Θανάσης Παπαθανασίου, Ναζισμός και Χριστιανοί: Η ώρα της κρίσης(βίντεο)

 

πηγή

Advertisements

Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Βαρθολομαῖος: «Ὡς χῶρος θεοσδότου ἐλευθερίας ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀπορρίπτει τὴν τοποθέτησιν τοῦ ἔθνους ὑπεράνω τῆς κοινωνίας προσώπων»

imgBartholomew

Ὡς χῶρος θεοσδότου ἐλευθερίας ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἀπορρίπτει τὴν τοποθέτησιν τοῦ ἔθνους ὑπεράνω τῆς κοινωνίας προσώπων. Εἶναι ἀδιανόητον τὸ ἔθνος νὰ ἀνάγηται εἰς καθοριστικὸν παράγοντα τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, νὰ ἀποτελῆ τὸν ἄξονα τῆς ὀργανώσεως τῆς Ἐκκλησίας, νὰ ἐκφέρη ἡ Ἐκκλησία ἐθνοκεντρικόν λόγον, νὰ γίνεται κοιτὶς κρυπτοεθνικισμοῦ ἤ νὰ συμπράττει ἀνοικτὰ πρὸς ἐθνικιστικάς πολιτικὰς δυνάμεις.

Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. Βαρθολομαίου, Ἡ πρόκλησις τῆς Ὀρθοδοξίας, στὸ περιοδικό «Νέα Εὐθύνη«, τ. 15 (Ἰανουάριος-Φεβρουάριος 2013), σελ. 1-3. [Τὸ ἀπόσπασμα εἶναι ἀπὸ τὴ σελ. 2].

Νικόλας Σεβαστάκης, O νέος παλιός αντισημιτισμός

Σεβαστάκης_high

[Αναδημοσίευση από την Αυγή, 24-3-2013]

Εβδομήντα χρόνια μετά τον πρώτο συρμό για το Άουσβιτς, η Θεσσαλονίκη τίμησε τη μνήμη των εκτοπισμένων, των δολοφονημένων παιδιών της. Tο γεγονός έχει ιδιαίτερη σημασία για τον ελληνικό εβραϊσμό, την πόλη και τη δημόσια μνήμη. Έστω κι αν γνωρίζουμε καλά πως η εργασία της μνήμης και ιδιαίτερα η μνήμη των μεγάλων και απαράγραπτων καταστροφών είναι υπόθεση που υπερβαίνει τελετές και εκδηλώσεις, όσο βαθιά συγκινητικές και απαραίτητες κι αν είναι.

Έγινε φυσικά πολύς λόγος αυτές τις μέρες για τον κίνδυνο του ρατσισμού και του φασισμού. Η ζοφερή επικαιρότητα της Χρυσής Αυγής υπενθυμίζει την ανάγκη αφύπνισης απέναντι σε ένα κακό που ορισμένοι, όπως ο Έλληνας πρωθυπουργός, το παρουσιάζουν ως περιθωριακό στη χώρα. Είναι όμως έτσι; Άραγε ο αντι-εβραϊκός λόγος και τα αντίστοιχα συναισθήματα αποτελούν περιθωριακό φαινόμενο στη σημερινή Ελλάδα; Ή μήπως πρέπει να αναγνωρίσουμε μια διάσταση με μεγαλύτερη έκταση;

Ειδικά με τον αντισημιτισμό τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Το άθλιο νεοναζιστικό ριμέικ δεν είναι το μοναδικό πρόβλημα. Λέμε συχνά ότι το κακό δημιουργείται από τη συνθήκη της κρίσης. Υπάρχει ωστόσο κάτι προγενέστερο της κρίσης, που σήμερα ωστόσο βρίσκει ευκαιρίες άνθισης στους κόμβους της δημοσιότητας και της κοινωνικής επικοινωνίας. Αυτό το «άνθος» είναι παλιά ιστορία, αλλά στα συναισθήματα της κρίσης ξαναγεννιέται και προβάλλει ως περισπούδαστη ερμηνεία των τεκτονικών σεισμών στον καπιταλισμό: μιλώ για τον οικονομικό και κοινωνικό αντι-εβραϊσμό, ο οποίος δεν ταυτίζεται με τον βιολογικό ρατσισμό του αίματος. Οι κουβέντες που φτιάχνουν και διασπείρουν αυτόν τον αντισημιτισμό δεν είναι λόγια περί ράτσας, αλλά αφορισμοί για το «χρήμα» και τους επί γης «εκπροσώπους του». Στη βάση μάλιστα αυτών των αφορισμών βρίσκουμε τις αναφορές στη συνωμοσία των μεγάλων εναντίον του απλού ανθρώπου.

Αν λογαριάσουμε στα σοβαρά την παραπάνω διάσταση, είναι σαφές ότι η αντι-εβραϊκή εκτροπή δεν αφορά αποκλειστικά τους φορείς της φυλετικής εχθροπάθειας και του ναζιστικού μίσους. Ο αντι-εβραϊσμός μπορεί αντίθετα να διεισδύει, ανεπαίσθητα, στην αγανάκτηση για τις αδικίες και τις ανισότητες που συνδέονται με τον χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό. Η φιγούρα του Εβραίου «τραπεζίτη και χρηματιστή» αναστήθηκε μαζί με αυτόν τον άλλον αντισημιτισμό, ο οποίος σπεύδει βεβαίως να διαχωρίσει τη θέση του από τη μυθολογία του αίματος και της τιμής.

Δεν πάει πολύς καιρός που είδαμε πώς λειτούργησαν οι άθλιοι συνειρμοί με τα ονόματα της λίστας Λαγκάρντ. Εδώ και χρόνια ταξιδεύει επίσης ακλόνητη και η φιλολογία περί του Σόρος και της παντοδυναμίας του στα «παρασκήνια» των εθνών. Είναι βέβαιο πως δεν θα λείψουν οι αφορμές για το ξαναζέσταμα της ίδιας δαιμονολογικής φοβίας.

Η μάχη επομένως εναντίον του σύγχρονου αντισημιτισμού δεν πρέπει να περιορίζεται στην απόκρουση των ρατσισμών του αίματος, που ούτως ή άλλως έχουν χάσει προ πολλού το παιχνίδι. Ο σύγχρονος αντισημιτισμός είναι μια ολική δημαγωγία και όχι ένα υποκεφάλαιο του ρατσισμού. Κατά κάποιον τρόπο, η μάχη αυτή είναι αγώνας εναντίον κοινών τόπων που απλώνονται πολύ μακρύτερα από τον λαό της άκρας Δεξιάς.

Για εκείνους τους αριστερούς που δεν βλέπουν την κρίση ως συνωμοσία ή εργόχειρο κάποιων σατανικών «λεσχών» (Μπίλτεμπεργκ κ.λπ.), η επαγρύπνηση για τις αντισημιτικές εκτροπές είναι ηθικά και πολιτικά ζωτικής σημασίας. Για έναν κυρίως λόγο: μια ριζοσπαστική απάντηση στο κοινωνικό ζήτημα του καιρού μας περνάει από την πιο δραστική απόκρουση του «αντικαπιταλισμού των ηλιθίων». Και κάτι τέτοιο αποτελεί, σε μεγάλο βαθμό, ο κρυφός-φανερός αντισημιτισμός των ημερών μας.

———

Ο Νικόλας Σεβαστάκης είναι Αναπληρωτής Καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ.

Πηγή άρθρου:

http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=761607

Νικόλας Σεβαστάκης,Στον αστερισμό της ευελιξίας

02_highΑνάμεσα στα γεγονότα κάθε βδομάδας υπάρχουν εκείνα που τραβούν σχεδόν όλη την προσοχή της δημοσιότητας και άλλα που αποκτούν μια κάποια θεσούλα στις ειδήσεις δίχως τον ανάλογο θόρυβο. Σε αυτή την τελευταία κατηγορία ανήκει και η τελευταία έκθεση του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.ΕΠ.Ε) για την επέκταση των μορφών «ευέλικτης και εκ περιτροπής απασχόλησης». Στη συγκεκριμένη περίπτωση, τα στοιχεία που μαθαίνουμε δεν είναι απλώς ύλη για το ρεπορτάζ του υπουργείου Εργασίας ή για ένα ακόμα πρόχειρο σχόλιο των οικονομικών του Μνημονίου: τα στοιχεία μαρτυρούν την πιο βαθιά πλευρά μιας ανώμαλης μετάβασης, μιας εκ βάθρων αλλαγής στους όρους της καθημερινότητας και στη δομή των κοινωνικών σχέσεων. Αν τούτες τις μέρες η παντομίμα με τις «αντιδράσεις» της τρόικας καταπίνει τον βασικό χρόνο της ενημέρωσης, η έκθεση του ΣΕΠΕ δεν προσφέρεται ούτε για θεατρικές διασκευές ούτε για έξυπνες κουβεντούλες στο twitter.
Η συγκεκριμένη εξέλιξη την οποία καταγράφει η έκθεση εξηγεί, ώς ένα βαθμό, τους αποπροσανατολισμούς και τις αδράνειες που επικρατούν. Και αυτό γιατί πίσω από τις επίσημες ονομασίες, πίσω από τη φράση «ευέλικτες ή εκ περιτροπής συμβάσεις», προβάλλει πια το φάντασμα της μη σύμβασης, της αποθεσμοποίησης της εργασίας. Με πολύ γρήγορους ρυθμούς, η εργασία χάνει τη νομική της προστασία αφού ήδη έχει αποσυνδεθεί από την έννοια του αξιοπρεπούς εισοδήματος. Έχουμε έτσι τη σκληρή διάψευση μιας ιδεολογίας και της συναφούς ρητορικής: το τσαλάκωμα της ιδεολογίας των ελεύθερων επιλογών που υποτίθεται ότι βρίσκονται στη βάση της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Οι ατομικές επιλογές γίνονται, εκ νέου, προνόμιο της τύχης ή, όπως το θέλει η γλώσσα της εποχής, μια πολυτέλεια. Για όσους προσέρχονται στην αγορά εργασίας ως ικέτες, ο «αστικός ατομικισμός» δεν έχει κανένα νόημα. Με αυτό τον τρόπο και η κληρονομημένη ελληνική ιδεολογία της ανεξάρτητης ή δίχως αφεντικό εργασίας συναντά σήμερα την ακραία, την πιο βάναυση ακύρωσή της: μια κοινωνική πραγματικότητα όπου τα αποθέματα ανεξαρτησίας και η διαπραγματευτική ισχύς των πιο αδύναμων συρρικνώνονται αν δεν εξαφανίζονται πλήρως.
Ποιες συνέπειες θα έχει τούτη η διάψευση στα χρόνια που έρχονται; Κανένας δεν είναι ασφαλώς σε θέση να το γνωρίζει. Αλλά η εικόνα μιας κοινωνίας με περισσότερους αδύναμους ανθρώπους, με ευτελισμούς και αχαρτογράφητες ματαιώσεις, δεν υπόσχεται τίποτα καλό για τη δημοκρατία. Αυτή η τελευταία, η δημοκρατία, προϋποθέτει ισχυρούς δημόσιους θεσμούς. Αλλά η αποθεσμοποίηση της εργασίας και η μαζική παραγωγή ανταγωνιζόμενων ικετών φτιάχνει το αντίθετο: μεγαλύτερη πολιτική αποξένωση και ψυχικό ξεχαρβάλωμα των ανθρώπων.
Πέρα από όλα τα άλλα, η ρήξη με τις συμβάσεις υπονομεύει τη στοιχειώδη εμπιστοσύνη η οποία εκπολιτίζει, έστω ατελώς και πάντα προσωρινά, τις αστικές κοινωνίες. Ο εκ περιτροπής εργαζόμενος είναι ήδη λειψός πολίτης, πολίτης που άγεται και φέρεται από τις ανάγκες του. Το ερώτημα είναι αν μια άλλη πολιτική μπορεί να ανακόψει τη δυναμική της αγοραίας επισφάλειας χωρίς την αυταπάτη της επανόδου στις βεβαιότητες της ελληνικής ιδεολογίας. Και είναι, βέβαια, κι αυτό ένα ερώτημα υψηλής δυσκολίας όπως όλα τα ερωτήματα που πάνε πέρα από τους καβγάδες των δελτίων και τα λακτίσματα των social media.

Άραγε θα θυμάται κάποιος τ’ όνομα μας;

ΔΙΑΦΑΝΑ ΚΡΙΝΑ-ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΜΟΥ ΝΑΥΑΓΗΣΑΝ ΣΤΙΣ ΞΕΡΕΣ ΣΟΥ

Μουσική: ΔΙΑΦΑΝΑ ΚΡΙΝΑ

στίχοι: Παντελής Ροδόστογλου

Η ανάσα σου ήτανε η πρώτη μου πατρίδα
κι η μυρωδιά σου ήταν ο πρώτος μου εθισμός
Πάει καιρός που έχω φύγει από τη Θήβα
και περιφέρομαι σακάτης και τυφλός

Καθαγιασμένος στα νερά της λησμονιάς σου
Εξουθενωμένος από τα έργα και τις μέρες σου
Θητεύω δίπλα σε αγάπες ξοφλημένες
γιατί τα χρόνια μου ναυάγησαν στις ξέρες σου

Παραχωρώ τ’ άθλιο κορμί μου τις πληγές μου
να εξασκηθούν οι μανιακοί και οι αρχάριοι
Θεέ μου, πώς ξεράθηκαν έτσι οι πηγές μου
που ξεδιψούσαν ναυαγοί λεγεωνάριοι

Και θα πληρώνω σαν αντίτιμο στο χρόνο
τη μοναξιά για όλα τα χάδια που ζητούσα
Για την αγάπη που με βύθισε στο πόνο
κι έτσι σακάτεψα εσένα που αγαπούσα

Άραγε θα θυμάται κάποιος τ’ όνομά μας
Της ζωής μας τα εξαίσια φεγγάρια
Τα πάθη μας, τις λύπες, τα δεινά μας
άραγε υπήρξαμε ποτέ; Στα όνειρα μας!

Νικόλας Σεβαστάκης, Μια γενιά σε αναστολή…

02_high
Η πιο βαριά συνέπεια της κρίσης την οποία ζούμε, τουλάχιστον ως προς τα μακροπρόθεσμα αποτυπώματα που θα αφήσει, είναι το τείχος που υψώνει στους νεότερους: η παρεμπόδιση των επιλογών, το μπλοκάρισμα των επιθυμιών, η ακύρωση στην πράξη σχεδίων και προγραμματισμών. Το σκέφτομαι αυτό και το γράφω διότι πρόσφατα έτυχε να βρεθώ στην επταμελή επιτροπή κρίσης δυο διδακτορικών διατριβών.
Διαβάζοντας λοιπόν αυτές τις μελέτες είχα ανάμικτα συναισθήματα: χάρηκα για τις υψηλές ποιότητες που συνάντησα και συγχρόνως ένιωσα θλίψη για τις αχάριστες και σκληρές συνθήκες όπου αυτοί οι άνθρωποι θα κληθούν να επιβιώσουν και να υπηρετήσουν την υπόθεση της γνώσης.
Χιλιάδες μορφωμένοι τριαντάρηδες βρίσκονται αυτή τη στιγμή καθηλωμένοι και αδρανοποιημένοι ή στην καλύτερη περίπτωση σε έναν βιοπορισμό χαμηλών πτήσεων. Είναι ωστόσο, σε μεγάλο βαθμό, η γενιά που μπορεί να στηρίξει έμπρακτα την αλλαγή του κοινωνικού και οικονομικού μοντέλου, μια πραγματική και όχι ιδεοληπτική νέα μεταπολίτευση. Η αδρανοποίηση για την οποία μιλώ τους έρχεται απ’ έξω, από την απίστευτη γήρανση των δομών και τον δημοσιονομικό τους στραγγαλισμό. Από αυτό που, όπως και αν το ονοματίσουμε, είναι μια μορφή βαναυσότητας. Οι ίδιοι το παλεύουν, αξιοποιούν τα μικρά ρήγματα και τις χαραμάδες, συνομιλούν με τα διεθνή ρεύματα και χτίζουν γέφυρες επικοινωνίας με τις ερευνητικές κοινότητες άλλων χωρών.
Όλα αυτά ωστόσο τα προσπαθούν ορφανοί, δίχως αναγνώριση, σε συνθήκες αποτροπής κάθε ενθουσιασμού: δίχως καμιά ουσιαστική ενθάρρυνση, πέρα από τα φαιδρά μεγάλα λόγια περί κοινωνίας της γνώσης και κινητικότητας. Και όσο οι καλωπιστικές ρητορικές θα συνεχίζονται αδιαφορώντας για την πραγματικότητα, τόσο πιο ασύντακτη και τρελή θα μοιάζει αυτή η τελευταία.
Σε αυτή την περίπτωση, το πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε είναι διακριτό από τη σαρωτική ανεργία και την υποαπασχόληση. Αφορά κατά βάθος τη διαδικασία ανανέωσης των εργαλείων με τα οποία μια κοινωνία κατανοεί τον εαυτό της και προχωρεί ή δεν προχωρεί σε επιθυμητές αλλαγές και ανατροπές.
Ο αυτοματισμός των «προσαρμογών στη λιτότητα» είναι φυσικά το αντίθετο μιας τέτοιας επιλεγμένης αλλαγής: δεν μεταβάλλει το προηγούμενο παράδειγμα, απλώς το τσαλακώνει και το αποσυναρμολογεί διαχέοντας ανασφάλεια. Πώς αλλάζεις όμως κάτι χωρίς υποκείμενο των αλλαγών; Με ποιο τρόπο μπορεί να συγκροτηθεί το οτιδήποτε δίχως εμπιστοσύνη;
Από την άλλη, ξέρουμε ότι η ελληνική κοινωνία δεν ανταμείβει γενικά την πνευματική προσπάθεια. Παρά την παραδοσιακή «μορφωσιολατρεία» που συνδέθηκε στο παρελθόν με την άνοδο των μικροαστικών στρωμάτων, η κοινωνία αντιμετωπίζει την έρευνα και τη θεωρία ως αντικείμενα πολυτελείας. Το πιο ανησυχητικό είναι ότι η κρίση επιτείνει αυτό το είδος στενόμυαλου υπολογιστικού πνεύματος.
Όταν ωστόσο η απουσία ανταμοιβών και αναγνώρισης γίνεται κανόνας, το ίδιο το κράτος μετατρέπεται σε σπόνσορα της στασιμότητας και της παρακμής. Στερώντας από μια ολόκληρη γενιά τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τα προσόντα της, το παρόν «σύστημα» μπορεί να εξαγγέλλει μόνο, με γλώσσα διαφημιστή, το επερχόμενο βασίλειο των αρίστων. Και τούτη η διαφήμιση που δεν θέλει να δει την πραγματικότητα είναι πια το σύμβολο αυτών των τελευταίων τριών χρόνων.

http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=758453