Νικόλας Σεβαστάκης, Πολιτικές της νοσταλγίας

Πηγή: Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ

02_high

«Ενώ η αρχαιότητα είναι κάτι που υφίσταται για μας, εμείς δεν υπάρχουμε για κείνη. Δεν υπήρχαμε ποτέ ούτε θα υπάρξουμε». Έτσι αρχίζει το δοκίμιό του «Φόρος Τιμής στον Μάρκο Αυρήλιο» ο Ρώσος ποιητής και νομπελίστας Γιόζεφ Μπρόντσκι.

 Εδώ και εβδομάδες στην επικαιρότητά μας έχει θρονιαστεί ένα κομμάτι αρχαιότητας, ένας τύμβος ή ένα μνημειακό πλέγμα. Ζητούμε άραγε να αντλήσουμε ζωή από τους ένδοξους που κείτονται, πιθανόν, εκεί; Ή μήπως αυτό το ζωηρό ενδιαφέρον για ένα μεγάλο μνημείο είναι η «συμβολική μας αναχώρηση από τη γενική οριζοντίωση», η στιγμιαία έξοδός μας από την κύφωση και την κατάπτωση των καιρών;

Είτε έτσι είτε αλλιώς, η σχέση μας με το μνημειακό έχει παραπάνω από έναν μεσολαβητές: έναν ματαιωμένο εθνικισμό με δόσεις περασμένων μεγαλείων αλλά και την ανάγκη για σταθερές στον χρόνο, για κάποιες υπερβαίνουσες (δεν λέω υπερβατικές) αναφορές. Ο Μπρόντσκι γράφει ότι οι Ελληνες παθιάζονταν για την καταγωγή και οι Ρωμαίοι για την προαγωγή. Και στις δύο περιπτώσεις η ματαιοδοξία μπορεί πάντως να δημιουργεί μορφές που προορίζονται να διαρκέσουν.

 Σύμφωνα επίσης με μια ορισμένη ποιητική του τόπου, το «μεγαλειώδες» είναι εν γένει ύποπτο. Αν αυτό που έχει χτιστεί υπερβαίνει το μέτρο του, αν γλιστράει στην υπερβολή και στην κυριαρχική περικύκλωση του γύρω χώρου, χάνει τη μεταφυσική ποιότητα του τόπου. Διαβάζοντας το μικρό κείμενο «Κτίζειν, κατοικείν, σκέπτεσθαι» του Χάιντεγκερ, έρχεται κανείς κοντά σε αυτή την ιδέα ταύτισης του κτίσματος και της κατοικίας με τη φειδώ και την αυτοσυγκράτηση.

 Μιλώντας όμως για μεγάλα μνημεία και τύμβους όπως αυτόν της Αμφίπολης, μεταβαίνουμε εις άλλο γένος: τύμβος εδώ είναι αυτό που υψώνεται πάνω από τη μοίρα των κοινών θνητών, πάνω από τις κατοικίες και τα μικρά έργα των καθημερινών ανθρώπων. Ο τύμβος που γέννησε τον τάφο (the tomb), συμβολίζει το αναντίρρητο γεγονός ότι από τους αναρίθμητους κεκοιμημένους του παρελθόντος, ελάχιστοι αποκτούν το δικαίωμα στο μεγαλείο και βεβαίως στον θαυμασμό. Ακόμα και στο βασίλειο της ισότητας όλων με όλους, εκεί όπου, όπως έγραφε ο Καρούζος, «τι να τρών’ τον Αισχύλο τα σκουλήκια/ τι τον Λάμπρο Πορφύρα», υπάρχουν νεκροί που διεκδίκησαν τη διάρκεια και εν τέλει την αθανασία.

Από αυτή την αθανασία δανειζόμαστε και τώρα για να μπαλώσουμε τις τρύπες του παρόντος. Πέρα δηλαδή από τις προφανείς ιδεολογικές και πολιτικές χρήσεις της αρχαιολογίας (αρχαίες και αυτές με τη σειρά τους), ο άνθρωπος δεν μπορεί παρά να εντυπωσιάζεται από τα λαμπρά εργόχειρα της Ιστορίας. Όσο περισσότερο δεσπόζει αυτό που ο Γάλλος ιστορικός François Hartog ονομάζει παροντισμό τόσο πιο πυρετικά θα πολιτευόμαστε με τη νοσταλγία. Οχι μόνον όσοι ενστερνίζονται τη νοσταλγία ως ρομαντικοί εθνικιστικές αλλά και οι άλλοι, όσοι, ας πούμε, λέμε ότι θέλουμε να αντιστεκόμαστε στους αρχαιοκάπηλους πειρασμούς της ελληνικής ιδεολογίας.

http://www.efsyn.gr/?p=244665

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s