Χρ. Γιανναράς: «Το ζητούμενο δεν είναι να απομονωθεί η Ελλάδα, αλλά να ελευθερωθεί από τη δουλεία στον μιμητισμό, στον μεταπρατισμό, στη μειονεξία της ξιπασιάς από τη χρησιμολαγνεία του δυτικού μοντέλου»

Συνέντευξη του Χρήστου Γιανναρά στην Κατερίνα Μυλωνά (εφημ. «Πατρίς», 29-5-2012). 

[Σύνδεσμος συνέντευξης:  http://www.patris.gr/articles/223088?PHPSESSID=9t3nqdmt5a5qseavln65m2n5a4 ].

Πηγή-φωτό: Πατρίς

Θεωρείτε πως μία αρχή για να αλλάξει πορεία η χώρα μπορούν να είναι οι εκλογές; Ένα εκλογικό αποτέλεσμα, μία αλλαγή κυβέρνησης είναι ένα πρώτο βήμα για να αλλάξει πραγματικά μία χώρα;

“Ναι, αλλά μόνο αν στις εκλογές εμφανιστεί αναπάντεχα ένας καινούργιος συντελεστής πολιτικών εξελίξεων: ταλαντούχος ηγέτης, κόμμα με διαφορετική γλώσσα και διαφορετικό επίπεδο σοβαρότητας, φιλοπατρίας, ανιδιοτέλειας. Αν τίποτε από αυτά δεν έχει συμβεί μόνη η επανάληψη των εκλογών δεν γεννάει αλλαγές”.

Αν ορίζατε εσείς ποιο θα ήταν το πρώτο βήμα για μία ουσιαστική αλλαγή, τι θα επιλέγατε;

“Αυτό που προανέφερα: Ανάδειξη καινούργιων κοινωνικών δυνάμεων που να προέρχονται από τη ρήξη με τους επαγγελματίες της πολιτικής, και να έχουν θετική αντιπρόταση στον αμοραλισμό και μηδενισμό των “προοδευτικών δυνάμεων”.

Για να γίνει ευκαιρία η καταστροφή, πρέπει να συμβάλει ο καθένας από μας. Οι Έλληνες είναι έτοιμοι να στήσουν ένα νέο οικοδόμημα;

“Δεν μπορώ να κάνω γενικές διαπιστώσεις χωρίς να γίνομαι αυθαίρετος. Η καταστροφή μας “ελληνικότητας”, που προκαλεί ντροπή, εξευτελισμό και υπανάπτυξη, είναι ευκαιρία για να ανακαλύψει κάποιος (οι ελάχιστοι) προσωπικά την ελληνικότητα που γεννάει αρχοντιά, αυτοσεβασμό, χαρά της ζωής. Έλληνας πια γίνεσαι, δεν γεννιέσαι”.

Οι λεγόμενοι «πνευματικοί άνθρωποι» αναλαμβάνουν την ευθύνη να συμβουλέψουν ή ακόμα και να καθοδηγήσουν τον κόσμο για ένα καλύτερο αύριο;

“Οι λέξεις ηγεσία (“πνευματικοί άνθρωποι”), συμβουλή, καθοδήγηση δεν μπορούν να είναι σταθερής αντικειμενικότητας ετικέτες. Η απροδιόριστη “ποιότητα” αναδείχνει τον ηγέτη και πείθει τους ανθρώπους να προσλαμβάνουν τον λόγο του ως συμβουλή ή ως καθοδήγηση. Αν αγνοηθεί η ποιότητα, τότε ηγεσία, συμβουλή, καθοδήγηση, μπορεί να διεκδικεί ότι δίνει ο οποιοσδήποτε ακόμα και οι ολετήρες της χώρας ή οι κάπηλοι του ολέθρου”.

Θίγετε το γεγονός ότι, προεκλογικά, οι πολιτικοί μιλούσαν για την οικονομία και δεν αναφέρονταν σε τομείς, όπως η παιδεία και ο πολιτισμός. Θεωρείτε πως η πλειοψηφία του κόσμου ενδιαφερόταν να ακούσει το πρόγραμμα των κομμάτων για τους παραπάνω τομείς;

“Μα εκεί βρίσκεται το λάθος, χρόνια τώρα, στο ότι οι επαγγελματίες της πολιτικής αντιλαμβάνονται την παιδεία σαν επιμέρους τομέα κρατικής δραστηριότητας που μπορεί να εξαντλείται σε επαγγελίες, “προγραμμάτων” εκπαιδευτικής πρακτικής, με χρησιμοθηρικά αποκλειστικώς κριτήρια.

Δεν μπορούν να αντιληφθούν ότι παιδεία είναι η κατά κεφαλήν καλλιέργεια και από αυτόν εξαρτάται η δημιουργικότητα-παραγωγικότητα της χώρας, το κατόρθωμα ή το στραπάτσο της δημοκρατίας, η αποδοτική ή τυραννική του πολίτη λειτουργία του κράτους. Η ποιότητα της ζωής”.

Πώς θα μπορούσε η χώρα μας να απαγκιστρωθεί από τα ξένα κράτη και να διατηρήσει την αυτονομία της;

Το ζητούμενο δεν είναι να απομονωθεί η Ελλάδα, αλλά να ελευθερωθεί από τη δουλεία στον μιμητισμό, στον μεταπρατισμό, στη μειονεξία της ξιπασιάς από τη χρησιμολαγνεία του δυτικού μοντέλου. Να ανακαλύψει ο Ελληνας τη διαφορά του από τη Δύση, τη δική του ταυτότητα πολιτισμού. Μόνο όταν έχεις δική σου ενεργό ταυτότητα μπορείς να μετέχεις επί ίσοις όροις στον διεθνή στίβο και στην ιστορική επικαιρότητα, να προσλαμβάνεις ο,τιδήποτε από οποιοδήποτε χωρίς να υποτάσσεσαι σε αυτό που προσλαμβάνεις αλλά αφομοιώνοντας το στις δικές σου ανάγκες. Η πολιτισμική διαφορά δεν σημαίνει αντιπαλότητα, σημαίνει δημιουργική ετερότητα, αυτοσεβασμό, αξιοπρέπεια, χαρά της ζωής”.

Advertisements

Νικόλας Σεβαστάκης,Οι δυο ρεαλισμοί και η πιθανότητα του ΣΥΡΙΖΑ

Πηγή: Ενθέματα, 27-5-2012

Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει πιθανότητες να είναι πρώτη πολιτική δύναμη στις εκλογές του Ιουνίου. Ακόμα όμως και αν δεν συμβεί αυτό, το γεγονός ότι ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνίας στρέφεται προς μια δύναμη της ριζοσπαστικής Αριστεράς έχει ιδιαίτερη σημασία. Το λέω αυτό αναλογιζόμενος κυρίως τις δύο, μάλλον χοντροκομμένες, «εξηγήσεις» για την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ, έτσι όπως τις προτείνουν οι αντίπαλοί του εδώ και πολλές μέρες. Την εξήγηση που μιλά για «αυταπάτη των απελπισμένων», αλλά και την άλλη υπόθεση, αυτή της νοσταλγίας για κάποια φιλόστοργη παλαιοπασοκική μήτρα. Αμφισβητώ αυτές τις εύκολες προσεγγίσεις, μένοντας απλώς σε ένα και μόνο δεδομένο της κατάστασης: στο ότι οι άνθρωποι που ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ στις εκλογές της 6ης Μαΐου προέρχονται κατά κανόνα από τις λεγόμενες παραγωγικές ηλικίες και τις μεγάλες πόλεις. Τι σημαίνει αυτό; Ότι πρόκειται ακριβώς για κόσμο ο οποίος ένιωσε και νιώθει πάντα στο σαρκίο του τις δραματικές μεταβολές στην εργασία, τις ανατροπές της καθημερινότητας, την μετάλλαξη των συνθηκών ζωής. Κάτι δηλαδή τελείως διαφορετικό από την αργόσχολη τάξη, την οποία κατακεραυνώνουν ο Πάγκαλος και άλλοι. Αυτό το κομμάτι της κοινωνίας βρίσκεται, αντίθετα, στην κόψη του πικρού ενήλικου ρεαλισμού. Έχει ζήσει και την άνοδο και πτώση των παραμυθητικών εξάρσεων των προηγούμενων τριών δεκαετιών. Γι’ αυτό και προσεγγίζει τον ΣΥΡΙΖΑ αλλά και κάθε «πολιτική προσφορά» διατηρώντας τις αμφιβολίες του, με χίλια-δυο ερωτήματα, με ανησυχίες και δεύτερες σκέψεις. Όχι μόνο λόγω των μοχθηρών πρωτοσέλιδων και της αρνητικής φημολογίας, αλλά γιατί οι άνθρωποι έχουν κουραστεί και είναι πλέον αθεράπευτα καχύποπτοι. Στην περίπτωση αυτή δεν δίνει τον τόνο κανένας συναισθηματικός λυρισμός. Αυτός αφορά κυρίως τον «μέσα κόσμο» της ριζοσπαστικής Αριστεράς, και όχι το νέο ακροατήριό της. Δεν ισχύει όμως και η ρηχή ιδιοτέλεια της προσδοκίας για κάποια επιστροφή στην «παλιά ευημερία». Γιατί οι περισσότεροι ξέρουν πολύ καλά τι έχει παρακμάσει και τι δεν μπορεί να νεκραναστηθεί. Έχουν συναίσθηση, έστω θολή και ανεπαρκώς «κοστολογημένη» όπως θα έλεγαν στο ΣΚΑΪ, ότι τα διάφορα συμβόλαια με τον λαό του παρελθόντος κατέπεσαν, μαζί με τις μορφές κράτους και οικονομίας που φτιάχτηκαν υπό το κράτος του δικομματισμού.

Στον ΣΥΡΙΖΑ προβάλλουν περισσότερο μια συγκεκριμένη και μετρημένη ελπίδα. Μια κοινωνική ελπίδα, για να χρησιμοποιήσω την έκφραση που άρεσε στον Τζων Ντιούι. Δεν κάνουν όνειρα ούτε προετοιμάζονται για μαζικούς διορισμούς στις ΔΕΚΟ όπως κάποτε με το ΠΑΣΟΚ (και τούτο, μαζί με πολλά άλλα, κάνει όλη τη διαφορά). Φυσικά, για τους νεοεισερχόμενους ψηφοφόρους της, το πλησίασμα σε αυτή την Αριστερά δεν έχει το νόημα μιας ηθικής και διανοητικής μετατόπισης προς τον σοσιαλισμό. Η προσέγγιση των πολλών στις αριστερές ιδέες και αξίες είναι μια άλλη υπόθεση, ζήτημα το οποίο υπερβαίνει τα εκλογικά επείγοντα και τους κυβερνητικούς ορίζοντες. Νομίζω ότι το κοινωνικό ενδιαφέρον για την παρέμβαση του ΣΥΡΙΖΑ ξεκινάει από πολύ πιο απτά ερωτήματα, από μια βιομέριμνα την οποία περιφρονούν οι άμωμοι επικριτές, δεξιά και αριστερά: Ποιος μπορεί επιτέλους να πει και ένα όχι, να βάλει κάποια όρια στη μηχανή της οικονομικής και κοινωνικής εξουθένωσης, να ιεραρχήσει διαφορετικά δημόσιους στόχους, να συντηρήσει βασικά αγαθά. Ποιος μπορεί να διασώσει κάτι από το νόημα της κοινής αξιοπρέπειας σε μια εποχή όπου οι «οι πάνω» είναι όλο και πιο ανελέητοι στις απαιτήσεις τους, ενώ οι «κάτω» γεύονται συνεχείς ήττες και ταπεινώσεις. Και η απάντηση στο ερώτημα δεν έχει τίποτα το παράδοξο: μια επιθετική και ακραία κοινωνικοοικονομική συνθήκη απαιτεί ενδεχομένως ασυνήθιστες και μη συμβατικές απαντήσεις. Αυτό οσφραίνονται οι άνθρωποι που ακούνε, θετικά, τον ΣΥΡΙΖΑ και την προοπτική του.

Το «Κέντρο» και οι παραλλαγές του αποδείχτηκαν ότι δεν είναι σε θέση να διαπραγματευτούν κανένα μείζον κοινωνικό συμφέρον, ούτε των λαϊκών ούτε κι αυτών ακόμη των μεσαίων τάξεων. Το «Κέντρο» αγνόησε ακόμα και τη διάσταση των ταξικών συμβιβασμών, αφού πολιτεύτηκε σταθερά υπέρ των ολιγαρχικών άκρων. Και έρχεται τώρα η Δεξιά να υιοθετήσει την ταυτότητα του φύλακα της αστικής Ελλάδας, να προβληθεί ως η παράταξη των νοικοκυραίων εναντίον του χάους. Ξεχνώντας, φυσικά, ότι και οι νοικοκυραίοι έχουν, σε μεγάλο βαθμό, χάσει τη γη κάτω από τα πόδια τους.

Η στρατηγική του φόβου είναι φυσικά το κύριο όπλο εναντίον του ΣΥΡΙΖΑ. Αλλά τα δύο προηγούμενα χρόνια ο φόβος και η απειλή μετατράπηκαν σε καθημερινή ρουτίνα. Με τον φόβο της επικείμενης τιμωρίας και της παταγώδους πτώσης οργανώθηκε, όσο μπόρεσε να οργανωθεί, η απολύτως αποτυχημένη επικοινωνία των ελίτ και του λαού, των μηντιακών και πολιτικών κατεστημένων και του πολίτη. Επομένως, το θέμα (φόβος, απειλή) δεν έχει κάτι καινούριο να προσφέρει, εκτός από μια επιπλέον δραματοποίηση που μπορεί να λειτουργήσει απωθητικά και όχι συσπειρωτικά.

Η στρατηγική του φόβου έχει εξάλλου ένα ακόμα αδύναμο σημείο: προεξοφλεί μακαρίως ότι η Αριστερά κερδίζει από το αφηρημένο, από τη γλυκιά αυταπάτη, από τον πειρασμό της άρνησης της «πραγματικότητας». Λάθος. Όσοι χειρίζονται τον φόβο για να πλήξουν την Αριστερά έχουν τη βεβαιότητα ότι ο μόνος ρεαλισμός είναι αυτός της παραίτησης, της παραδοχής ότι τα σύνορα μεταξύ εφικτού και ανέφικτου είναι σταθερά και αμετάβλητα. Πιστεύουν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ επωφελείται απλώς από την ασάφεια, απ’ τα θολά νερά. Αν «ξεσκεπάσουν» την ασάφεια πιστεύουν ότι θα κάψουν και την Αριστερά. Αλλά αυτή η βεβαιότητα παραβλέπει κάτι πολύ σημαντικό: ότι η εμπειρία της κρίσης έμαθε στους ανθρώπους έναν διαφορετικό ρεαλισμό από αυτόν της φοβικής παραίτησης και της αναδίπλωσης στα απλά και θλιβερά δεδομένα της ήττας τους. Οι εμπειρίες της απώλειας, η υλική και συμβολική απαξίωση της ζωής τους καθιστά πολλούς περισσότερο ανοιχτούς στην ιδέα μιας αγωνιστικής διαπραγμάτευσης με κληρονομημένες συνήθειες και επίσημες αλήθειες, με τα επαναλαμβανόμενα και κουραστικά κρατικά και επικοινωνιακά κηρύγματα. Με άλλα λόγια, δεν πάνε προς την Αριστερά για τα θολά της νερά, αλλά γιατί, απλά, υποψιάζονται ότι μόνο η «αναταραχή του έλους», το συγκεκριμένο momentum μιας ανατροπής των καθιερωμένων ισορροπιών του έθνους μπορεί να γεννήσει κάτι καλύτερο.

Με τις παραπάνω σκέψεις δεν εννοώ ότι η στρατηγική έντασης του φόβου θα χάσει στο τέλος. Διαθέτει μαζί της ισχυρούς μηχανισμούς και τη σύμπραξη κάθε λογής εσωτερικών και διεθνών πιέσεων. Σε αυτή τη στρατηγική συντονίζεται εν τέλει το σύνολο του μνημονιακού έθνους, από τους εθνικοσυντηρητικούς ως τους «μεταρρυθμιστές αντιλαϊκιστές» των social media.

Μετά την 6η Μαΐου, ωστόσο, η στρατηγική της έντασης των φόβων και ο ρεαλισμός του «τετελεσμένου» δεν είναι πια δίχως αντίπαλο. Απειλούνται πια ευθέως στο επίπεδο του κεντρικού πολιτικού συμβολισμού, πράγμα το οποίο πιστώνεται κυρίως στο μήνυμα του ΣΥΡΙΖΑ. Οι εκλογές του Ιουνίου, πέρα από όλα τα άλλα, θα καθορίσουν και αυτό: με ποιον πολιτικό και αξιακό συμβολισμό θα σφραγιστεί η νέα μεταπολίτευση και οι τεκτονικές αλλαγές που έρχονται στην ελληνική κοινωνία και δημοκρατία…

Ο Νικόλας Σεβαστάκης διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ

Günter Grass «Η ντροπή της Ευρώπης»

Διαβάστε το! Αξίζει!

 

ΚΛΙΚ ΕΔΩ: Günter Grass «Η ντροπή της Ευρώπης».

Χρ.Γιανναράς, Tα «δήθεν» του ιστορικο-υλιστικού μονόδρομου

Πηγή: Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 20-5-2012

[σύνδεσμος άρθρου: http://www.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_kathpolitics_1_20/05/2012_442903]

Φωτό: metrogreece.gr

Φίλος, ακέραιος και οξυνούστατος, μου μήνυσε: «Προσπαθώ να μαντέψω τι επιφυλλίδα θα γράψεις την Kυριακή. Eγώ, μονολότι μου κάθεται στο στομάχι, θα ήθελα τον Tσίπρα πρωθυπουργό. Eίναι σχεδόν θεόσδοτη ευκαιρία να απομυθοποιηθεί στην Eλλάδα η Aριστερά, έστω και με βαρύ τίμημα».

Aντιλέγω στον φίλο μου: H φερόμενη ως Aριστερά στην Eλλάδα δεν απομυθοποιήθηκε ούτε με το αίμα, την καταστροφή, τη φρίκη της ζαχαριαδικής ανταρσίας, και θα απομυθοποιηθεί με την πρωθυπουργία Tσίπρα; Δεύτερο: Ποια από τις δώδεκα εκδοχές («συνιστώσες») της Aριστεράς, που συνονθυλεύονται χαλαρά στον ΣYPIZA θα απομυθοποιηθεί, αν πρωθυπουργεύσει ο νεαρός δημοκόπος; Oι διαφορές που χωρίζουν τις σέκτες του μαρξίζοντος Σχολαστικισμού είναι φορτισμένες με την ίδια περίπου αβυσσαλέα εμπάθεια που αντιθέτει και τις αλληλομαχόμενες σέκτες του Παλαιοημερολογητισμού στην Eλλάδα. Oσο για τις διαφορές (πολιτικές υποτίθεται) που εμποδίζουν την ενοποίηση των «συνιστωσών» σε αρραγές κόμμα (αντί για συνασπισμό), η κατανόησή τους αποκλείεται για τους αμύητους στα Σανσκριτικά της μαρξιστικής political correctness. (Φαντάσου, αγαπημένες φίλε, τη συνοχή μιας κυβέρνησης που θα ικανοποιεί και θα ισορροπεί «συνιστώσες» εδραιωμένες στην άρνηση κομματικής ομογνωμίας).

Στη σημερινή Eλλάδα η απομυθοποίηση της πολιτικής ασυναρτησίας και στενομυαλιάς αποκλείεται και για έναν άλλο λόγο: Διότι τα όρια ανάμεσα στην πραγματικότητα και στην επιθυμία ή στη σκοπιμότητα έχουν επισήμως καταργηθεί. Eχει την παραμικρή σχέση (ή είχε ποτέ) το Πανελλήνιο Σοσιαλιστικό Kίνημα με τον σοσιαλισμό; Συμβιβάζεται η έννοια του κοινωνισμού (σοσιαλισμού) με τη θεσμική κατάργηση της αξιοκρατίας, τη δικτατορία των Πρασινοφρουρών, την κλεπτοκρατία; Γνώρισε ποτέ η χώρα αμιγέστερες εφαρμογές του αχαλίνωτου καπιταλισμού από αυτές που επέβαλε ο και πρόεδρος της «Σοσιαλιστικής Διεθνούς» στην Eλλάδα; Eχει το KKE οποιαδήποτε σχέση με το πρωταρχικό, κοινωνιοκεντρικό νόημα της λέξης Aριστερά; Eίναι το KKE κάτι περισσότερο από μια παροχή «προστασίας» στα συντεχνιακά, αντικοινωνικά συμφέροντα των συνδικαλισμένων «ρετιρέ» του Δημοσίου;

O πυρήνας της καταστροφής που έχει συντελεστεί στη χώρα είναι η μεθοδευμένη σύγχυση εννοιών και ορίων, η τέλεια αλογία: Φτάσαμε στο σημείο, το έκγονο της διεθνιστικής, θεμελιωμένης στην αρνησιπατρία μαρξιστικής «Aριστεράς» ο κ. Tσίπρας, να ηγείται του αντιμνημονιακού στρατοπέδου, να υπερασπίζει την ελληνική αυτονομία, ανεξαρτησία και ακεραιότητα. Kαι ο συνεχιστής, υποτίθεται, των παραδόσεων του Λαϊκού Kόμματος, της εμμονής στην ελληνικότητα, ο κ. Σαμαράς, να παλεύει απεγνωσμένα μήπως και συνενώσει, με «επικοινωνιακά» τερτίπια, τις «φιλοευρωπαϊκές» δυνάμεις. O εισαγόμενος, μεταπρατικός μαρξισμός ενδύεται ελληνοπρεπέστατη λεοντή και η κομματική έκφραση τού κάποτε πατριωτισμού υπερασπίζει παθιασμένα την υποτέλεια στους δυτικούς τοκογλύφους.

Eπίμονα και οχληρά η εδώ κατά Kυριακή επιφυλλίδα ζητούσε από τον κ. Σαμαρά να διαλύσει το ολοφάνερα χρεοκοπημένο κόμμα της N.Δ. και να επανιδρύσει το Λαϊκό Kόμμα που λείπει από τη χώρα. Aλλά για να το κάνει, έπρεπε να καταλαβαίνει ότι το Λαϊκό Kόμμα στην Eλλάδα δεν ήταν ποτέ η «Δεξιά». Hταν το πατριωτικό κόμμα, σε αντίθεση και ρήξη προς τον κεχηναίο θαυμαστή της Δύσης Bενιζελισμό και Kαραμανλισμό. Aν καταλάβαινε ο κ. Σαμαράς αυτή την αντίθεση, θα ήταν και ο μόνος ικανός να διεκδικήσει την παραμονή της χώρας στη E.E. και στο ευρώ. Oχι από τεταρτοκοσμική λιγούρα για καταναλωτισμό, αλλά επειδή είναι αδιανόητο να μην υπάρχει επίκαιρη και ενεργός ελληνική πρόταση που να ενδιαφέρει πρωτίστως τους Eυρωπαίους εταίρους μας, να αφορά στις κοσμογονικές ζυμώσεις για την ευρωπαϊκή ενοποίηση. Nα θυμηθούμε τον Tσαρούχη: «Xρειάστηκε να ζήσω πέντε χρόνια στο Παρίσι, για να καταλάβω ότι το να γίνω Kοσμοπολίτης προϋποθέτει να είμαι Eλληνας».

(Πολύ εύστοχα οι Aμερικανοί λογαριάζουν ως Δεξιά στην Eλλάδα τον Στέφανο Mάνο και τη Θεοδώρα Mητσοτάκη, μόνο. Παρά την κοινωνική του ευαισθησία, ο κ. Mάνος είναι τυπικά διεθνιστής, κοσμοθεωρία του είναι ο Iστορικός Yλισμός στη «φιλελεύθερη» εκδοχή του – την πολιτισμική ταυτότητα και παράδοση την εκδέχεται ως απλό «εποικοδόμημα» πάνω στην οικονομική «βάση» της ζωής. H δε κυρία Mητσοτάκη δεν είναι παρά η εύχρηστη διαχειρίστρια ανάλογων πολιτικών υπαγορεύσεων).

Oλα αυτά για τον εγγονό της Πηνελόπης Δέλτα είναι Kινέζικα, γι’ αυτό πασχίζει και κόπτεται ο θλιβερός να συσπειρώσει στο ιστορικά τελειωμένο κόμμα της N.Δ. την «Kεντροδεξιά»! Aς μας έδινε τουλάχιστον έναν ορισμό: τι καταλαβαίνει με αυτή τη λέξη, τι περιεχόμενο της δίνει. Tο πρόβλημα της N.Δ., που ο κ. Σαμαράς, παρά τις τόσες προκλήσεις, το αγνοεί, είναι ότι δεν είχε ποτέ πολιτική ταυτότητα, ραχοκοκαλιά κοινωνικού στόχου. Aκόμα και ο ειδωλοποιημένος ιδρυτής της ήταν φανερά παγιδευμένος στη μειονεξία έναντι της Aριστεράς, γιατί αυτή επαγγελλόταν κοινωνικό όραμα και «προοδευτικές» στοχεύσεις, ενώ ο ίδιος το περισσότερο που διεκδικούσε ήταν μια αποτελεσματική διαχείριση της εξουσίας. Eπειδή δεν είχε ποτέ δική της ταυτότητα η N.Δ., θεωρούσε τον χαρακτηρισμό «Δεξιά» πάντοτε σαν ρετσινιά φορτωμένη και με ενοχές για τον «εμφύλιο», δηλαδή για την αντίσταση ενάντια στο αιμόδιψο πείσμα του KKE να υποτάξει την Eλλάδα στον σταλινικό ολοκληρωτισμό.

Παγιδευμένος στη μειονεξία για την ασπόνδυλη πολιτική του ο Kων. Kαραμανλής επισώρευσε στη χώρα και τη νοσογόνο αντίφαση: Nα μετέχουν στο Kοινοβούλιο και στις προνομίες του Kοινοβουλευτισμού κόμματα (και «συνιστώσες» συνασπισμών) που αυτοκαθορίζονται στο καταστατικό τους, απερίφραστα, ως εξ ορισμού αντίπαλοι της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Kαι σήμερα καυχώνται απροσχημάτιστα ότι «τους νόμους που ψηφίζει η Bουλή, εμείς τους καταργούμε στο πεζοδρόμιο» ή «θέλουμε απλή αναλογική, αλλά αρνούμαστε τις συγκυβερνήσεις»!

Eστω και μόνο για την αποφυγή της στειρότητας του ιστορικο-υλιστικού μονόδρομου, μαρξιστικού ή αγορακεντρικού, η χώρα χρειάζεται το κόμμα το ικανό να δώσει πολιτική σάρκα στην ελληνικότητα του Tσαρούχη, του Eλύτη, του Mάνου Xατζηδάκη. Tο Λαϊκό Kόμμα: για να έχει συνέχεια η πολιτική μέσα από τις βιωματικές ρίζες του λαϊκού σώματος και όχι να αεροβατεί παρθενογεννημένη από ιδεολογήματα.

19 Μαΐου: ΔΕΝ ΞΕΧΝΩ

Εκδηλώσεις μνήμης γενοκτονίας Ποντίων 2012(Pontos Net)

Ο ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ (ΚΡΗΤΗ TV, 10-5-2012)

Πηγή:

http://lomak.blogspot.com/2012/05/10-12.html

Νικόλας Σεβαστάκης, Το πολιτικό νόημα μιας στιγμής και η Αριστερά

Πηγή: Αυγή/Ενθέματα, 13-5-2012

Στο σημείο που βρισκόμαστε, τη στιγμή που γράφεται το άρθρο αυτό, Παρασκευή πρωί, με τα γεγονότα να τρέχουν πάντοτε γρηγορότερα από τον σχολιασμό τους, απομένουν πια δυο εκδοχές. Η πρώτη είναι μια εκδοχή συγκυβέρνησης ή ημι-οικουμενικής που θα στηρίζεται στην παράδοξη πεποίθηση ότι «υπέρβαση» του Μνημονίου σημαίνει λίγο πολύ… την εφαρμογή του, την τήρηση των συμφωνηθέντων. Η άλλη εκδοχή είναι η νέα εκλογική αναμέτρηση, στην οποία θα αποσαφηνιστεί η πολιτική σύγκρουση η οποία ήλθε στην επιφάνεια την Κυριακή των μεγάλων ανατροπών.

Η Αριστερά, η οποία μπήκε στη δίνη των γεγονότων και αποτέλεσε το «κεντρικό θέμα» των ημερών, διαθέτει ένα στέρεο και ορθολογικό επιχείρημα εναντίον της πρώτης εκδοχής: το ρήγμα ανάμεσα σε μεγάλα τμήματα του λαού και στις μνημονιακές ηγεσίες δεν μπορεί να σκεπαστεί με άσαρκες υπεκφυγές περί «τροποποίησης», που δεν αλλάζουν κάτι ουσιαστικό από τα δεδομένα της ισχύουσας οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής. Η κοινωνική οδύνη, η κλονισμένη καθημερινότητα, ο βιωματικός ζόφος ευρύτερων κοινωνικών στρωμάτων δεν είναι δυνατό να αγνοηθούν ούτε και να παραμεριστούν στο όνομα της τεχνητής σταθεροποίησης του συστήματος εξουσίας. Από αυτή την άποψη, κάθε αγορά χρόνου που αποσκοπεί στην «αυτοσυντήρηση των ελίτ» ή στην ανασύνταξη των χαμένων της 6ης Μαΐου είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Για έναν βασικό λόγο τον οποίο, όπως φαίνεται, αδυνατούν να καταλάβουν όσοι συνεχίζουν, ακόμα και μετά το ηχηρό ράπισμα της περασμένης Κυριακής, να πολιτεύονται με τον φόβο: οι άνθρωποι δεν βάζουν την κυβερνησιμότητα πάνω από τη ζωή τους. Ακόμα και ο κόσμος που προέρχεται από τον καθημαγμένο «μεσαίο χώρο», άνθρωποι κατά τεκμήριο περισσότερο ευαίσθητοι στον φόβο της ακυβερνησίας, αισθάνονται ότι πρέπει να αλλάξουν συγκεκριμένοι όροι της ζωής τους, και όχι απλώς τα ονόματα των υπουργών και η ρητορική των κυβερνώντων. Για αυτό τον κόσμο η ελπίδα δεν είναι η αόριστη ρητορική της ευρωπαϊκής επιλογής, αλλά κάποιες χειροπιαστές αποδείξεις για διαφορετικής πορεία στους επόμενους μήνες.

Ο ΣΥΡΙΖΑ του 17% είναι καρπός μιας συνάντησης με έναν τέτοιο κόσμο και τις προσδοκίες του. Σ’ αυτή τη συνάντηση ο ιδεολογικός ριζοσπαστισμός του χώρου κατάφερε να συνομιλήσει με πολίτες που ανακαλύπτουν τον ριζοσπαστισμό με ένα πραγματιστικό και εμπειρικό αισθητήριο. Δεν πρόκειται, όπως λένε πολλοί, για συνάντηση της Αριστεράς με την «οργή» ή το «συναίσθημα» αλλά για μια υπόγεια διεργασία προς νέες σχέσεις εκπροσώπησης. Είναι πιθανό πως ένα τμήμα αυτού του διευρυμένου ακροατηρίου θα απογοητευτεί από την άρνηση συμμετοχής στα κυοφορούμενα σχήματα. Πολλοί περισσότεροι όμως νιώθουν ότι είναι χειρότερη μια πολιτική χωρίς αρχές και κριτήρια, η συνηθισμένη πρακτική της κατάληψης αξιωμάτων και των παρασκηνιακών μαγειρείων πίσω από λαμπερές λέξεις που αποκρύπτουν τη συνέχεια του παλιού.

Ότι και αν συμβεί τελικά, είτε υπάρξει συμφωνία των «προθύμων» είτε προκηρυχτούν νέες εκλογές, η επικείμενη πολιτική σύγκρουση θα ανασυστήσει το δίπολο Δεξιά και Αριστερά, αλλά με διαφορετικούς όρους από αυτούς της νεοεθνικοφροσύνης που ονειρεύεται ο Αντώνης Σαμαράς. Η Αριστερά πρέπει να είναι έτοιμη να εκφράσει ένα μπλοκ δυνάμεων με αιχμή την επαναθεμελίωση της δημοκρατικής πολιτικής κοινότητας, την κοινωνική δικαιοσύνη, τον οικολογικό σχεδιασμό της ανάπτυξης. Οφείλει συγχρόνως να ενσαρκώσει το σύνορο, ένα πολιτικό και πολιτιστικό όριο απέναντι στις τάσεις του κοινωνικού εκφασισμού, του αυταρχισμού και της κοινωνικής ανθρωποφαγίας.

Από αυτές τις διαφορετικές ετοιμότητες θα κριθεί, εν τέλει, και το αριστερό κυβερνητικό εγχείρημα όταν έλθει η ώρα του…

*Ο Νικόλας Σεβαστάκης διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ