Peter Greenaway- Wim Mertens: The Belly of an Architect

Wim Mertens – 4 mains

MI0001066129Ξαναείδα πρόσφατα το αριστούργημα του Peter Greenaway The Belly of an Architect (Η κοιλιά του αρχιτέκτονα, 1987). Ακούγοντας  την εξαίσια μουσική του Wim Mertens  σκέφτηκα πως η μουσική αυτή έχει τέτοια ένταση ώστε οιονεί «επισκιάζει» την ταινία. Κάνοντας μια συζήτηση με ένα φίλο σχεδόν μου είπε το ίδιο! 

Στην ουσία όμως στην προκειμένη περίπτωση είχαμε μια καταπληκτική συνεργασία: άριστη η σκηνοθεσία του Greeaway και με τη μουσική του Mertens η ταινία απογειώνεται…

Struggle for Pleasure – Wim Mertens

Wim Mertens-Time Passing

Advertisements

Αθανασίου Ι. Καλαμάτα,Ένα «παλαιό» βιβλίο συμβολή στη μνήμη του αγίου Πατροκοσμά του Αιτωλού (24 Αυγούστου)

AgiosKosmasAitolos02ΕΥΑΓΓΕΛΗ ΑΡ. ΝΤΑΤΣΗ

Πολιτισμική ηγεμονία και λαϊκός πολιτισμός

Ο «ετεροχρονισμένος διάλογος» του ιερομονάχου Κοσμά και του αγωνιστή Μακρυγιάννη

 εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1999, σσ. 263

 

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

Θεολόγου Καθηγητή

  Η γοητεία της σπουδής σε όποιον σελίδα-σελίδα περιδιαβεί τη συγκεκριμένη μελέτη, θα σηματοδοτηθεί από την ανακάλυψη μιας διαφορετικής συνιστώσας των ιστορικών τεκμηρίων, στις τάσεις των οποίων σήμερα η ιστορική επιστήμη όλο και περισσότερο θητεύει. Είναι πράγματι γεγονός ότι η σύγχρονη ιστοριογραφία, απαλλαγμένη από αδυναμίες παλαιότερων εποχών, έχει καταφέρει να αποτυπώσει ένα διαφορετικό λόγο, που συνεχώς ιχνηλατεί πρόσωπα και γεγονότα, συνεργαζόμενη άμεσα με όμορες προς σ’ αυτήν επιστήμες: Λαογραφία, Κοινωνική Ανθρωπολογία, Αρχαιολογία, Γεωγραφία, Θεολογία.

                Όσον αφορά τώρα την παρουσίαση της μελέτης της κ. Ντάτση, ευθύς εξ αρχής, θα ήθελα να ξεκαθαρίσω δύο θεωρητικά ζητήματα. Το πρώτο αφορά στον τίτλο: «πολιτισμική ηγεμονία και λαϊκός πολιτισμός». Η χρησιμοποίηση των δύο αυτών όρων, έρχεται να εφαρμοστεί με τον καλύτερο τρόπο, στα εξεταζόμενα πρόσωπα, στην παγιωμένη πνευματική παράδοση του Γένους που εκπροσωπούσε ο Πατροκοσμάς – «επίσημου και ανώτερου πολιτισμού» που μόρφωνε και εκπολίτιζε αγράμματους Έλληνες – αυτή ήταν η ταυτότητα του ακροατηρίου του – και στο «λαϊκό και κατώτερο» πολιτισμό που πραγμάτωνε ο ατόφιος αγωνιστής της Επανάστασης του 1821 Μακρυγιάννης. Η «προφορική παράδοση του λαϊκού κηρύγματος» που διαχύθηκε με τις ετερόγραφες Διδαχές του ιερομονάχου Κοσμά σε αναλφάβητες ομάδες Ελλήνων της Τουρκοκρατίας, «διασταυρώνεται και διαλέγεται» με έναν ολόκληρο «συμβολικό σύστημα» αξιών, τη «μαγική σκέψη» (τρόπο που διανοούνται οι αναλφάβητοι πληθυσμοί), που κι αυτή διαχύθηκε με τα Απομνημονεύματα και τα Οράματα και Θάματα του Μακρυγιάννη, σε μία «διαχρονική συλλογικότητα», διαφορετική όμως, αναλφάβητη για τον Πατροκοσμά, «επώνυμη και εγγράμματη» για τον Μακρυγιάννη.

                Το δεύτερο θεωρητικό ζήτημα αφορά στον υπότιτλο του έργου, την ταυτότητα του «ετεροχρονισμένου διαλόγου». Και τα δύο πρόσωπα ζουν σε διαφορετικές εποχές. Πρώτος, ο ιερομόναχος Κοσμάς με τον «αποτρεπτικό λόγο του» προς καθετί που ερχόταν σε αντίθεση με τη χριστιανική κοσμολογία και ανθρωπολογία, επεδίωξε να επαναπροσδιορίσει το ορθοδοξοπατερικό υπόβαθρο της παράδοσης, μέσα από τρία επίπεδα: το «ιεραρχικό σχήμα του κόσμου», τον «καταστατικό χάρτη σύμφωνα με τον οποίο οφείλουν να προσαρμόζουν τη συμπεριφορά τους» μόνο οι Χριστιανοί, και το σωτηριολογικό χαρακτήρα του κηρύγματός του. Θεωρητικό εφαλτήριο του αφυπνιστικού και αναγεννητικού έργου του, υπήρξε η εντελέχεια της ορθόδοξης θεολογικής διδασκαλίας. Από την άλλη πλευρά, δεύτερος, ο Μακρυγιάννης με το γραπτό λόγο του, αυτοβιογραφούμενος και «μετέωρος ανάμεσα σε δύο πολιτισμούς», αυτόν της προεπαναστατικής και μετεπαναστατικής Ελλάδας, βαπτισμένος στον απόηχο του κηρύγματος του Πατροκοσμά – πολύ ορθά η συγγραφέας εδώ θεωρεί ότι ο νεαρός Μακρυγιάννης γαλουχήθηκε με τον παιδαγωγικό λόγο του, γι’ αυτό κατά τη  άποψή μου, η σχέση του με την Ορθοδοξία υπήρξε καθάρια και βιωματική – εξέφραζε τις παραδοσιακές συνισταμένες του βίου των Νεοελλήνων, υιοθέτησε και αυτός, με κάποιες βέβαια αποκλίσεις, την «ιεραρχική αντίληψη του κόσμου» και κινήθηκε με άνεση στην «καθημερινότητα της λαϊκής παράδοσης».

                Αξιοσημείωτη είναι η άποψη της συγγραφέως για την «προνομιακή αντίληψη της ιστορίας» που ως «παράμετρος της πολιτισμικής ηγεμονίας» έγινε το κυρίαρχο πολιτισμικό ιδεώδες της προεπαναστατικής και μετεπαναστατικής ελληνικής κοινωνίας. Πρόκειται, για το ιδεολογικό πλαίσιο πάνω στο οποίο η Εκκλησία των χρόνων της Τουρκοκρατίας, με εκφραστή το Οικουμενικό Πατριαρχείο, στήριξε  ιδεολογικά και κατοχύρωσε την «εθελοδουλία» και την «αυτοπροστασία» της, όχι μόνο από τον Τούρκο κατακτητή, αλλά και από τον κίνδυνο του διαφωτιστικού ιδεολογικού ρεύματος, με κύριους εκφραστές τους Κολλυβάδες Πατέρες του Αγίου Όρους. Ο Πατροκοσμάς και σε ανάλογο επίπεδο ο Μακρυγιάννης, δείχνουν να αντιπροσωπεύουν και να υιοθετούν την πατροπαράδοτη βυζαντινή προοπτική, βάση της οποίας κάθε «συμβιβασμός» με την εκάστοτε πολιτική δύναμη, βασιζόταν στο σύστημα των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας, που είχε διαμορφωθεί από τα χρόνια του Μ. Κωνσταντίνου.

                Το βιβλίο της Ευαγγελής Ντάτση, αν και «παλαιά» ως έκδοση, αποτελεί ευπρόσδεκτη συμβολή στην ιστορία των ιδεολογιών και νοοτροπιών του πνευματικού μας βίου, στα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας.

Γ.Τζιρτζιλάκης, Υπο-νεωτερικότητα και αισθητική του χαροποιού πένθους

Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να μακρηγορήσω για να αποδείξω ότι το πένθος ανήκει στα γενεαλογικά συστατικά της ελληνικής κουλτούρας. Τι σημαίνει αυτό; Σημαίνει ότι η ελληνική κουλτούρα είναι εθισμένη -για ιστορικούς, κοινωνικούς, ανθρωπολογικούς, γεωπολιτικούς και άλλους λόγους που περιγράψαμε- σε μια διαδοχή αποχωρισμών. Εν ολίγοις, είναι υποχρεωμένη να επεξεργάζεται μια σειρά απώλειες, οι οποίες -παρότι αποφεύγουμε να το παραδεχτούμε- ορίζουν την ιδιότυπη πολιτική συνθήκη της. Ο Σεφέρης εντόπισε τη «συγκίνηση» που νιώθουμε μπροστά σ’ αυτήν την απώλεια με την αλληγορία του «άδειου βάθρου», του «βάθρου χωρίς άγαλμα», που στην κυριολεξία προσθέτει ένα αινιγματικό κενό, ένα ασυμπλήρωτο σημείο επαφής, ένα πέρασμα.

Δεν πρόκειται για απόσυρση, ούτε για την εαρινή μελαγχολία (που ο Νικόλαος Γύζης της προσέδωσε μορφή «συμφωνίας» το 1886), ούτε για το εξιδανικευμένο «φως το ανελέητο» του μεσογειακού «Ήλιου του Κρυπτού», ούτε για το πένθος του «χαμένου κέντρου» αλλά για το ότι το «κέντρο» αυτό είναι μεταβατικό, όντας στο κατώφλι, εκτεθειμένο. Αυτό ακριβώς είναι εκείνο που το καθιστά δυνατό προσδίδοντάς του διακριτό πολιτικό στίγμα ή, αν θέλετε, αυτή είναι η δύναμη της αδυναμίας του. Εδώ εδράζεται η μείζων ιδιαιτερότητα της πολιτισμικής παραγωγής στην Ελλάδα και όχι στις αρχαιόθεμες αναφορές (όπως πίστευε η Γενιά του ’30) και σε άλλες «καινοτομίες» που θα αναζητηθούν αργότερα.

Μπορούμε, λοιπόν, να προσδώσουμε σ’ αυτή τη συνύπαρξη του πένθιμου («στιγμές θλίψεως») με το ηδονικό («στιγμές ευδαιμονίας») γενικευμένο χαρακτήρα στη σύγχρονη καλλιτεχνική παραγωγή; Παρόλες τις εύλογες επιφυλάξεις που μπορεί να έχει κανείς, η απάντησή μου είναι καταφατική. Υπό την προϋπόθεση ότι δεν θα περιοριστούμε σε αυτούσιες αυτές τις έννοιες αλλά και στους τρόπους με τους οποίους φασματοποιούνται, ή υποδηλώνονται, μέσα από μια σειρά αντιμεταθέσεις, μορφώματα, συναρμογές, διασυνδέσεις και συμπεριφορές. Αν εξαιρέσουμε την υπερ-ερωτική «επεξεργασία του πένθους» στον Εμπειρίκο (που δεν βρήκε συνέχεια), κάποια από τα προαναφερθέντα στοιχεία τα συναντάμε με ρητό ή υπόρρητο τρόπο επανεγγεγραμμένα σε αρκετούς νεότερους καλλιτέχνες. Πράγμα που καταδεικνύει και τη διευρυμένη ανθεκτικότητα του υπερρεαλισμού και του μετασουρεαλισμού στη σύγχρονη ελληνική κουλτούρα.

Μιλώντας με όρους συμβατικής αισθητικής, από την ίδια παράδοση μοιάζει να αντλεί και η «αισθητική του γραφικού» (picturesque) -δηλαδή του αποσπασματικού και του ακανόνιστου- που είναι περισσότερο αναγνωρίσιμη στη νεότερη καλλιτεχνική παραγωγή απ’ ότι η «αισθητική του κλασικού».

«Το μεγάλο δώρο του σουρεαλισμού στην αισθαντικότητα ήταν ότι ευθύμησε το πρόσωπο της μελαγχολίας», θα γράψει η Σούζαν Σόνταγκ. Και ο ελληνικός σουρεαλισμός τανύει και κινητοποιεί στο έπακρον μια τέτοια στάση, η οποία βρήκε συνέχεια στις γενιές των καλλιτεχνών που ακολούθησαν. Μια τέτοια διαπίστωση μπορεί να μας οδηγήσει σε μια διαφορετική θεώρηση του «χαροποιού πένθους»: Τι άλλο είναι το «χαροποιό πένθος» αν όχι μια απρόσμενη ευκαιρία χαράς που μας βοηθά να καταλάβουμε τι είναι αυτό που χάσαμε και χρειάζεται να περάσει μέσα από μια διαδικασία αποξένωσης και επανασυμφιλίωσης.

Αν -όπως μας έδειξε η ψυχανάλυση- αυτή είναι μια «εργασία του πένθους», χαροποιός είναι η ίδια η κατανόηση του κόσμου που προκύπτει από αυτήν την εργασία. Όπως η ιστορία έτσι και η σύγχρονη τέχνη στις σημερινές συνθήκες γίνονται μια διαδικασία πένθους. Τόσο η δημόσια ιστορία όσο και οι σύγχρονες καλλιτεχνικές και αρχιτεκτονικές πρακτικές στρέφονται περισσότερο στα ερείπια, στις απώλειες, στις απωθήσεις, στα τραύματα, στα συναισθήματα, στο σκοτεινό σαρκασμό και στις αμφιθυμίες. Ακριβώς επειδή υπάρχει απώλεια, μπορεί κανείς να καταλάβει και να ερμηνεύσει τον κόσμο. Η παραγωγή νοήματος (συμπεριλαμβανομένου και του καλλιτεχνικού) είναι ανάλογη με εκείνη της απώλειας.

Με τον τρόπο αυτό ορίζεται και η διαδικασία ανάκτησης του εαυτού και του συλλογικού υποκειμένου στον ορίζοντα της απώλειας. Επομένως, αυτό που γεννάει το «χαροποιό πένθος» δεν είναι το παρελθόν της απώλειας αλλά το μέλλον. Αν υπάρχει εδώ μια διαλεκτική της μίμησης, αυτή έγκειται στο γεγονός ότι μέσα από τις πρακτικές του «χαροποιού πένθος» δεν μιμούμαστε την απώλεια αλλά, κατά κάποιο τρόπο, το αμίμητο που έρχεται. Να γιατί το «χαροποιό πένθος» διαπερνά την ελληνική τέχνη σαν μια στερεοποιημένη ιδέα, σαν αντανάκλαση μιας αμφίθυμης ψυχικής κατάστασης, η οποία γίνεται ραγδαία νοηματοδότητη που προσδίδει στα έργα συμβολικό εκτόπισμα.

Είναι δύσκολο να μπορέσουμε να καταλάβουμε τη νεότερη και νεότατη καλλιτεχνική δημιουργία στην Ελλάδα απομονώνοντάς την από το τριμερές σχήμα που έχει στη διάμεση γλυφή το πένθος, στο ένα άκρο τη μελαγχολία και στο άλλο το χαροποιό πένθος, το οποίο αποκλιμακώνει και προσδίδει στις δύο πρώτες έννοιες μια ξαφνική αίσθηση χαράς ή «μαύρου χιούμορ». Είναι πιθανόν η απόδοση στην ελληνική γλώσσα της λέξης «χιούμορ» ως «κλαυσίγελως», στο πλαίσιο του «αθηναϊκού ρομαντισμού» του 19ο αιώνα, να ήθελε να μιμηθεί την ερεθιστική ανάμιξη των αντιφατικών αυτών συναισθημάτων στην οποία εντάσσεται και το χαροποιό πένθος. Μπορεί να αντιληφθεί κανείς περισσότερα για την ελληνική κουλτούρα από τη στιγμή που θα μυηθεί σε τέτοιες αναμίξεις και αμφισημίες, σε κράματα όπως ο «κλαυσίγελως», ο «τραγέλαφος», η «ιλαροτραγωδία» και, βέβαια, το «χαροποιό πένθος».

Η τριπλή, λοιπόν, αυτή συνθήκη μελαγχολία-πένθος-χαροποιό πένθος έχει να κάνει και με τους τρεις συντελεστές της καλλιτεχνικής πράξης (καλλιτέχνης-έργο-παρατηρητής), συστήνοντας μια προνομιούχα περιοχή από την οποία οι περισσότεροι ανασύρουν στοιχεία σύγχρονης ευαισθησίας, ίχνη της ματαιωμένης νεωτερικότητας, «δηκτική ειρωνεία», συμβολικά αποθέματα και ασυνεχείς θραυσματικές μορφές που είναι συλλέξιμες όπως τα αρχαία ερείπια. Αν τα έργα των αρχαίων έφτασαν σ’ εμάς με την αποσπασματική μορφή σπαραγμάτων, όπως έλεγαν οι ρομαντικοί, τα περισσότερα από τα έργα των νεότερων καλλιτεχνών γίνονται εξαρχής σπαράγματα.

Η παρατεταμένη αμφιθυμία και η ασάφεια -που μερικοί θεωρούν ότι βρίσκονται στις ανθρωπολογικές καταβολές της σύγχρονης ελληνικής ιδιοσυγκρασίας (άρα και της σοβούσας κρίσης)- είναι και αυτά αποτέλεσμα της τριμερούς αυτής συνθήκης. Από αυτή την αμφιθυμία αντλούν οι άλυτες διαταραχές και οι εντάσεις γύρω από τις οποίες συγκροτείται και το περιβόητο ζήτημα της πολιτισμικής ταυτότητας. Σήμερα πια μπορούμε να υποψιαστούμε ότι η πολυπόθητη για πολλούς αυτή ταυτότητα δεν μπορεί να υπάρξει παρά μόνο σε διαρκή αναστολή και εκκρεμότητα. Θέλω να πω ότι παραμένει επιθυμητή επειδή ακριβώς είναι κατ’ ουσίαν αδύνατη, ελλειπτική και εκκρεμής. Όσο πιο ανέφικτη γίνεται τόσο περισσότερο τείνουμε προς αυτήν. Με ψυχαναλυτικούς όρους, θα λέγαμε ότι το ζήτημα της πολιτισμικής ταυτότητας εμφανίζεται υπό προϋποθέσεις στο σημείο της έλλειψης του, στον τόπο όπου ακριβώς απουσιάζει. Αυτή ακριβώς είναι η τοπολογία της σύγχρονης τέχνης στην Ελλάδα.

Το ερώτημα που ανακύπτει εδώ είναι αν μπορεί να υπάρξει σύγχρονος ελληνικός πολιτισμός χωρίς αυτά τα χαρακτηριστικά; Μ’ ένα λόγο, αν ανήκουν στο «ανεπανόρθωτο» και στο «είναι-τέτοιος» ενός πολιτισμού που του δίνουν τη δυνατότητα να «λαμβάνει χώρα»: «βάσανο και η πηγή του» ταυτόχρονα.

Το ερώτημα αυτό μας επαναφέρει στη συνθήκη της υπο-νεωτερικότητας, η οποία λειτουργεί περισσότερο ως εκκρεμότητα παρά ως κατάληξη, ως σύμπτωμα παρά ως κάποια λύση. Δεν θα είχε νόημα να εξετάσουμε εδώ το ιλιγγιώδες ζήτημα της δυτικής νεωτερικότητας όπως αυτή διαμορφώθηκε μετά το διαφωτισμό. Περιορίζομαι απλά να προσθέσω πως αν θα είχε σε κάτι να συμβάλλει η ελληνική υπο-νεωτερική κουλτούρα είναι ακριβώς η κριτική ενσωμάτωση της αναχρονιστικής αδύναμης στιγμής και των διεργασιών του τριμερούς αυτού σχήματος μελαγχολία-πένθος-χαροποιό πένθος, οι οποίες δεν μπορούν αποκτήσουν κυριαρχικό χαρακτήρα, ούτε να ολοκληρωθούν, παράγοντας συνεχώς υπόλοιπα, υπολείμματα και μετατοπίσεις.

Αυτό το υπόλειμμα και το συμπλήρωμα της νεωτερικότητας μας δίνει τη δυνατότητα να οικειοποιηθούμε τη «διγλωσσία» και ταυτόχρονα να είμαστε «ξένοι σε μια γλώσσα». Πρόκειται για ένα αμετάφραστο υβρίδιο εντοπιότητας και εκτοπισμού, ένα «διπλό δεσμό» κι ένα κατώφλι ανάμεσα στο πολύτιμο και το απόβλητο, στην αποξένωση και την υπερταύτιση, στην εγγύτητα και την απόσταση, στη μεθόριο και το πέρασμα. Υπ’ αυτήν την έννοια η δυτική νεωτερικότητα γίνεται ατελής, δηλαδή είναι πάντοτε η σχέση με το έλλειμμα, που μόνο έτσι κρατά ζωντανή τη σχέση με τις «δημιουργικές, διονυσιακές δυνάμεις του κάτω κόσμου». Θέλω να πω ότι, η υπο-νεωτερικότητα δεν είναι ούτε το απόβλητο, ούτε το τέλος της νεωτερικότητας, αλλά το σημείο επαναφοράς στις αφετηριακές της εκκρεμότητες.

Όπως έλεγε και ο Κ. Π. Καβάφης στον E. M. Forster, χρειάζεται να καταλάβουμε «ότι έχουμε χρεοκοπήσει εδώ και πολύ καιρό». Και αυτή είναι ουσιαστικά μία δύναμη που δεν χάνει την επίγνωση της αδυναμίας της. Εδώ έγκειται και ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της σύγχρονης τέχνης στην Ελλάδα.

 

http://www.avgi.gr/article/759907/upo-neoterikotita-kai-aisthitiki-tou-xaropoiou-penthous

Κώστας Λάμπος, Για τον τεχνοφασισμό του Zeitgeist Movement

imagesλλ

Για τον τεχνοφασισμό του Zeitgeist Movement[1]

Γράφει ο Κώστας Λάμπος

«Ανακάλυψε το αρχιμήδειο σημείο, αλλά το χρησιμοποίησε για τον εαυτό του. Φαίνεται πως μόνο υπ’ αυτό τον όρο του επιτράπηκε να το ανακαλύψει».

Franz Kafka

1. Το φαινόμενο Zeitgeist movement

Τα τελευταία χρόνια της μεγάλης παρακμιακής κρίσης του καπιταλισμού έκανε την εμφάνισή του στον χώρο του κοινωνικού προβληματισμού, αναφορικά με το πού οδηγεί την ανθρωπότητα ο καπιταλισμός και στην αναζήτηση κάποιας εναλλακτικής λύσης, το λεγόμενο «Κίνημα του Πνεύματος της Εποχής», Zeitgeist movement, (ZGM) γενικά[2] με παραρτήματα σε όλον τον κόσμο, ακόμα και στην Ελλάδα[3]. Η φανερή πλευρά αυτού του μυστηριώδους κινήματος είναι το λεγόμενο «Σχέδιο Αφροδίτη» (Venus Project), ένα είδος «ευφυούς σχεδίου κατασκευής ενός καλύτερου κόσμου»[4], φερόμενο ως έργο του «επιστήμονα, του αυτοδίδακτου κοινωνικού μηχανικού, του βιομηχανικού σχεδιαστή, του μελλοντολόγου κ.λπ. κ.λπ.» και συγγραφέα του μανιφέστου με τον τίτλο The best that money can’t buy. Beyond politics, poverty & war, Jacque Fresco[5], ο οποίος έχει δώσει σειρά διαλέξεων σε όλο τον κόσμο, αλλά και στην Ελλάδα, στην Καθημερινή[6], στον Αδέσμευτο Τύπο[7] και στην «Ζούγκλα»[8]. Κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στην Ελλάδα, καλεσμένος από την «Zeitgeist Hellas», ο ίδιος o Jacque Fresco στη συνέντευξή του, παρουσία και της συνεργάτιδάς του Roxanne Meadows, στην Καθημερινή ομολογεί: «μπήκα στην οργάνωση Κου Κλουξ Κλαν για ενάμιση μήνα και την διέλυσα! Επίσης συμμετείχα στο “Συμβούλιο των Λευκών Πολιτών” το οποίο διέλυσα σε ένα μήνα! Συμμετείχα σε διάφορες ακραίες οργανώσεις για να τους αλλάξω γνώμη»[9]. Βέβαια, ένας άνθρωπος με τέτοιες ‘υπερφυσικές’ ικανότητες θα μπορούσε να έχει απαλλάξει την ανθρωπότητα από εκείνες τις δυνάμεις και τις οργανώσεις, από όλα εκείνα τα συστήματα, του καπιταλισμού μη εξαιρουμένου, που θεωρεί και καταγγέλλει ως υπαίτιους για την παγκόσμια κακοδαιμονία, για να μπορέσει η ανθρωπότητα να ανασάνει και να προχωρήσει η ίδια μόνη της, χωρίς προστάτες, σε μια ανώτερη βαθμίδα του πολιτισμού της, αντί να πλασάρεται ο ίδιος ως Μεσσίας και σωτήρας της. Ας δούμε όμως τη φιλοσοφία και τους στόχους του Zeitgeist movement.

Πρόκειται για ένα «κίνημα» χωρίς συγκεκριμένη ταυτότητα, με κέντρο του τον απόλυτο τεχνοκράτη ιδρυτή του, με μια συγκεχυμένη φιλοσοφία, με αντιφατικούς στόχους και αντικρουόμενες θέσεις. Ένα ‘κίνημα’ που προβάλλει ως θέσεις του ένα μείγμα από μεγάλες και μικρές αλήθειες, από μισές αλήθειες, φαντασιώσεις και σοφιστικές αλχημείες, με πολύ εντυπωσιακό προπαγανδιστικό τρόπο, με παραρτήματα που στήνει στις περισσότερες χώρες του πλανήτη, με σειρά προπαγανδιστικών Videos στο διαδίκτυο, με ομιλίες του ιδρυτή του σε όλον τον κόσμο και με εκατομμύρια οπαδούς, θαυμαστές και εθελοντικά ή επαγγελματικά ‘στελέχη’ που παίρνει διαστάσεις ‘φαινομένου’. Ιδιαίτερα όταν προσχωρούν σ’ αυτό πέρα από διάφορους περίεργους και καλόπιστους απελπισμένους που θέλουν κάπου να ανήκουν και ψάχνουν από κάπου να πιαστούν και σκεπτόμενοι νέοι άνθρωποι που δικαιολογημένα ανησυχούν για τις συνέπειες της παρακμής και την έξοδο από αυτήν δεν μπορεί κανείς να το παρακάμψει, εκτός αν έχει κάποιο λόγο. Επειδή είμαι κι’ εγώ ένας από όσους ανησυχούν για τις εξελίξεις, αλλά με αναφορά στις ενεργές και αγωνιζόμενες δυνάμεις της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού και όχι σε μια θεοποιημένη τεχνολογία που ως deus machina θα λύσει τα προβλήματα της κοινωνίας-ανθρωπότητας χωρίς την κοινωνία-ανθρωπότητα, θα επιχειρήσω μια καλοπροαίρετη σύντομη προσέγγιση αυτού του «φαινομένου» με βάση τις θέσεις του, όπως αυτές διατυπώνονται στο ‘μανιφέστο’ του Ζακ Φρέσκο και στις διάφορες συνεντεύξεις του και όχι με βάση το τι πιστεύουν τα μέλη και οι οπαδοί του.:

2. Είναι το (ZGM) απολίτικο;

«Το Κίνημα Zeitgeist, δεν είναι ένα πολιτικό κίνημα. Δεν αναγνωρίζει κράτη, κυβερνήσεις, φυλές, θρησκείες ή τάξεις» υποστηρίζει ο δημιουργός του[10]. Αν σωστά αποδίδεται αυτή η θέση, θα πρέπει να διερωτηθούμε τον λόγο για τον οποίο το Zeitgeist Μovement (ZGM) δεν αναγνωρίζει υπαρκτές οντότητες, γιατί άλλο πράγμα είναι να μη συμφωνεί κανείς με κάποιες πραγματικότητες, όπως λ.χ. με ένα κοινωνικό σύστημα ή με μια κυβέρνηση και να θέλει να τα αλλάξει ή και να τα καταργήσει, οπότε κάνει πολιτική, και συνεπώς το ερώτημα είναι γιατί ισχυρίζεται το αντίθετο και άλλο πράγμα είναι να αγνοείς υφιστάμενες, καλώς ή κακώς, πραγματικότητες. Η άποψή μου είναι πως το ZGM πιστεύει ή έχει λόγους να πιστέψουμε κι’ εμείς πως ο κόσμος μπορεί να αλλάξει χωρίς πολιτική βούληση, δηλαδή χωρίς τους Πολίτες, την Πολιτεία, τον Πολιτισμό και φυσικά την Πολιτική, που τελικά σημαίνει χωρίς την κοινωνία, αλλά αυτό οδηγεί σε λογικές περί ανυπαρξίας της κοινωνίας ως αυτενεργού παράγοντα στο κοινωνικό Γίγνεσθαι, που παραπέμπουν στις αντιδραστικές θεωρίες του August Friedrich von Hayek[11] και της Σχολής του Σικάγο και στις απάνθρωπες πολιτικές της Θάτσερ και του Ρήγκαν που υποστήριζαν πως κοινωνίες δεν υπάρχουν παρά μόνο συμφέροντα, εννοώντας φυσικά τα συμφέροντα του αποικιοκρατικού, του ιμπεριαλιστικού και του παγκοσμιοποιημένου κεφαλαίου. Έτσι το αιώνιο ερώτημα προς απολίτικους, ή δήθεν απολίτικους, αν υπάρχει κάτι που να μην έχει σχέση με την Πολιτική, παραμένει κρίσιμο.

Είναι, λοιπόν, άλλο πράγμα το ZGM να αρνείται, να παραγνωρίζει ή και να θέλει να καταργήσει κάποιες άλλες πραγματικότητες, αλλά τότε το ερώτημα είναι ποιοι είναι αυτοί που αποτελούν αυτό το κίνημα, που δεν αναγνωρίζουν φυλές που τις δημιούργησε η Φύση, κράτη που καλώς ή κακώς τα δημιούργησαν οι ιστορικές συγκυρίες, υποτίθεται οι Λαοί, και κυβερνήσεις που καλώς ή κακώς τις εκλέγουν οι Λαοί; Άλλωστε, τι σημαίνει δεν αναγνωρίζει τα κράτη, τις φυλές, τις θρησκείες, τις κοινωνικές τάξεις, που αποτελούν δομικά στοιχεία της σημερινής πραγματικότητας, την οποία υποτίθεται και καλώς θέλει να την αλλάξει; Όμως όταν υποστηρίζει πως «τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε σήμερα στον κόσμο είναι δικό μας δημιούργημα»[12] εννοώντας όλους εμάς τους εκτός των τειχών της εξουσίας, και όχι του οικονομικού συστήματος της ασύδοτης κερδοφορίας, της απάνθρωπης εκμετάλλευσης των εργαζόμενων, της θανάσιμης καταστροφής της βιόσφαιρας και των καταστροφικών πολέμων, τότε, μετακυλώντας σκόπιμα την ευθύνη στα αποξενωμένα από κάθε δικαίωμα λήψης αποφάσεων άτομα, είναι φανερό πως προσπαθεί να κρύψει τον υπεύθυνο, γι’ αυτή την ζοφερή πραγματικότητα και συνεπώς κάνει πολιτική υπέρ αυτών των συμφερόντων. Οπότε λογικά προβάλλει το ερώτημα, ποια είναι για το ZGM η κακή πραγματικότητα, με ποιον θα αλλάξει την κακή πραγματικότητα, πώς θα την αλλάξει και για λογαριασμό τίνος θα την αλλάξει, όταν μάλιστα δεν μας λέει ποιος θα είναι ο ρόλος της ίδιας της εργαζόμενης κοινωνίας-ανθρωπότητας στη διαδικασία της αλλαγής, για να συμπεράνουμε ποιος θα είναι ο χαρακτήρας, αλλά και ο νομέας της αλλαγής και ποιος θα είναι ο ρόλος της κοινωνίας στη νέα κατάσταση. Πάντως, οι ιδιότητες του ‘επιστήμονα, του αυτοδίδακτου κοινωνικού μηχανικού, του βιομηχανικού σχεδιαστή, του συγγραφέα και του μελλοντολόγου’, ακόμα και με τη θεοποίηση της τεχνολογίας δεν φτάνουν για μια τέτοια κοσμογονία, ακόμα και αν πρόκειται ο ‘προφήτης’, ο ‘μεσσίας’ αυτής της ‘περιττής ουτοπίας’, αυτού του καινούργιου, χωρίς τους κοινωνικούς αγώνες, κόσμου, να είναι ο ίδιος ο Jacque Fresco και φυσικά ανεξάρτητα από τις όποιες καλές προθέσεις του που δεν έχουμε λόγο, ούτε έχει κα νόημα να τις αμφισβητήσουμε και για τον πρόσθετο λόγο πως κανένας ‘προφήτης’, ή μεσσίας δεν αποκάλυψε ποτέ του τις κακές προθέσεις του’

3. Η θεοποίηση της Τεχνολογίας, σωσίβιο του μανιακού πανκαπιταλισμού

Σ’ ένα κόσμο συνεχόμενου πολέμου, σκοταδισμού, προκατάληψης, αρρώστιας, πείνας και ανέχειας, στον κόσμο της καπιταλιστικής βαρβαρότητας δεν μπορούμε άλλο να είμαστε αδιάφοροι για την τεχνολογία και συνεπώς η επανεκτίμηση του ρόλου της σύγχρονης επιστήμης και τεχνολογίας στην ανοικοδόμηση ενός καλύτερου κόσμου είναι σήμερα περισσότερο από ποτέ αναγκαία[13], αυτό όμως δεν σημαίνει πως την ανοικοδόμηση αυτού του κόσμου θα πρέπει οι κοινωνίες και γενικότερα η ανθρωπότητα να την εμπιστευθούν στις μηχανές, στα τεχνοκρατικά ιερατεία και στους προφήτες τους, γιατί τότε η εκτροπή σε ένα παγκόσμιο τεχνοφασισμό θα είναι η φυσική κατάληξη της κοινωνικά αναφομοίωτης και ανεξέλεγκτης τεχνολογίας[14]. Κανένας δεν μπορεί να διαφωνήσει με τον Jacque Fresco ότι η ανθρωπότητα έχει φτάσει σε μια εποχή όπου «οι δυνατότητες της επιστήμης και της τεχνολογίας μπορούν να εξασφαλίσουν αφθονία για όλους»[15], αλλά από αυτή την καθολικά αποδεκτή διαπίστωση και αλήθεια, μέχρι την αντίληψη πως «οι υπάρχουσες τεχνολογίες ξεπερνούν κατά πολύ την ανθρώπινη ικανότητα να λαμβάνει δίκαιες και βιώσιμες αποφάσεις που αφορούν την ανάπτυξη και διανομή των φυσικών πόρων»[16] υπάρχει η μεταφυσική μαθηματίστικη αντίληψη, ή η αφελής ή η πονηρή πρόθεση να βάλουμε την εξέλιξη της κοινωνίας-ανθρωπότητας σε ένα ‘αυτόματο πιλότο’ που θα τον χειρίζεται κάποια τεχνοκρατική ελίτ, ή μια «παγκόσμια διακυβέρνηση»[17], γιατί τάχα, «οι άνθρωποι δεν είναι ακόμα λογικά όντα»[18] και συνεπώς χρειάζεται να τεθούν υπό τον έλεγχο νέων παγκόσμιων ανθρωποποιμένων και τεχνοκρατών ημιθέων[19].

Βέβαια ο Jacque Fresco, στα πλαίσια της αντίληψής του για μια «οικονομία βασισμένη στους πόρους», εντοπίζει το ιδιωτικοποιημένο μονοπωλιακό και συγκεντρωτικό ενεργειακό σύστημα που στηρίζεται στα ορυκτά καύσιμα ως βασική πηγή της κακοδαιμονίας της ανθρωπότητας, αλλά καταλήγει στη γενική και αφηρημένη επίκληση για ‘δίκαιη κατανομή των ορυκτών καυσίμων’ και τη συμπληρωματική αξιοποίηση των λεγόμενων εναλλακτικών πηγών ενέργειας[20] που και κοστίζουν και δεν λύνουν το ενεργειακό πρόβλημα της ανθρωπότητας, ελπίζοντας πως το ενεργειακό πρόβλημα θα λυθεί από ‘τη σχάση του ουρανίου’ ή την ‘θερμοπυρηνική σύντηξη’[21]. Και ενώ οραματίζεται ένα σουρεαλιστικό για τη σημερινή καθημαγμένη ανθρωπότητα κόσμο, με μια ιδιαίτερα ενεργοβόρο «αυτοματοποιημένη παγκόσμια οικονομία όπου τα μεγάλα μηχανήματα που θα λειτουργούν με τεχνητή νοημοσύνη θα ανοίγουν διώρυγες…, όπου οι αυτοσυναρμολογούμενες δομές θα αποδειχθούν πρόσφορες και αποτελεσματικές στην κατασκευή βιομηχανικών μονάδων…, τα εργοστάσια θα σχεδιάζονται από ρομπότ για ρομπότ, τα αυτοματοποιημένα συστήματα θα αυτοπρογραμματίζονται…,μέχρι που θα ανατίθενται στις μηχανές όλο και πιο περίπλοκες εργασίες λήψης αποφάσεων για βιομηχανικές, στρατιωτικές και κυβερνητικές υποθέσεις»[22], εν τούτοις αποφεύγει, αδικαιολόγητα για ένα τόσο ‘βαθύ γνώστη της επιστήμης και της τεχνολογίας’, να αναφερθεί στην μοναδική πηγή ενέργειας που όχι μόνο δεν κοστίζει, αλλά επιπλέον δεν ρυπαίνει, είναι ανεξάντλητη και απελευθερώνει τον παραγωγό και χρήστη της σε τοπικό, εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο από κάθε μορφή ενεργειακής και εξουσιαστικής εξάρτησης, δημιουργώντας τους υλικούς όρους για έναν πραγματικά καινούργιο και καλύτερο κόσμο, για μια αταξική κοινωνία ως κοινωνικό δημιούργημα, χωρίς αφεντικά και παγκόσμιους ηγεμόνες, όπου θα αποφασίζουν αμεσοδημοκρατικά οι αυθεντικοί, οι έστω ‘ατελείς’ άνθρωποι και όχι τα τέλεια ρομπότ της τεχνητής νοημοσύνης[23].

Υπάρχει αναμφίβολα μια τεχνοφοβία[24] στο μεγαλύτερο μέρος του ανθρώπινου είδους και όχι αδικαιολόγητη, αφού ‘οι μηχανές του παίρνουν τη δουλειά’, τον εξουθενώνουν με τους γρήγορους ρυθμούς της ‘κατά σειράν παραγωγής’, τα γνωστά συστήματα του τεϋλορισμού και σταχανοφισμού, μέχρι που του παίρνουν ατομικά, συλλογικά ακόμα και μαζικά τη ζωή, ως όπλα, τανκς, βομβαρδιστικά, πυρηνικές βόμβες, ως χημικά όπλα και τοξικοί ρύποι, αλλά και ως ειρηνικά έργα παραγωγής ηλεκτρισμού με πυρηνική ενέργεια. Χωρίς μια κοινωνικά υποταγμένη και ταγμένη στην απελευθέρωση από το μόχθο και την εξουσία όλων των ανθρώπων τεχνολογία και χωρίς μια ήπια και σταδιακή εξοικείωση του πληθυσμού με την φιλική στον άνθρωπο και στη Φύση τεχνολογία καμιά απόπειρα καλλιέργειας τεχνοφιλίας δεν μπορεί να αλλάξει την κατάσταση, όσα εντυπωσιακά φουτουριστικά σχέδια και αν παρουσιάσει, όπως κάνει ο Ζακ Φρέσκο με το Venus Project. Αντίθετα μάλιστα με επιχειρήματα όπως «με την πρόοδο της νανοτεχνολογίας, ίσως μια μέρα να είμαστε σε θέση να οργανώνουμε στιγμιαία την ύλη σε οποιαδήποτε μορφή επιθυμούμε και η αναδημιουργία του γενετικού κώδικα μπορεί να μας επιτρέψει να μειώσουμε ή να εξαφανίσουμε τελείως τις ασθένειες…»[25], γιατί χωρίς μια ουμανιστική αταξική κοινωνία που θα αποφασίζει με ιδιαίτερα ασφαλείς τρόπους για το είδος και τη δόση της αναγκαίας εφαρμοσμένης έρευνας ανάπτυξης, παραγωγής και χρήσης τεχνολογίας, ο εφιάλτης της ανεξέλεγκτης παραγωγής όπλων μαζικής καταστροφής και ρομποτοποίησης των ανθρώπων μεγαλώνει την τεχνοφοβία, γιατί εκείνοι που θα χειρίζονται μια τέτοια δύναμη έξω από τον έλεγχο της κοινωνίας, είναι πιθανότατο ότι θα τη χρησιμοποιήσουν για τον εαυτό τους, την τάξη τους και την εξουσία τους και φυσικά εναντίον των ‘ανθρώπων που γι’ αυτούς δεν θα είναι ακόμα λογικά όντα’, με κατάληξη να επιλέξουν μια μορφή ρομποτανθρώπων που δεν θα διεκδικούν, δεν θα κουράζονται, δεν θα αρρωσταίνουν, θα πολεμούν και θα αλληλοεξοντώνονται, χωρίς να δημιουργούν προβλήματα στην εξουσία των δημιουργών τους.

Εκτιμώ πως ο απόλυτος τεχνοκράτης Ζακ Φρέσκο, ενώ γενικά ξεκινάει από πολλές λογικές διαπιστώσεις και δικαιολογημένες ενστάσεις και καταγγελίες απέναντι στην σημερινή πραγματικότητα, καταλήγει σε ένα ακραίο τεχνοκρατισμό, γιατί δεν τον απασχόλησε ποτέ ή όσο έπρεπε η ανθρωπολογία, η κοινωνική ιστορία και η ιστορία των θεσμών, διαφορετικά δεν θα υποστήριζε, σε αντίθεση με κορυφαίους συμπατριώτες του, αλλά και άλλους επιστήμονες[26], πως «στις πρωτόγονες φυλές, οι άρχοντες και οι βασιλιάδες καθόριζαν το σύνολο των νόμων, των πεποιθήσεων και των εθίμων με στόχο τη στήριξη και την υπεράσπιση των κυρίαρχων ολιγαρχικών ομάδων»[27], γιατί τότε θα γνώριζε πως η ανθρωπότητα στην εκατομμυριόχρονη διαδρομή της έζησε σε συνθήκες απόλυτης αταξικότητας αλληλεγγύης και ελευθερίας, ενώ η ιστορία της ταξικής κοινωνίας αρχίζει με την εμφάνιση της πατριαρχικής οικογένειας της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους εδώ και μόνο 2,5-3 χιλιετίες. Αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος που ο Ζακ Φρέσκο δεν αναφέρεται σε κοινωνικά συστήματα και οργανωμένες κοινωνίες, σαν να μην υπάρχουν, αλλά μιλάει γενικά για αφηρημένους ανθρώπους, που ευθύνονται όλοι γενικά και αόριστα για τη φτώχεια, την καταστροφή του περιβάλλοντος, τον πόλεμο, τις καταστροφικές κρίσεις, επειδή είναι ‘τεχνολογικά αναλφάβητοι’ και ‘ατελή λογικά όντα’ και ενώ αποφαίνεται δογματικά πως η «αποτυχία του κομμουνισμού», εννοώντας τον σοβιετικό κρατικοκαπιταλισμό, «δεν διαφέρει από τις δικές μας αποτυχίες»[28], εννοώντας, ως δικές μας τον καπιταλισμό, για να καταλήξει στη σωστή διαπίστωση πως χρειάζεται ένα νέο όραμα, γιατί «όταν δεν υπάρχει όραμα οι άνθρωποι εξαφανίζονται»[29].

4. Οι περιττές τεχνοκρατικές ουτοπίες δεν είναι οράματα, αλλά εφιάλτες

Ποιο είναι όμως το όραμα του ιδρυτή του ZGM, του Ζακ Φρέσκο; «Είναι το Venus Project, ένας σχεδιασμός, η ανάπτυξη και η προετοιμασία πλάνων για την κατασκευή της πρώτης πειραματικής πόλης… Είναι όμως σαφές ότι το Venus Project δεν μπορεί να λειτουργήσει σε μια κοινωνία που βασίζεται στο χρήμα… Οποιαδήποτε προσπάθεια να προσαρμόσουμε τους στόχους μας σε ένα χρηματικό σύστημα θα τους μείωνε σε τέτοιο βαθμό που θα καθιστούσε τις αλλαγές που θα επιφέραμε ασήμαντες»[30]. Αλλά, «δεδομένου ότι οι προετοιμασίες μας ξεκινάνε σε μια κοινωνία που στηρίζεται στο χρήμα, η άντληση κεφαλαίων για την κατασκευή αυτής της πειραματικής κοινότητας μπορεί να επιτευχθεί με διάφορους τρόπους… όπως προσφορές, εκδόσεις, βίντεο, ομιλίες και χορηγίες[31]. Κι’ ενώ ο κάθε καλοπροαίρετος αναγνώστης προσπαθεί να εξηγήσει αυτή την θεμελιακή αντίφαση που αναιρεί όλη τη βασική φιλοσοφία του ZGM και του Ζακ Φρέσκο, πέφτει πάνω σε ένα μεγαλύτερο σκόπελο. «Η κυκλική πόλη θα είναι μια μεταβατική φάση η οποία θα μπορούσε να εξελιχθεί από μια ημισυνεργατική χρηματικά προσανατολισμένη κοινωνία σε μια πλήρη οικονομία βασισμένη σε πόρους. Θα μπορούσε μάλιστα να αποτελέσει το πρότυπο με βάση τον οποίο θα κατασκευαστεί μια σειρά από νέες πόλεις σε διάφορα μέρη του κόσμου. Ο ρυθμός προόδου θα εξαρτηθεί από τη διαθεσιμότητα κεφαλαίων που θα συγκεντρωθούν κατά τα πρώτα στάδια και από τους ανθρώπους που θα αναγνωρίσουν, θα συμμετέχουν και θα υποστηρίξουν τους στόχους και την κατεύθυνση του Venus Project. Καθώς θα αναπτύσσονται αυτές οι νέες κοινότητες και θα γίνονται ευρύτερα αποδεκτές, θα μπορούν κάλλιστα να αποτελέσουν τη βάση ενός νέου πολιτισμού κατά προτίμηση μέσω της διαδικασίας της εξέλιξης και όχι της επανάστασης»[32]. Σε απλά ελληνικά όλη αυτή αντιφατική επιχειρηματολογία του Ζακ Φρέσκο επιτρέπει να σκεφτεί κανείς πως ο άνθρωπος ενδιαφέρεται να κάνει business, δηλαδή, να βρει χρηματοδότες για να τους φτιάξει μια πειραματική πόλη φρούριο, κάτι αντίστοιχο με αυτά τα τερατουργήματα των πετρελαιάδων στον περσικό κόλπο και στη συνέχεια να πουλάει τεχνογνωσία, να δημιουργήσει και να πουλήσει και άλλες τέτοιες πόλεις κατάλληλες για την ασφάλεια της άρχουσας τάξης. Είναι προφανές πως σε ένα τέτοιο όραμα δεν υπάρχει ρόλος και χώρος για την κοινωνία των ανέργων και των φτωχών ανθρώπων και με αυτή την έννοια το όραμα του ZGM και του Ζακ Φρέσκο μοιάζει μάλλον με εφιάλτη.

5. Το ZGM και το σύστημα της αγοράς

Όλα αυτά μάς οδηγούν στο συμπέρασμα πως το Κίνημα Zeitgeist δεν στοχεύει στην αλλαγή του καπιταλιστικού συστήματος, αλλά στη βελτίωσή του και στη σωτηρία του. Μιλάει λ.χ. για χρηματοπιστωτικό σύστημα, υπονοώντας το κεφαλαιοκρατικό σύστημα ως όλον, ενώ είναι γνωστό πως δεν είναι παρά ένα, βασικό βέβαια, αλλά όχι το μοναδικό υποσύστημα του καπιταλιστικού συστήματος. Με αυτό τον τρόπο ή δεν κατανοεί σωστά τη φύση και την υπόσταση των κοινωνικών συστημάτων, ή σκόπιμα αποσιωπά την όλη αλήθεια, ταυτίζοντάς την με τη μισή, ή μέρος της. Και αν αυτή η ασάφεια δεν είναι ύποπτη, είναι τουλάχιστον αφελές να χρεώνει κανείς την παγκόσμια κακοδαιμονία έτσι αφηρημένα στο ‘τραπεζικό σύστημα’, χωρίς να αποκαλύπτει τους αρχιτέκτονες[33] του σημερινού παγκόσμιου καπιταλιστικού τραπεζικού συστήματος. Γιατί χωρίς να προτείνει την κατάργησή του, χωρίς να καταγγέλλει τους θεσμούς και τις δυνάμεις που κρύβονται πίσω από το τραπεζικό σύστημα και λειτουργούν ως παγκόσμιοι πειρατές, δουλέμποροι, σαράφηδες τοκογλύφοι και κυβερνήτες[34] είναι σαν να τους κάνει πλάτες να οδηγούν τη μια μετά την άλλη τις χώρες του πλανήτη στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, στις ‘αόρατες αγορές’ και στη χρεοκοπία, καταπνίγοντας κάθε μη ελεγχόμενη ειρηνική παραγωγική δραστηριότητα και καταδικάζοντας την αποφασιστική πλειονότητα της εργαζόμενης ανθρωπότητας στην εξαθλίωση. Ο Ζακ Φρέσκο αδυνατεί ή δεν θέλει να κατανοήσει τη μετάλλαξη του καπιταλισμού της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας που κερδοσκοπεί από την εργασία των ανθρώπων, σε ένα σύγχρονο φεουδαρχικού τύπου φασιστικό σχηματισμό, που τα αυξημένα έσοδά του προέρχονται μέσω της βίαιης φορολόγησης των υπηκόων του, πράγμα που κατέστει δυνατό μέσω της υπερχρέωσης των ‘πατρίδων’ τους σε συνεργασία πάντα με τις ‘εθνικές κυβερνήσεις τους’. Η άγνοια ή ο φόβος και η σιωπή αποτελεί ίσως ελαφρυντικό για τα εξαθλιωμένα θύματα του καπιταλισμού, όχι όμως και για τους επίδοξους σωτήρες της ανθρωπότητας, γιατί αυτοί είναι υποχρεωμένοι να πάρουν ξεκάθαρη θέση απέναντι στο σύστημα.

Όταν όμως ερωτάται ευθέως ο Jacque Fresco αν πιστεύει πως υπάρχουν άλλοι δρόμοι, συστήματα κοινωνικά και θεσμοί, τους οποίους μπορούν να εμπιστευτούν οι άνθρωποι για ένα καλύτερο μέλλον, αυτός απαντά: «Δεν γνωρίζω αν υπάρχουν κάποιοι άλλοι εναλλακτικοί δρόμοι που βρίσκονται εκτός του υπάρχοντος θεσμικού πλαισίου…»[35], και για να μην υπάρξουν παρεξηγήσεις των προθέσεών του, διευκρινίζει: «Το Venus Project δεν υποστηρίζει τη διάλυση του υπάρχοντος συστήματος της ελεύθερης αγοράς»[36], που σημαίνει πως το ευφυές σχέδιο του ZGM δεν ήρθε να καταλύσει τον καπιταλισμό, αλλά να κινηθεί εντός του υπάρχοντος καπιταλιστικού θεσμικού πλαισίου, με σκοπό να τον βελτιώσει και να τον σώσει, ή τουλάχιστον να προσπαθήσει, με το αζημίωτο βέβαια, γιατί ούτε οι λιμοκτονούντες άνεργοι, ούτε οι φυτοζωούντες επισφαλείς εργαζόμενοι μπορούν να γίνουν χορηγοί ενός προγράμματος που υπόσχεται ‘πολιτείες στα βάθη των ωκεανών, πολιτείες που επιπλέουν στις θάλασσες, ή πετάνε στους ουρανούς και… αποβάθρες εκτόξευσης στη Δυτική Ακτή των Ηνωμένων Πολιτειών’…, γιατί επτά τρισεκατομμύρια άνθρωποι δεν χωράνε σ’ αυτή τη χίμαιρα και δεν μπορούν να ζήσουν μακριά από τα χώματα, τα νερά και τον αέρα του διαστημόπλοιου Γη.

Στην μια συνέντευξή του, στον Αδέσμευτο Τύπο, ο Ζακ Φρέσκο, επαναλαμβάνει την ίδια θέση με τα ίδια περίπου λόγια. Συγκεκριμένα λέει ότι «η νομισματική οικονομία δεν λειτουργεί και δεν υπάρχει κανείς άλλος να τους δώσει (αλήθεια σε ποιους;) μια ολοκληρωμένη εναλλακτική λύση, εκτός από το σχέδιο Αφροδίτη»[37]. Σε άλλο σημείο της συνέντευξης στην Καθημερινή επαναλαμβάνει και πάλι, ότι «η κοινωνική εξέλιξη ενδεχομένως προϋποθέτει την κατάρρευση ορισμένων κατεστημένων δομών και θεσμών»[38], πράγμα που σημαίνει πως η κοινωνική εξέλιξη δεν προϋποθέτει την κατάργηση του καπιταλισμού, αλλά ενδεχομένως να προϋποθέτει την κατάργηση των ελευθεριών των εργαζόμενων, ίσως ακόμα και της αστικής δημοκρατίας, αλλά ενδεχομένως και να μην προϋποθέτει την κατάργηση κανενός επιμέρους κατεστημένου εκμεταλλευτικού και καταπιεστικού θεσμού και συνεπώς και η πείνα των λαών ολόκληρη και ο καπιταλισμός χορτάτος.

Οπότε διερωτάται και δικαιολογημένα ο κάθε λογικός άνθρωπος, πώς είναι δυνατόν οι σχεδιαστές του ‘ευφυούς σχεδίου’ για την αναμόρφωση της κοινωνίας και τη σωτηρία της ανθρωπότητας, να μη βλέπουν αυτό που δισεκατομμύρια άνθρωποι βλέπουν και ζουν καθημερινά, ότι δηλαδή ο παρακμασμένος καπιταλισμός είναι υπεύθυνος για τη ζοφερή κατάσταση της ανθρωπότητας. Όχι, οι άνθρωποι του Zeitgeist δεν είναι αφελείς. Γνωρίζουν πολύ καλά τι συμβαίνει, απλά το σχέδιό τους δεν είναι να σώσουν την ανθρωπότητα, αλλά το σύστημά τους, από το οποίο και περιμένουν να χρηματοδοτηθούν.

Συγκεκριμένα η Roxanne Meadows, σε κάποια στιγμή της συγκεκριμένης συνέντευξης, αποκαλύπτει, απαντώντας σε μια ερώτηση, αυτό που ξέχασε ή δεν ήθελε να αποκαλύψει ο Jacque Fresco: «Δεν είμαστε αυτή την στιγμή στο στάδιο οικοδόμησης. Θα το θέλαμε πολύ αλλά δεν έχουμε την οικονομική δυνατότητα. Θα θέλαμε επίσης να κάνουμε μια μεγάλη κινηματογραφική παραγωγή για να κάνουμε το “σχέδιο Αφροδίτη” γνωστό σε όλο τον κόσμο. Δυστυχώς οι άνθρωποι σήμερα δεν ξέρουν τίποτα άλλο εκτός από τον κομμουνισμό, τον σοσιαλισμό, τον φασισμό, τον καπιταλισμό κλπ. και το Σχέδιο Αφροδίτη δεν είναι κανένα από αυτά τα συστήματα. Είναι εντελώς καινούργιο»[39]. Αυτή η διατύπωση είναι πολύ αποκαλυπτική, γιατί ‘μαθαίνουμε’ πως οι κατασκευαστές εντυπωσιακών φουτουριστικών σχεδίων πόλεων, σπιτιών και αυτοκινήτων, θεωρούν ή «πουλάνε» το Σχέδιο Αφροδίτη ως καινούργιο κοινωνικό σύστημα, απέναντι στον σοσιαλισμό και στον κομμουνισμό, που προφανώς τους ταυτίζουν με τον ‘αείμνηστο’ υπαρκτό σοσιαλισμό, που δεν ήταν παρά ένας χυδαίος κρατικο-μονοπωλιακός καπιταλισμός, καθώς επίσης και απέναντι στον φασισμό και στον καπιταλισμό, που προφανώς δεν είναι παρά ένα και το αυτό πράγμα και το μόνο υπαρκτό σύστημα το οποίο και θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει το Κίνημα Zeitgeist, υποτίθεται για να το ‘ανατρέψει’.

Και για όσους δεν κατάλαβαν, η Roxanne Meadows συνεχίζει: «Αν οι άνθρωποι πραγματικά καταλάβαιναν το “σχέδιο Αφροδίτη”, δεν θα είχαν καμία αντίρρηση. Το “σχέδιο Αφροδίτη” δεν βλάπτει κανέναν. Αυτό που κάνει είναι να βελτιώνει τη ζωή μας. Ακόμα και οι πιο πλούσιοι του κόσμου θα έχουν καλύτερη ζωή»[40], πράγμα που σημαίνει πως η ‘κοινωνική αλλαγή’ που ευαγγελίζεται το Κίνημα Zeitgeist δεν θα βλάψει κανέναν, ούτε και εκείνους που βλάπτουν τον πλανήτη, την ανθρωπότητα και τον πολιτισμό της, αφού ακόμα και οι πιο πλούσιοι θα συνεχίσουν να είναι πλούσιοι, να γίνονται πλουσιότεροι και ‘θα έχουν ακόμα καλύτερη ζωή’.

Με όλα αυτά τα ευτράπελα δικαιώνουν όσους κατηγορούν την Επιχείρηση Zeitgeist πως όλα αυτά γίνονται για να βγάλουν κάποια στιγμή δίσκο στα μέλη, στους οπαδούς και στους φίλους τους, να τους αποσπάσουν μέρος από το πλεόνασμα ή από το ήδη κουτσουρεμένο υστέρημά τους για να κάνουν business as usual, σαν αυτές δηλαδή που κάνουν κάτι αγύρτες τεχνοκράτες, ακόμα και «νομπελίστες» στον ‘πολιτισμένο’ κόσμο, κάτι αλβανοί πυραμιδάδες, αλλά και κάτι τραχανάδες και ευφραίμηδες στην καθ’ ημάς Ανατολή και Δύση.

Αποκαλυπτικά είναι επίσης, για την ελαφρότητα του σχεδίου, τα περί κατάργησης του χρήματος, από εκείνους που περιμένουν χρηματοδότηση από μεγαλοκεφαλαιοκράτες, υποτίθεται, για να τους καταργήσουν. Ας δούμε μερικές τέτοιες σκόρπιες και ατεκμηρίωτες θέσεις:

  • «Μπορούμε να ξεπεράσουμε την ανάγκη για ένα χρηματοπιστωτικό σύστημα καθιστώντας διαθέσιμα τα βασικά αγαθά σε όλους, χωρίς τιμή, χρησιμοποιώντας τις επιστήμες και την πληροφορική»[41].
  • «Το Venus Project είναι ένα σύστημα, στο οποίο τα αγαθά και οι υπηρεσίες είναι διαθέσιμα χωρίς τη χρήση των χρημάτων, της πίστωσης, της ανταλλαγής, του χρέους ή της δουλείας»[42].
  • «Μια ‘αχρήματη’ κοινωνία είναι εφικτή, σύμφωνα με το κίνημα, η οποία θα λειτουργεί με άλλους κανόνες που θα εξαλείφουν τους ανταγωνισμούς…»[43].

Τώρα, πώς μπορεί κανείς να καταργήσει το χρήμα, χωρίς να καταργήσει το κεφάλαιο ως κοινωνική σχέση, την ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, την εμπορευματική παραγωγή και τους πλούσιους και από την άλλη μεριά να εξαλείψει τους ανταγωνισμούς και να ταΐζει δωρεάν δισεκατομμύρια ανθρώπους, μόνο ένας ‘αυτοδίδακτος κοινωνικός μηχανικός και μελλοντολόγος’ μπορεί να το φανταστεί. Αλλά είναι δύσκολο να τον καταλάβουμε εμείς οι κοινοί θνητοί, που μάλλον διαβλέπουμε πως πίσω από αυτά τα σχέδια θα μπορούσε να κρύβεται ένας καπιταλιστικός ολοκληρωτισμός που οραματίζεται μια ανθρωποτροφική κοινωνία, αντίστοιχη με τα σύγχρονα ορνιθοτροφεία, στα οποία οι τρόφιμοι θρέφονται για να σφαχτούν σε κάποιους ληστρικούς πολέμους και να αποφέρουν κέρδος.

6. Η φαιδρή πλευρά

Δεν χρειάζεται, νομίζω, περισσότερη ανάλυση των θέσεων και προτάσεων της επιχείρησης Venus Project, κλείνοντας όμως, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω την παρακάτω πρόταση του Jacque Fresco για το τι μπορεί ο καθένας μας να περιμένει από τον κόσμο που μας υπόσχεται το Κίνημα Zeitgeist, αλλά και για να δούμε τη χυδαία αντίληψη που έχουν οι τεχνοκράτες για τον άνθρωπο και την κοινωνία, για την τεχνολογία και την επιστήμη: «Θα κάθεσαι μπροστά σε μια μηχανή και θα λες “θέλω ένα σπίτι”. Τότε το μηχάνημα θα σου δείχνει διαφορετικά σπίτια. Όταν δεις κάτι που θα σου αρέσει, θα του λες “σταμάτα”. Μετά θα μπορείς να κάνεις ό,τι αλλαγές θες. Δηλαδή να αλλάξεις θέση στα δωμάτια. Η μητέρα, για παράδειγμα, μπορεί να μετακομίσει το δωμάτιο του παιδιού της δίπλα στο δικό της. Επίσης, το δωμάτιο του παιδιού θα έχει μικρά αντικείμενα ώστε να ταιριάζουν με το μέγεθος του παιδιού. Όσο μεγαλώνει το παιδί, θα μεγαλώνουν και τα αντικείμενα! Τα αντικείμενα αυτά έχουν ένα υλικό με “μνήμη” το οποίο έχει την δυνατότητα να μεγαλώνει σε μέγεθος παράλληλα με το παιδί. Πρέπει να ενημερώσουμε τον κόσμο για το τι μπορεί να προσφέρει σήμερα η επιστήμη»[44]. Τελειότερη περιγραφή του κομπογιαννιτισμού και της αγυρτείας δεν θα μπορούσαν να σκεφτούν ούτε τα πιο πανούργα φονταμενταλιστικά ιερατεία, το φτωχοπαπαδαριό και οι αλαφροΐσκιωτοι καλόγεροι. Βέβαια η επιστήμη και η τεχνολογία γενικά μπορούν αναμφισβήτητα, κάτω από άλλες βέβαια συνθήκες, να κάνουν ‘θαύματα’ χωρίς εισαγωγικά για τον άνθρωπο και την κοινωνία του, αλλά η παραμυθοποίηση της επιστήμης και της τεχνολογίας, σαν να ήταν το λυχνάρι του Αλαντίν, υποτιμά την επιστήμη και τη νοημοσύνη ακόμα και των παιδιών που χρειάζονται το καλό παραμύθι.

Είναι, όμως, και αυτά τα ευτράπελα μια ‘πραγματικότητα’. Ασυνήθιστα αφελής, θα σκεφτείτε. Όμως πρέπει να σκεφτούμε πως με αυτή τη φάρσα (εξ αιτίας της γενικευμένης οικονομικής, κοινωνικής, πολιτικής, πολιτιστικής, πολιτισμικής και κατά συνέπεια συστημικής κρίσης, σε συνδυασμό με την πείνα, την ανεργία, τον Φόβο, την έλλειψη ενημέρωσης, τον ρατσισμό, τον σκοταδισμό, τον γενικευμένο θρησκευτικό φονταμενταλισμό και την καλλιεργούμενη άγνοια) ασχολούνται, σύμφωνα με δικά τους στοιχεία, μέχρι σήμερα, περισσότεροι από πενήντα εκατομμύρια άνθρωποι και εξαπλώνεται ραγδαία σε όλες τις χώρες του κόσμου. Κι αν συγκρίνουμε τον τρόπο με τον οποίο κάνουν, με τα ‘έξυπνα’ Videos με τα οποία έχουν κατακλύσει το διαδίκτυο, την προπαγάνδα τους, με αυτόν της συμμορίας του Χίτλερ, που κι αυτός κατηγορούσε τους μεγαλοκαπιταλιστές, αλλά όχι τον καπιταλισμό τους, και τους Εβραίους, λες και όλοι οι Εβραίοι είναι σιωνιστές, μερικοί από τους οποίους μάλιστα τον χρηματοδοτούσαν, τότε μπορεί και να υποψιαστούμε πως κάθε Μεσσίας, μικρός-τοπικός ή μεγάλος-παγκόσμιος, είναι επικίνδυνος.

7. Δυό συμπεράσματα

Το ειδικό συμπέρασμα είναι πως χρειάζεται κριτική σκέψη για να επιλέγουμε από όσα μας προσφέρονται μόνο όσα μας είναι χρήσιμα για να συνεχίσουμε τη δύσκολη, αλλά συναρπαστική πορεία μας ως ανθρώπινο είδος και ως πολιτισμός προς την κοινωνική ισότητα και τον ανθρωπισμό.

Το γενικό συμπέρασμα είναι πως τελικά μόνοι μας, οι δυνάμεις της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού, ως κοινωνίες και ως ανθρωπότητα και με τη βοήθεια της κοινωνικοποιημένης επιστήμης και της τεχνολογίας, θα τακτοποιήσουμε τους λογαριασμούς μας με τους εκμεταλλευτές μας, με τα διάφορα σκοταδιστικά και εξουσιαστικά ιερατεία, με την ιστορία και το μέλλον μας, για να ανοίξει ο δρόμος για ένα πραγματικά καλύτερο κόσμο, για μια αταξική κοινωνία αυθεντικών ανθρώπων, χωρίς εξουσιαστικές ηγεσίες, αφεντικά, ηγεμόνες και ανθρωπορομποτοφύλακες.


[1] Ξαναδουλεμένο απόσπασμα από το βιβλίο του Κώστα Λάμπου «Άμεση Δημοκρατία και Αταξική Κοινωνία», ΝΗΣΙΔΕΣ, Θεσσαλονίκη 2012.

[4] Η επιλογή του αυτοχαρακτηρισμού του Jacque Fresco, ως δημιουργού ενός νέου «ευφυούς σχεδίου κατασκευής ενός καλύτερου κόσμου», είναι πράγματι ένα τόλμημα, γιατί, όπως γνωρίζουμε, όλοι οι σκοταδιστές δέχονται και επιβάλλουν μάλιστα βίαια, την άποψη πως το ευφυές σχέδιο κατασκευής του κόσμου έγινε μια φορά από κάποιον υποτιθέμενο θεό, οπότε λογικό είναι το ερώτημα αν ο Jacque Fresco θεωρεί πως είναι ένας καινούργιος θεός που αμφισβητεί το παλιό ‘ευφυές σχέδιο’ και θέλει να διορθώσει τον κόσμο του παλιού κατασκευάζοντας το δικό του.

[5] Βλέπε την ελληνική έκδοσή του με τον τίτλο: Φρέσκο Ζακ, Ό,τι αξίζει δεν κοστίζει, ΕΚΔΟΣΕΙΣ PANGEA, Αθήνα 2011.

[6] Βλ. Καθημερινή, 24.9.2010

[9] Fresco Jacque, «Σχεδιάζοντας το μέλλον», συνέντευξη στον Άρη Κολομβάτσο, Αδέσμευτος Τύπος, Σάββατο 14.8.2010, http://adesmeytos-typos.blogspot.com/2010/08/blog-post_14.html

[11] Λάμπος Κώστας, Η κατάρα του Hayek και η ελληνική τραγωδία, στο: http://infonewhumanism.blogspot.gr/2010/05/blog-post.html

[12] Φρέσκο Ζακ, Ό,τι αξίζει δεν κοστίζει, ΕΚΔΟΣΕΙΣ PANGEA, Αθήνα 2011, σελ. 7.

[13] Περισσότερα στο: Feenberg Andrew, Critical Theory of Technology, New York: Oxford University Press, 1991.

[14] Βλέπε σχετικά, Λάμπος Κώστας, Ποιος φοβάται το υδρογόνο;, ΝΗΣΙΔΕΣ, Θεσσαλονίκη 2013.

[15] Φρέσκο Ζακ, Ό,τι αξίζει δεν κοστίζει.., ό. π., σελ. 18.

[16] Ό. π., σελ. 18.

[17] Ό. π., σελ. 73

[18] Ό. π., σελ. 37.

[19] «Είναι τελείως ασήμαντο αν οι πολίτες του κόσμου μπορούν να κατανοήσουν τη σημασία μιας τέτοιας αλλαγής. Αυτό που χρειάζεται και είναι ιδιαίτερα σημαντικό είναι να αντιληφθεί τη σημασία αυτών των αλλαγών ένας ικανοποιητικός αριθμός παγκόσμιων ηγετών», ό. π., σελ. 49.

[20] Ό. π., σελ. 76 και 121 κ. επόμενες.

[21] Ό. π., σελ. 122.

[22] Φρέσκο Ζακ, Ό,τι αξίζει δεν κοστίζει.., ό. π., σελ. 95.

[23] Λάμπος Κώστας, Ποιος φοβάται το…, ό. π.

[24] Φρέσκο Ζακ, Ό,τι αξίζει δεν κοστίζει.., ό. π., σελ. 141 κ. επ.

[25] Ό. π., σελ. 104.

[26] Morgan Lewis Henry, Η αρχαία κοινωνία, Αναγνωστίδης, Αθήνα χ.χ. Morgan J., (Jacques de), Η πρωτόγονη κοινωνία. Μελέτη πάνω στη γενική προϊστορία της ανθρωπότητας, Αναγνωστίδης, χ.χ. Boas Franz, Η σκέψη του πρωτόγονου ανθρώπου και η πρόοδος του πολιτισμού, PRINTA, Αθήνα 2009, Balandier George, Πολιτική Ανθρωπολογία, ΠΑΠΑΖΗΣΗΣ, Αθήνα 1967, Γιούντμπερν Τζέημς, Εξισωτικές κοινωνίες, στο: Κοινωνίες μοιράσματος, Πολιτειακές Εκδόσεις, Αθήνα 2009. Zinn Howard, Ιστορία του λαού των Ηνωμένων Πολιτειών. Μια κοινωνική ιστορία της Αμερικής από την εποχή του Κολόμβου ως τις αρχές του 21ου αιώνα, Αιώρα, Αθήνα 2008. Polanyi Karl, The Great Transformation. Politische und Ökonomische Ursprünge von Gesselschaften und Wirtschaftssystemen, EUROPAVERLAG, 1977, Σάλινς Μάρσαλ, Η πρωταρχική κοινωνία της αφθονίας, στο: Κοινωνίες Μοιράσματος, Πολιτειακές Εκδόσεις, Αθήνα 2009, Levi-Stauss Claude, Η ανθρωπολογία και τα προβλήματα του σύγχρονου κόσμου, ΠΑΤΑΚΗΣ, Αθήνα 2012.

[27] Φρέσκο Ζακ, Ό,τι αξίζει δεν κοστίζει.., ό. π., σελ. 115.

[28] Ό. π. σελ. 194.

[29] Ό. π., σελ. 195.

[30] .Ο. π., σελ. 197.

[31] Ό. π., σελ. 201.

[32] Ό. π., σελ 203.

[33] Θα ήταν πολύ διαφωτιστικό αν ο Jacque Fresco μας αποκάλυπτε ποιοι και για ποιο λόγο επέβαλαν την ανεξαρτητοποίηση των κεντρικών τραπεζών από τις εθνικές κυβερνήσεις, σχηματίζοντας έτσι μια παγκόσμια οικονομική υπερκυβέρνηση, που υπακούει μόνο στον σκληρό πυρήνα του ηγεμονικού κεφαλαίου και έχει ως μοναδικό σκοπό τη συγκέντρωση-υπερσυσσώρευση του χρήματος στα χέρια των αόρατων ‘αγορών’, που λειτουργούν σαν μπερντές θεάτρου σκιών.

[34] Γιατί τι άλλο είναι, αν δεν είναι τοκογλυφία, το δικαίωμα των Κεντρικών Τραπεζών να δανείζουν με ληστρικά επιτόκια τις κυβερνήσεις για να τις θέσουν υπό έλεγχο, αλλά από την άλλη μεριά να δανείζουν με ένα συμβολικό επιτόκιο τις εμπορικές τράπεζες, αφήνοντάς τους περιθώρια να δανείζουν και αυτές τοκογλυφικά τις κυβερνήσεις παράγοντας έτσι δημοσιονομικά ελλείμματα για την κάλυψη των οποίων φορτώνουν με δυσβάστακτη φορολογία τους εργαζόμενους, αλλά και να καταληστεύουν την παραγωγική οικονομία με πολύ υψηλά επιτόκια χορηγήσεων δανείων.

[35] Fresco Jacque, Zeitgeist: «Το πνεύμα των καιρών», συνέντευξη στον Χρήστο Σύλλα, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Καθημερινή στις 15.03.2009.

[36] Ό. π., σελ. 204.

[38] Fresco Jacque, Zeitgeist: «Το πνεύμα των καιρών», συνέντευξη στον Χρήστο Σύλλα, ό.π.

[40] Ό.π.

 

Αρέσει σε %d bloggers: