Ένα λίαν ενδιαφέρον νέο ιστολόγιο:Ορθοδοξία και Πολιτική

Ένα λίαν ενδιαφέρον νέο ιστολόγιο ξεκίνησε το ταξίδι του στη μπλογκόσφαιρα.

ΚΛΙΚ ΕΔΩ:

Ορθοδοξία και Πολιτική

Advertisements

Δ.ΜΟΣΧΟΣ,ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Ν. ΜΟΣΧΟΣ,Συνοπτική ιστορία της Χριστιανικής Εκκλησίας. τόμος Α΄, Η πρώτη χιλιετία, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2008, σελίδες 244 + Γενικό Ευρετήριο σελίδες 12.

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ
Θεολόγου Καθηγητή – DEA Εκκλησιαστικής Ιστορίας – Δρ Θεολογίας ΑΠΘ

Παλαιότερα ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ τεκμηριώνοντας την άποψη περί ιστορικότητας της χριστιανικής πίστης, με χαρακτηριστικό τρόπο υποστήριζε ότι ο Χριστιανισμός ως «θρησκεία των ιστορικών», «καταφεύγει δυναμικά στην ιστορία». Γι΄ αυτό και η διδασκαλία του είναι «μαρτυρία πίστεως σε ορισμένα γεγονότα του παρελθόντος, σε ορισμένα συγκεκριμένα δεδομένα της ιστορίας». Δίνοντας έμφαση στην ιστορικότητα του ίδιου του χριστιανικού Πιστεύω, ο επιφανής Ρώσος ορθόδοξος κληρικός και ιστορικός, έλεγε ότι αυτό «περιέχει την όλη ουσία του Χριστιανισμού σ’ ένα απλό ιστορικό σχεδίασμα σαν μια “ιστορία της σωτηρίας” από τη δημιουργία προς την τελείωση, προς την έσχατη κρίση και το τέλος της ιστορίας»[1].
Η επίδραση που άσκησε ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, στους μεταγενέστερους εκκλησιαστικούς ιστορικούς υπήρξε τεράστια. Τούτο μπορεί κανείς να το διαγνώσει και στο παρουσιαζόμενο εδώ βιβλίο του Δημητρίου Ν. Μόσχου, Λέκτορα στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Η γοητεία της σπουδής σε όποιον σελίδα – σελίδα το περιδιαβεί, θα σηματοδοτηθεί από την ανακάλυψη μιας συνιστώσας των ιστορικών τεκμηρίων, τις οποίες πρώτος ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ έθεσε στο πολύπλευρο και διεισδυτικό συγγραφικό του έργο, στις τάσεις των οποίων όλο και περισσότερο θητεύει σήμερα η εκκλησιαστική ιστορική επιστήμη.
Είναι πράγματι γεγονός, ότι η σύγχρονη εκκλησιαστική ιστοριογραφία, απαλλαγμένη από αδυναμίες παλαιότερων εποχών, έχει καταφέρει να αποτυπώσει ένα διαφορετικό λόγο, που συνεχώς ιχνηλατεί πρόσωπα και γεγονότα, βλέποντας την Εκκλησιαστική Ιστορία ως ιστορικό και θεολογικό έργο. Έγνοια του εκκλησιαστικού ιστορικού είναι δυναμικά πάντοτε, άλλοτε να θεάται κι άλλοτε να αποτιμά το μακρινό και εγγύτερο θεολογικό και εκκλησιαστικό παρελθόν. Για τον εκκλησιαστικό ιστορικό που θέλει να έχει καλή σχέση με την επιστήμη που διακονεί, είναι αυτόδηλο, ότι το υφάδι της ενασχόλησής του με ιστορικά γεγονότα και πρόσωπα που σχετίζονται με την Εκκλησία και το έργο της, στη διαδρομή δύο χιλιάδων και πλέον ετών, με τα πρόσωπα που τη διακονούν, αλλά και γενικότερα με τη Θρησκευτική Ιστορία[2] δομείται πάνω σ’ ένα βασικό άξονα. Πέραν της αντικειμενικότητας[3], η σχέση του ίδιου του εκκλησιαστικού ιστορικού με τα ίδια τα εκκλησιαστικά ιστορικά γεγονότα εξαρτάται πάντα από τον τρόπο που τα καταγράφει και τα ερμηνεύει. Κύρια επιδίωξή του είναι η νηφάλια προσέγγιση και ανάλυσή τους, στην προοπτική που θέλει τον χριστιανό ιστορικό, να βλέπει την ιστορία σαν «μυστήριο και τραγωδία – μυστήριο της σωτηρίας και τραγωδία της αμαρτίας»[4].
Όσον αφορά τώρα στην παρουσίαση του συγκεκριμένου βιβλίου, ευθύς εξ αρχής, θα ήθελα να ξεκαθαρίσω δύο θεωρητικά ζητήματα. Το πρώτο σχετίζεται με την Εισαγωγή (σσ. 17-34). Ο συγγραφέας ύστερα από μια σύντομη ανασκόπηση διαφόρων ιστορικών σχολών που αναπτύχθηκαν κυρίως από την εποχή του Διαφωτισμού και μετά, και οι οποίες επηρέασαν η καθεμιά την Εκκλησιαστική Ιστορία, (διαφωτιστικός ορθολογισμός, θετικισμός, ιδεαλισμός, ρομαντισμός, σχολή των Annales, ρωσική θεολογία της Sobornost, θεολογική γενιά του ’60), προβαίνει στην πραγμάτευση της ύλης με επιστημονικά κριτήρια και προτάσεις, για μια θεολογική ερμηνεία των γεγονότων της μακραίωνης ιστορικής διαδρομής της Χριστιανικής Εκκλησίας.
Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι ο εκκλησιαστικός ιστορικός οφείλει να τοποθετείται κριτικά έναντι των εκκλησιαστικών ιστορικών γεγονότων, ούτως ώστε να είναι σε θέση να ξεκαθαρίζει τη σχέση της Εκκλησιαστικής ιστορίας με το «εσχατολογικό μέλλον» της διδασκαλίας της Εκκλησίας. Για να το επιτύχει αυτό, οφείλει με τον καλύτερο τρόπο να ακολουθεί τη μεθοδολογία που βλέπει αντικειμενικά και κριτικά τα εκάστοτε ιστορικά γεγονότα. Υπ’ αυτήν την έννοια, ορθά ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι «καμμιά θεολογία δεν διαγράφει ποτέ τα γεγονότα, ούτε τα επινοεί», διότι «ηθελημένη διαστρέβλωση» αυτών κινδυνεύει να «διασύρει συνολικά το έργο της Εκκλησιαστικής Ιστορίας». Όμορες προς την Εκκλησιαστική Ιστορία επιστήμες, όπως η Κοινωνική Ανθρωπολογία και η Κοινωνιολογία, για τον συγγραφέα είναι δυνατόν να προσφέρουν το απαραίτητο υλικό για εφαρμόσει ο εκκλησιαστικός ιστορικός τη μέθοδο εκείνη ερμηνείας του εσχατολογικού μηνύματος του Ευαγγελίου, με αποτέλεσμα να κάμει μια άλλη ανάγνωση της κοινωνίας που αυτοπροσδιορίζεται ως χριστιανική.
Το δεύτερο θεωρητικό ζήτημα αφορά στη μεθοδολογία παρουσίασης της Ιστορίας της Χριστιανικής Εκκλησίας κατά την πρώτη χιλιετία, (σσ. 35-242). Αν και ο τρόπος της παρουσίασης των ιστορικών γεγονότων είναι συνοπτικός, καταβάλλεται προσπάθεια αυτά να καταγραφούν και να αποτιμηθούν με νηφαλιότητα. Επισκοπώντας χίλια χρόνια εκκλησιαστικών και θεολογικών αγώνων, ο συγγραφέας πετυχαίνει να αποδώσει διαγραμματικά την Ιστορία της Χριστιανικής Εκκλησίας κατά την πρώτη χιλιετία της, μια χιλιετία της οποίας το τέλος συμπίπτει με το οριστικό Σχίσμα Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας (1054).
Σκοπός του έργου είναι να δώσει ένα «οδηγητικό νήμα» στην έρευνα της Ιστορίας του Χριστιανισμού, η οποία δεν είναι μόνο σύνθετη, αλλά θέτει επί τάπητος και την ερμηνεία των ιστορικών γεγονότων, μέσα από την «οπτική γωνία της ορθόδοξης θεολογίας», που ορθά ο συγγραφέας τη θέλει να βρίσκεται σε ένα συνεχή «διάλογο με όλα τα ιστοριογραφικά ρεύματα της εποχής της νεωτερικότητας». Ο αναγνώστης, είτε αυτός σχετίζεται άμεσα, είτε έμμεσα με τη θεολογική επιστήμη, άνετα μπορεί να συνεχίσει μόνος του το εγχείρημα της ιστορικής σπουδής του Χριστιανισμού, με πρόσθετο οπλισμό τη σχετική βιβλιογραφία που παραθέτει ο συγγραφέας στο τέλος κάθε κεφαλαίου, αλλά και την επιπλέον βιβλιογραφία που πλουσιοπάροχα σήμερα προφέρεται. Όπως λόγου χάριν, δύο πρόσφατα μεταφρασμένα στην ελληνική γλώσσα και εκδοθέντα βιβλία, του Bamber Gascoigne, Συνοπτική Ιστορία του Χριστιανισμού, μτφρ. Μαρία Τσάτσου, εκδ. Ενάλιος, Αθήνα 2008, και του Α. Ντ. Λη, Παγανιστές και Χριστιανοί στην Ύστερη Αρχαιότητα. Ένα ανθολόγιο πηγών, μτφρ. Χαρίκλεια Τσαλιγοπούλου, εκδ. Ενάλιος, Αθήνα 2009[5].
Υπ’ αυτές τις προϋποθέσεις, ο συγγραφέας οργανώνει το υλικό του σε δύο μέρη. Στο πρώτο παρουσιάζει την Ιστορία της Εκκλησίας από την ίδρυσή της μέχρι το διάταγμα των Μεδιολάνων (313), (σσ. 37-89). Στο δεύτερο, την περίοδο όπου ο χριστιανική οικούμενη ήταν ενιαία (313-1054), (σσ. 93-242). Εκείνο, ωστόσο, που εδώ οφείλω να επισημάνω με καίριο τρόπο είναι το γεγονός, ότι ο συγγραφέας ευθύς εξ αρχής θέτει το κρίσιμο ερώτημα: κατά πόσο δηλαδή η Εκκλησία αποτέλεσε το «προνομιακό πεδίο απολογητικής» της χριστιανικής πίστης, ή την «απόλυτη απόδειξη της ολοκληρωτικής αποτυχίας της;».
Μια πρώτη ερμηνεία ο αναγνώστης μπορεί να αναζητήσει ανατρέχοντας στα συμπεράσματα που παραθέτει ο συγγραφέας στο τέλος κάθε κεφαλαίου, όπως, ότι ο «Χριστιανισμός μετεξελίχθητε από “κίνημα του Ιησού” στον πολιτιστικό και θρησκευτικό χώρο του Ιουδαϊσμού σε μια ανεξάρτητη κίνηση ανθρώπων από αρκετά έως τελείως διαφορετικά θρησκευτικά και πολιτιστικά περιβάλλοντα, που επεξεργάσθηκε το αρχικό παράδοξο βίωμα της Αποκάλυψης του ενός βιβλικού Θεού στο πρόσωπο και το έργο ενός Μεσσία που σταυρώνεται και ανασταίνεται και αναμένεται να επανέλθει για να σώσει και να κρίνει τον κόσμο», (σ. 43), ή ότι η Χριστιανική Εκκλησία κατά την περίοδο 135-313, με το άνοιγμά της στον ελληνορωμαϊκό κόσμο και την αντιπαράθεσή της με αυτόν, καταφέρνει να διασφαλίσει την διδασκαλία της και να δώσει ιδιαίτερη βαρύτητα στην «έμπρακτη ηθική (αγάπη, διακονία), σε αντιδιαστολή με τον Γνωστικισμό, στην προφητεία (χάρισμα)», εξηγώντας γιατί αυτός ο τρόπος ζωής οδηγούσε στου «διωγμούς (μαρτύριο)», (σ. 88).
Το βιβλίο του Δ. Μόσχου[6], σε έκδοση φροντισμένη από τις εκδόσεις Ακρίτας, αποτελεί ευπρόσδεκτη συμβολή στην εκκλησιαστική ιστορική επιστήμη.
Υποσημειώσεις


[1] Χριστιανισμός και Πολιτισμός, μτφρ. Ν. Πουρναράς, εκδ. Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 2000, σ. 40. Για τη προσφορά του π. Γ. Φλωρόφκσυ στη Θεολογία βλ., «π. Γεώργιος Φλωρόφκσυ. Από τη θεολογία των Πατέρων στη “νεοπατερική σύνθεση”», Σύναξη τχ. 64 (Οκτώβριος – Δεκέμβριος 1997) 4-82. Πρβλ. N. Berdyaev, Το πεπρωμένο του ανθρώπου στο σύγχρονο κόσμο, μτφρ. Ευτυχία Β. Γιούλτση, εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1980, σ. 18.
[2] Επίκαιρη επισκόπηση του ζητήματος γύρω απ’ αυτόν τον κλάδο της ιστορικής επιστήμης βλ. Olwen Hufton «Τι είναι Θρησκευτική Ιστορία σήμερα;», στον τόμο: Τι είναι Ιστορία σήμερα;, μτφρ. Κώστας Αθανασίου, εκδ. Νήσος, Αθήνα 2007, σσ. 115-154.
[3] Γενικότερα σ’ ότι αφορά στο ερώτημα κατά πόσο η ιστορία μπορεί να είναι αντικειμενική βλ. W. H. Walsh, Εισαγωγή στη Φιλοσοφία της Ιστορίας, μτφρ. Φ. Βώρος, εκδ. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1994, σσ. 145-182.
[4] π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, Χριστιανισμός και Πολιτισμός, σ. 85.
[5] Το δεύτερο ειδικότερα, έρχεται να συμπληρώσει προγενέστερες μελέτες για την μακρά περίοδο διαλόγου και συγκρούσεως του Χριστιανισμού με τα θρησκευτικές παραδόσεις της Ύστερης Αρχαιότητας. Ενδεικτικά βλ. Ε. Ρ. Ντοντς, Εθνικοί και Χριστιανοί σε μια εποχή αγωνίας. Όψεις της θρησκευτικής εμπειρίας από τον Μάρκο Αυρήλιο ως τον Μ. Κωνσταντίνο, μτφρ. Κ. Αντύπας, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1995. Πήτερ Μπράουν, Ο κόσμος της ύστερης αρχαιότητας (150-750 μ.Χ.), μτφρ. Ελένη Σταμπόγλη, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1998. Δ. Κυρτάτας, Επίκρισις. Η κοινωνική δομή των χριστιανικών κοινοτήτων από τον πρώτο έως τον τρίτο αιώνα, εκδ. Εστία, Αθήνα 1992.

[6] Ο Β΄ τόμος: Συνοπτική Ιστορία της Χριστιανικής Εκκλησίας. Από το Σχίσμα έως τους Νεότερους Χρόνους, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2010.

NETWEEK: Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ (LINK)

NETWEEK: Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗ ΜΕΣΟΓΑΙΑΣ (LINK)

ΑΘ.ΚΑΛΑΜΑΤΑ, ΤΟ ΣΤΥΛ ΤΗΣ ΓΡΑΦΗΣ ΚΑΙ Ο ΥΜΕΝΑΣ ΤΟΥ ΥΦΟΥΣ

Σκόρπιες σκέψεις με αφορμή τις «Τζαζ ιστορίες και ανησυχίες»

του Σάκη Παπαδημητρίου.

Του Αθανασίου Ι. Καλαμάτα

Γνωρίζω τον Σάκη Παπαδημητρίου από τη Θεσσαλονίκη. Ήταν η χρονιά του 1994, χρονιά που έκαμε την έκδοση δύο σημαντικών βιβλίων του για την τζαζ. Στον πανεπιστημιακό εκδοτικό οίκο University Studio Press, όπου τότε εργαζόμουν ως υπεύθυνος εκδόσεων, είχε έρθει ο Σάκης για να εκδώσει την Εισαγωγή στην τζαζ και ένα βιβλίο για τον Leonard Bernstein. Πολλές ήταν τότε οι στιγμές – μοναδικές θα τις χαρακτήριζα – που συζητώντας μαζί του, είχα τη χρυσή ευκαιρία να διευρύνω τη σχέση μου με την τζαζ μουσική. Ήξερα, βέβαια, ότι η υπόθεση της τζαζ στην Ελλάδα ήταν, και συνεχίζει βέβαια να είναι, αδιαχώριστα συνδεδεμένη με το όνομα του Σάκη Παπαδημητρίου. Το μόνο ωστόσο, που δεν φανταζόμουν ήταν ότι μουσικός αυτός δημιουργός, ποιητής, πεζογράφος και παραγωγός ραδιοφωνικών εκπομπών, θα ήταν τόσο απλός και οικείος, αλλά και πρωτοπόρος. Ενθυμούμαι πολύ καλά, τώρα που γράφω αυτές τις σκέψεις, τα θλιβερά γεγονότα της συναυλίας με τη Γεωργία Συλλαίου που είχε κάμει ο Σάκης Παπαδημητρίου στη Ροτόντα, τότε που μαινόμενοι «χριστιανομαθημένοι» χούλιγκαν «πιστοί» είχαν εισβάλλει στο μοναδικό για το είδος του αυτό μνημείο και τα είχαν κάμει γυαλιά καρφιά. Αντιδρούσαν βλέπετε στην «παραβίαση» της ιερότητας του χώρου, ο οποίος όμως για την ίδια την ιστορία της ανεξάντλητης αυτής πόλης, της Θεσσαλονίκης, εγγράφεται ως μνημείο όχι μόνο θρησκευτικό, αλλά και ως μνημείο – σύμβολο της ιστορικής πολυπολιτισμικής φυσιογνωμίας της.

Ο Σάκης Παπαδημητρίου έχει το ακριβό προνόμιο να συνταιριάζει άψογα το ρόλο του μουσικού δημιουργού με αυτόν του κριτικού. Όλα του σχεδόν τα βιβλία και η δράση του, από τη μαγευτική «Διαγώνιο» μέχρι τις ανεπιτήδευτες ραδιοφωνικές παραγωγές του, φέρουν το στίγμα της πρωτοτυπίας και αντιστέκονται στο κυρίαρχο συρμό της βιομηχανοποιημένης μουσικής των ημερών μας. Σ’ αυτό το δέκατο έβδομο βιβλίο του, πάνω απ’ όλα ο αφηγητής Σάκης Παπαδημητρίου, ανήσυχα και απρόβλεπτα μας ξετυλίγει προσωπικές ιστορίες και περιπέτειες του, ταξίδια και φεστιβάλ, πρόσωπα, βιβλία και δίσκους, «ανοίγει» την τζαζ σ’ άλλες καλλιτεχνικές μορφές: τον κινηματογράφο, τη λογοτεχνία, το θέατρο, το χορό, τη φωτογραφία. Πρόκειται για ένα βιβλίο όπου τα κριτήρια αξιολόγησης κυριαρχούνται από το πνεύμα της τζαζ. Διαρθρωμένο σε τρια μέρη, στο μεν πρώτο, με «έδρα τη Θεσσαλονίκη», απεικονίζει μνήμες από τα νεανικά χρόνια του καλλιτέχνη, στο δεύτερο, σχολιάζει βιβλία με θέμα τη τζαζ και βιογραφεί μουσικούς, στο δε τρίτο, επανεκτιμά ορισμένες σύγχρονες κριτικές τάσεις που αφορούν το συγκεκριμένο μουσικό ρεύμα, όπως λόγου χάριν την πολεμική του Adorno, το «νέο πνεύμα» του Le Corbusier και του Δ. Μητρόπουλου.

Είπαν πως η τζαζ είναι κατεξοχήν τέχνη του αυτοσχεδιασμού. Εξού και η πολλαπλότητα των στοιχείων της, της βαριάς κληρονομιάς της: η γέννησή της στη Νέα Ορλεάνη, τα σπιρίτζουαλ, τα μπλουζ, τα μίνστρελ, το σουίνγκ, η αφροκουβανέζικη επίδρασή της. Ο Σάκης Παπαδημητρίου βιώνει εκπληκτικά τον καλλιτεχνικό αυτό ορίζοντα, δίνοντάς μας απλόχερα για άλλη μια φορά, μέσα από ένα μουσικό σχολείο που ξεκινάει από το 1975 στο Β΄ Πρόγραμμα και φτάνει σε εκπομπή της ΕΡΤ 3 με την «παγκοσμιότητα της τζαζ», ένα βιβλίο ουτοπικό.

Χιούμορ: Ο Μανούσος στο…Στρασβούργο!

Από τον Μιχάλη Τ.

Εισήγηση του κρητικού βοσκού, Μανούσου στην ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με θέμα : «Ευρώπη και ελληνική κρίση»

ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ, του ανταποκριτή μας,

Σύντεκνοι και συντέκνισσες,
Άφηκα τα οζά στ αόρι*, για να ρθω επαέ* να σα σε πω δυο κουβέντες και να τσ ακούσετε με προσοχή.
Θαρρώ, πως δε καταλαβαίνετε πως ούλοι οι Έλληνες δεν είναι σα κι αυτούς που ρχονται κάθε τρεις και λίγο επαέ και τους κουνείτε τα δαχτύλια, να φοβηθούνε, κι ούτε έχουμε ούλοι οι Έλληνες τον καφά* του Βενιζέλου να μας εσβερκώνετε*, όποτε σας γουστάρει και να μας ελαλείτε σα τα πρόβατα.

Κατέχομε το, πως οι κυβερνήτες μας ήτονε μπήτι* άχρηστοι κι αχαϊρευτοι και μας επαίζανε σαν τα μαϊμούνια 30 χρόνια τώρα. Κατέχομε το πώς δεν κατέχανε να μοιράσουνε δυο γαϊδάρω άχερα, κι αν τα μοιράζανε τα παίρνανε ούλα για την αφεντιά τως. Κατέχομε το
πώς φταίμε κι εμείς απού τσι ψηφίζαμε τοσανά χρόνια, μα ίντα θέτε δα από πα και πέρα; Αυτά θα τα ξεκαθαρίσομε εμείς λίαν συντόμως, είναι δικοί μας λογαριασμοί.
Από τ αόρι μαθαίνω πως μόνη σας έγνοια είναι να πάρετε τα χαρθιά που σα σε χρωστούμε. Μα σεις μωρέ θέτε πια πολλά από κείνανά που μας εδώκετε. Και θαρρώ πως δε θέτε μόνο χαρθιά. Θέτε κι άλλα που δε μπορείτε μαυροκακομοίρηδες να τα πάρετε χρόνια τώρα. Τον ήλιο μωρέ θέτε, και τη θάλασσα, και τον ουρανό μας, και τα πουλιά μας, και τσι βράχους μας και το φιλότιμο μας και το γέλιο μας και τσι χορούς μας και τσι μουσικές μας και τα φαγιά μας και τσι φωνές μας. Ζηλεύετε μωρέ παράωροι* τα οζά* μου, το μιτάτο μου, την ασκομαντούρα* μου. Εκεινονά είναι το πρόβλημα σας.
Ανεμαζώνεστε επαέ ούλοι οι σφουγγοκωλάριοι* και λέτε ούλες τσι παραωριές για τσι τράπεζες και τα ομόλογα και τα σκουπιδόχαρτα σας. Και θαρρείτε πως ετουτανά τα χαρθιά είναι η πλάση κι η πρόοδος σας. Μαύρα μεσάνυχτα έχετε ούλοι σας.
Κι ύστερα λέτε πως θα μας πετάξετε όξω από την Ευρώπη. Ίντα θαρρείτε μωρέ, πως είναι εκεινηνά η Ευρώπη χωρίς την Ελλάδα; Πράμα δεν είναι. Και τ όνομα τζι, τσ αρχαίους έλληνες παραμυθάδες το χρωστεί. Ίντα θαρρείτε πως είναι η Ευρώπη; Οι αποικίες σας είναι απού ξεβγάλατε ούλους τσι λαούς για να τοσε παίρνετε τα χρυσάφια γή τα στρατόπεδα που ξεβγάνατε τς Οβραίους; Τον κακό σας το φλάρο… ο Παρθενώνας είναι μωρέ κι ούλα τα κλεψιμέικα* που χετε στα μουσεία σας και δείχνετε τα τσι Κινέζους. Εμείς μωρέ στα βουνά κλέφτομε τα πρόβατα να κάνομε σεϊρι* τς άλλους βοσκούς, μα δε κλέφτομε ιδέες και ιδανικά κι αξίες. Κι εμείς άμα στο χωριό ζορίζεται ένας πάμε ούλοι και προστρέχομε να τονε βοηθήσομε.
Επαέ μέσα που είστε και καλά γραμματιζούμενοι, δεν έχετε ακούσει για τον μεγάλο παραμυθά, τον Όμηρο, τσ Αισχύλους, τσι Περικλήδες, τσ Αριστοτέληδες, τσι Παλαιολόγους, τσι Μακρυγιάννηδες, τσι Παλαμάδες και τσι Θοδωράκηδες; Κατέχετε τσι ούλους, γιατί αυτοί μωρέ σας τα μάθανε τα γράμματα.
Κι οι κολόνες, μωρέ, τσι δρόμους σας κι αυτές από μας τσι πήρετε και τσι γλώσσες, μωρέ, που μιλείτε δικές μας είναι. Εγώ που δεν κατέχω γρι εγγλέζικα, σας ακούω από οψάργας* και τα μισά που λέτε ρωμέικα είναι και δεν το χαμπαριάζετε.
Από πού μωρέ θα μας σε βγάλετε; Από το σπίτι τω παππούδω σας; Να μας σε βγάλετε μωρέ, μα ν αλλάξετε όνομα και γλώσσα και να μη λέτε για δημοκρατία και φιλοσοφία. Και να βγάλετε μωρέ τσ Αφροδίτες και τσι Φειδίες απ τα μουσεία σας, να δείχνετε μωρέ τα Άουσβιτς και τσ αλυσίδες τω σκλάβων τσ Αφρικής.
Επαέ ήρθα να σα σε πω εκεινανά που οι Λουκάδες* και τα Γιωργάκια* και τ Αντωνάκια* δε σας σε λένε, γιάντα τς Αμερικές και στα Λονδίνα δεν επαίξανε Κορνάρο, δεν εμάθανε για τσι Δροσουλίτες και δεν ακούσανε τσι μπαλωθιές του Κόρακα* και του Ξωπατέρα*. Σφουγγοκωλάριοι εσπουδάσανε να ανταλλάσσουνε χαρθιά και «κουρέματα». Ίσαμε εκεια πήγανε. Και δα εβρήκε ο Φίλιππος το Ναθαναήλ. Εγώ μωρέ, έχω τα ντουφέκια τω παππούδω μου που πολεμούσανε για τα «ΟΧΙ», αυτοί λένε την αλήθεια, όχι τα ινστιτούτα σας- που γέμισε ο κόσμος από τέτοια-, και οι λέσχες σας απού ναι πιο πολλές απ τα σχολεία πια στη χώρα μου, που λένε μόνο «ΝΑΙ».
Να ρθετε μωρέ ούλοι σας στο μιτάτο* να σα σε φιλέψω, να ρθετε να πιούμε τη ρακή, να σας σε χτυπήσει μιαολιά* αέρας κρητικός, γιατί μόνο έτσιδά θα ξεξινίσετε, γιατί ανέ δείτε τα μούτρα σας, είναι όλο κακομοιριά και παραωριά.
Και μάθετε καλά, πως χωρίς τσι μπεμβέδες τσι μερσεντέδες και τσ ανοστιές που μας εταΪζετε, Ελλάδα θα υπάρχει, χωρίς τσ Αφροδίτες μας έχετε μπατιρίσει ντελόγο* και κατέχετε το καλά όσο κι εγώ. Από δα και μπρος το λοιπό, μ εμένα θα κάμετε τη διαπραγμάτευση κι όχι με τα Γιωργάκια, τα Αντωνάκια και τσι Λουκάδες. Κι εγώ δεν είμαι ο «anonymous»,να φορώ τη μουστρουχίνα* στα μούτρα μου, να μαι σαν τη μασκάρα, είμαι ο Μανούσος, ο βοσκός απ τα βουνά τσι Κρήτης.

————–

αόρι* βουνό
επαέ* εδώ
καφάς* σβέρκος
εσβερκώνετε* χτυπώ στο κεφάλι, δίνω καρπαζιά.
Μπήτι* εντελώς
Επαίζανε* κοροϊδεύανε
παράωροι* ανόητοι
οζά* ζώα
σφουγγοκωλάριοι* καζαντζακική λέξη, γραφειοκράτες
ασκομαντούρα* μουσικό όργανο (παρόμοιο με τη σκωτζέζικη γκάιντα) που παίζουν βοσκοί της Κρήτης, κατασκευασμένο από δέρμα προβάτου.
οψάργας* χθες αργά
Λουκάδες* και τα Γιωργάκια* και τ Αντωνάκια* Λ. Παπαδήμος, μη εκλεγμένος πρωθυπουργός, Γ. Παπανδρέου, Α. Σαμαράς,αρχηγοί κομμάτων που κατάστρεψαν την Ελλάδα.
Κόρακας* Ξωπατέρας*. Ήρωες των κρητικών επαναστάσεων που θυσιάστηκαν για την ελευθερία. Ο Μ. Κόρακας, από την Πόμπια, πήρε μέρος σε πάρα πολλά κινήματα και επαναστάσεις μέσα κι έξω από την Κρήτη και θεωρείται ένας απ τους σημαντικότερους «τουρκοφάγους» των ελληνικών επαναστάσεων του 19ου αιώνα. Ο Ξέπαπας, ή Ξωπατέρας υπερασπίστηκε με λίγους καλόγερους , απέναντι σε ολόκληρο στρατό, το μοναστήρι της Οδηγήτριας στη Μεσαρά, μέχρι να πέσει και ο τελευταίος απ τους πολιορκημένους
Κλεψιμέικα* κλοπιμαία
κάνομε σεϊρι* κοροϊδεύουμε
μιτάτο* πετρόχτιστο καταφύγιο των βοσκών στα ορεινά της Κρήτης
μιαολιά* λιγάκι
ντελόγο* αμέσως
μουστρουχίνα*μάσκα

Πηγή:

http://trelogiannis.blogspot.com/2012/03/blog-post_4880.html

Νίκος Ψιλάκης,ΔΙΚΕΣ ΔΟΣΙΛΟΓΩΝ – ΜΙΑ ΑΠΙΣΤΕΥΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ: Έσφαξε στο δικαστήριο τον φονιά του αδελφού του!-Η ΜΟΝΑΔΙΚΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΠΟΥ ΕΙΧΕ ΔΩΣΕΙ Ο ΘΡΥΛΙΚΟΣ ΕΚΔΙΚΗΤΗΣ ΓΙΩΡΓΗΣ ΒΡΕΝΤΖΟΣ

 Κάντε κλικ στους παρακάτω συνδέσμους:

ΔΙΚΕΣ ΔΟΣΙΛΟΓΩΝ – ΜΙΑ ΑΠΙΣΤΕΥΤΗ ΙΣΤΟΡΙΑ: Έσφαξε στο δικαστήριο τον φονιά του αδελφού του! Α΄ΜΕΡΟΣ

ΔΙΚΕΣ ΔΟΣΙΛΟΓΩΝ: Έσφαξε στο δικαστήριο τον φονιά του αδελφού του! Β΄ ΜΕΡΟΣ