βαθμιαία, το νόημα όλων των «μεγάλων λέξεων» που κινητοποιούν τον ευρωπαϊκό πολιτισμό από την εποχή του Διαφωτισμού μεταλλάσσεται στο αντίθετό του. Η ελευθερία συνοψίζεται στην ελευθερία του επιχειρείν και του κερδαίνειν, η ισότητα εξαντλείται στην εξασφάλιση της διαδικαστικής ισονομίας, η αδελφότητα και η αλληλεγγύη έχουν ξεχασθεί, η κοινωνική δικαιοσύνη έχει μετατραπεί σε ακριβοδικία, και το δικαίωμα στην επιβίωση περιορίζεται στο δικαίωμα στη διαφορά. Και έτσι, η δημοκρατία φαίνεται να περιορίζεται στη συντήρηση ενός πολιτικού θεάτρου όπου όλες οι καίριες αποφάσεις λαμβάνονται ερήμην των λαών, ενώ η πολιτική μετατρέπεται σε απλή διαχείριση των συμφερόντων των ασύδοτων «αγορών». Στο πλαίσιο αυτό λοιπόν, η ιδέα της προόδου παύει να αποτελεί αντικείμενο ενός πάντα επίμαχου προβληματισμού. Το κεφαλαιώδες και πάντα άλυτο ζήτημα της σχέσης σκοπών και μέσων ή της υλικής ανάπτυξης και της κοινωνικής δικαιοσύνης και αρμονίας δεν αφορά πια κανέναν.
Έτσι, μοιραία, η εποχή της οικουμενικής ανταγωνιστικότητας σηματοδοτεί την επιστροφή σε έναν πρωτόγνωρα άκρατο και «αυτορρυθμιζόμενο» κοινωνικό δαρβινισμό. Ο χομπσιανός homo homini lupus δεν έχει μόνο κατατροπώσει τον Μαρξ και ανασκολοπίσει τον Κέυνς. Επιπλέον, δεν φαίνεται καν να χρειάζεται να προσφεύγει στις υπηρεσίες ενός Λεβιάθαν που εμφανίζεται πλέον ως ετερόνομη μαριονέτα. Υπό τους όρους αυτούς λοιπόν, το τέλος της Ιστορίας και η έλευση του βασιλείου της μονόδρομης και αξιακά ασφυκτικής τεχνοκρατικής λογικής φαίνεται να έχουν συνεπιφέρει και το τέλος του πάντα ανολοκλήρωτου σχεδίου του Διαφωτισμού. Το μόνο που μας μένει είναι να μιλάμε, να αγωνιζόμαστε και να ευελπιστούμε στην ανασύνταξη του. Είναι βέβαιο ότι η ιστορία δεν τελείωσε.
*Ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.Το άρθρο είναι η ομιλία στο ίδρυμα Heinrich Βöll στο Βερολίνο, στις 25 Ιανουαρίου 2012.