Πέτρος Π. Θεοδωρίδης, Σκέψεις για τον Φασισμό: Ο Καντ κι ο Άιχμαν

πηγή: http://nosferatos.blogspot.gr/2014/10/blog-post_5.html

b140832

Μετά την εποχή του «τέλους της ιστορίας» και του «τέλους των ιδεολογιών» (κυρίαρχες θεωρίες της δεκαετίας του ’90) μπαίνουμε σε μια εποχή όπου συμπυκνώνεται τρομαχτικά ο χρόνος. Τα τελευταία χρόνια δεν έχουμε μια επιτάχυνση του χρόνου; Έναν χρόνο τόσο πυκνό σε γεγονότα και αλλαγές ώστε να μην προλαβαίνουμε καν να τις συνειδητοποιήσουμε; Και όχι μόνο επιτάχυνση του χρόνου αλλά και μια παράξενη αλλαγή πλεύσης, μια οπισθοδρόμηση: είμαστε πολύ πιο κοντά στο Μεσοπόλεμο παρά -ας πούμε- στη Μεταπολίτευση. Η Ψυχοπαθολογία του Φασισμού είναι -και το αισθανόμαστε πια όλοι- πολύ πιο κοντά στη σημερινή εποχή. Με κάποια παράξενη έννοια, με κάποια τρύπα στον Χρόνο είμαστε πολύ κοντά στο 1933.

 Και εδώ μπορούμε να κάνουμε μερικές παρατηρήσεις:

 1ον Η ψυχοπαθολογία του Φασισμού εκφράζεται πολύ καλά με την αντίληψη του Carl Schmitt 1: η έννοια του Πολιτικού αφορά στη διάκριση μεταξύ Φίλου και εχθρού και  στη κατάσταση έκτακτης ανάγκης ως «αναστολή του νόμου από τον ίδιο το νόμο».

2ον Την φασιστική ψυχοπαθολογία χαρακτηρίζει η νοσταλγία μιας υποτιθεμένης μυθικής κοινότητας απαλλαγμένης από ατέλειες και το κακό, αλλά και μια αισθητική αντίληψη της πολιτικής.Να σημειώσουμε εδώ πως δεν υπάρχει χειρότερη πολιτική πρόταση από την αισθητικοποίηση της πολιτικής.2.Όταν αναζητάς το αισθητικά ενδιαφέρον, το συγκλονιστικό, αυτό που θα σε βγάλει οριστικά από την πλήξη, τότε, υποκύπτοντας στην γοητεία του θεάματος, σκηνοθετείς την ιδία σου την πραγματικότητα με ένα σκηνικό θανάτου. ο φασισμός του μεσοπολέμου ήταν κι ένα αποτέλεσμα της μετατόπισης του σκηνικού: «να κάνουμε την ζωή μας τέχνη», φουτουρισμός, ο πόλεμος ως θέαμα και «λύτρωση», ο Μουσολίνι ως προσωποποίηση του … «ανδρισμού», η λατρεία της δράσης, κλπ.

3ον Ο φασισμός δεν είναι άκρο, είναι μέσο, μετριότητα, η εξουσία της κοινοτοπίας.
Θεωρούμε συχνά τον φασισμό ως ακρότητα όμως η Χάνα Άρρεντ μας έδειξε ότι αποτελεί την κοινοτοπία του κάκου. Σύμφωνα με την Άρρεντ -η οποία παρακολούθησε και κατέγραψε με εμβόλιμες παρατηρήσεις την δίκη του- ο Άιχμαν δεν ήταν τέρας: «Μισή δωδεκάδα ψυχίατροι βεβαίωναν πως ήταν φυσιολογικός[…] Ο ιερέας που τον επισκεπτόταν τακτικά, βεβαίωνε τους πάντες ότι ήταν «άνθρωπος με πολύ θετικές ιδέες», «δεν έθρεφε παράφορο μίσος για τους Εβραίους»,«δεν σκότωσε ποτέ κανένα Εβραίο ή μη Εβραίο, ούτε έδωσε εντολή να σκοτώσουν Εβραίο ή μη Εβραίο» ενώ όμως «δεν άφηνε αμφιβολία ότι θα σκότωνε ακόμα και τον πατέρα του αν τον είχαν διατάξει»3. Το πρόβλημα με τον Άιχμαν -κατά τη Χάνα Άρρεντ – έγκειται στο ότι υπήρχαν πολλοί σαν κι αυτόν: ούτε διεστραμμένοι ούτε σαδιστές, αλλά «φοβερά και τρομερά φυσιολογικοί»4.

Ακόμα πιο εντυπωσιακό: Ο Άιχμαν -κατά Άρρεντ – θεωρούσε πως ήταν, κατά κάποιο τρόπο …”Καντιανός”. Θυμίζω πως ο Καντ εισήγαγε την έννοια του νόμου ως καθαρή μορφή και την έννοια της ηθικότητας ως ιδιότητα του έλλογου όντος να ενεργεί χάριν των νόμων 5. «Για τον Καντ, μια πράξη επιτρέπεται, εάν είναι δυνατόν να πράττουν όλοι με τον ίδιο τρόπο. Ως κριτήριο της ηθικότητας μιας πράξης, αναγνωρίζεται το να μπορεί κανείς να θέλει να γίνει ο γνώμονας, που διέπει την πράξη τούτη, μια αντικειμενική καθολική αρχή («νόμος») η οποία ισχύει για όλους στις ίδιες ή ανάλογες και παρόμοιες περιπτώσεις»6 .

Προς γενική κατάπληξη, ο Άιχμαν στη δίκη του, δήλωσε με μεγάλη έμφαση πως είχε ζήσει όλη του τη ζωή σε συμφωνία με τους ηθικούς κανόνες του Κάντ. Η Άρρεντ θεώρησε πως ο Άιχμαν παραποίησε την καντιανή διατύπωση ως εξής: «να ενεργείς έτσι ώστε η βασική αρχή στην οποία βασίζονται οι ενέργειες σου να είναι η ίδια βασική αρχή με του νομοθέτη ή του νόμου της χώρας» ή-πιο απλά- «να ενεργείς έτσι ώστε αν ο Φύρερ γνώριζε την πράξη σου να την ενέκρινε»7. «Είναι αλήθεια -σχολιάζει η Άρρεντ- ότι η ασυνείδητη παραποίηση του Άιχμαν συμφωνεί μ’ εκείνο που ονομάστηκε «ο Καντ διασκευασμένος για το νοικοκυριό του απλού ανθρωπάκου». Σ’ αυτή την χρήση στο νοικοκυριό, το μόνο που απομένει από το πνεύμα του Καντ, είναι η απαίτηση να κάνει ο άνθρωπος κάτι περισσότερο από το να υπακούει απλώς στο νόμο, πρέπει να υπερβαίνει το στάδιο της απλής υπακοής και να ταυτίζει τη θέληση του με την πηγή από την οποία πηγάζει ο Νόμος. «Στη φιλοσοφία του Καντ η πηγή αυτή ήταν ο πρακτικός λόγος[…] Στη χρήση στο νοικοκυριό κατά Άιχμαν, η πηγή αυτή ήταν η θέληση του Χίτλερ.» Σε μεγάλο μέρος, η φρικτά φιλόπονη επιμέλεια με την οποία εφαρμόστηκε η Τελική Λύση ανάγεται στην παλιά άποψη, που ήταν πράγματι πολύ διαδεδομένη στη Γερμανία: το να είσαι νομοταγής, δε σημαίνει απλώς να υπακούεις στους νόμους αλλά «να ενεργείς σαν να έχεις εσύ θεσπίσει τους νόμους με βάση τους οποίους ενεργείς. Από κει προέρχεται και η πεποίθηση ότι πρέπει να κάνουμε ακόμα περισσότερα από όσα λέει η φωνή του καθήκοντος» 8.

Και η Άρρεντ καταλήγει σε μια ανατριχιαστικά ειρωνική όσο και γεμάτη αλήθεια παρατήρηση: όπως ακριβώς το δίκαιο στις πολιτισμένες χώρες προϋποθέτει πως η φωνή της συνείδησης λέει στον κάθε πολίτη «ου φονεύσεις» αν και μερικές φορές ο άνθρωπος έχει φονικές διαθέσεις και επιθυμίες, έτσι το δίκαιο στη χώρα του Χίτλερ απαιτούσε από τη φωνή της συνείδησης να λέει σε όλους «να φονεύσεις», αν και οι οργανωτές των σφαγών ήξεραν πολύ καλά ότι ο φόνος εναντιώνεται στις έμφυτες κλίσεις και επιθυμίες των περισσότερων ανθρώπων.[…]Πολλοί Γερμανοί και πολλοί Ναζί, θα πρέπει να ένοιωθαν τον πειρασμό να μη σκοτώσουν, να μη ληστέψουν, να μην αφήσουν τους πλησίον τους να θανατωθούν. Αλλά ένας Θεός ξέρει πως κατάφεραν να αντισταθούν στον πειρασμό τους» 9.

Στον πραγματικό φασισμό και ναζισμό στα στρατόπεδα συγκέντρωσης-εξόντωσης πολύ λίγοι ήσαν αυτοί που εξόντωναν ή βασάνιζαν από ιδεολογία.Οι περισσότεροι γίνονταν βασανιστές και δολοφόνοι από κομφορμισμό ή (και) καριερισμό: έκαναν απλώς την δουλειά τους, εκτελούσαν διαταγές -επιπλέον είχαν βρει διαφόρους τρόπους για να δικαιολογούν τον εαυτό τους: «δεν ήξερα», «απλώς εκτελούσα διαταγές»…

 Τον φασισμό δεν τον παράγουν τέρατα, αλλά ο Προκρούστης μιας πολύ βολικής συνταγής, ο ευνουχισμός της ηθικής επιταγής ώστε να συνταιριάζει με τον καριερισμό-κομφορμισμό του μικροαστού, ο τρόπος με τον οποίο ερμηνεύουν τις μεγάλες φιλοσοφίες και τα μεγάλα ηθικά συστήματα τα μικρά καθημερινά ανθρωπάκια, οι «φοβερά και τρομερά φυσιολογικοί» άνθρωποι της διπλανής πόρτας σύμφωνα με τα συμφέροντα και την μικρόνοια τους. Γι’ αυτό και παραμένει πάντα επικίνδυνος.

Βιβλιογραφικές αναφορές:

1. Για την πολιτική φιλοσοφία του Carl Schmitt, βλ. μεταξύ άλλων, Γιώργου Πάσχου, Κράτος δικαίου και Πολιτική, Πολιτειολογικές θεωρίες 1900 -1940, εκδ. ο Πολίτης, Αθήνα 1991, σ. 231, κ.ε.

2.  Ας μην πάει το μυαλό μας μόνο στον …Βάγκνερ. Και το Κιτς συνιστά μια αισθητικοποίηση της πολιτικής.

3.  Χάνα Άρρεντ, Ο ’Αιχμαν στην Ιερουσαλήμ: Μια έκθεση για την κοινοτοπία του κακού, μτφ. Βασίλης Τομάνας, εκδ. Νησίδες, σ. 26-28.

4.  Χάνα Άρρεντ, ό.π, σ. 215.

5. Μυρτώ Ρήγου, Εκδοχές του Νόμου, Kant, Sade, Kafka, εκδ. Πλέθρον, 2001, σ. 15.

6. Κώστας Ανδρουλιδακης, επιλεγόμενα, στο:  Ιμμανουέλ Καντ, Κριτική του πρακτικού λόγου, Εστία, μτφ., σχόλια επιλεγόμενα: Κώστας Ανδρουλιδακης, Αθήνα 2006,  σ. 262.

7.  Χάνα Άρρεντ, ό.π., σ. 111.

8.  Χάνα Άρρεντ, ό.π., σ. 111.

9. Χάνα Άρρεντ, ό.π, σ. 121.

Advertisements

1 thought on “Πέτρος Π. Θεοδωρίδης, Σκέψεις για τον Φασισμό: Ο Καντ κι ο Άιχμαν”

  1. Εξαιρετικά ενδιαφέρον το άρθρο και μπορώ να πω πως κι εγώ προβληματίζομαι σχετικά με την σχέση ναζισμού και καντιανισμού – παρόλο που πιστεύω πως υπάρχουν και οι αντίθετες περιπτώσεις, όπως π.χ η περίπτωση του Κλάους Φον Στάουφενμπεργκ και του ηθικού νόμου που πρέσβευε.

    Δύο παρατηρήσεις μόνο, κυρίως δικοί μου προβληματισμοί.

    Το ένα έχει να κάνει με την αισθητικοποίηση της πολιτικής, που έχει τις ρίζες της στους αισθητιστές (Φλωμπέρ, Ουάιλντ, Πέιτερ) και το πως το ωραίο και η τέχνη είναι αυτή που θα μας λυτρώσει. Δεν πιστεύω πως αυτό είναι εγγενώς κακό και ούτε πως είναι η «δεν υπάρχει χειρότερη πολιτική πρόταση από την αισθητικοποίηση της πολιτικής». Τα φονταμελιστικά κινήματα στον Ισλαμικό κόσμο (λόγου χάρη) δεν έχουν αισθητικές αξιώσεις κι όμως δεν παύουν να είναι τα χειρότερα πολιτικά συστήματα που θυμίζουν μεσαίωνα στον εικοστό πρώτο αιώνα. Συμφωνώ πως μια πολιτική αποκλειστικά γοητείας είναι κενή και επικίνδυνη (όπως οι γυναίκες που ψήφιζαν Αβρααμόπουλο το ’90 επειδή ήταν γοητευτικός άνδρας, άσχετα από τις ιδέες του). Αλλά μια πολιτική που δεν έχει γοητεία, που δεν ελκύει, που δεν μπορεί να φέρει τον λαό κοντά της είναι εξίσου ατελέσφορη. Δεν είχε μόνο ο Χίτλερ και ο Μουσολίνι γοητεία. Είχε επίσης και ο Περικλής, ο Μ.Αλέξανδρος, ο Ιούλιος Καίσαρας, ο Ναπολέων, ο Τσώρτσιλ και άλλοι, που άφησαν πλούσιο πολιτικό, στρατηγικό αλλά και πνευματικό έργο. Το ερώτημα είναι πώς μπορούμε να πάμε πίσω από την γοητεία για να δούμε παράλληλα και την ουσία, όχι να καταργήσουμε την ομορφιά στην πολιτική ζωή εν γένει. Άλλωστε, ο αισθητιστής θα έλεγε πως ο ναζισμός (παρόλο που επικαλείται την ομορφιά) είναι στην ουσία του άσχημος αφού βυθίζει τον άνθρωπο όχι στο «θέαμα» του πολέμου, αλλά στην «φρικτή πραγματικότητά του».

    Το άλλο έχει να κάνει με τον νόμο και την κανονικότητα. Συμφωνώ πως το πρόβλημα του ναζισμού διογκώθηκε ακριβώς επειδή τα μέλη αυτής της μηχανής του πολέμου «υπάκουαν σε νόμους» ή «έκαναν απλά την δουλειά τους». Προφανώς αν οι στρατιώτες δεν υπάκουαν τις διαταγές τους, δεν θα είχαμε αυτή την εμβέλεια της καταστροφής. Ίσως να μην είχαμε καν φτάσει μέχρι την κήρυξη του πολέμου. Παρόλα αυτά ο προβληματισμός που εγείρεται είναι αυτός: Πότε υπακούμε στον νόμο και πότε στην προσωπική μας συνείδηση; Αν η απάντηση είναι «πάντα στον νόμο» τότε ο ναζισμός είναι ένα εξαιρετικό αντιπαράδειγμα. Αν η απάντηση είναι «μόνος νόμος είναι η προσωπική συνείδηση», τότε θα είχαμε άλλα παραδείγματα (περιπτώσεις αυτοδικίας ή ασυδοσία της κοινωνίας). Ακόμη και ο ίδιος ο ναζιστής θα μπορούσε να δικαιολογηθεί, λέγοντας πως σκοτώνει Εβραίους επειδή αυτό επιτάσσει η προσωπική του συνείδηση. Είμαι σίγουρος πως καμία από τις δύο περιπτώσεις δεν είναι ευκταία. Δεν θέλουμε ούτε ανθρώπους που υπακούνε τυφλά, χωρίς ίχνος προσωπικής κριτικής, αλλά δεν θέλουμε ούτε ανθρώπους που δεν αναγνωρίζουν καμιά ανώτερη αρχή, εκτός από τους εαυτούς τους. Και η ερώτηση είναι: Πού τραβάμε την γραμμή; Πότε υπακούμε και πότε όχι; Πότε ακολουθούμε την προσωπική μας συνείδηση και πότε συμβιβαζόμαστε με το Dura lex sed lex;

    Βέβαια αυτές οι απορίες είναι μεγάλες συζητήσεις, οι οποίες κάποια φορά πρέπει να γίνουν…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s