Το αντίδοτο στο φόβο

Το αντίδοτο στο φόβο δεν είναι το θάρρος ή το θράσος αλλά η αγάπη. Ο φόβος καλλιεργείται από τις αρχές και τις εξουσίες του κόσμου τούτου, προκειμένου το υποκείμενο να χειραγωγείται εύκολα, να καθίσταται υπήκοον και όχι πολιτικόν ζώον, να μην μπορεί να στοχαστεί αλλά να εφευρίσκει «αόρατους εχθρούς», να μην έχει πραγματική ελευθερία.
220px-Jesus-Christ-from-Hagia-Sophia
 
φόβος οὐκ ἔστιν ἐν τῇ ἀγάπῃ, ἀλλ’ ἡ τελεία ἀγάπη ἔξω βάλλει τὸν φόβον, ὅτι ὁ φόβος κόλασιν ἔχειὁ δὲ φοβούμενος οὐ τετελείωται ἐν τῇ ἀγάπῃ. Ἡμεῖς ἀγαπῶμεν αὐτόν, ὅτι αὐτὸς πρῶτος ἠγάπησεν ἡμᾶς.  ἐάν τις εἴπῃ ὅτι ἀγαπῶ τὸν Θεόν, καὶ τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ μισῇ, ψεύστης ἐστίν• ὁ γὰρ μὴ ἀγαπῶν τὸν ἀδελφὸν ὃν ἑώρακε, τὸν Θεὸν ὃν οὐχ ἑώρακε πῶς δύναται ἀγαπᾶν; καὶ ταύτην τὴν ἐντολὴν ἔχομεν ἀπ’ αὐτοῦ, ἵνα ὁ ἀγαπῶν τὸν Θεὸν ἀγαπᾷ καὶ τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ.
 
Α’ Ἰωάννου, 4, 18-21
Advertisements

Ευστάθιου Χ. Λιανού Λιάντη, Με αφορμή τις κωδωνοκρουσίες των Καλαβρύτων: Υπάρχει ορθόδοξος εθνικισμός;

Ανιχνεύοντας την ιδεολογική παραφθορά του χριστιανικού μηνύματος

Ένα απο τα σημαντικά βιβλία που έχει  επιμεληθεί ο Ευστάθιος Χ. Λιανός Λιάντης
Ένα απο τα σημαντικά βιβλία που έχει επιμεληθεί ο Ευστάθιος Χ. Λιανός Λιάντης

[πηγή: ΕΝΘΕΜΑΤΑ, 26-5-2013]

και είπε Κύριος· τί πεποίηκας; φωνή αίματος του αδελφού σου βοά προς με εκ της γης

Γεν. 4:10

Στην Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία υφίσταται ένα παραγνωρισμένο χαρακτηριστικό, το οποίο μπορεί να δώσει την απάντηση στην αποδοχή ή την απόρριψη του εθνικισμού από το σώμα της. Αυτό είναι η εκκλησιολογική τεκμηρίωση της αγιότητας των ονομαζόμενων «στρατιωτικών αγίων», μιας αγιολογικής κατηγορίας, η οποία, παρά τις προσπάθειες αλλοτρίωσης της ταυτότητάς της από τους κρατικούς θεσμούς, παραμένει η πλέον επαναστατική και αντιεξουσιαστική. Οι άγιοι Γεώργιος, Δημήτριος, Σεβαστιανός, για να αναφερθούμε μόνον στους επιφανέστερους, δεν ήταν στρατιωτικοί που έπεσαν υπερασπιζόμενοι τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία· ήταν αξιωματικοί που διακήρυξαν τη χριστιανική τους πίστη, αρνούμενοι την αυτοκρατορική/εθνική λατρεία και την κρατική θρησκευτική πολιτική. Έτσι, ήλθαν αντιμέτωποι με την εξουσία, που τους επέβαλε μαρτυρικό θάνατο. Την καθοριστική τους μάχη την έδωσαν μη μαχόμενοι, ενώ τη στιγμή του θανάτου στάθηκαν άοπλοι, «άδοξοι» για την εγκόσμια «εν όπλοις» δόξα.

Όταν η αυτοκρατορία έγινε χριστιανική, τέθηκε το ζήτημα της ιερότητας των πολέμων, που διεξήγαγε, και ζητήθηκε από την Εκκλησία η αναγνώριση ως αγίων των στρατιωτών οι οποίοι έχαναν τη ζωή τους πολεμώντας υπό τα λάβαρα του χριστιανού αυτοκράτορα. Όμως, η βυζαντινή θεολογία γνώριζε τα όρια των περιχωρήσεων των θεσμών. Η απάντηση της συνόδου του Πατριαρχείου στον αυτοκράτορα Νικηφόρο Φωκά, ήταν: «Πώς αυτοί που φονεύουν και φονεύονται στους πολέμους θα μπορούσαν να λογισθούν μάρτυρες ή εφάμιλλοι των μαρτύρων, όταν οι θείοι κανόνες τους επιβάλουν επιτίμιο, εμποδίζοντάς τους για τρία χρόνια από την ιερή μετάληψη;». Κανένας πόλεμος για τη βυζαντινή Εκκλησία δεν μπορούσε να είναι ιερός, διότι αυτό θα αλλοίωνε την καθαυτή υπόστασή της ως Εκκλησία του Χριστού. Ο πόλεμος, ο διαχωρισμός των ανθρώπων σε έθνη και η αντιπαλότητά τους είναι χαρακτηριστικά του «κόσμου τούτου». Και οι ιεράρχες θεολόγοι της εποχής δεν λησμονούσαν ότι ακόμη κι αν βρίσκονταν εντός του κόσμου, και αναγκάζονταν σε συμβιβασμούς, δεν ανήκαν σ’ αυτόν· «εκ του κόσμου ουκ εισίν καθώς εγώ εκ του κόσμου ουκ ειμί» Ιω. 17:16.

Σήμερα οι ορθόδοξοι αρχιερείς φέρουν αμφίεση παρόμοια μ’ εκείνη του βυζαντινού αυτοκράτορα· ένα τυπολογικό ιδίωμα που διατηρείται προκειμένου να επισημανθεί η νοητή συνέχεια της Χριστιανικής Αυτοκρατορίας της Ανατολής. Παρότι ο τύπος εμμένει, η ουσία επιλανθάνεται. Και τούτο δεν έχει να κάνει αποκλειστικά με τη θεολογία αλλά και με την «κοσμοθεωρία» της αυτοκρατορίας. Το Βυζάντιο ήταν πολυεθνικό και «υπερεθνικό» σε όλες τις κοινωνικές βαθμίδες. Αφομοίωνε και ενέτασσε λαούς όχι με εθνολογικούς αλλά με πολιτιστικούς όρους. Και οι «αλλοεθνείς» έφθαναν έως το ύπατο αξίωμα. Ο αρμενικής καταγωγής Ηράκλειος ήταν αυτός που θέσπισε ως επίσημη γλώσσα της αυτοκρατορίας την ελληνική. Τη δυναστεία του Ηρακλείου διαδέχθηκε η συριακή δυναστεία των Ισαύρων, για ν’ ακολουθήσουν οι Φρύγες του Αμορίου. Έναντι, λοιπόν, ποιας πολιτιστικής κληρονομιάς ή παράδοσης μπορεί ένας ιεράρχης να ιδεολογικοποιεί τον ρατσισμό, να προπηλακίζει τους μετανάστες ως ανεπιθύμητους, να μιλάει για εθνική καθαρότητα;

Ο μακαριστός Μητροπολίτης Κίτρους Βαρνάβας, ανάστημα κεφαλαιώδες για την Εκκλησία της Ελλάδος, αναρωτήθηκε κάποτε: «Πώς μπορούμε εγώ και ο αδελφός μου από την άλλη μεριά των συνόρων, ως ορθόδοξοι επίσκοποι, να ευλογούμε στρατεύματα, που αν χρειαστεί, θα διεξάγουν μια φονική μάχη μεταξύ τους;». Οι λόγοι αυτοί εκφράζουν την αναγκαία θεολογική ευαισθησία, το συνειδησιακό ενέργημα, του χριστιανού ποιμένα, ο οποίος αντιλαμβάνεται το σύνορο ως εμπόδιο της αδελφοσύνης. Εδώ έγκειται και η διαφορά, εκκλησιολογική και κανονική, της περιφεριοποίησης της εκκλησιαστικής διοίκησης, που υφίστατο από τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες για την εξυπηρέτηση ποιμαντικών αναγκών με τον ψευδο-νεωτερικό εθνικό διαχωρισμό των Εκκλησιών.

Η πράξη του εθνικού διαχωρισμού συνιστά αίρεση για την Ορθόδοξη Εκκλησία σύμφωνα με τον Όρο της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου (Κωνσταντινούπολη, 1872). Το κείμενο του Όρου αποκόπτει από το εκκλησιαστικό σώμα όσους πρεσβεύουν ή εφαρμόζουν εθνοφυλετικές αντιλήψεις και πρακτικές: «Αποκηρύττουμε, επικρίνοντας και καταδικάζοντας, τον φυλετισμό, δηλαδή τις φυλετικές διακρίσεις και τις εθνικές έριδες και φθόνους και διαιρέσεις στην Εκκλησία του Χριστού […]. Εκείνους που αποδέχονται αυτόν τον φυλετισμό και πάνω του τολμούν να θεμελιώνουν καινοφανείς φυλετικές παρασυναγωγές, τούς κηρύττουμε, σύμφωνα με τους Ιερούς Κανόνες, αποκομμένους από τη μία Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία, και ως εκ τούτου σχισματικούς».

Η απάντηση, λοιπόν, στους ιερωμένους που σηκώνουν τα εθνικιστικά λάβαρα δεν είναι ότι δεν έχουν δικαίωμα να μιλούν γιατί είναι «εκκλησιαστικοί». Έχουν το δικαίωμα να εκφράζονται, όπως κάθε κοινωνική τάξη σε μια δημοκρατική χώρα. Η απάντηση, που οφείλει να δοθεί από τους προοδευτικούς φορείς, είναι ότι αυτές οι θέσεις τους είναι απροκάλυπτα αντιχριστιανικές και τους καθιστούν υπόλογους στην ίδια την Εκκλησία. Ο Μέγας Βασίλειος χαρακτήριζε αυτούς τους επισκόπους «λύκους βαρείς, που διασπούν το ποίμνιο του Χριστού»· και είναι όντως «λύκοι βαρείς» όσοι εγκολπώνονται τον ρατσισμό, τη μισαλλοδοξία και τον ναζισμό, ειδικά όταν οι ίδιοι φέρουν εγκόλπιο με τη μορφή του Χριστού.

——————————————

Ο Ευστάθιος Χ. Λιανός Λιάντης είναι θεολόγος και επιμελητής εκδόσεων.

http://enthemata.wordpress.com/2013/05/26/lian/

Δημήτρης Σεβαστάκης, Η συντριβή του καθηγητή που ανακουφίζει

[ πηγή-φωτό: Η ΑΥΓΗ, 19-5-2013 ]

30 Dimitris Sevastakis

Από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 ο νέος ξέφυγε από τον κομματικό καθοδηγητή και πήγε στον πορτιέρη. Από το κόμμα, στο μπαρ. Η ελληνική φιλολογία των περιοδικών και της αναδυόμενης greeklish σαβούρας θεώρησε αυτή την μετάβαση ύψιστη απελευθερωτική κίνηση. Νομιμοποιείται επιτέλους η καταπιεσμένη από την Αριστερά ιδιωτεία και απλώνεται στο γερο-ρέηβ ορθάδικο. Η ηλεκτροποπ, η άμπιεντ, η τρανς, ακόμα και η γκαραζοψυχεδέλεια αντικατέστησαν τον Χαλβατζή, τον Μπασκόζο ή τον Βούτση και τον Γεωργούλα. Αντί να διαβάζεις απέραντες εισηγήσεις σε προσυνεδριακούς διαλόγους, μπορούσες να ακούς Κλικ. Αυτό, εκτός από την παρατεταμένη κλιμακτήριο που έφερε σε ολόκληρη την κοινωνία, εκτός από τα μαύρα ακρυλικά μπλουζάκια που καταπίεσαν τις κοιλιές των Νεοελλήνων, συν-έφερε και μια μαζική συμφιλίωση με την απομόρφωση ή καλύτερα τη μη μόρφωση. Εγκατέστησε τη χαμηλή επίδοση, τη βαρεμάρα, την επίδειξη, τον σκηνοθετημένο, κούφιο νεοπλουτισμό και το μέην στρημ, ανέδειξε σε μεγάλο κοινωνικό αγαθό τον αραχτό φραπέ, αφού απενοχοποιούσε τον μικροαστό από τις αριστερές εξεγερσιακές εμμονές και τον οδηγούσε κατευθείαν στην πορτοκαλί νιρβάνα των εναλλακτικοτήτων και της «θετικής ενέργειας».

Χιλιάδες χαρτορίχτρες και μέντιουμ, συνοικιακοί αποκρυφιστές και στυλίστες, πρωτοποριακοί καλλιτέχνες και τεχνοκριτική της κόκκινης περμανάντ, άντε και συγγραφείς παραλίας, κατέκλυσαν τις τηλεοράσεις, τα περιοδικά και τον δημόσιο λόγο εξαλλάσσοντας και τον πολιτικό λόγο. Τι διαφορετικό απ’ αυτό το καταραμένο υπόστρωμα βλέπουμε σήμερα; Τι διαφορετικό δρέπουμε; Ποια συλλογική ιεράρχηση εκδηλώνεται κάθε μέρα, κάθε στιγμή; Γιατί, όπως ξέρουμε, η χαμηλή ποιότητα, τα κουσούρια και οι ποταπότητες στη δυσκολία ή στην ισχύ φαίνονται. Μαζική κανιβαλική αποκαθήλωση κάθε μορφωτικού ιδανικού, αστόχαστοι και απαράδεκτοι κοινωνικοί αυτοματισμοί που πνίγουν τη δεύτερη σκέψη, που φωλιάζουν την ψύχραιμη ανακεφαλαίωση.

Οι καθηγητές της Δευτεροβάθμιας λούζονται στην ίδια φερτή ύλη που λάσπωσε αυτούς της τριτοβάθμιας την τελευταία πενταετία, τους ερευνητές και προηγουμένως τους δασκάλους της πρωτοβάθμιας. Τεμπέληδες, αμόρφωτοι, εκβιαστές, βολεμένοι ή έστω ανεκτοί, αλλά με «κακή συνδικαλιστική ηγεσία».

Το γρήγορο κοινωνικό μίσος που ενεργοποιείται, ιδίως όταν πρόκειται για μορφωμένους εργαζομένους, δείχνει μια κοινωνία ποτισμένη με την ακαλλιέργητη και αχαλίνωτη ελαφρότητα που περιέγραψα στη αρχή του κειμένου, δείχνει μια κοινωνική παραδοχή που ξεμπερδεύει με τις απαντήσεις αυτόματα, μόλις «ανάψει πράσινο». Πρόκειται για πολιτικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά που θεμελιώνονται στην αισθητική και τις ιεραρχήσεις της 20ετίας 1985-2005 και σε μια κοινωνία διδαγμένη από την κουλτούρα του αυτονόητου και του οχλοκρατικού φανατισμού.

Η πολιτική ηγεσία επέλεξε να εξοντώσει ένα κλάδο θεωρώντας ότι εξαφανίζοντας τη συνδικαλιστική του εκπροσώπηση θα εξαφανίσει την πολιτική ταυτότητα και τα κόστη του κοινωνικού σώματος που αυτή η «συνδικαλιστική εκπροσώπηση» ενσωματώνει. Αλλά πιο πολύ η ηγεσία μερίμνησε για την εμπέδωση μιας διδακτικής βιαιότητας, παραθεσμικής και ανελαστικής.

Σιωπή. Αυτή είναι η μεγάλη επιταγή για «να βγει η χώρα από την κρίση,να μείνουμε στην Ευρώπη, να πιάσουν τόπο οι θυσίες» κλπ. Σκάστε, δηλαδή. Αυτό που κρατάει έναν δάσκαλο ώστε να μη μειώσει την απόδοσή του ανάλογα με την μείωση του μισθού του, αλλά να εμμείνει στο δημιουργικό πείσμα, είναι μια ηθική επιλογή που θα τον στηρίξει ψυχικά, που θα δικαιώσει τη δουλειά του, την αυτομόρφωσή του, τη μέριμνα προς τον αδύναμο μαθητή, την ειδική κατανόηση του κακοποιημένου παιδιού στο τελευταίο θρανίο κ.λπ. Από ποιον η λεγόμενη ηγεσία θα ζητήσει πνευματική και ηθική υποκατάσταση της οικογενειακής και οικονομικής αποσταθεροποίησης που συντελείται, αν όχι απ’ τον αποκεντρωμένο διανοούμενο; Γιατί η γνώση είναι παραγωγική δύναμη, όχι μόνο στην εφαρμογή της, αλλά και στην ηθική της.

Με τις κλωτσιές και το ξύλο στους δασκάλους, πριμοδοτούνται τα χειρότερα χαρακτηριστικά, αυτά που καταπιέζουν τη μάθηση και τη συνοχή. Πρέπει να ομολογήσω ότι η υπόθεση των καθηγητών της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, της απεργίας, της πολιτικής διαχείρισης, της συνδικαλιστικής απρονοησίας, καθώς και των δημοσκοπικών εκδηλώσεων της κοινωνίας, με έχει ανησυχήσει, αλλά πιο πολύ μ’ έχει στεναχωρήσει. Μου ματαιώνει τις δικές μου ιεραρχήσεις, αυτό που αγάπησα και αγαπώ και κυνηγάω, να χαίρομαι στη σκέψη, να κερδίζω τον παραιτημένο φοιτητή, να βλέπω τη λέξη μέσα στη ζωγραφική, να κρατιέμαι απ’ αυτά τα λίγα. Πολυτέλειες… Άλλωστε έχουμε πιο σοβαρά να σκεφτούμε. Τις Τάσεις…

* Ο Δημήτρης Α. Σεβαστάκης είναι ζωγράφος, Αν.Καθηγητής ΕΜΠ

http://www.avgi.gr/article/322278/i-suntribi-tou-kathigiti-pou-anakoufizei

Ευρωσκεπτικισμός: Φυσικό ή Γνωμικό Θέλημα;

Μια  ενδιαφέρουσα ανάρτηση από το ιστολόγιο «Άριστερά και Πολιτική Θεολογία»:

Το τελευταίο διάστημα εδραιώνεται στο δημόσιο χώρο μια γενικευμένη δυσανεξία η οποία ονομάζεται ευρωσκεπτικισμός. Ο ευρωσκεπτικισμός είναι οριζόντιος αφορά όλους τους χώρους του συμβατικού άξονα «δεξιά-αριστερά». Θα μπορούσαμε να ορίσουμε ως ευρωσκεπτικισμό τη βασική ιδέα ότι οι υφιστάμενοι ευρωπαϊκοί  θεσμοί και διαδικασίες δεν επιδέχονται βελτιώσεων ή νέων ρυθμίσεων, επομένως η διέξοδος ευρίσκεται σε μια διαδικασία ρήξης και ανατροπής.

Το ρεύμα   συγκροτεί άλλοτε μια γενική  αντίρρηση άλλοτε ένα εναλλακτικό σχέδιο.  Η διαφορά είναι  ότι οι  αντιρρήσεις  τελικά έχουν αξία μόνο αν απευθύνονται σε κάποιον τόσο ισχυρό ώστε να μπορεί να τις εξουδετερώσει μέσω μιας μερικής υιοθεσίας τους, ενώ οι αντίπαλες προτάσεις οδηγούν σε μια μετωπική πόλωση η οποία λύεται ως παίγνιο μηδενικού αθροίσματος.
Σκέπτομαι  ότι ο ελληνικός ευρωσκεπτικισμός μπορεί να γίνει κατανοητός με τη χρήση του σχήματος «φυσικού -γνωμικού » θελήματος το οποίο προέρχεται από την Πατερική Θεολογία. Ας δούμε την τεκμηρίωση.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ.

Σάββας Μιχαήλ: «Το διακύβευμα δεν είναι απλώς η δημοκρατία, είναι η ζωή…»

391079_515821301810650_1362492591_n

(…)Αλλά το ζητούμενο που η ίδια η κρίση με τις δραματικές της συνέπειες (μαζική ανεργία, επισιτιστική κρίση κλπ) έθεσε και θέτει με οξύτητα είναι η αναδιοργάνωση όλων των κοινωνικών σχέσεων μέσα από τις οποίες παράγονται ή αναπαράγονται οι όροι της ζωής. Το διακύβευμα δεν είναι απλώς η δημοκρατία, είναι η ζωή, μια ζωή που αξίζει να ζεις, μια ζωή με αξιοπρέπεια.(…)


Σάββας Μιχαήλ, Η φρίκη μιας παρωδίας, εκδ. Άγρα, Αθήνα 2013, σελ. 62-63.

πηγή: Φούμαρα

Πόσα παίρνεις, δάσκαλε; Έρευνα για τους μισθούς των εκπαιδευτικών στην Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση

Πόσα παίρνεις, δάσκαλε; Έρευνα για τους μισθούς των εκπαιδευτικών στην Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Χρ. Λάσκος, Η Αριστερά και το Ευαγγέλιο

Πηγή: ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Να ξεκαθαρίσω ευθύς εξαρχής πως δεν μιλώ ως ειδικός. «Κόκκινος και όχι ειδικός», είναι ο προσδιορισμός που ταιριάζει καλύτερα, νομίζω, στην περίσταση. Επιπλέον, εξηγούμαι πως δεν πρόκειται να ανακοινώσω τη «γραμμή» του ΣΥΡΙΖΑ σχετικά με τα θέματα της θρησκείας. Όσα ακολουθoύν είναι η προσωπική τοποθέτηση ενός ανθρώπου που είναι από χρόνια ενταγμένος στη ριζοσπαστική Αριστερά και θεωρεί αυτή την ένταξη κεντρικό στοιχείο της ταυτότητάς του. Όπως ακριβώς οι πιστοί δεν μπορούν να αντιληφθούν τον εαυτό τους χωρίς την πίστη, έτσι κι εγώ αδυνατώ να υπάρχω χωρίς την κομμουνιστική και ελευθεριακή μου ένταξη. Και αυτό δεν συνιστά μια ιδιωτική μου υπόθεση. Όσο δεν μπορείς να είσαι χριστιανός χωρίς Εκκλησία, άλλο τόσο δεν μπορείς να είσαι κομμουνιστής χωρίς κόμμα.

Να κάνω, ακόμη, μια προκαταρκτική, περισσότερο θεωρητική, διευκρίνιση: ο μαρξισμός είναι θεωρία της Ιστορίας, και όχι φιλοσοφικό σύστημα. Απεχθάνεται μάλιστα σφόδρα τα συστήματα. Από αυτή την άποψη, λοιπόν, δεν έχει αντιθεολογικές, ειδικά, αξιώσεις.

Ο Μαρξ και η θρησκεία

«Η θρησκεία είναι το όπιο του λαού». Η συγκεκριμένη πρόταση είναι από τις γνωστότερες που αποδίδονται στο Μαρξ. Συγκρίσιμο ως σήμα-κατατεθέν του μαρξικού ανθολογίου είναι, ίσως, μόνο το «Προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε!», άντε και το «Οι προλετάριοι δεν έχουν να χάσουν παρά τις αλυσίδες τους» ή το «Οι προλετάριοι δεν έχουν πατρίδα». Και, όπως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις, πολύ συχνά ο αποδέκτης ή και ο χρήστης του έχει μια στρεβλή ή τουλάχιστον ελλειμματική άποψη σχετικά με το νόημα που του απέδιδε ο αρχικός του δημιουργός. Πολύ περισσότερο, μάλιστα, όταν ο τελευταίος δεν το φαντάστηκε ως μότο ή σύνθημα, αλλά το διατύπωσε ως τμήμα ενός ευρύτερου κειμένου με συγκεκριμένα συμφραζόμενα.

Ας θυμηθούμε, λοιπόν, τι ακριβώς έγραψε ο Μαρξ στη Συμβολή στην κριτική της εγελιανής φιλοσοφίας του δικαίου. Λέει: «Η θρησκεία είναι ο αναστεναγμός του καταπιεζόμενου πλάσματος, η καρδιά ενός άκαρδου κόσμου, το πνεύμα μιας χωρίς πνευματικότητα κατάστασης. Η θρησκεία είναι το όπιο του λαού […] Η κριτική της θρησκείας είναι, επομένως, η εμβρυακή κριτική της κοιλάδας των δακρύων, που φωτοστέφανό της είναι η θρησκεία […] Η κατάργηση της θρησκείας ως απατηλής ευτυχίας του λαού σημαίνει απαίτηση της πραγματικής της ευτυχίας. Η απαίτηση της εγκατάλειψης των ψευδαισθήσεων για την κατάστασή του είναι η απαίτηση της εγκατάλειψής του μιας κατάστασης που χρειάζεται τις ψευδαισθήσεις». Κι αυτό βγάζει εντελώς άλλο νόημα.

Φυσικά, ο Μαρξ υποβάλλει σε απηνή κριτική τη θρησκεία. Η κριτική του, ωστόσο, αφορά πρωτίστως τον ρόλο της θεσμικής Εκκλησίας στο εξουσιαστικό πλέγμα των ταξικών κοινωνιών. Την κρίνει ως εξουσία, που ασκήθηκε πολλές φορές σκληρά απέναντι στους ταπεινούς και καταφρονεμένους, στους οποίους ο λόγος του Χριστού ευαγγελίστηκε πως σ’ αυτούς ανήκει η Βασιλεία των Ουρανών. Ως οπαδός της εξισωτικής χειραφέτησης, στο όνομα της υπέρτατης αξίας της ισότητας δεν θα μπορούσε παρά να είναι εχθρός κάθε ιεραρχίας — και της ιερής.

 Εκλεκτικές συγγένειες: Εξισωτισμός

Αντίθετα με την κρατούσα άποψη, ο μαρξισμός αισθάνεται διαχρονικά πολύ οικεία με τα σχήματα των ευαγγελίων. Και όχι μόνο.

Στη μακριά σειρά των χειραφετητικών κινημάτων, από τον Κλεομένη και τον Αριστόνικο, τον Σπάρτακο, τους Ζηλωτές της Θεσσαλονίκης, τον Τόμας Μύντσερ και τους Αναβαπτιστές, τους βρετανούς Levelers και τους γάλλους εξισωτιστές επαναστάτες μέχρι τις μεγάλες εργατικές επαναστάσεις του 19ου ή του 20ού αιώνα, ο χριστιανισμός κατέχει περίβλεπτη θέση.

Για το σύνολο των μαρξιστών ιστορικών ο χριστιανισμός αντιπροσωπεύει μια μεγάλη εξέγερση των ταπεινών της ύστερης δουλοκτητικής αρχαιότητας. Και τα τεκμήρια, ως προς αυτό, δεν είναι μόνο ιστορικοϋλιστικά ή κοινωνιολογικά. Τα Ευαγγέλια, καθαυτά, αλλά και οι κοινοκτημονικές πρακτικές του πρώιμου χριστιανισμού είναι ο σημαντικότερος δείκτης.

Η οικειότητα, μάλιστα, γίνεται βαθιά, όταν ο αριστερός ακούει τα λόγια του Χριστού «Μακάριοι είναι οι φτωχοί…» ή, ακόμη περισσότερο, πως «ευκολότερο είναι να περάσει καραβόσκοινο από το μάτι της βελόνας, παρά να εισέλθει πλούσιος στο Βασίλειο του Θεού». Το ίδιο κι όταν διαβάζει την Ομιλία προς τους πλουτούντας του Μεγάλου Βασιλείου, που δώρισε η Αυγή στους αναγνώστες της, σε μετάφραση Γιώργου Κοροπούλη, τη μέρα των Θεοφανείων. Πραγματικά δεν νομίζω πως οι προηγούμενες διατυπώσεις είναι λιγότερο ριζοσπαστικές από το επαναστατικό απόφθεγμα πως «δεν αρκεί να είσαι με τους φτωχούς, πρέπει να είσαι και εναντίον των πλουσίων». Η βίαιη επίθεση του Ιησού εναντίον των εμπόρων του Ναού, μαζί και η διαχρονική αντιμετώπιση του χρήματος ως μιαρού και του τόκου ως αμαρτίας, τουλάχιστον από τους Ορθόδοξους και τους Καθολικούς, εικονοποιεί με πολύ σαφή τρόπο αυτήν την πρακτική στάση.

Ο Χριστός είναι με τους αναγουήμ αδιάλλακτα, είναι στην πλευρά των ενδεών και των απόκληρων. Τον Χριστό των Ευαγγελίων, όπως γράφει ο Τέρυ Ήγκλετον (Λογική, Πίστη και Επανάσταση, μετ. Πέτρος Γεωργίου Πατάκης, 2011), «θα τον γνωρίσεις αληθινά όταν δεις το πεινασμένο πλάσμα να χορταίνει με όλα τα καλά και τους πλούσιους να αποδιώχνονται, μένοντας με άδεια χρόνια».

Αν, όμως, το κεντρικό μήνυμα των Ευαγγελίων είναι πως «η τραυματική αλήθεια της ανθρώπινης ιστορίας είναι ένα βασανισμένο και παραμορφωμένο σώμα», που είναι προορισμένο να αναστηθεί, τότε οι μαρξιστές δεν μπορεί παρά να δείχνουν το μέγιστο ενδιαφέρον.

 Νεοφιλελεύθερος αθεϊσμός

Είναι γνωστό πως τα τελευταία χρόνια ένας αριθμός, αγγλοσαξόνων κυρίως, διανοητών (Ο Ντώκινς με την Περί Θεού αυταπάτη, ο Χίτσενς με το Ο Θεός δεν είναι μεγάλος, ο Ντάνιελ Ντένετ κ.ά.) έχουν, στο όνομα της πάλης εναντίον του φονταμενταλισμού, επιτεθεί με μεγάλη σφοδρότητα στην θρησκεία. Οι φιλελεύθεροι αυτοί διανοητές, σε αντίθεση με τους μαρξιστές, ενορχηστρώνουν την επίθεσή τους χτυπώντας, με απλοϊκό εντέλει τρόπο, στα αδύνατα σημεία, ενώ η εντιμότητα θα επέβαλλε έναν προσανατολισμό στα δυνατά σημεία του αντιπάλου.

Φτιάχνουν, έτσι, μια καρικατούρα αυτού που υπήρξε χωρίς αμφιβολία ίσως η πιο εκτεταμένη και διαχρονική λαϊκή κουλτούρα της ανθρώπινης ιστορίας. Και αφιερώνουν εκατοντάδες σελίδες χωρίς να παραδέχονται το παραμικρό ανθρώπινο όφελος, που να έχει απορρεύσει από την θρησκευτική εμπειρία. Γι’ αυτούς, οι μυριάδες ανθρώπων που θυσίασαν το βόλεμά ή και τη ζωή τους ακόμη για τους άλλους στο όνομα του Χριστού, του Αλλάχ απλά είναι σαν να μην υπήρξαν ποτέ. Εξαχνώνονται από την ιστορία χωρίς ίχνος.

Στην πραγματικότητα, αυτό που έχουμε εδώ είναι η τεράστια διαστροφή, που ονομάζεται επιστημονισμός και τείνει να περιλάβει ως αντικείμενο αποδόμησης ακόμη και όσα –ή, κυρίως, όσα– δεν μπορεί ούτε στοιχειωδώς να κατανοήσει.

Είναι η άλλη πλευρά της καπιταλιστικής νεοτερικότητας, στην οποία οι Χορκχάιμερ και Αντόρνο, ήδη από τη δεκαετία του 1940, με τη Διαλεκτική του Διαφωτισμού, εντάσσουν τόσο την πενικιλίνη όσο και το Άουσβιτς. Είναι η πλευρά, από την οποία ο κοινός νεοφιλελεύθερος «υλισμός» και η τεχνοκρατία παράγει τέρατα.

Με δεδομένο πως η καπιταλιστική κουλτούρα είναι βουτηγμένη στο αίμα όσο καμιά άλλη στην ανθρώπινη ιστορία ο Ήγκλετον και πάλι σημειώνει πως «το προηγμένο καπιταλιστικό σύστημα είναι εγγενώς αθεϊστικό. Είναι άθεο τόσο στις απτές υλικές προοπτικές του όσο και στις υπονοούμενες σε αυτές αξίες και πεποιθήσεις, ό,τι κι αν διατείνονται ορισμένοι από τους απολογητές του. Υπό αυτήν την έννοια, το καπιταλιστικό σύστημα είναι αθεϊστικό με όλους τους λάθος τρόπους, ενώ ο Μαρξ και ο Νίτσε είναι αθεϊστές με τους σωστούς κατά κανόνα τρόπους».

***

Πρέπει να υπογραμμιστεί το συγκεκριμένο σημείο γιατί συνήθως είναι ο μαρξισμός, που ελέγχεται ως φορέας του μηχανιστικού υλισμού. Ουδέν αναληθέστερον για όποιον έχει στοιχειώδη γνώση του μαρξιστικού φιλοσοφικού προβληματισμού. Ο μαρξισμός δεν ισχυρίζεται πως «η ψυχή έχει μάζα». Αυτό που λέει είναι πως «οι ιδέες είναι πρακτικές» κι όχι όντα πτερόεντα. Αυτή η πρακτική του διάσταση είναι η καρδιά αυτού που αντιλαμβάνεται ως υλισμό και, από αυτήν την άποψη, και πάλι προσεγγίζει έναν ορισμένο χριστιανισμό. Συμφωνεί με τον Πασκάλ, όταν αυτός ισχυρίζεται πως «δεν πιστεύεις κι έτσι γονατίζεις και προσεύχεσαι», αλλά «γονατίζεις, προσεύχεσαι, πιστεύεις».

Ο υλισμός, που συνήθως προσάπτεται από τους ανθρώπους της θρησκείας στον μαρξισμό, είναι αυτό που οι ίδιοι οι μαρξιστές αποκαλούν «χυδαίο υλισμό» και ταιριάζει ακριβώς στο νεοφιλελεύθερο καπιταλιστικό φαντασιακό. Και, από αυτήν την άποψη, η «αποδόμηση» του μαρξισμού από την θρησκεία μοιάζει με αυτήν που κάνουν οι φιλελεύθεροι αθεϊστές στη χριστιανική διδασκαλία.

Η εχθρότητα, βέβαια, είναι εξηγήσιμη. Προκύπτει από την σφοδρότητα, με την οποία το εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα συγκρούστηκε με την εκκλησιαστική εξουσία, η οποία συχνά στην ιστορία του κόσμου υπήρξε από τις βαρύτερες μορφές εξουσίας.

Εξηγείται, όμως, και από τη βάρβαρη και μισαλλόδοξη αντιμετώπιση πολλών πιστών στις κοινωνίες του «ανατολικού στρατοπέδου». Μόνο που η αλήθεια αυτής της εμπειρίας δεν μπορεί να σβήσει την εντελώς διαφορετική, ανοιχτή και μεγαλόκαρδη, πρακτική της μεγάλης Ρωσικής Επανάστασης, για την οποία αν δεν εκλείψει η κοιλάδα των δακρύων κανείς δεν μπορεί να διαγράψει με διατάγματα την θρησκεία.

Λύτρωση και (ή) απελευθέρωση

Αν θα έπρεπε να ονομάσουμε έναν κομμουνιστή, ο οποίος μπορεί να θεωρηθεί αντιπροσωπευτική συνείδηση του καιρού του και του κινήματος, στο οποίο συμμετείχε, νομίζω πως ο Βάλτερ Μπένγιαμιν θα ήταν ο κατεξοχήν υποψήφιος.

Εμμένοντας –στις «Θέσεις για τη Φιλοσοφία της Ιστορίας»– πως η επανάσταση επιβάλλεται όχι ως δώρο προς τις μέλλουσες γενιές, αλλά ως υποχρέωση προς τις παρελθούσες ταπεινωμένες και καταπιεσμένες γενιές των ταξικών κοινωνιών θύμισε πως «ο Μεσσίας δεν έρχεται μόνο ως λυτρωτής, αλλά και ως νικητής του Αντίχριστου».

Και χρησιμοποίησε την χριστιανική-μεσσιανική αντίληψη του χρόνου, για να αρνηθεί τη νομοτελειακή εικόνα τους αναπόφευκτου της ανοδικής προόδου, που ήταν το κύριο χαρακτηριστικό του σοσιαλδημοκρατικού θετικισμού.

Ο Μπένγιαμιν, μαζί με τους φίλους του σπαρτακιστές εξεγερμένους του 1919 –και, κυρίως, τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, τη μάρτυρα της Γερμανικής Επανάστασης– ήξερε πως «το κάθε δευτερόλεπτο είναι η μικρή πύλη, από την οποία μπορεί να περάσει ο Μεσσίας». Και, έτσι, διάβαζε τη Βασιλεία του Θεού ως εκείνες τις σκόρπιες, συχνά καταδικασμένες σε αποτυχία, μάχες εξ ονόματος των καταπιεσμένων, ιδωμένες, κατά κάποιον τρόπο, από την σκοπιά της αιωνιότητας.

Όπως ακριβώς ο Χριστός ήρθε μια τυχαία στιγμή και μπορεί να επιστρέψει οποτεδήποτε, χωρίς καμιά αιτιακή χρονική αλυσίδα να μπορεί να προβλέψει την ώρα, έτσι και η Επανάσταση είναι συμβάν μη προσδιορίσιμο. Και στις δύο περιπτώσεις, όμως, οι άνθρωποι πρέπει να προετοιμάζονται.

Ο Σάββας Μιχαήλ προβλέπει για την εποχή μας: «Όπως τον καιρό εκείνο, στην αυγή της Ρωσικής και της Γερμανικής Επανάστασης, καθόλου τυχαία ο Μπένγιαμιν και ο Ερνστ Μπλοχ ή ο αναρχικός Λαντάουερ ξαναβλέπουν τη Βίβλο με άλλο μάτι, μέσα σε μια Ευρώπη παραδομένη στις φλόγες, πιστεύω πως και τώρα υπάρχουν βαθύτατα ιστορικά ρεύματα που οδηγούν στην επανεμφάνιση μιας τέτοιου είδους προβληματικής» (στον συλλογικό τόμο Ο θεός της Βίβλου και ο θεός των φιλοσόφων, επιμ. Σταύρος Ζουμπουλάκης, Άρτος Ζωής, Αθήνα, 2012).

Δεν ξέρω αν θα επιβεβαιωθεί η πρόβλεψή του, αλλά, σε ό,τι αφορά το σύγχρονο μαρξισμό, δεν είναι τυχαία, νομίζω, η κεντρικότητα της φιλοσοφικής αναφοράς στον Σπινόζα, αυτό τον «Χριστό των φιλοσόφων», για τον οποίο ο Ιησούς υπήρξε ο κορυφαίος των σοφών, χάρη στη διδασκαλία του οποίου ακόμη και οι αδαείς και οι αμαθείς μπορούν πλέον να σωθούν.

***

Οι κομμουνιστές αγωνίζονται για την υπέρβαση του καπιταλισμού και την εγκαθίδρυση μιας αταξικής κοινωνίας ισότητας και ελευθερίας. Δεν είναι, όπως προείπαμε, μόνο με τους φτωχούς, αλλά και μαχητικά εναντίον των πλουσίων. Κι αυτό σημαίνει προσανατολισμό σε μεγάλη, ακραία ταξική σύγκρουση.

Γιατί, όπως είπε ο μεγάλος προτεστάντης θεολόγος του 20ού αιώνα Καρλ Μπαρτ, το καπιταλιστικό σύστημα είναι «σχεδόν αναμφίβολα δαιμονικό». Η υπέρβασή του είναι προϋπόθεση για την αυτοπραγμάτωση του ανθρώπινου προσώπου.

 

Ο Χρήστος Λάσκος είναι οικονομολόγος, μέλος της Γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ. Το κείμενο αποτελεί επεξεργασμένη μορφή της εισήγησής του στο συνέδριο «Εκκλησία και Αριστερά», που οργάνωσε το Τμήμα Θεολογίας του ΑΠΘ, 22-23.1.2013

http://enthemata.wordpress.com/2013/05/04/laskos-4/