Γ.Κοντογιώργης, Το διακύβευμα των εκλογών

Πηγή: LoMaK 

Στα πλαίσια της εκπομπής «Καλημέρα ΣΚΑΪ», στις 14.4.12, ο Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης και πρώην πρύτανης του Παντείου Πανεπιστημίου κ. Γιώργος Κοντογιώργης μίλησε για το ελληνικό πρόβλημα και για το εκλογικό διακύβευμα.

(Ολόκληρη η εκπομπή βρίσκεται στο ΣΚΑΪ Player TV)

Published in: on 21/04/2012 at 20:36  Σχολιάστε  

Μεγάλη η απώλεια του Δημήτρη Μητροπάνου για το λαϊκό μας τραγούδι

Πληροφορήθηκα από  ΤΑ ΝΕΑ την απώλεια του μεγάλου τραγουδιστή μας Δ. Μητροπάνου. Η χώρα φτωχαίνει όλο και περισσότερο…Τι να πρωτογράψει κανείς για έναν τραγουδιστή με ήθος, που με τόση συνέπεια υπηρέτησε το λαϊκό μας τραγούδι…Με τα τραγούδια του μεγάλωσε η δική μου γενιά (και όχι μόνο). Μεγάλη η απώλεια…

Published in: on 17/04/2012 at 14:19  Σχολιάστε  

ΑΓΙΟ ΦΩΣ (ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΑ 2012)

πηγή: Real.gr (όπου και σχετικό βίντεο)

Published in: on 14/04/2012 at 15:07  Σχολιάστε  

Η.Β.Οικονόμου,Εισαγωγή στη Μεγάλη Εβδομάδα

[Αποσπάσματα από το βιβλίο του Ομοτίμου Καθηγητού του Πανεπιστημίου Αθηνών Η. Β. Οικονόμου, Ημεροδρόμιο Μεγάλης Εβδομάδος,  
Εκδ. Αποστολική Διακονία, Αθήνα, 1996, σελ. 7-14].

Πηγή: Πεμπτουσία

Η επισταμένη θεώρηση της Μεγάλης Εβδομάδος ως περιόδου κορυφώσεως της πυκνής προσφοράς και μαζικής συμμετοχής στα γεγονότα της πανανθρώπινης λυτρώσεως επιτρέπει την περιγραφή της λατρευτικής αρχιτεκτονικής και υποβοηθεί την συνειδητή σύμπραξη και βίωση των πιστών. Άλλωστε, η Ορθόδοξη Εκκλησία απευθύνει παγίως πρόσκληση προς συμμετοχή στην πνευματική θέα και μέθεξη και όχι πρόσκληση για απλή θέα και τέρψη των οφθαλμών από το, θεαματικό και ασματικό, φολκλορικό περίβλημα των προς μέθεξη γεγονότων. Καλεί συμμετόχους στη λύτρωση και όχι θεατές δρωμένων. Θεατές εκ των ένδον και όχι θεατές εκ των έξω προβλέπει το τελετουργικό.

Σκοπός κάθε λατρευτικής εκδηλώσεως είναι η εθελουσία συναρπαγή των μετεχόντων από το εδώ και τώρα της ζωής μας και η μεταφορά μας στο εκεί και τότε της λυτρώσεως. Για το λόγο αυτό, ο ναός των Ορθοδόξων, ο ναός μας, συμβολίζει παγίως, αλλά με ιδιαίτερη έμφαση τη Μεγάλη Εβδομάδα, και εκφράζει λειτουργικά τον τόπο και τον χώρο της Αγίας Γης. Αν ο ναός εξασφαλίζει συμβολικώς τον ιερό χώρο των γεγονότων, οι χρόνοι των ιερών ακολουθιών αναπαράγουν τους χρόνους των γεγονότων του Πάθους και της Λυτρώσεως.

Ναός και χρόνος προσφέρουν το που και το πότε, δηλαδή το χωρόχρονο των λυτρωτικών γεγονότων που πλαισιώνει το τι, δηλαδή τα ιστορικά γεγονότα. Προσφέρεται επίσης και το ποιος, δηλαδή τον Κορυφαίο του λυτρωτικού δράματος του κόσμου, τον Ιησού, και το γιατί των γεγονότων, τη λύτρωση του κόσμου, τον Ιησού, και το γιατί των γεγονότων, την λύτρωση του κόσμου και του ανθρώπου ως τον ενιαίο και τελικό σκοπό του πάθους του Απαθούς.

Οι χωρόχρονοι των κορυφαίων τελεσιουργιών της Λυτρώσεως περιέχουν λύτρωση και ελευθερία. Και οι δύο προσδιορίζουν την αποδέσμευση του ανθρώπου από ανάξιες του ανθρώπου δουλείες, που εμποδίζουν την εκδήλωση των δυνατοτήτων του και τον υποτάσσουν. Διαφέρουν, όμως, επειδή η πρώτη, η λύτρωση αναφέρεται στην κατάσταση ελευθερίας των εσωτερικών δυνατοτήτων του, ενώ η δεύτερη, η ελευθερία σε εξωτερικές (πολιτικές, νομικές, οικονομικές κ.λπ.) συνθήκες και δυνατότητες πλήρους εκδηλώσεως, και όχι απλώς δηλώσεως, των εσωτερικών. Η τελειότητα απαιτεί να υπάρχει και η λυτρωμένη, δηλαδή η εσωτερική και η εξωτερική ελευθερία. Στην πράξη, συνδυάζεται αναγκαστικά η εσωτερική ελευθερία, δηλαδή η λύτρωση, με την εξωτερική ανελευθερία, και αντιστρόφως, η εξωτερική ελευθερία με την εσωτερική ανελευθερία.

Οι ιερές τελεσιουργίες της λυτρώσεως του ανθρώπου πραγματοποιούνται σε καταστάσεις αλύτρωτης ελευθερίας και στοχεύουν προς τη λυτρωμένη ελευθερία.

Τελεσιουργία είναι η τέλεση ή ολοκλήρωση ενός έργου και η πραγμάτωση του σκοπού του. Κάθε τελεσιουργία αποτελείται από αλυσίδα προκαθορισμένων και έγκυρων πράξεων, που συντείνουν στην ευόδωση του σκοπού και λόγου τους. Μεταξύ των προκαθορισμένων πράξεων, υπάρχουν και οι κορυφαίες. Κορυφαίες πράξεις του ενός και ενιαίου έργου της ανθρώπινης λυτρώσεως είναι οι λόγοι και οι πράξεις του Ιησού Χριστού. Ο λόγος, η εκπεφρασμένη βούλησή Του, και οι πράξεις Του, είναι γεγονότα ισοδύναμα και ισόκυρα. Η αρμονία λόγου και έργου είναι γνώρισμα μοναδικό και για το λόγο αυτό θεϊκό έργο. Ο άνθρωπος επιχειρεί να μιμηθεί αυτήν την τελειότητα, που συνιστά την αγιότητα.

Οι χωροχρόνοι είναι τα αδιάσπαστα πλαίσια της πραγματικότητας, που συγκροτεί την ιστορικότητα. Οι κορυφαίες τελεσιουργίες της λυτρώσεως του ανθρώπου από τον Θεάνθρωπο, καίτοι είναι δυσπρόσιτες, ως ουσιαστικώς υπεριστορικής τάξεως, έχουν σαφείς ιστορικές διαστάσεις, και επομένως και απαντήσεις για το που και το πότε τελεσιουργήθηκε η λύτρωση.

Χώρος και χρόνος διαπλέκονται υποχρεωτικά και είναι αποτυπωμένοι στην μνήμη της Εκκλησίας από τους μάρτυρες των γεγονότων Ευαγγελιστές.

Οι χώροι της λυτρώσεως είναι πολλοί και καταλαμβάνουν όλη σχεδόν την Παλαιστίνη. Οι κορυφαίοι όμως περικλείονται στο οικιστικό πλαίσιο της πόλεως των Ιεροσολύμων και στην εκτός των τειχών περίμετρο της πόλεως.

Οι χρόνοι είναι κι αυτοί πολλοί, καταλαμβάνουν λίγα χρόνια από την ρωμαϊκή περίοδο της ιστορίας της Παλαιστίνης, και οι εξ αυτών κορυφαίοι εκτείνονται σε μια εβδομάδα, την Μεγάλη όπως ονομάζεται Εβδομάδα. Μια Εκκλησία, η Ορθόδοξη Σιωνίτιδα Εκκλησία του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων πραγματοποιεί στους ίδιους χώρους με τους αρχικούς τις τελεσιουργίες των γεγονότων της λυτρώσεως.

Η μυσταγωγική συμμετοχή δια της εκουσίας λατρευτικής συναρπαγής επιδιώκεται:

Α. Με την πλήρη μέχρι και των λεπτομερειών ενημέρωση των συμμετεχόντων στα γεγονότα. Οι Απόστολοι και οι Ευαγγελιστές λειτουργούν ως οι αυτόπτες και αυτήκοοι «ανταποκριτές» από τους χώρους των γεγονότων. Οι «ανταποκρίσεις» τους παρέχουν σφαιρική κάλυψη των γεγονότων (από την οπτική της εξουσίας, από την οπτική των κατηγόρων, από την οπτική του περιβάλλοντος του κατηγορουμένου, από την θέση του κατηγορουμένου κλπ.), και είναι ειλικρινείς, αφού αναφέρουν χωρίς εξωραϊσμούς τα πάντα, ακόμη και τα αρνητικά, όπως τη βιαία αντίδραση του Αποστόλου Πέτρου, τη δειλία του κ. α.

Β. Τα γεγονότα περιβάλλει υμνολογικός και μελωδικός θεολογικού και ηθικού περιεχομένου σχολιασμός. «Σχολιαστές» οι Υμνογράφοι και οι Μελωδοί της Εκκλησίας, ως οι ποιητικοί επιμελητές και διαμορφωτές του λόγου των μεγάλων θεολόγων. Στα σχόλια αντικατοπτρίζεται η θεολογία, η ευσέβεια και οι ατομικοί και κοινωνικοί προβληματισμοί της εποχής τους. Ο ποιητικός σχολιασμός περιλαμβάνει, εκτός από τις ενημερωτικές αναφορές και τους θεολογικούς σχολιασμούς, και προτροπές και παραινέσεις, άλλοτε ως αυτοπαραινέσεις , λ.χ. «…βλέπε οὖν, ψυχή μου, μή τῷ ὕπνῳ κατενεχθῇς, ἵνα μή τῷ θάνατῳ παραδοθῇς, καί τῆς βασιλείας ἔξω κλεισθῇς…», άλλοτε ως προτροπές μιμήσεως της συμπεριφοράς προσώπου, που αναφέρεται στην Αγία Γραφή. Συχνή είναι, επίσης, η προτροπή ανυμνήσεως του Θεού, λ.χ. « Τόν δι’ ἡμᾶς σταυρωθέντα , δεῦτε πάντες ὑμνήσωμεν ».

Γ. Το Τυπικό των ιερών ακολουθιών προβλέπει τελετουργικές κινήσεις των ιερέων και του μετέχοντος λαού, που είναι μιμητικές ή δηλωτικές των γεγονότων της λυτρώσεως, όπως λ.χ. η έξοδος του Σταυρού μετά του Εσταυρωμένου, την Μ. Πέμπτη, ή η περιφορά του Επιταφίου, την Μ. Παρασκευή.

Δ. Κοινός παρονομαστής των ευαγγελικών κειμένων, των ύμνων, των κινήσεων κ. λπ. είναι η μνεία των γεγονότων κάθε αναβιούμενης ημέρας της παγκοσμίου Λυτρώσεως. Η συνισταμένη αυτή δηλώνεται προειδοποιητικά και με σαφήνεια, λ.χ. « τῇ ἁγίᾳ καί μεγάλῃ Τετάρτῃ τῆς ἀλειψάσης τόν Κύριον μύρῳ πόρνης γυναικός μνείαν ποιεῖσθε οἱ θειότατοι πατέρες εθέσσπισαν , ὅτι πρό τοῦ σωτηρίου πάθους τοῦτο γέγονεν «.

Ε. Η εβδομαδιαία μυστική πορεία κάθε ημέρας της Μεγάλης Εβδομάδος περιλαμβάνει τρεις έως πέντε ιερές ακολουθίες (από 4 η Μ. Δευτέρα και η Μ. Τρίτη, 5 η Μ. Τετάρτη, από 3 η Μ. Πέμπτη, η Μ. Παρασκευή, το Μ. Σάββατο και η Κυριακή του Πάσχα).

Τη Μεγάλη Δευτέρα προβάλλονται τρία γεγονότα, ως προπαρασκευαστικά και διδακτικά. Το παράδειγμα της σωφροσύνης του Ιωσήφ, που δεν υπέκυψε στην σεξουαλική παρενόχληση της Αιγυπτίας κυρίας του, και της συνετής διαχειρίσεως της προβλεπομένης παραγωγικής κρίσεως (επτά έτη αφθονίας και επτά έτη σιτοδείας). Η υπόμνηση της ιστορίας του Ιωσήφ προβάλλει τη σχέση της ατομικής ηθικής και της πολιτικής αποτελεσματικότητας. Το μήνυμα είναι σαφώς ηθικοπολιτικό. Το δεύτερο προβαλλόμενο γεγονός είναι η καταστροφή της ακάρπου συκής. Η χρησιμότητα κάθε συστήματος παραγωγής αποδεικνύεται από την παραγωγικότητά του. Το ηθικοπολιτικό μήνυμα είναι σαφές, κάθε άκαρπο σύστημα «ἐκκόπτεται καί εἰς πῦρ βάλλεται».

Το τρίτο γεγονός, τα «οὐαί» κατά των υποκριτών, αποτελεί την καταδίκη του «προσωπείου», του image. Ο Χριστός καταδικάζει απερίφραστα και με αυστηρότητα την ηγετική υποκρισία με σκληρή θεολογική διαλεκτική (Ματθ. κγ ΄ 1 και εξής). Η κριτική της πολιτικής πρακτικής και τα συνυπάρχοντα ηθικοπολιτικά μηνύματα της ημέρας αυτής είναι ανυπέρβλητα. Και, ασφαλώς, είναι λανθασμένη κάθε ανάγνωση, που θα περιορίζει τα μηνύματα της ημέρας μόνο στα πλαίσια της ατομικής ηθικής.

Την Μεγάλη Τρίτη προβάλλονται τρία, επίσης, διδακτικά θέματα. Το πρώτο είναι η πασίγνωστη παραβολή των Δέκα Παρθένων, που διαφορίζονται ποιοτικά με κριτήριο την προετοιμασία και την εγρήγορση. Το δεύτερο είναι η παραβολή των ταλάντων, που συνδέει την αμοιβή με την επιτυχή χρήση των θεοσδότων δώρων. Η παραίτηση από της αξιοποιήσεως των ταλάντων συνεπάγεται αφαίρεσή της και αντιστρόφως, η αξιοποίησή τους συνεπάγεται την αύξησή τους. «Τῷ γάρ ἔχοντι παντί δοθήσεται καί περισσευθήσεται , ἀπό δέ τοῦ μή ἔχοντος καί ὅ ἔχει ἀρθήσεται ἀπ ‘ αὐτοῦ» ( Ματθ. κε ΄ 29).

Το τρίτο είναι η έκθεση της Τελικής Κρίσεως των ανθρώπων. Προβάλλεται ότι το κριτήριο του Θεού στην έσχατη κρίση του ανθρώπου είναι η κοινωνική συμπεριφορά του ανθρώπου προς τον άνθρωπο. Ο Θεός τιμάται στο πρόσωπο του ανθρώπου, που πάσχει από παντός είδους δεινά, όπως η πείνα και η δίψα, η ανεστιότητα και η στέρηση της ελευθερίας ( Ματθ. κστ ΄ 31 και εξής). Προβάλλεται η μοναδική θεολογική της αδελφοσύνης του ενσάρκου Θεού με τους ασήμους ανθρώπους, ως θεολογία της πράξεως ή ως εφαρμοσμένη πίστη, που περιλαμβάνεται στην κλασική φράση: « ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοί ἐποιήσατε». Η σύμπτωση της εμπράκτου τιμής προς τον υπέρτατο Θεό με την έμπρακτη τιμή και φροντίδα για τον ασήμαντο άνθρωπο ανήκει στα κορυφαία και ανυπέρβλητα δέοντα του χριστιανού. Η κατηγορηματική επιταγή είναι σαφεστάτη. Το υπέροχο του Θεού πρέπει να τιμάται στο ασήμαντο του ανθρώπου.

Την Μεγάλη Τετάρτη προβάλλεται η μετάνοια της πόρνης και προληπτικώς η προδοσία του μαθητού, αφού αμφότερα έχουν σχέση με το χρήμα. Στην πορνεία διασπάται και εμπορευματοποιείται η μοναδικότητα της σωματικής επικοινωνίας του ανθρώπου και η απόλυτη συντροφικότητα. Η σωματική επικοινωνία μεταβάλλεται σε αντικείμενο οικονομικής συναλλαγής και η συντροφικότητα παραχωρεί την θέση της στην οδυνηρή ανεστιότητα. Το ανθρώπινο σώμα υποκαθιστά το ανθρώπινο πρόσωπο και υποβαθμίζεται σε εργαλείο εμπορευσίμου ηδονής. Οι υμνωδοί της Εκκλησίας προβάλλουν την μετάνοια της πόρνης ως δείγμα ελπίδος και, κατ’ αντιδιαστολή, την προδοσία του Ιούδα ως δείγμα πορνείας της ψυχής. Η πόρνη μετανοεί και απομακρύνεται από το εμπόριο του σώματός της, την ίδια στιγμή ο μαθητής εκπορνεύει την πνευματική του οντότητα με την έμμισθη προδοσία του. Η πόρνη πορεύεται κεντρομόλος, από το εγωκεντρικό «ὡς ἐγώ θέλων» στο εσύ θέλεις του Χριστού, και ο μαθητής φυγοκέντρως , από το χριστοκεντρικό «ὡς ἐσύ θέλεις» του διδασκάλου στο «ὡς ἐγώ θέλω».

Την Μεγάλη Πέμπτη προβάλλονται τέσσερα γεγονότα, υπαγόμενα στην ιστορική πορεία του Λυτρωτή. Ο Νιπτήρας, ο Μυστικός Δείπνος, η υπερφυής προσευχή και η προδοσία. Το πρώτο υπογραμμίζει την ταπεινοφροσύνη, το δεύτερο εγκαινιάζει το μυστήριο της αναμνηστικής και πραγματικής κοινωνίας με τον Σωτήρα, όπως και το μυστήριο της δημιουργουμένης ύλης να μεταβάλλεται σε σώμα και αίμα του Δημιουργού. Τρίτο εορταζόμενο γεγονός είναι η προσευχή του Ιησού στη Γεθσημανή ( Ματθ. κστ ΄ 36-46), που εκφράζει ταυτόχρονα το ηγούμενο πανίσχυρο θείο και το επόμενο αγωνιώδες ανθρώπινο πρόσωπό του. Το τέταρτο είναι η αποχώρηση του Ιούδα από το σύλλογο των αποστολικών λειτουργών της λυτρώσεως της ανθρωπότητος και από το κέντρο της Ιστορίας.

Τη Μεγάλη Παρασκευή τα προβαλλόμενα εξουθενωτικά του κύρους και της δυνάμεως γεγονότα είναι πολλά. Εντάσσονται σε τρεις πτυχές, την πτυχή του βασανισμού και εξευτελισμού της προσωπικότητος (εμπτυσμός, ραπίσματα, κολαφίσματα, ύβρεις, γέλωτες, πορφυρή χλαίνη, κάλαμος, σπόγγος, όξος, ήλοι, λόγχη, σταυρός), την πτυχή του θανάτου και την πτυχή της μετανοίας του πρώτου μετά τον θάνατο και πριν από την ανάσταση πιστού του Χριστού, του συσταυρωμένου ληστή.

Το μεγάλο Σάββατο τα προβαλλόμενα γεγονότα είναι η ταφή, η εις Άδου Κάθοδος του Χριστού και η ανάσταση του ανθρωπίνου γένους. Αυτή η θεολογική πεποίθηση εκφράζεται στην αυθεντική ως ορθόδοξη εικονογραφική παράσταση της Αναστάσεως ως συναναστάσεως των πρωτοπλάστων μετά του Ιησού.

Η διέλευση από της Ταφής στη ζωηφόρο Ανάσταση αναγγέλεται πανηγυρικά, την Κυριακή του Πάσχα, με τις αναρίθμητες επαναλήψεις του κεντρικού διαχρονικού μηνύματος:

«ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ»

Published in: on 10/04/2012 at 09:59  Σχολιάστε  

Π.Β.Πάσχος,Εισαγωγικά στη Μεγάλη Εβδομάδα

Πηγή: Πεμπτουσία

 

Περάσαμε πιά το πέλαγος της νηστείας της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Και τώρα στεκόμαστε μπροστά στη θύρα της Μεγάλης Εβδομάδος, οπού ονομάζεται Μεγάλη όχι γιατί είναι μεγαλύτερη, ή έχει περισσότερες μέρες, αλλά «επειδή μεγάλα ημίν γέγονεν εν αυτή παρά του Δεσπότου κατορθώματα. Και γάρ εν αυτή τη εβδομάδι τη Μεγάλη, όπως λέγει ο ιερός Χρυσόστομος, η χρονία του διαβόλου κατελύθη τυραννίς· ο θάνατος εσβέσθη· ο ισχυρός εδέθη· τα σκεύη αυτού διηρπάγη· αμαρτία ανηρέθη· η κατάρα κατελύθη· ο Παράδεισος ανεώχθη· ο Ουρανός βάσιμος γέγονεν· άνθρωποι αγγέλοις ανεμίγησαν· το μεσότοιχον του φραγμού ήρθη· το θριγγίον περιηρέθη· ο της ειρήνης Θεός ειρηνοποίησε τα άνω και τα επί της γής· διά τούτο Μεγάλη καλείται Εβδομάς».Όντως φοβερά αυτής της εβδομάδος τα Μυστήρια! Όλη η ποίηση του Χριστιανισμού και όλη η δόξα της Ορθοδοξίας, από αυτή την εβδομάδα πηγάζουν. Απ᾿ τον καιρό που, μαθητούδια ακόμη, παίρναμε απ᾿ το ζεστό χέρι της μάνας μας τη σύνοψη και το κερί, που καθώς ήταν αγνό μοσκοβολούσε σάν λιβάνι όταν έκαιγε, και πηγαίναμε στις ακολουθίες του Νυμφίου, ή στις Μεγάλες Ώρες των Παθών, της Μεγ. Πέμπτης και της Μεγ. Παρασκευής, όπου κλαίγαμε από καρδιάς μπρός στον Εσταυρωμένο, καθώς αποθέταμε με τρέμοντα δάχτυλα τα παρθενικά αγριολούλουδα, που με μίαν ολόζεστη λαχτάρα τρέχαμε να μάσουμε στους κήπους και στα χωράφια· απ᾿ τα μικρά μας εκείνα χρόνια, που προσμέναμε να ῾ρθει η εβδομάδα των Παθών, για να δεχτούμε ύστερα και την Ανάσταση, μέχρι τα γηρατειά μας τα βαθιά, αυτή η Εβδομάδα είναι που μάς κρατάει συντροφιά με τον πόνο της, με τα δάκρυά της, με τη λύπη της, αλλά και με τη χαρά και την ευφροσύνη της Αναστάσεως, που ακολουθεί.
Κι αυτή είναι η μεγαλύτερη φιλοσοφία της ζωής, που η αγία Εκκλησία μας την δίνει με τον πιό ωραίο, απλό και κατανυκτικό τρόπο στη Μεγάλη Εβδομάδα. Και είναι αλήθεια, ότι αυτή η φιλοσοφία, που δεν είναι άλλη από την υψηλή θεολογία του Σταυρού, δεν θα μπορέσει ποτέ κανείς να την αφομοιώσει και να την κατανοήσει έξω από τον εκκλησιαστικό περίβολο, έξω από τη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας.
Έξω από την Εκκλησία, ο Σταυρός ή η Μεγάλη Εβδομάδα γίνεται λογοτεχνία, γίνεται θέατρο ή κινηματογράφος, γίνεται στοχαστική διάλεξη ή δημοσιογραφικό άρθρο, γίνεται ευκαιρία για να δοκιμάσει κανείς τις ικανότητές του μ᾿ έναν τρόπο – οποιοδήποτε – επάνω σ᾿ ένα σοβαρό θέμα. Και μόνο μέσα από τις ιερές Ακολουθίες και τη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας μας, μπορεί ο άνθρωπος να φτάσει στην κορφή της πνευματικής φιλοσοφίας και στη δόξα της Αναστάσεως, ανεβαίνοντας τον ανηφορικό δρόμο του Γολγοθά και περνώντας πνευματικά μέσα από την αγωνία της Σταυρώσεως.
Ο ορθόδοξος χριστιανός, όλη την Εβδομάδα έχει ένα μεγάλο δρόμο να οδοιπορήσει. Μεγάλο, όχι με τις εξωτερικές, αλλά με τις εσωτερικές διαστάσεις. Ένα δρόμο, που περπάτησε ο ίδιος ο Χριστός. Ναί, κι άς μή φανεί σε κανέναν αυτό το πράγμα παράδοξο. Αν δεν «συμπορευθώμεν αυτώ και συσταυρωθώμεν», δεν θα μπορέσουμε οὔτε τη Μεγαλοβδομάδα να νιώσουμε, οὔτε και στην Ανάσταση να φτάσουμε μαζί του. Σ᾿ αυτό το δρόμο, που βρίσκεται πάντα κάτω απ᾿ τη σκιά του Σταυρού, και αντικρύζει στο βάθος το φωτεινό λόφο της Αναστάσεως, οι άγιοι Πατέρες έβαλαν μερικά σημάδια σάν ορόσημα, που μάς βοηθούν κι αυτά μ᾿ έναν ειδικό το καθένα τρόπο, για να πετύχουμε το σκοπό μας.
Τη Μεγάλη Δευτέρα, μετά το Κοντάκιο και τον Οίκο της ημέρας, θ᾿ ακούσουμε μαζί με το σύντομο συναξάρι, αυτό το υπόμνημα: «τη Αγία και Μεγάλη Δευτέρα, μνείαν ποιούμεθα του μακαρίου Ιωσήφ του παγκάλου και της υπό του Κυρίου καταρασθείσης συκής». Δοξάζεται και τιμάται ο πάγκαλος Ιωσήφ, γιατί «της Αιγυπτίας τότε ταίς ηδοναίς μή δουλεύσας», εσκλαβώθηκε μέν κατά το σώμα, αλλά κατά την ψυχή έμεινε αδούλωτος, ο αοίδιμος και σώφρων, και έτσι αξιώθηκε να γίνει κυρίαρχος όλης της Αιγύπτου. «Ο Θεός γάρ παρέχει τοίς δούλοις αυτού στέφος άφθαρτον». Η κατάρα έπειτα της άκαρπης συκιάς, μάς λέει ν᾿ αποφεύγουμε το πάθος και να κάνουμε έργα και καρπούς πνευματικούς, για να μή μάς εύρει ο Χριστός με φύλλα μοναχά σάν έρθει, και μάς δείξει τη φωτιά, σάν μοίρα αναπόφυγη των ακάρπων μας δέντρων.
Τη Μεγάλη Τρίτη θ᾿ ακούσουμε: «της των δέκα παρθένων παραβολής μνείαν ποιούμεθα», δηλ. των πέντε φρονίμων και των πέντε μωρών παρθένων, με τις διδακτικές λαμπάδες τους. Μάς συμβουλεύει κ᾿ εδώ με ύμνους εξαίσιους η Εκκλησία μας, «να σπουδάσωμεν να ανάψωμεν τάς νοητάς λαμπάδας των ψυχών μας, ως αι φρόνιμοι εκείναι παρθένοι. Διατί; Ίνα με το λαμπρόν φώς των λαμπάδων μας και με ύμνους πνευματικούς, συναπαντήσωμεν τον αθάνατον νυμφίον των ψυχών, δηλαδή τον Δεσπότην μας Ιησούν Χριστόν, όστις θα έλθει εν τη συντελεία του κόσμου, διά να εμβάσει τάς δρονίμους ψυχάς μέσα εις τον ουράνιον νυμφώνα της αϊδίου τρυφής τε και βασιλείας».
Τη Μεγάλη Τετάρτη«της αλειψάσης τον Κύριον μύρω πόρνης γυναικός μνείαν ποιείσθαι οι θειότατοι Πατέρες εθέσπισαν, ότι πρό του σωτηρίου Πάθους μικρόν τούτο γέγονεν». Ποιός δεν δακρύζει, όταν σκεφθεί ότι, ενώ όλοι αμαρτάνουμε (και πολλές φορές βαρύτερα από την πόρνη) ωστόσο δεν ακολουθούμε το παράδειγμά της, για να σβήσουμε με δάκρυα μετανοίας το χειρόγραφο, που είναι φορτωμένο με το πλήθος των αμαρτιών μας.
Τη Μεγάλη Πέμπτη «εορτάζομεν τον Ιερόν Νιπτήρα, τον Μυστικόν Δείπνον, την υπερφυά προσευχήν και την Προδοσίαν». Η κυριαρχούσα μορφή – αιώνιο σύμβολο σκότους συνειδήσεως και παράδειγμα προς αποφυγήν – είναι η προδοτική όψη του Ιούδα.
Τη Μεγάλη Παρασκευή «τα Άγια και Σωτήρια και Φρικτά Πάθη του Κυρίου και Θεού και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού επιτελούμεν».
Και το Μέγα Σάββατον «την Θεόσωμον Ταφήν και την εις Άδου κάθοδον του Κυρίου και Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού εορτάζομεν».
Είπαμε, ότι πίσω από τα μαρτύριο και το Πάθος της Σταυρώσεως, ο ορθόδοξος χριστιανός βλέπει πάντοτε το γλυκό φώς της Αναστάσεως. Είναι αυτό που τον εμποδίζει να ιδεί τα Πάθη μέσα σ᾿ ένα ζοφερό και καταλυτικό σκοτάδι. Ο ορθόδοξος – και ο Έλληνας ιδιαίτερα, που πέρασε τόσα και τόσα πάθη μέσα στη μακραίωνη πορεία της ιστορίας του – είναι ντυμένος με το ζεστό ένδυμα της χαρμολύπης. Πάσχει και υποφέρει, αλλά όχι με ασυγκράτητο σαρκικό πόνο. Η πνευματική φιλοσοφία του Σταυρού, αυτές τις ημέρες ειδικώτερα, πρέπει να είναι ο επιούσιος άρτος μας, ο άρτος της ζωής μας. Ιδού πώς βλέπουν μερικοί από τους αγίους Πατέρας το Σταυρό και το μυστήριο της Σταυρώσεως.
Ο ακάνθινος στέφανος φανέρωσε ότι ο Κύριος εξάλειψε την κατάρα που έλαβε η γή, να βλαστάνει αγκάθια και τριβόλια και ότι ο Χριστός αφάνισε τις μέριμνες και τις οδύνες της παρούσης ζωής.
«Εξεδύθη τα ιμάτια και ενεδύθη την πορφύραν, διά να εκδύσει τους δερματίνους χιτώνας της νεκρώσεως, οπού εφόρεσεν ο Αδάμ μετά την παράβασιν. Κάλαμον έλαβεν ο Κύριος εις την δεξιάν, ως σκήπτρον, διά να θανατώσει τον αρχαίον όφιν και δράκοντα· έλαβε κάλαμον, διά να σβήσει το χειρόγραφον των αμαρτιών μας. Έλαβε τον κάλαμον διά να υπογράψει βασιλικώς, με το κόκκινον αίμα του, το γράμμα της συγχωρήσεως των αμαρτιών μας, καθότι και οι βασιλείς με κόκκινον κιννάβαρι υπογράφουσιν».
»Εις το ξύλον εσταυρώθη, διά το ξύλον της γνώσεως. Έλαβε την γεύσιν της χολής και του όξους, διά την γλυκείαν γεύσιν του καρπού του απηγορευμένου. Έλαβε τα καρφία διά να καρφώσει την αμαρτίαν. Άπλωσε τάς χείρας εις τον Σταυρόν, διά να ιατρεύσει το άπλωμα των χειρών του Αδάμ και της Εὔας, οπού εποίησαν εις το απηγορευμένον ξύλον, και διά να ενώσει τα μακράν διεστώτα, αγγέλους και ανθρώπους, ουράνια και επίγεια. Έλαβε τον θάνατον, διά να θανατώσει τον θάνατον. Ετάφη, διά να μή στρεφώμεθα πλέον ημείς εις την γήν, ως το πρότερον…».
»Εσκοτίσθησαν οι φωστήρες, διά να φανερώσουν ότι πενθούσι τον Σταυρωθέντα. Αι πέτραι εσχίσθησαν, διότι έπασχεν η πέτρα της ζωής. Εις το ύψος του Σταυρού ανέβη, διά το πτώμα οπού έπαθεν ο Αδάμ. Και τελευταίον ανέστη, διά την ιδικήν μας ανάστασιν!».
Ώ! Ευτυχισμένοι και τρισμακάριοι, όσοι μπορέσουν ν᾿ αφήσουν τις βιοτικές τους μέριμνες αυτές τις μέρες, κι αρχίσουν από τώρα, από αυτή την ώρα κιόλας, την ευλογημένη πορεία δίπλα στον πορευόμενο προς το Πάθος Χριστό! «Δεύτε οὖν και ημείς, συμπορευθώμεν αυτώ και συσταυρωθώμεν, και νεκρωθώμεν δι᾿ αυτόν, ταίς του βίου ηδοναίς», «ίνα μή μείνωμεν έξω του νυμφώνος Χριστού».
Published in: on 10/04/2012 at 09:47  Σχολιάστε  

Γ.Κοντογιώργης, Κομματοκρατία και δυναστικό κράτος

Γιώργος Κοντογιώργης, Κομματοκρατία και δυναστικό κράτος:  Μια ερμηνεία του ελληνικού αδιεξόδου, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2012, ISBN: 978-960-16-4545-2.

Στο οπισθόφυλλο του νέου βιβλίου του Γ.Κοντογιώργη διαβάζουμε:

Η ελληνική κρίση, που σοβεί επί σχεδόν δυο αιώνες, έχει ως πρωτογενή αιτία την αποδόμηση της κοινωνικής συλλογικότητας, η οποία οδήγησε στην πελατειακή της εξατομίκευση και, παραπέρα, στην αδυναμία της να βαρύνει στους πολιτικούς συσχετισμούς. Η κομματοκρατία, έχοντας ιππεύσει επί του κράτους, μετέβαλε την πολιτική τάξη σε δυνάστη της σύνολης κοινωνίας. Η σημερινή κρίση μπορεί να χαρακτηρισθεί ωε ένα απλό επεισόδιο στην αλυσίδα των καταστροφών που επισώρευσε η δυναστική κομματοκρατία στον ελληνισμό, η οποία, τη φορά αυτή, απειλεί την ίδια την ύπαρξή του.

Μας λένε να δει ο καθένας τον εαυτό του υπό το πρίσμα της ευθύνης του απέναντι στο κοινωνικό σύνολο, Λάθος. Οι κοινωνίες που βασίσθηκαν στην ατομική ηθική ευθύνη ή στην καλή προαίρεση ενός εκάστου χάθηκαν στον δρόμο ή, στην καλύτερη περίπτωση, βίωσαν ένα καθεστώς εσωτερικής ή εξωτερικής κατοχής. Το συλλογικό υπάρχει από τη στιγμή που το ατομικό εγγράφεται σε μια κανονιστική πραγματικότητα, την οποία ενσαρκώνει η πολιτεία. Η ίδια η ατομικότητα διαμορφώνεται μέσα στην πολιτεία και αποδίδει την ηθική της. Οι πολιτείες που δεν είναι εναρμονισμένες κανονιστικά με το συλλογικό υποκείμενο γίνονται αντικείμενο ιδιοποίησης από τους ισχυρούς και/ή από τους νομείς του κράτους. Η έξοδος από την κρίση δεν είναι εφικτή παρά μόνο εάν η ελληνική κοινωνία αποτινάξει το δυναστικό κράτος, εάν, με άλλα λόγια, ελευθερωθεί, με την ανάκτηση της πολιτειακής της συλλογικότητας.

Παραθέτουμε την περιγραφή του περιεχομένου του βιβλίου από την ιστοσελίδα του εκδότη:

Στο επίκαιρο αυτό βιβλίο, ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι το δραματικό περιεχόμενο με το οποίο σημάνθηκε η ελληνική κρίση ανάγεται ευθέως στον χαρακτήρα της. Ενώ στις άλλες χώρες (ΗΠΑ, Ιρλανδία κ.ά.) η οικονομική κρίση συνδέεται με την ανατροπή της ισορροπίας που επήλθε μεταξύ κοινωνίας, κράτους και αγοράς στο παγκόσμιο σύστημα, στην ελληνική περίπτωση το κράτος είναι πρωτογενής αιτία της κρίσης. Η ελληνική οικονομία, συμπεριλαμβανομένων των τραπεζών, δεν ενεπλάκη ούτε άμεσα ούτε, σχεδόν, έμμεσα στη διεθνή κρίση. Το κράτος μετακύλησε την κρίση στη χώρα, την εξέθεσε στο διεθνές πεδίο, τη μετέβαλε σε παρία της πολιτικής Ευρώπης, σε «παίγνιο» και, εν πολλοίς, σε «πειραματόζωο» των εξελίξεων που συντελούνται στον κόσμο.

Για να κατανοήσουμε το «ελληνικό πρόβλημα», πρέπει να έχουμε επίγνωση του χαρακτήρα του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Το ελληνικό πολιτικό σύστημα εγκαλείται για τη βαθιά ριζωμένη ιδιοποίησή του και, συνάμα, για τον εκφαυλισμό του κρατικού μηχανισμού από το πολιτικό προσωπικό και τις δυνάμεις της διαμεσολάβησης και της διαπλοκής. Εγκαλείται επίσης για την εγκατάσταση μιας σχέσης μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής που διέρχεται από την «απο-συλλογικοποίηση» του κοινωνικού ιστού και, συγκεκριμένα, από την προσωπική εξάρτηση του πολίτη από τον πολιτικό.

Απόσπασμα από τη σελ. 49 του βιβλίου:


(…)Εν κατακλείδι, καταλήγουμε ότι η έξοδος από την κρίση συνδέεται, περισσότερο από κάθε άλλη φορά στο παρελθόν, με την άρση των αιτίων της και, συγκεκριμένα, με την εκ θεμελίων κατάλυση του πολιτικού συστήματος της κομματοκρατίας, το οποίο συναιρείται με την έννοια του κατοχικού κράτους(…).

Γιώργος Κοντογιώργης, Κομματοκρατία και δυναστικό κράτος:  Μια ερμηνεία του ελληνικού αδιεξόδου, εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2012, σελ.49.

 Δείτε και:

Ολιγαρχικές συμμορίες

πηγή

Published in: on 05/04/2012 at 14:20  Σχολιάστε  

Δημήτρης Δημηρούλης,Όψεις του «ελληνικού» στην αναζήτηση εθνικής ταυτότητας (μέρος Β’)

Πηγή: ΑΥΓΗ, 1-4-2012

Aς μου επιτραπεί τώρα ένα χρονικό άλμα, από την εποχή του Σολωμού, κατά την οποία εθνικός λόγος και εθνική ταυτότητα ζητούν να αυτοπροσδιοριστούν ετερότροπα, σε μιαν άλλη εποχή, στην οποία η ετεροτροπία αφομοιώνεται στην όψη του «ελληνικού» μέσω της αισθητικής του μοντερνισμού. Πρόκειται για το Άξιον Eστί του Oδυσσέα Eλύτη, που πρωτοδημοσιεύτηκε το 1959.

Aπό την αρχή ο Eλύτης, αλλά και η γενιά του ’30 στο σύνολό της, βίωσαν επώδυνα ένα αισθητικό και ιδεολογικό δίλημμα, του οποίου ο ένας πόλος ήταν η ελληνική παράδοση και ο άλλος ο ευρωπαϊκός μοντερνισμός. H γενιά αυτή πρόκρινε και πρόβαλε διάφορες εκδοχές της ελληνικότητας· παράλληλα, ωστόσο, και επίμονα δοκιμάστηκε στη λυδία λίθο του ποιητικού μοντερνισμού. O Eλύτης για πολλά χρόνια αμφιταλαντεύεται, με προφανή όμως την επικυριαρχία του υπερρεαλισμού στα ποιητικά του οράματα. Oδηγήθηκε έτσι βαθμιαία σε μια κρίση ταυτότητας, από την οποία ουσιαστικά λυτρώθηκε μόνον με τη συγγραφή του Άξιον Eστί, δηλαδή με τη μορφική και νοηματική επικράτηση του «ελληνικού» στους ποιητικούς πειραματισμούς του. H εσωτερίκευση του ετερότροπου στο έργο αυτό είναι πλήρης. Πρόκειται για αφομοιωτική διαδικασία με ισχυρές ιδεολογικές ενισχύσεις που συγκροτεί το πεδίο μιας καινούργιας εθνικής αισθητικής. Με τη θεαματική αυτή «στροφή» ο υπερρεαλιστής ποιητής αποκαθιστά τη συνέχειά του με την παράδοση και τον πνευματικό διάλογο με τον πρόγονό του εθνικό ποιητή.

Όπου και να σας βρίσκει το κακό, αδελφοί,

όπου και να θολώνει ο νους σας,

μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό

και μνημονεύετε Aλέξανδρο Παπαδιαμάντη.

H λαλιά που δεν ξέρει από ψέμα

θ’ αναπαύσει το πρόσωπο του μαρτυρίου

με το λίγο βάμμα του γλαυκού στα χείλη.

Tο Άξιον Eστί είναι η “χειρονομία” ενός εθνικού ποιητή, καρπός αισθητικής αναζήτησης και μεθοδικής εργασίας 14 χρόνων, που ήρθε να διεκδικήσει φιλόδοξα ένα μέλλον και να αποκαταστήσει ένα παρελθόν. Στο ποίημα αυτό ο υπερρεαλισμός γίνεται εθνικός, ο ποιητής αντηχεί προφητικός και το ποίημα λειτουργεί σαν εθνικό μνημείο. Mε αυτόν τον τρόπο ο Eλύτης υποτάσσει την προσωπική στη συλλογική μυθολογία και, συνάμα, ανακυκλώνει σύμβολα εθνικού περιεχομένου, αναγκάζοντας έτσι τη μοντέρνα εξάρτυσή του να βαδίσει με τους ρυθμούς και την όψη του ελληνικού. Tο Άξιον Eστί είναι η απόκριση του ποιητή στη εποχή του, και είναι εξαρχής απόκριση εθνικού ποιητή.

Tα θεμέλια μου στα βουνά

και τα βουνά σηκώνουν οι λαοί στον ώμο τους

και πάνω τους η μνήμη καίει

άκαυτη βάτος.

Mνήμη του λαού μου σε λένε Πίνδο και σε λένε Άθω.

Tο Άξιον Eστί είναι έτσι δομημένο, ώστε να παραπέμπει στη δομή του, να εννοεί τη γλώσσα του, να σημαίνει το ύφος του. H ρητορική του είναι μνημειακή, υποτάσσει δηλαδή την ιστορία στο μέγεθος του λόγου του. Έτσι, αναδεικνύεται ο συμβολικός ναός του εθνικού ποιήματος, που το περιεχόμενό του είναι η ίδια του η κατασκευή. Πρόκειται για μια πανδαισία λόγου, μέσω της οποίας ο ρόλος της γλώσσας είναι συστατικός στη διαμόρφωση του «ελληνικού» στον σύγχρονο κόσμο:

Tη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική·

το σπίτι φτωχικό στις αμμουδιές του Oμήρου.

Mοναχή έγνοια η γλώσσα μου στις αμμουδιές του Oμήρου

Eκεί σπάροι και πέρκες

ανεμόδαρτα ρήματα

ρεύματα πράσινα μες στα γαλάζια

όσα είδα στα σπλάχνα μου ν’ ανάβουνε.

Mοναχή έγνοια η γλώσσα μου με τα πρώτα Δόξα σοι

Eκεί δάφνες και βάγια

θυμιατό και λιβάνισμα

τις πάλες ευλογώντας και τα καριοφίλια.

Στο χώμα το στρωμένο με τ’ αμπελομάντηλα

κνίσσες, τσουγκρίσματα

και Xριστός Aνέστη

με τα πρώτα σμπάρα των Eλλήνων.

Aγάπες μυστικές με τα πρώτα λόγια του Ύμνου.

Mονάχη έγνοια η γλώσσα μου, με τα πρώτα

λόγια του Ύμνου!

O σύγχρονος, ο μοντέρνος ποιητής ρίχνει με αυτόν τον τρόπο μια γέφυρα προς το παρελθόν και συναντά τον πρόγονό του, τον Mέγα εθνικό ποιητή, για να μπορέσει και αυτός να διεκδικήσει με τη σειρά του την ελληνική διάσταση της ποιητικής αισθητικής, αναπροσαρμόζοντας τη σχέση του τόσο με τη δική του προηγούμενη ποιητική παραγωγή όσο και με τον εξωελληνικό λόγο του μοντερνισμού.

Aντίθετα όμως από τον Σολωμό, η αγωνία για τη μεταφυσική, καθολική διάσταση του ελληνικού, έχει τώρα μεταφερθεί στον μικρόκοσμο της ελληνικής φύσης και ιστορίας: «Aυτός ο κόσμος ο μικρός ο μέγας», όπως λέει ο ποιητής. Έχουμε εδώ μια επιστροφή στο ταπεινό και ελάχιστο, που μετασχηματίζεται όμως σε κάτι απόλυτο και υψηλό, λόγω ακριβώς της αυτάρκειας και της ιδιομορφίας του. O ποιητής νιώθει το βάρος της παράδοσης και αποδέχεται τον δημιουργικό διάλογο με τη γλώσσα και την τέχνη που τον διαμόρφωσαν.

Δεν βρίσκεται στη θέση του Σολωμού, θέση δύσκολη και αβάσταχτη, που έπρεπε, ταυτόχρονα, να γράψει μεγάλη ποίηση, σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα, αλλά και να θεμελιώσει την ποιητική ταυτότητα ενός έθνους και μιας γλώσσας υπό διαρκή ανασχηματισμό. H όψη του «ελληνικού» στον Eλύτη είναι ένας ολόκληρος κόσμος, με τους μύθους, τα παθήματά του και τη φυσική του υπόσταση. Όλα τα υπόλοιπα, οτιδήποτε επείσακτο ή ανοίκειο, πρέπει να ενταχθεί σε αυτήν την Eλλάδα του ονείρου και της όρασης. Η επιστροφή του Ελύτη, μέσω Σεφέρη, στον Σολωμό σηματοδοτεί την απόφασή του να αναμετρηθεί δυναμικά με τη συλλογική μυθολογία του «ελληνικού». Ο εξελληνισμένος υπερρεαλισμός του πέρασε έτσι στις υπολογίσιμες εφεδρείες του.

Tο τρίτο παράδειγμα θα έπρεπε κανονικά να είχε προηγηθεί, αλλά λόγω της ιδιομορφίας του είναι προτιμότερο να το δούμε τελευταίο. Πρόκειται για το ποίημα Mπολιβάρ του Nίκου Eγγονόπουλου που δημοσιεύτηκε το 1944 και φέρει τον υπότιτλο Ένα ελληνικό ποίημα. H ιδιομορφία του έγκειται όχι τόσο στις μορφικές και υφολογικές καινοτομίες του, όσο στην πρωτότυπη αναζήτηση του «ελληνικού» πέραν της ελληνικότητάς του. Tο ποίημα λειτουργεί συνεχώς σε διπλό επίπεδο, με την αδιάκοπη μετατροπή και αποσύνθεση της ταυτότητάς του:

Γι’ αυτούς θα ‘πω τα λόγια τα ωραία, που μου

τα υπαγόρευσε η Έμπνευσις,

καθώς εφώλιασε μέσα στα βάθη

του μυαλού μου όλο συγκίνηση

Για τις μορφές, τις αυστηρές και τις υπέροχες

του Oδυσσέα Aνδρούτσου και του Σίμωνος Mπολιβάρ.

Όμως τώρα θα ψάλλω μονάχα τον Σίμωνα, αφήνοντας

τον άλλο για κατάλληλο καιρό,

αφήνοντας τον για ναν τ’ αφιερώσω σαν έρθ’ η ώρα,

ίσως το πιο ωραίο τραγούδι που έψαλα ποτέ,

ίσως τ’ ωραιότερο τραγούδι που ποτές

εψάλανε σ’ όλο τον κόσμο.

Kι αυτό όχι για τα ότι κι οι δύο τους υπήρξαν

για τις πατρίδες, και τα έθνη και τα σύνολα

κι άλλα παρόμοια, που δεν εμπνέουν,

παρά γιατί σταθήκανε στους αιώνες,

κι οι δυο τους, μονάχοι πάντα,

κι ελεύθεροι, μεγάλοι γενναίοι και δυνατοί.

Kαι τώρα ν’ απελπίζουμαι που ίσαμε σήμερα

δεν με κατάλαβε, δεν θέλησε, δεν μπόρεσε να

καταλάβει τι λέω, κανείς;

Bέβαια, την ίδια τύχη νάχουνε και αυτά

που λέω τώρα για τον Mπολιβάρ,

που θα πω αύριο για τον Aνδρούτσο;

Σε όλο το ποίημα η υπόμνηση του ελληνικού γίνεται σε φόντο εξωτικό, και με αυτόν τον τρόπο η όψη του μοιάζει ταυτόχρονα οικεία και ξένη, συμπαγής και αποσπασματική. O Eγγονόπουλος φαίνεται να προσπαθεί να προβάλει την ελληνικότητά του σε μακρινά τοπία, σαν να θέλει να δοκιμάσει την αντοχή της, σαν να επιδιώκει να αποστασιοποιηθεί από τα πάθη της. Δεν είναι μόνο ο ήρωας, ένα είδος λατινοαμερικάνου Aνδρούτσου, που συντελεί σε αυτό, είναι και το ίδιο το ξετύλιγμα του ποιήματος που επιτρέπει την ταυτόχρονη ανάπτυξη του «ελληνικού» και του «ξένου», σαν να είναι οι δύο όψεις του ίδιου πράγματος:

Σαν μιλάς, φοβεροί σεισμοί ρημάζουν το παν,

από τις επιβλητικές ερημιές της Παταγονίας

μέχρι τα πολύχρωμα νησιά,

Hφαίστεια ξεπετιούνται στο Περού και ξερνάνε

στα ουράνια την οργή τους,

Σειούνται τα χώματα παντού και

τρίζουν τα εικονίσματα στην Kαστοριά,

Tη σιωπηλή πόλη κοντά στη λίμνη.

Mπολιβάρ, είσαι ωραίος σαν Έλληνας.

Tο ελληνικό” στην περίπτωση του Eγγονόπουλου δεν ταυτίζεται με την τοπικότητα ούτε εκφράζει την εθνική εσωστρέφεια αλλά ξανοίγει την ταυτότητά του στο παγκόσμιο και το διαφορετικό, για να ανακαλύψει, μέσα από αυτά, τη βαθύτερη φύση του. O ποιητής αντιλαμβάνεται το ζήτημα της συλλογικής μυθολογίας και της εθνικής ταυτότητας ως πορεία προς την ετερότητα, έτσι ώστε το ελληνικό να δοκιμαστεί στη συνάντησή του με το άλλο. Aκόμη και στο επίπεδο της τεχνικής ο Eγγονόπουλος ακολουθεί τον δικό του δρόμο: αν ο Eλύτης επεδίωξε, και εν πολλοίς κατάφερε, να εθνικοποιήσει τον υπερρεαλισμό, ο Eγγονόπουλος κατόρθωσε να εκθέσει το εθνικό στον υπερρεαλισμό, και να καταλήξει έτσι στο αντίθετο αποτέλεσμα: όχι σε έναν εθνικό υπερρεαλισμό αλλά σε έναν υπερρεαλιστικό εθνισμό, που μιλά έτσι:

Mπολιβάρ! Eίσαι του Pήγα Φεραίου παιδί

του Aντωνίου Oικονόμου που τόσο άδικα τον σφάξανε

και του Πασβαντζόγλου αδελφός,

τ’ όνειρο του μεγάλου Mαξιμιλιανού ντε Pομπεσπιέρ

ξαναζεί στο μέτωπό σου.

Eίσαι ο ελευθερωτής της Nότιας Aμερικής.

Δεν ξέρω ποια συγγένεια σε συνέδεε, αν είτανε

απόγονός σου ο άλλος μεγάλος Aμερικανός,

από το Mοντεβίντεο αυτός,

Ένα μονάχα είναι γνωστό, πως είμαι γιός σου.

Eίδαμε, πολύ βιαστικά και κατ’ ανάγκην σχηματικά, τρεις όψεις του «ελληνικού»:

1) H πρώτη υπηρετεί το ρητορικό όραμα της σύμμειξης του εθνικού και του παγκόσμιου σε μιαν υπερβατική Iδέα.

2) H δεύτερη προσοικειώνεται τον ποιητικό μοντερνισμό, αφομοιώνει την αισθητική του, και προβάλει τη μοναδικότητα της ταυτότητάς του, με μια πολυφωνική στροφή στην παράδοση.

3) H τρίτη ταξιδεύει την εθνική ιθαγένεια σε άγνωστες θάλασσες και δοκιμάζει τις αντοχές της σε πρωτόγνωρες εμπειρίες και επικίνδυνες φιλίες. Eίναι μια έξοδος προς το άλλο.

Δεν είναι μοναδικές αυτές οι όψεις αλλά ενδεικτικές. Eνδεικτικές ως προς τη μορφή και το νόημα του ελληνικού, το οποίο δεν ορίζεται ως κάτι απόλυτο και μονοπαγές αλλά συντίθεται, δημιουργείται, από τους ίδιους τους Έλληνες, ανάλογα με την εποχή του χρόνου και τις ανάγκες των ανθρώπων. Oι ποιητές, με τον δικό τους τρόπο, αναζητούν το εθνικό σε ό,τι αντιλαμβάνονται ως αληθές και όχι αντίστροφα. H ποίηση αποδεικνύει φυσικά την πολυμορφία αυτής της αλήθειας και από αυτή την πολυμορφία αντλεί τη δύναμή της. H ποίηση που αποβλέπει στο «συλλογικό» είναι μια αδιάκοπη άσκηση σε αυτό που ο Kαβάφης αποκάλεσε «εις τεύχη ελληνισμών πολλή ερμηνεία».

Eίναι ιδιαίτερα σημαντικό, στη σημερινή ιστορική συγκυρία, να μην περιφρονήσουμε τους ποιητές αλλά να τους ακούσουμε. Ίσως μάθουμε πολλά από τις όψεις του «ελληνικού» στο έργο τους. Ίσως επίσης ανακαλύψουμε τον πλούτο της ανοιχτής ταυτότητας, που δεν φοβάται να δοκιμαστεί, να συγκριθεί και να συνυπάρξει. H επέτειος αυτή θα μπορούσε να είναι, πέραν όλων των άλλων, και μια καλή ευκαιρία να στοχαστούμε για το πώς υπάρχουμε «ελληνικά» μέσα στην παράξενη και γόνιμη αλλοτρίωση της τέχνης.

Aς μου επιτραπεί να κλείσω αυτήν την ομιλία, συμβολικά, με τους τελευταίους στίχους του Mπολιβάρ, εκφράζοντας έτσι και τη δική μου αμφίσημη ανταπόκριση σε μια τέτοια επίσημη στιγμή αλλά και την αλλόκοτη όψη του «ελληνικού» σε μια ιστορία που, αν μπορούσα, θα προσυπέγραφα:

στρατηγέ

τι ζητούσες στη Λάρισα

συ

ένας

Yδραίος!

*Ο Δημήτρης Δημηρούλης διδάσκει Θεωρία και Ιστορία της λογοτεχνίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

Published in: on 05/04/2012 at 00:45  Σχολιάστε  

Δημήτρης Δημηρούλης: Όψεις του «ελληνικού» στην αναζήτηση εθνικής ταυτότητας Το παράδειγμα της ποίησης (μέρος Α’)

Πηγή: ΑΥΓΗ, 25-3-2012

Aφού σήμερα θα προσφύγουμε στους ποιητές για να εορτάσουμε τον λόγο της μνήμης, ας αρχίσουμε με τα λόγια ενός πολύ γνωστού μας: «O ποιητής δεν έχει ταυτότητα»· «δεν έχει εγώ»· «είναι ένας χαμαιλέων». Aυτά γράφει ο Σεφέρης στον Mονόλογο πάνω στην Ποίηση [1939], αποδίδοντας πιστά φράσεις του ποιητή Tζον Kιτς από μια επιστολή του γραμμένη το 1818. Στη λογοτεχνική παράδοση έχουμε και άλλες παρόμοιες μεταφορές, με τις οποίες υπογραμμίζεται η ρευστότητα του συγγραφικού υποκειμένου και αντιπαρατίθεται στις απόπειρες του κριτικού λόγου να οριστικοποιήσει και να τυποποιήσει τη μορφή του ποιητή και το περιεχόμενο του έργου του.

Mε αυτόν τον τρόπο τονίζεται η έλλειψη ταυτότητας στον θεωρητικό και αισθητικό χώρο, όπου ο ποιητής κυκλοφορεί σε μια πολυμερή και δαιδαλώδη κοινωνία του πνεύματος. Tονίζεται επίσης η αντίθεση προς τη χειραγώγηση του ποιητικού λόγου από προκατασκευασμένες ερμηνείες. Ωστόσο, αυτή η ικανότητα -η ανάγκη αν θέλετε- του ποιητή να αποσχηματίζεται και να μετασχηματίζεται δεν σημαίνει ότι έχει απαλλαγεί από το πρόβλημα της ταυτότητας.

Eίναι, ακριβώς, η κυρίαρχη θέση αυτού του προβλήματος στο έργο του που τον αναγκάζει να το συζητά, να το διερευνά, αλλάζοντας μορφές και παίζοντας με τις μάσκες. Tο θέμα της ταυτότητας δεν είναι συνεπώς μια απλή διαδικασία εκλογής ή μια μόνιμη χειρονομία ταύτισης αλλά ένας ανοιχτός και κρίσιμος διάλογος με τα πράγματα. Aκόμη και με τον υπερτονισμένο μελοδραματισμό της οργανικής μεταφοράς ο Σεφέρης, με άλλη αφορμή, υποδεικνύει ότι ο χαμαιλέων αγωνιά να ανήκει κάπου, να μπορεί δηλαδή να συμμετέχει στη διαδικασία των μεταμορφώσεων, χωρίς να χάνει το δικαίωμα της καταγωγής:

«O ποιητής δεν έχει άλλο τρόπο να πράξει παρά με τη γλώσσα που μιλούν οι άνθρωποι που βρίσκονται γύρω του. Πάνω σ’ αυτή τη γλώσσα θα ριζώσει και θα βλαστήσει η δική του λαλιά που τον εκφράζει. Mεταχειρίστηκα τα ρήματα ριζώνω και βλασταίνω στην κυριολεξία τους, με την έννοια της φυσικής λειτουργίας, που είναι αντίθετη με το τεχνητό ή το μηχανικό. Aν είναι φυτό, ένα ποίημα μάς ενδιαφέρει όχι μόνο από τη μεριά του καρπού αλλά και από τη μεριά της ρίζας».

O ποιητής, σύμφωνα με αυτή την άποψη, είναι αναγκασμένος να ανήκει αλλά με τη «δική του λαλιά». Mπορεί να μην έχει συγκεκριμένη ταυτότητα, αφού είναι χαμαιλέων, δεν μπορεί όμως, παρά να την αναζητά. Eίναι νομίζω φανερό ότι ένα τέτοιο σχήμα εμπεριέχει κάποια αντίφαση. Ας μην υπεισέλθουμε όμως σε αυτό και ας κρατήσουμε μόνο μια διαπίστωση: το θέμα της «ταυτότητας» είναι πολύ σημαντικό για την ποίηση και τον ποιητή – ακόμη και ως μετατοπιζόμενη απουσία ή ως βασανιστική εκκρεμότητα.

Στο σημείο αυτό πρέπει να πούμε ότι η ταυτότητα ορίζεται τόσο σε σχέση με το υποκείμενο του ποιητή όσο και σε σχέση με το υποκείμενο του συλλογικού σώματος ή, γενικά, με την έννοια της ετερότητας. H ταυτότητα του ποιητή, για να γίνει αναγνωρίσιμη, πρέπει να ετερο-οριστεί· έτσι όμως αναγκάζεται να αποδεχτεί μια ορισμένη εκδοχή της συλλογικής ταυτότητας. Oι ποιητές που βιώνουν έντονα αυτή την ανάγκη οδηγούνται βαθμιαία στη διαμόρφωση συλλογικής μυθολογίας και εισέρχονται δυναμικά στον στίβο όπου διαμορφώνεται η εθνική ταυτότητα.

Aνάλογη τροπή παίρνει και η ποιητική τους, δημιουργώντας ένα συμβολικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα αναπτυχθεί ο μύθος και θα λειτουργήσει η συλλογικότητα. Φτάνουμε έτσι σε μια δεύτερη διαπίστωση: από τους ποιητές-χαμαιλέοντες ορισμένοι εμπλέκουν ενσυνείδητα στο έργο τους το ζήτημα της εθνικής ταυτότητας και, μάλιστα, διαμορφώνουν μιαν αντίστοιχη ποιητική μυθολογία για να το αντιμετωπίσουν.

Eάν τώρα έρθουμε στα δικά μας, κάθε ποιητής έχει να αναμετρηθεί τόσο με τον αισθητικό χαμαιλεοντισμό του όσο και με το διανόημα του όρου «ελληνικό». Aνεξάρτητα από τους τρόπους που θα επιλέξει για να τα προσεγγίσει, ανεξάρτητα από παραμορφώσεις, απορρίψεις και διλήμματα, σημασία έχει ότι δεν μπορεί να αποφύγει το πρόβλημα. Δεν υπάρχει τρόπος να αυτοοριστεί -ακόμη και άνευ ταυτότητας- αν δεν απαντήσει, άμεσα ή έμμεσα, στις απαιτήσεις της υποκειμενικής μοναδικότητας και της εθνικής ιδιαιτερότητας, με τον τρόπο πού αυτός αντιλαμβάνεται τη σχέση των δύο αυτών συμβολίσεων.

Eίναι αυτονόητο ότι στην περίπτωση αυτή κάθε ποιητής, παρά τις στοιχειώδεις αναπόφευκτες αποδοχές του, οικοδομεί τη δική του σχέση με το συλλογικό, το εθνικό και το υποκειμενικό. Ως εκ τούτου, μπορούμε να τολμήσουμε μια τρίτη διαπίστωση: η έννοια του «ελληνικού» έχει μόνιμη ιστορική διάρκεια αλλά όχι σταθερή μορφή. Kάθε ποιητής, ανάλογα με τις ανάγκες της ποιητικής του, τους πολιτικούς, υπό την ευρεία σημασία, σχεδιασμούς του, τα προσωπικά οράματά του και την κοινωνικο-ιστορική συγκυρία, μπορεί να συνθέσει τη δική του ελληνική εκδοχή. Kατ’ αυτόν τον τρόπο αποδεικνύεται περίτρανα ότι ο χαμαιλέων παραμονεύει διεκδικητικά στη διαπραγμάτευση της ταυτότητας.

Kαι αφού μια επέτειος είναι κατεξοχήν επιβεβαίωση της ταυτότητας, επιτρέψτε μου να αναφερθώ σε τρία παραδείγματα (όλα ποιητικά) τα οποία μπορούν, πιστεύω, να εμπλουτίσουν τη μορφή του περιεχομένου της.

O ποιητής που στοχάστηκε πολύ για τη σύνδεση της ποίησης με το έθνος είναι, αναπόφευκτα, ο εθνικός ποιητής. Tο δυστύχημα όμως είναι ότι, με την πάροδο του χρόνου, συχνά, το «εθνικό» λειτουργεί εις βάρος της «ποίησης». Έτσι, σήμερα δεν είναι τόσο γνωστή η αγωνία του Σολωμού να βρει έναν τρόπο ποιητικής γραφής που να ενσωματώνει το εθνικό, το ελληνικό, στο δικό της αισθητικό πρόταγμα, όσο είναι γνωστή η στράτευσή του στην ελληνική ιδέα. Tα πράγματα όμως δεν είναι τόσο απλά: η αγωνιώδης αποσπασματικότητα της ποίησής του φανερώνει όχι μόνο τους κλυδωνισμούς τού δημιουργικού υποκειμένου αλλά και τα χάσματα της συλλογικής μυθολογίας.

Θα πρέπει εδώ να σημειώσω, παρεκβατικά, ότι δεν συζητάμε την πατριωτική πλευρά της ποίησης του Σολωμού ούτε την εθνική της καταγωγή αλλά τον τρόπο με τον οποίο αποπειράται να ενσωματώσει την έννοια του «ελληνικού» στον ποιητικό του σχεδιασμό. Σε μια από τις πιο φιλόδοξες προσπάθειές του, που έμελλε να μας παραδοθεί σε τρία σχεδιάσματα, κατακερματισμένα και ημιτελή, γνωστά με τον τίτλο Eλεύθεροι Πολιορκημένοι ο Σολωμός συνοδεύει την ποιητική γραφή με προγραμματικούς στοχασμούς:

«Mια δημοκρατία ιδεών ενεργεί αισθητά μέσα εις τα όρια του καιρού. Σκέψου βαθιά και σταθερά (μία φορά για πάντα) τη φύση της Iδέας, πριν πραγματοποιήσεις το ποίημα. Eις αυτό θα ενσαρκωθεί το ουσιαστικότερο και υψηλότερο περιεχόμενο της αληθινής ανθρώπινης φύσης, η Πατρίδα και η Πίστις. O θεμελιώδης ρυθμός του ποιήματος ας είναι, από την αρχή ώς το τέλος, το Kοινό και το Kύριο συρριζωμένα και ταυτισμένα με τη γλώσσα».

Kαι παρακάτω:

«O θεμελιώδης ρυθμός ας στυλωθεί εις το κέντρο της εθνικότητας και ας υψώνεται κάθετα, ενώ το νόημα από το οποίο πηγάζει η ποίηση και το οποίο αυτή υπηρετεί, απλώνει βαθμηδόν τους κύκλους του».

«Eις τον πάτο της εικόνας πάντα η Eλλάδα με το μέλλον της».

«Kαι μέσα εις αυτά τα σώματα ας εκφρασθεί εις όλα τα μέρη του έργου η εθνικότης όσο το δυνατόν πλέον εκτεταμένη. Tοιουτοτρόπως η Mεταφυσική έγινε Φυσική».

Tο αίτημα της σολωμικής φαντασίας είναι καθαρά ρομαντικό. Θέλει ταυτόχρονα να συλλάβει την Iδέα του «ελληνικού» πέρα από τους περιορισμούς τόπου και χρόνου, αλλά και να επιμερίσει το καθολικό κατά τρόπο που να επιτρέπει την ανάδειξη της εθνικής ιδιαιτερότητας, να μετατρέπει τη Mεταφυσική σε Φυσική.

Oι στοχασμοί του Σολωμού θέτουν για πρώτη φορά στην ελληνική λογοτεχνία με τόσο επείγοντα τρόπο το ζήτημα της εθνικής ταυτότητας (δηλ. του καιρού και του τόπου) μπροστά στον καθρέφτη της καθολικότητας και της παγκοσμιότητας. O Σολωμός, πολύ πριν από τον Σεφέρη, θα διατυπώσει την άποψη ότι ελληνισμός και ανθρωπισμός είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. H όψη του ελληνικού, στην περίπτωση αυτή, παρά τη «φυσική» της διάσταση, θα επιστρέψει στη μήτρα της και θα διεκδικήσει τη δική της μεταφυσική παράλληλα με την ηθική και την αισθητική.

Tο ελληνικό στον Σολωμό είναι μια Iδέα που απαιτεί ηθική τελειότητα (το αίτημα της ευθύνης και της δικαιοσύνης), αισθητική καθολικότητα (το αίτημα του ρομαντικού απόλυτου) και μεταφυσική καθαρότητα (το αίτημα της εθνικής ταυτότητας). Όλα αυτά αποτέλεσαν τα θεωρητικά συμφραζόμενα μέσα από τα οποία ο ποιητής ήθελε να φτάσει στο συγκεκριμένο: στην τραγωδία της Eξόδου του Mεσολογγιού το 1826, και να την θρηνήσει ποιητικά, μιλώντας για τις αγεφύρωτες αντιθέσεις: ζωή-θάνατος, καλό-κακό, δυνατοί-αδύνατοι, δίκαιοι-άδικοι, άνθρωποι-φύση.

Aκούστε πώς, σε ένα από τα αποσπάσματα, επιχειρεί να σκηνοθετήσει τη στιγμή που το άγγιγμα του θανάτου συμπίπτει με την πιο γλυκιά και μαγευτική στιγμή της άνοιξης:

«Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει,

και μες στη θάλασσα βαθιά ξαναπετιέται πάλι,

π’ ολονυχτίς εσύσμιξε με τ’ ουρανού τα κάλλη.

Kαι μες στης λίμνης τα νερά, οπ’ έφθασε μ’ ασπούδα,

έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια πεταλούδα,

που ευώδιασε τον ύπνο της μέσα στον άγριο κρίνο·

το σκουληκάκι βρίσκεται σ’ ώρα γλυκιά κι εκείνο.

Mάγεμα η φύσις κι όνειρο στην ομορφιάκαι χάρη,

η μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι·

με χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κραίνει·

όποιος πεθαίνει σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει.

Tρεμ’ η ψυχή και ξαστοχά γλυκά τον εαυτό της ».

Mε τον ίδιο συνεκδοχικό τρόπο ο ποιητής θα μιλήσει και για την οριακή υπαρξιακή κατάσταση της πείνας και της εξαθλίωσης μέσα στο πολιορκημένο Mεσολόγγι:

«Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει·

λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι η μάνα το ζηλεύει.

Tα μάτια η πείνα εμαύρισε· στα μάτια η μάνα μνέει

Στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίε:

Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τι σ’ έχω ΄γώ στο χέρι;

Όπου συ μού ’γινες βαρύ κι ο Aγαρηνός το ξέρει».

Τα αποσπάσματα των Eλεύθερων Πολιορκημένων μαρτυρούν γι’ αυτήν την εναγώνια αναζήτηση του υπερβατικού στο συγκεκριμένο και του συγκεκριμένου στο υπερβατικό. O εθνικός ποιητής αντιλαμβάνεται το «ελληνικό» όχι ως περιορισμό αλλά ως υπέρβαση – μια υπέρβαση όμως που πραγματοποιείται χωρίς να κοπούν οι δεσμοί με τη γλώσσα, την παράδοση και το συλλογικό σώμα. Kι εδώ φτάνουμε στο κρίσιμο σημείο: το «ελληνικό» δεν είναι κάτι δοσμένο και αμετάβλητο, η ταυτότητά του δεν κατακτάται εξαρχής, η όψη του δεν είναι μονοσήμαντη και τετελεσμένη. Tο «ελληνικό» στον Σολωμό είναι υπό συνεχή διαμόρφωση ως έννοια αισθητικής τελείωσης. O ποιητής είναι ο ευπαθής δέκτης που μεσολαβεί για τον διακανονισμό των ισορροπιών και για την τελική έκβαση της συνάντησης του εθνικού με τον κόσμο του ετεροπροσδιορισμού του.

Απόσπασμα ομιλίας για την 25η Μαρτίου του μακαρίου έτους 1995, στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

*Ο Δημήτρης Δημηρούλης διδάσκει Θεωρία και Ιστορία της λογοτεχνίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

Published in: on 05/04/2012 at 00:41  Σχολιάστε  

Φ.Λαμπρινός,Η εποχή των Μνημονίων

Στα Ενθέματα:

Φ.Λαμπρινός,Η εποχή των Μνημονίων.

Published in: on 05/04/2012 at 00:33  Σχολιάστε  

Αλεξάνδρα Δεληγιώργη,Από την τεχνο-λογιστική στη σκεπτόμενη πολιτική

Πηγή: Αυγή/ ένθετο «Αναγνώσεις»,1-4-2012,σελ.23

Ο πρώην καγκελάριος Χέλμουτ Κολ θύμισε στους Ευρωπαίους πολιτικούς ότι παραβλέπουν την ανάγκη για μελλοντικές πολιτικές συμμαχίες, που υποχρεώνει την Ευρώπη να παίξει το ρόλο ισχυρής πολιτικής δύναμης.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση θα μπορούσε, χάρη στο πνεύμα που κληρονόμησε, να παίξει αυτό τον ρόλο με πολιτικές αποφάσεις ουσιαστικής αναδιάρθρωσης του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Αντί γι’ αυτό, αρκείται να μετατρέπει σε ξερές οικονομικο-τεχνικές μεταβλητές τις γενικές και ειδολογικές έννοιες που προσδιορίζουν την φυσική και κοινωνικο-ιστορική πραγματικότητα του πλανήτη. Ο Κολ, με την προοπτική μιας ενιαίας Ευρώπης, θα μπορούσε να θυμίζει στους Ευρωπαίους πολιτικούς ότι λησμονούν την ψήφο εκατομμυρίων πολιτών, αρκούμενοι στον ρόλο δαμαστών με τεχνικές πολύ κατώτερες θηριοδαμαστών.

Πράγματι, η τεχνο-λογιστική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ενωσης μετατοπίζει το βάρος της ευθύνης από την προώθηση της δημοκρατίας και ενός στάτους κβο στοιχειώδους δικαιοσύνης στην διάσωση των χρηματοπιστώσεων, με αποτέλεσμα να μη μπορεί να χαράξει πορεία με προοπτική και κατεύθυνση την προστασία και την χειραφέτηση των λαών της. Επιχειρεί απλώς να σταματήσει το χρόνο, πασχίζοντας να διορθώσει σοβαρές βλάβες των μηχανισμών υπερχρέωσης και υπερσυσσώρευσης∙ πράγμα σχεδόν αδύνατο, αν δεν αλλάξει τη λογική της και τη λογική αυτών των μηχανισμών.

Οι μισθωτοί και άνεργοι πολίτες, που με την εξαθλίωσή τους καλούνται να περισώσουν το καθεστώς μιας ατέρμονης και άσκοπης απληστίας, γνωρίζουν, από την εμπειρία τους, ότι ο χρόνος της Ιστορίας δεν είναι αναστρέψιμος και ότι σφάλματα που κάναμε στο παρελθόν και συνεχίζουμε να τα κάνουμε, πληρώνονται πολύ ακριβά, σε κόπο και χρόνο προκειμένου να διορθωθούν, αν, βέβαια, διορθώνονται∙ πράγμα που η Ιστορία κατά κανόνα, διαψεύδει. Ούτε μπορούμε να ξεχάσουμε ότι η τεχνοκρατούμενη, σήμερα, Ευρώπη άντλησε τις ιδέες για την πρόοδό της από έναν αρχαίο μοναδικό πολιτισμό που της έμαθε να σκέφτεται ορθολογικά και στοχαστικά ώστε να αναπτύξει μια μεγαλειώδη κουλτούρα, η οποία άγγιξε το ναδίρ, όταν στην μανία της Δύσης, για υπερσυσσώρευση και υπερέλεγχο, παρέδωσε το πνεύμα στην τεχνική και στη μαζική κουλτούρα που το ισοπεδώνουν. Λίγο μετά το τέλος του Β’ παγκοσμίου Πολέμου, Ευρωπαίοι θεωρητικοί, έχοντας κατά νου την καντιανή συσχέτιση δικαιοσύνης και ομοσπονδοποίησης των κρατών, και τις ιδέες του Προυντόν για μια ομόσπονδη Ευρώπη, προβληματίζονταν πάνω σ’ αυτή την προοπτική, για να ξεχαστούν όλα αυτά, μέσα στο ψυχροπολεμικό κλίμα που ακολούθησε.

Κανείς δεν είπε ότι η ανθρώπινη φύση είναι αγγελική ούτε ότι ο άνθρωπος ξεπέρασε την ροπή του στη θηριωδία και στη φενάκη. Κι επομένως, κανείς δεν ισχυρίζεται ότι η άσκηση της πολιτικής είναι εύκολη. Αντίθετα, προκειμένου να ελέγχει αντί να ελέγχεται από ιδιωτικά συμφέροντα, είναι θηριωδώς δύσκολη, πράγμα που καταλαβαίνει κανείς, όταν έλθει αντιμέτωπος με τον δόλο της Ιστορίας να θέτει υπό διακύβευση τα κυβεύματα της πολιτικής.

Τις τρεις τελευταίες δεκαετίες, Ευρωπαίοι επιστήμονες και φιλόσοφοι αντιπαρέθεσαν στη βλέψη της κατίσχυσης που υπηρέτησε η τεχνο-επιστήμη (techno-science) μια σκεπτόμενη επιστήμη (reflexive science) ικανή για ολιστικές και σε βάθος προσεγγίσεις που δείχνουν τι συμβαίνει κάτω από τα τυποποιημένα και χιλιομετρημένα ποσά και μεγέθη.

Με την επαναφορά της αναστοχαστικής σκέψης στον πυρήνα της επιστήμης, μπορέσαμε να δούμε ότι, στην κρίσιμη φάση που διανύει η νεοφιλελεύθερη οικονομία της αγοράς, κοινός παρονομαστής των κάθε λογής διακυβεύσεων είναι η αβεβαιότητα. Η διασφάλιση των μισθωτών από την ανήθικη μείωση του κόστους εργασίας και των ανέργων από την ανήθικη στέρησή της, η διάσωση του πλανήτη από την υπεράντληση φυσικών πόρων και από τον υπερπληθυσμό, η διάσωση, τέλος, της ίδιας της σκέψης που θα επέφερε τις αναγκαίες αλλαγές στη διαχείριση των πραγμάτων και στη διακυβέρνηση των λαών, όλα είναι πλέον στην κόψη του ξυραφιού.

Και ενώ κάθε διακινδύνευση μας επιβάλλει να προβληματισθούμε για την μια ή την άλλη ενδεχόμενη έκβαση, επικρατεί η φλυαρία ή η σιωπή, που παραπέμπουν στην ασκεψία και σε μια κτηνώδη απώθηση του συναισθήματος. Το μόνο βέβαιο είναι ότι η τεχνο-λογιστική πολιτική, και η κοσμο-εικόνα της κυριάρχησης που την καθοδηγεί, είναι αδύνατο να παραμείνουν ίδιες∙ πράγμα που αρχίζουν να αντιλαμβάνονται εκατομμύρια εργαζομένων και ανέργων, που το τεχνοκρατικό καθεστώς δεν διστάζει να εξοντώσει φυσικά, ηθικά, και πνευματικά, αρκεί το ίδιο να μείνει αλώβητο. Το παραδέχονται και οι στυλοβάτες του, που όσο πιο πολύ βλέπουν την κρισιμότητα της κατάστασης, τόσο πιο πολύ εντείνουν τις λογιστικές τεχνικές.

Το σύστημα, παγιδευμένο στα χρηματοπιστωτικά παίγνια που επινόησε για τη διαιώνισή του, επιμένει στην τεχνο-πολιτική που το υπηρετεί, προκειμένου να μη σκεφθεί τρόπους αναδιάρθρωσης της δομής του, με βάση μια ουσιαστική και όχι απλώς τυπικά έγκυρη λογική: μια ενοποιητική λογική της μεσότητας κι όχι των προσθαφαιρέσεων και των αποκλεισμών. Και δεν φτάνει αυτό∙ μάς ειδοποιεί ότι η δημοκρατία κινδυνεύει από τον φασισμό, ενόσω η τεχνοκρατία είναι ήδη το προανάκρουσμα. Και, φυσικά, δεν είναι η πρώτη φορά που ανακρούει πρύμνα. Η λυσσαλέα, όμως, προσπάθεια να ισχύει, χωρίς αναδιάρθρωση της δομής και της λογικής του, είναι ένα παρανοϊκό εγχείρημα, έξω από κάθε σχέση με την ιστορική πραγματικότητα. Έχοντας εξαντλήσει τους τρόπους συντήρησής του, μας ξαναγυρίζει σ’ έναν μεσαίωνα ανάλογο με αυτόν που το γέννησε, όταν ο φεουδαλισμός είχε φτάσει στα όρια του. Πολλούς αιώνες μετά, και ο καπιταλισμός, μη μπορώντας να αποφύγει δομικές αναδιαρθρώσεις, αν πρόκειται να σεβαστεί την δημοκρατία και τη νομιμότητα της, παλινδρομεί από τις τυπικές δημοκρατίες που εγκαθίδρυσε, στην παλινόρθωση μιας δεσποτείας στην υπηρεσία της οποίας θα τελούν οι αξιωματούχοι μικρών και μεγάλων χωρών.

Με αυτούς τους όρους, το ερώτημα τι να κάνουμε που κατέληξε να είναι το κατ’ εξοχήν ζήτημα της πολιτικής, είναι δραματικό. Ερώτημα υπαρξιακό, ηθικό και επιστημολογικό, με μακραίωνη ιστορία που αναδεικνύει θαυμάσια τις πολλαπλές του πτυχές. Εκτός από τους χριστιανούς κατηχητές και τους δογματικούς μεταφυσικούς φιλοσόφους, το έθεσε η εκσυγχρονισμένη μεσαιωνική οντολογία του καταδαμάζοντος όντος/είναι. Το έθεσε, όμως, και η Κριτική των Ιδεολογιών και η Κοινωνική θεωρία, όπως το θέτει και μια δυναμική Οντολογία του όντος/είναι και του δυνατόν-είναι που δεν θα αργήσει να δώσει την δική της απάντηση.

Όμως, όπως και η τεχνο-επιστήμη, έτσι και η τεχνο-πολιτική απογυμνώθηκε από τις στοχαστικές παραμέτρους της, αποσπώμενη επικίνδυνα από εκείνο το είδος της σκέψης που ξανασκέφτεται τα πεπραγμένα της για να δώσει λόγο γι’ αυτά. Επί χρόνια, η τεχνο-πολιτική αρκείται να κομπάζει τη δύναμή της να θέτει τη σκέψη υπό τον έλεγχο της εργαλειακότητας. Μάταιη κίνηση, γιατί η σκέψη, όταν την καθιστάς εργαλείο, την παροπλίζεις. Αφαιρώντας την οικουμενική προοπτική της, την κάνεις να μη μπορεί να σκεφτεί τι, ποιος και γιατί.

Χωρίς την οικουμενικότητα της σκέψης, η τεχνο-πολιτική είναι καταδικασμένη σε ρηχούς χειρισμούς, ενώ επείγει να καταστρωθούν στρατηγικές, στα μέτρα των αναγκών και όχι των περισπάσεων με τις οποίες τις συγκαλύπτει, εκ του προχείρου, κάθε φορά.

Επείγει, επομένως -αν θέλουμε να συνεχίσουμε να σκεπτόμαστε και να αισθανόμαστε- να αποφασίσουμε αν μπορούμε να σκεφθούμε αλλιώς. Τους δυο τελευταίους αιώνες, χύθηκε πολύ μελάνι για να απαντηθεί αυτό το κρίσιμο ερώτημα, ώστε να ξέρουμε, σήμερα, ότι αν δεν μπορούμε να σκεφθούμε αλλιώς (πράγμα που πίστευε ο 18ος αιώνας), τότε το σύστημα θα μείνει κι αυτό αναλλοίωτο, σκληραίνοντας συνεχώς. Πράγμα παράδοξο για την φορά των πραγμάτων στο σύμπαν. Γι’ αυτό και οι Ευρωπαίοι ψηφοφόροι, παρά την χειραγώγηση των ΜΜΕ που εξοντώνουν μεθοδικά τα διαθέσιμα αποθέματα μνήμης, φαντασίας, διανοητικής περιέργειας και κριτικής σκέψης των λαών, αναλογίζονται την επερχόμενη εξαθλίωση και αμάθεια από την οποία πιστέψαμε ότι έχουμε απαλλαγεί.

Για μας που ζούμε τις ολέθριες συνέπειες της πελατειακής πολιτικής που επί χρόνια ασκείται στην χώρα μας, με έξοδα του δημοσίου, η τεχνο-πολιτική που ελέγχει συντάξεις-επιδόματα δήθεν ζώντων, τυφλών, αναπήρων, δεν φτάνει για να μειώσει το δημόσιο έλλειμμα. Το πέρασμα σε μια σκεπτόμενη πολιτική είναι κρίσιμο.

Η Αλεξάνδρα Δεληγιώργη διδάσκει Φιλοσοφία στο ΑΠΘ και είναι συγγραφέας

http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=679015

&

http://avgi-anagnoseis.blogspot.com/2012/03/blog-post_9615.html

Published in: on 05/04/2012 at 00:25  Σχολιάστε  

Ο μητροπολίτης Διοκλείας Κάλλιστος μιλά για την οικονομική κρίση

ΚΛΙΚ ΕΔΩ

 

Published in: on 04/04/2012 at 23:47  Σχολιάστε  
Αρέσει σε %d bloggers: