Συλλογικό κείμενο 14 Σχολικών Συμβούλων Θεολόγων για τα Θρησκευτικά

Με αφορμή την πρόσφατη συζήτηση για τη διαδικασία χορήγησης απαλλαγής από τα Θρησκευτικά αναθερμάνθηκε ο γενικότερος διάλογος γύρω από τη μορφωτική αποστολή και τον χαρακτήρα της σχολικής θρησκευτικής εκπαίδευσης, τις μαθησιακές ανάγκες που εξυπηρετεί, τη θέση της στο σύγχρονο σχολείο και το νομικό καθεστώς που τη διέπει.
Ο διάλογος αυτός γύρω από το μάθημα των Θρησκευτικών διαρκεί τώρα και μερικές δεκαετίες. Οι φάσεις του αποτυπώνονται σε συνέδρια, δημοσιεύματα, δημόσιες εκδηλώσεις και παρεμβάσεις. Πολύ συχνά, λόγω επίκαιρων αναγκών ή του ευρύτερου ενδιαφέροντος, ο διάλογος ξεπέρασε τα στενά όρια του θεολογικού κόσμου και ανοίχτηκε στον δημόσιο χώρο. Στο πλαίσιο αυτό, πήραν θέση ή κατέθεσαν απόψεις, εκτός από τους επίσημους θεσμούς της Εκπαίδευσης και τους εκπαιδευτικούς, η Εκκλησία και εκπρόσωποί της, οι αρμόδιες Ανεξάρτητες Αρχές της χώρας, οι θεολογικές σχολές, οι επιστημονικές ενώσεις των θεολόγων, σύλλογοι και ενώσεις πολιτών, μεμονωμένα πρόσωπα κ.ά. Στα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερη ώθηση στη διεξαγωγή του διαλόγου έδωσαν η δημοσίευση των Συστάσεων 1720 (2005) και (2008)12 του Συμβουλίου της Ευρώπης, η τροποποίηση του καθεστώτος χορήγησης απαλλαγής το 2008 και οι παλινωδίες της κεντρικής διοίκησης που ακολούθησαν, καθώς και η εκπόνηση νέων Προγραμμάτων Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού-Γυμνασίου και πρόσφατα του Λυκείου.
Οι Σχολικοί Σύμβουλοι Θεολόγων που υπογράφουμε αυτό το κείμενο, προσηλωμένοι στο καθήκον της επιστημονικής υποστήριξης των εκπαιδευτικών της ειδικότητάς μας, θεωρούμε χρήσιμο να συμβάλλουμε στον διεξαγόμενο διάλογο, καταθέτοντας την εμπειρία από την πολύχρονη συνεργασία μας με τους εκπαιδευτικούς, επισημαίνοντας προς όλες τις κατευθύνσεις τα παρακάτω:
1.Τα Θρησκευτικά είναι υποχρεωτικό μάθημα της σχολικής εκπαίδευσης, με σαφές πλαίσιο λειτουργίας και καθορισμένη σκοποθεσία, η οποία θεμελιώνεται στο Σύνταγμα της χώρας και τους βασικούς νόμους της Εκπαίδευσης. Στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, το μάθημα είναι ενιαίο και υποχρεωτικό για όλους τους μαθητές. Οι μαθητές δεν χωρίζονται με βάση τη θρησκευτική επιλογή τους, όπως γίνεται στο λεγόμενο «πολυ-ομολογιακό» μοντέλο σε διάφορες χώρες της Ευρώπης, στο οποίο λειτουργούν παράλληλα μαθήματα με διαφορετικές θρησκευτικές κατευθύνσεις. Αυτός ο τρόπος οργάνωσης της θρησκευτικής εκπαίδευσης στη χώρα μας έχει παιδαγωγικά πλεονεκτήματα, ενώ η τυχόν μεταβολή της εγκυμονεί κινδύνους. Μάλιστα, στην Ευρώπη, σήμερα, γίνεται πολλή συζήτηση για το κατά πόσον ο χωρισμός των παιδιών στο μάθημα των Θρησκευτικών θέτει σε κίνδυνο την κοινωνική συνοχή και δεν υπηρετεί τη δημοκρατικότητα, το δικαίωμα στη διαφορετικότητα, την καλλιέργεια της ανεκτικότητας και άρα την ειρηνική συμβίωση.
2.Ο εκπαιδευτικός σκοπός του μαθήματος των Θρησκευτικών συνδέεται με τον ευρύτερο σκοπό της Εκπαίδευσης, για τη δημιουργία ολοκληρωμένων πολιτών, μέσα από την ανάπτυξη αναγκαίων γνώσεων, στάσεων και δεξιοτήτων, που καλύπτουν ολόκληρο το φάσμα της μάθησης. Το μάθημα σέβεται τη θρησκευτική ελευθερία και την πολιτισμική ταυτότητα των μαθητών, καθώς επίσης κάθε ετερότητα. Δίνει στους μαθητές τη δυνατότητα να κατανοήσουν τη δική τους θρησκευτική ταυτότητα και των άλλων, προσφέροντας μαθησιακές ευκαιρίες για προσωπική ανάπτυξη και καλλιέργεια της θρησκευτικής συνείδησής τους. Ταυτόχρονα, με έγκυρο και υπεύθυνο τρόπο, τους προετοιμάζει να ζήσουν δημιουργικά στον σύγχρονο κόσμο, ο οποίος χαρακτηρίζεται από πολυπλοκότητα, αντινομίες και προκλήσεις.
3.Το ειδικό μορφωτικό ενδιαφέρον του μαθήματος των Θρησκευτικών έχει αφετηρία την επικρατούσα τοπική θρησκευτική παράδοση, δηλαδή την Ορθόδοξη πίστη και παράδοση, με τις ποικίλες πολιτιστικές και κοινωνικές εκφάνσεις της, επεκτείνεται στη διερεύνηση του φαινομένου της θρησκευτικότητας και περιλαμβάνει σε θεμιτό βαθμό τη μελέτη των κύριων θρησκευτικών παραδόσεων της Ευρώπης και του σύγχρονου κόσμου, με βάση τις μαθησιακές προσδοκίες και ανάγκες των προεφήβων και εφήβων μαθητών. Η προσέγγιση αυτή είναι συμβατή με το ισχύον νομικό καθεστώς, καθώς επίσης με το ευρωπαϊκό κεκτημένο και την κουλτούρα της διαπολιτισμικότητας και τεκμηριώνεται από τα πορίσματα της σύγχρονης θρησκειοπαιδαγωγικής επιστήμης. Η εφαρμογή μιας θρησκειολογικής εκπαίδευσης, άποψη η οποία υποστηρίζεται συνήθως από μη θεολόγους, θα περιορίσει το σύνολο του μαθήματος των Θρησκευτικών σε ένα μόνο τομέα της θεολογικής επιστήμης, δεν εξυπηρετεί τις μορφωτικές ανάγκες των μαθητών και δεν έχει παιδαγωγικό έρεισμα.
4.Το μάθημα των Θρησκευτικών, όπως και τα άλλα μαθήματα, αξιοποιεί σύγχρονες θεωρίες μάθησης και διδακτικής, σύμφωνα με τις αρχές της παιδαγωγικής επιστήμης. Η διδακτική μεθοδολογία, οι στρατηγικές μάθησης, οι τεχνικές διδασκαλίας και τα διδακτικά μέσα που χρησιμοποιεί έχουν παιδαγωγικό περιεχόμενο και μορφωτική αποστολή, η οποία διαφέρει από εκείνη της εκκλησιαστικής κατήχησης, η οποία αρμόζει να γίνεται σε άλλο χώρο, για άλλους σκοπούς και με άλλα μέσα. Αυτή η παιδαγωγική προσέγγιση είναι συνεπής και με τη θεολογική διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας ως προς τον σκοπό και το περιεχόμενο της κατήχησης. Αυτή τη θέση εκφράζουν τόσο τα τρέχοντα αναλυτικά προγράμματα όσο και τα νέα Προγράμματα Σπουδών. Τα τελευταία θεωρούμε ότι προάγουν με επιτυχία τη διερευνητική, βιωματική και συνεργατική μάθηση και οδηγούν στην ανάπτυξη κριτικής σκέψης, που ως παιδαγωγική τάση είναι κοινός τόπος στα σύγχρονα εκπαιδευτικά δρώμενα.
5.Τα Προγράμματα Σπουδών δεν μπορεί να είναι στατικά. Καθώς εξελίσσονται οι κοινωνικές συνθήκες, οι μορφωτικές ανάγκες και τα επιστημονικά δεδομένα, θεωρούμε επιβεβλημένο να αναμορφώνονται. Κατά την ανάπτυξη νέων προγραμμάτων ή την παραγωγή νέων διδακτικών μέσων πρέπει να αξιοποιούνται θετικές εμπειρίες και καλές πρακτικές από το παρελθόν και ταυτόχρονα να προωθούνται καινοτόμες ιδέες και προτάσεις από τους ειδικούς, με στόχο τη δημιουργική ανανέωση της διδακτικής διεργασίας. Στο πλαίσιο αυτό, θεωρούμε θετικό γεγονός την εκπόνηση των νέων Προγραμμάτων Σπουδών στα Θρησκευτικά, καθώς και την πιλοτική εφαρμογή τους στο Δημοτικό και το Γυμνάσιο. Η συγκροτημένη δόμησή τους, οι αναλυτικές αναφορές στην ιστορία και την παιδαγωγική θεμελίωση του μαθήματος, η διεξοδική ανάλυση των διδακτικών θεμάτων, η οργάνωσή τους σε μια ενιαία πορεία από το Δημοτικό μέχρι το Λύκειο, η εισαγωγή καινοτόμων διδακτικών και μαθησιακών προσεγγίσεων, η παρουσίαση πλήθους διδακτικών τεχνικών στην κατεύθυνση της διερευνητικής και βιωματικής μάθησης, καθώς και η ταυτόχρονη παραγωγή Οδηγών του Εκπαιδευτικού, με την παράθεση πλήθους δειγματικών σχεδίων-σεναρίων διδασκαλίας και τη μεθοδική καθοδήγηση του εκπαιδευτικού για την αξιοποίησή τους, είναι στοιχεία που αποτιμώνται θετικά. Τα στοιχεία αυτά απουσίαζαν ή ήταν ελλιπή στα μέχρι σήμερα υφιστάμενα αναλυτικά προγράμματα. Τα νέα Προγράμματα Σπουδών δεν είναι απλά διδακτικά εγχειρίδια. Η αξιολογική εκτίμησή τους, που δεν είναι εύκολη υπόθεση, πρέπει να γίνεται με επιστημονικούς όρους και κυρίως ύστερα από την εφαρμογή τους στη σχολική τάξη. Η αποτίμηση της πιλοτικής εφαρμογής τους στην υποχρεωτική Εκπαίδευση -Δημοτικό και Γυμνάσιο- είναι θετική και γι’ αυτό θεωρούμε ότι η καθολική εφαρμογή τους μπορεί να συντελέσει στην ανανέωση της θρησκευτικής εκπαίδευσης και την προαγωγή της σύγχρονης μαρτυρίας της, καθώς επίσης στην προάσπιση του μαθήματος των Θρησκευτικών στο δημόσιο σχολείο.
Για να είναι αποδοτική η εφαρμογή τους, θεωρούμε ότι είναι επιβεβλημένη η παραγωγή κατάλληλου διδακτικού υλικού για τους μαθητές, (εγχειριδίων κλπ.), όπως ακριβώς και για τα άλλα μαθήματα, καθώς επίσης η συνεχής και συστηματική επιμόρφωση και υποστήριξη των εκπαιδευτικών.
6.Ο δημόσιος διάλογος είναι πάντοτε ευπρόσδεκτος με όποια θεμιτή μορφή και εάν γίνεται, επειδή συμβάλλει στη δημόσια ενημέρωση, παρέχει τη δυνατότητα να αποτυπώνονται και να κρίνονται όλες οι απόψεις, να κατατίθενται προτάσεις, να υπερβαίνονται παρανοήσεις. Πέρα από την αυτονόητη αυτή διαπίστωση, ο διάλογος είναι αποτελεσματικός όταν διακρίνεται από νηφαλιότητα και σεβασμό στη διαφορετική άποψη, λειτουργεί χωρίς αποκλεισμούς, ευνοεί τη σύνθεση διαφορετικών προσεγγίσεων και στοχεύει στην εξαγωγή έγκυρων συμπερασμάτων. Αναμφίβολα, πάντοτε εμφιλοχωρούν κίνδυνοι όπως είναι η «ιδεολογικοποίηση» ζητημάτων με επιστημονικό χαρακτήρα, οι παροδικές εντυπώσεις, η υπερίσχυση προβληματικών προσεγγίσεων, ο εγκλωβισμός σε συγκρουσιακές καταστάσεις κ.ά.
Εκφράζουμε τη διαφωνία και την ανησυχία μας για ορισμένες παρεκτροπές που έχουν σημειωθεί στο πλαίσιο του διεξαγόμενου διαλόγου για τη φύση και το περιεχόμενο του μαθήματος των Θρησκευτικών. Οι απαξιωτικοί χαρακτηρισμοί, οι μειωτικές εκφράσεις, οι επιθετικές συμπεριφορές, η παραπληροφόρηση, ο αποκλεισμός της διαφορετικής άποψης, η άρνηση συμμετοχής στον διάλογο και οι διχαστικές τάσεις δεν συνάδουν με το θεολογικό και εκπαιδευτικό ήθος, ούτε ανταποκρίνονται στις ανάγκες των καιρών.
7.Αναμένουμε από τις επιστημονικές ενώσεις των θεολόγων να ηγηθούν στην προσπάθεια για συνεννόηση. Να επιδιώξουν ένα πλαίσιο διαλόγου το οποίο θα οδηγήσει στην εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων. Να λειτουργήσουν συνεργατικά και συνθετικά, απομονώνοντας ακραίες φωνές. Στους θρησκευόμενους πιστούς οι οποίοι εκφράζουν το ενδιαφέρον τους, τους πολίτες που δεν είναι εκπαιδευτικοί και όλους όσοι διατυπώνουν καλοπροαίρετα την άποψή τους προτείνουμε το αυτονόητο, δηλαδή να αναγνωρίσουν ότι η διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών είναι παιδαγωγική υπόθεση και είναι αρμοδιότητα καταρχήν των ειδικευμένων εκπαιδευτικών. Παρόμοια είναι η ευθύνη της διοικούσας Εκκλησίας η οποία μπορεί να συμβάλλει στην υπέρβαση τυχόν δυσκολιών κατά τη διεξαγωγή του διαλόγου, «εν τω συνδέσμω της ειρήνης», με απώτερο στόχο τη μορφωτική και πνευματική καλλιέργεια των παιδιών μας με τους καλύτερους δυνατούς όρους.
ΟΙ ΣΧΟΛΙΚΟΙ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΘΕΟΛΟΓΩΝ
Αργυρόπουλος Ανδρέας
Βαλλιανάτος Άγγελος
Δημακόπουλος Δημήτριος
Καλογεράκης Ευτύχιος
Μιχαλοπούλου Ελένη
Μπαλή Αικατερίνη-Μαρία
Μπιτσάκης Αντώνιος
Σταλίκα Φωτεινή
Στράντζαλης Πολύβιος
Στριλιγκάς Γεώργιος
Συργιάννη Μαρία
Τσάγκας Ιωάννης
Φύκας Δημήτριος
Χριστόπουλος Νικόλαος
Advertisements

Εκδήλωση-συζήτηση: «Η θέση της θρησκείας στο δημόσιο χώρο: Το ζήτημα της εκπαίδευσης» στις 4/12/2015 στην Αθήνα

Χωρίς τίτλο (1).jpg

Ιχνηλατώντας ανάμεσα στην Ψυχολογία και την Λογοτεχνία

«Βιο-Αναγνωστήριο»

Μαριανίκη Δορμπαράκη, Διδάκτωρ Φιλοσοφίας – Θεωρητικός Θεάτρου

Χαρίκλεια Μανουσάκη, Σύμβουλος Επικοινωνίας Ανθρωπίνων Συστημάτων

12227767_1658388921075006_559490797287965107_n

Άραγε τι μας ωθεί να διαβάζουμε λογοτεχνία; Τι απολαμβάνουμε; Ποια είναι η φύση της ευχαρίστησης, για τον αναγνώστη;

Σε ένα μυθιστόρημα, είτε είναι ιστορικό, είτε ψυχολογικό, είτε κοινωνικό, το «εγώ» του αναγνώστη ταυτίζεται με τα «εγώ» των ηρώων του λογοτεχνήματος καθώς αυτά αλληλεπιδρούν με το περιβάλλον και μεταξύ τους. Καθώς, δε, η ιστορία ξετυλίγεται  και παρουσιάζονται οι ιδιαίτερες συνθήκες υπό τις οποίες προκύπτουν τα γεγονότα, τα κοινωνικά πρότυπα που ακολουθούνται, οι νόρμες και τα συναισθήματα των χαρακτήρων, ο αναγνώστης διακινείται συγκινησιακά και παίρνει θέση στην ιστορία.

Ένα λογοτεχνικό κείμενο, συνεπώς, βιώνεται καθώς η ανάγνωση απαιτεί την ενεργή νοητική συμμετοχή του αναγνώστη και τη δημιουργική σκέψη του. Για την ανάγνωση ενός κειμένου, επίσης, απαιτείται η συγκέντρωση του νου, η εστίαση της προσοχής και πάνω από όλα η ικανότητα στοχασμού και αυτοπαρατήρησης του αναγνώστη.

Μελέτες, εν τω μεταξύ δείχνουν ότι όσο πιο υψηλή η γλώσσα έκφρασης κι όσο πιο δύσκολες συντακτικά είναι οι προτάσεις, τόσο περισσότερο ενεργοποιούνται τα εγκεφαλικά κέντρα του αναγνώστη, καθώς αυτός τείνει να κατανοήσει και να ανταποκριθεί στα βαθύτερα νοήματα που οι προτάσεις του κειμένου μεταφέρουν.

Ιδιαίτερη προσοχή φαίνεται να απαιτείται στην ανάγνωση έργων ποίησης, που αφ’ ενός τονώνουν σημαντικά τη δραστηριότητα στο δεξί ημισφαίριο του εγκεφάλου, το οποίο, μεταξύ άλλων, σχετίζεται με την κατανόηση μεταφορικών εννοιών, τη συναισθηματική φόρτιση και μελωδία λόγου και αφ’ ετέρου τονώνουν την ενδοσκόπηση, καθώς ο αναγνώστης προσπαθεί να αντιληφθεί και αναλύσει συμβολισμούς κι αφηρημένες έννοιες. Η ποιοτική λογοτεχνία και ποίηση, συνεπώς, είναι μέσα ουσιαστικής γνωστικής και συναισθηματικής εμπειρίας, που συμβάλλουν στην ενίσχυση των μηχανισμών ανάπτυξης της προσωπικότητας του αναγνώστη.

Η ευεργετική δύναμη της ποιοτικής λογοτεχνίας, συνίσταται και στη δημιουργία νέων σκέψεων και νοητικών σχημάτων πολλαπλασιάζοντας τις νέες συνδέσεις των νευρώνων του εγκεφάλου, αυξάνοντας τη δημιουργικότητα, την αναπαράσταση και την προβολή στο μέλλον.

Αυτό συμβαίνει γιατί με την ανάπτυξη νέων νοητικών και συναισθηματικών ικανοτήτων, ο αναγνώστης διευκολύνεται στην ανάπτυξη υγιέστερων διαπροσωπικών σχέσεων κι ως εκ τούτου στηρίζουν την εύρυθμη λειτουργία της κοινωνίας.

Ως αναγνώστες, ανάμεσα στις γραμμές ενός λογοτεχνικού κειμένου ή ενός ποιήματος, ανακαλύπτουμε δικές μας κρυμμένες πτυχές, σκέψεις, συναισθήματα, ενώ η προσεκτική ανάγνωση μας πληροφορεί για την οπτική γωνία κάποιου άλλου προσώπου μέσα στην ιστορία. Μέσα από ένα κείμενο, μας επιτρέπεται να αναγνωρίσουμε το καλό και το κακό, να αναλογιστούμε τις συνέπειες των πράξεων των ηρώων, εάν και πως θα μπορούσαν να εξελιχθούν τα γεγονότα, σε ποια βάση αξιών εκτυλίσσεται η ιστορία, ποιες συνθήκες βοηθούν ή εμποδίζουν την έκφραση και την αυτοπραγμάτωση των ηρώων.

Ορισμένες λογοτεχνικές περιγραφές, μάλιστα, μας δίνουν την εντύπωση πως ο συγγραφέας γνωρίζει καλύτερα τον εαυτό μας, από ότι τον γνωρίζουμε εμείς οι ίδιοι, καθώς οι συγγραφείς βρίσκουν τις κατάλληλες λέξεις για να περιγράψουν εσωτερικές συγκρούσεις, δυσκολίες, χαρές και άλλες ιδιαίτερες εμπειρίες της ανθρώπινης ζωής. Οι ποιοτικοί συγγραφείς, έχουν την ικανότητα να μας βοηθούν σε ένα ταξίδι στον εσωτερικό μας εαυτό, αλλά και τη δύναμη να τοποθετούν, γνωστά σε εμάς, χαρακτηριολογικά στοιχεία, σε κοινωνικές κι ιστορικές συνθήκες που μας βοηθούν στην κατανόηση και την επεξεργασία της δικής μας πραγματικότητας.

Η λογοτεχνία για εμάς είναι ένα «ψυχολογικό ενδιάμεσο», καθώς είναι ένα δημιούργημα που μας επιτρέπει να συμμετέχουμε σε μία ανθρώπινη ιστορία, μας βοηθά στην ανάγνωση και την εξέταση των συνθηκών που διαδραματίζονται τα γεγονότα, αλλά και να συγκινηθούμε έχοντας συνειδητή επίγνωση πόσο κοινές είναι οι ανθρώπινες επιθυμίες, έννοιες κι αγωνίες.

Μέσα από την ανάγνωση βιώνουμε μία ασφαλή ψυχική ένταση, την οποία μπορούμε να απολαύσουμε και να εκφορτίσουμε μέσω της συνέχειας της ιστορίας. Ανάλογα, δε, με τη δεκτικότητα μας και ακολουθώντας τη δομή του δημιουργήματος, ανακαλύπτουμε τα προσωπικά νοήματα και μοτίβα που διακινούν τα νήματα της δικής μας ζωής.

Εάν δε, αποφασίσουμε να εντρυφήσουμε περισσότερο, η λογοτεχνία, μπορεί να γίνει το μέσο μελέτης, νοηματοδότησης κι επεξεργασίας του εσωτερικού μας κόσμου και πως αυτός αλληλεπιδρά με τον εξωτερικό, κοινωνικό χώρο.

Κάπως έτσι, οι ήρωες μπορεί να μας τροφοδοτίσουν κοινωνικά, συναισθηματικά, αλλά και να γίνουν μάρτυρες της δικής μας απόφασης για αλλαγή κι αυτοπραγμάτωση!

Μερικά από τα κείμενα εργασίας με τις ομάδες του «Βιο-Αναγνωστηρίου»:

Σαπφώ: Επίλεκτα Λυρικά

Ο κύριος όγκος της λυρικής παραγωγής της Σαπφούς αποτελείται από ερωτικά ποιήματα. Λόγω της φόρμας της Αρχαίας Ελληνικής ποίησης (σύντομη, με ιδιαίτερα επιλεκτικό λεξιλόγιο), η ποιήτρια εκφράζει με λακωνικό τρόπο τον εσωτερικό κόσμο. Αυτή η πρόκληση -το ονοματιστούν τα συναισθήματα με ακρίβεια- αποτελεί ζητούμενο για το σύγχρονο άνθρωπο, ο οποίος εκφράζεται συνήθως με παρομοιώσεις και μεταφορές: «αισθάνομαι σαν…», «είμαι διαλυμένος». Η γνώση των συναισθημάτων και των ιδιαίτερων αποχρώσεών τους αποτελεί ζητούμενο στην ψυχανάλυση, επειδή δηλώνει την επιμελή επεξεργασία τους, την κατανόησή τους και τη σχέση αιτίας-αιτιατού μεταξύ ερεθίσματος και ψυχικού αποτελέσματος.

Geoffrey Chaucer: Ιστορίες του Canterbury

Ο Chaucer θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της Αγγλικής λογοτεχνίας. Το επικών διαστάσεων έργο του, «Ιστορίες του Canterbury», αποτελείται από σπονδυλωτές ιστορίες, οι οποίες αφορούν σε ένα πλήθος θεμάτων και αντικατοπτρίζουν την κοινωνική δομή της μεσαιωνικής Αγγλίας. Μαζί με άλλα της μεσαιωνικής λογοτεχνίας, εστιάζουν στη δυναμική της αφήγησης εντός της ομάδας, όπου η προσωπική εμπειρία μοιράζεται με το σύνολο και αποτελεί αφορμή για διάλογο και επεξεργασία. Αυτή η πρακτική -την οποία έχουν υιοθετήσει και αρκετές ψυχαναλυτικές σχολές- προσφέρει στο άτομο τη δυνατότητα να επεξεργαστεί εκ νέου τις εμπειρίες του, με διττό τρόπο: α) να τις συντάξει με λογική δομή (αρχή, μέση, τέλος) και β) να δεχτεί την κριτική και την οπτική του τρίτου προσώπου, ως δημιουργικό έναυσμα για την αντιμετώπιση του βιώματος.

Charles Pierre Baudelaire: Τα Άνθη του Κακού

Μέλος του κινήματος των «Καταραμένων ποιητών», ο Baudelaire σπάζει τα δεσμά του ρομαντισμού και της αστικής επεξεργασίας του συναισθήματος, επιστρέφοντας στην πηγή του. Κινείται από το λυρισμό στην ωμότητα, χωρίς να λογοκρίνει τις εμπειρίες του, αλλά επεξεργαζόμενός τις. Από την αγάπη ως το σεξ και από την ιπποτική συμπεριφορά ως την κριτική της αστικής ηθικής, ο Baudelaire απελευθερώνεται από τα στερεότυπα και προσπαθεί να εκφράσει ρεαλιστικά τον εσωτερικό κόσμο και την πάλη ανάμεσα στην ηδονή και στο θάνατο. Ομοίως, ο αναγνώστης καλείται να επεξεργαστεί τις δικές του επιθυμίες, πέρα από τα στεγανά της οποιασδήποτε «ομάδας» (οικογένεια, εργασία, κοινωνία) και να αναγνωρίσει τις ορμές του καθώς και τις ροπές του προς την (αυτο)καταστροφή. Με αυτή την αντιπαραβολή, έρχεται η αναγνώριση της σκοτεινής πλευράς της επιθυμίας και η δυνατότητα να μετουσιωθεί σε δημιουργική δύναμη.

Georges Bataille: Ερωτισμός

Χρησιμοποιώντας κυρίως τις εκφραστικές μεθόδους του Σουρεαλισμού, αλλά εμβαθύνοντας και σφυρηλατώντας μία νέα φιλοσοφία της επιθυμίας και του ερωτισμού, ο Bataille ασχολείται ιδιαίτερα με τη σύγκρουση του «θέλω» και την αστική ηθική που κυριαρχεί στη δυτική κοινωνία. Στο έργο του ο κοινωνικός ιστός λειτουργεί ασφυκτικά προς τις βασικές ροπές του ατόμου, το οποίο καλείται να υπερκεράσει τα εμπόδια ακολουθώντας την έκφραση της επιθυμίας: αυτή αναλύεται μέσω αρχετυπικών συμβόλων, τονίζοντας την προαιώνια παρουσία της. Ασχέτως αν κάποιος ταυτίζεται πλήρως με την ιδεολογία του Bataille, η προκλητική έκφρασή του καθώς και οι ιδέες του τονίζουν το δίλημμα που αντιμετωπίζει και σήμερα το άτομο: έκφραση του ψυχισμού ή συμμόρφωση με την καθεστηκυία ηθική. «Ερωτισμός είναι η μέχρι θανάτου επιδοκιμασία της ζωής». Αυτό το απόφθεγμά του λειτουργεί ως διέγερση προς τη σκέψη και αποτελεί και πρόκληση για μία εκ νέου ανάγνωση της επιθυμίας, ως το ζωοδόχο στοιχείο της ύπαρξης.

Ανδρέας Εμπειρίκος: Ο Μέγας Ανατολικός

Το μοναδικό πεζό ενός από τους σημαντικότερους Έλληνες σουρεαλιστές. Κατά μία έννοια, το οκτάτομο αυτό έργο αποτελεί το opus magnum του Εμπειρίκου, αφού μέσα από τις σπονδυλωτές του ιστορίες συνοψίζει και αναλύει τις βασικές του θέσεις για τον έρωτα, τη σεξουαλικότητα, την επιθυμία, τη ζωή και την (προσωπική) επανάσταση. Αν και αποτελεί έργο που ξύπνησε το διχασμό μετά την έκδοσή του, οι περισσότεροι μελετητές το αντιμετωπίζουν ως ένα κατ᾽αρχήν σουρεαλιστικό δημιούργημα, το οποίο -πιστό προς τις αρχές του κινήματος- αποζητά να εκτινάξει την επιβληθείσα πραγματικότητα και να επεκτείνει τα όρια της αντίληψης του ατόμου, μέσω της πρόκλησης. Ομοίως, ο αναγνώστης καλείται να υπερβεί τα όριά του και να οικειοποιηθεί ή να απορρίψει αυτά που διαβάζει, τηρώντας ανοιχτό μυαλό και συνάμα προσπαθώντας να διαχωρίσει αυτά που είναι με αυτά που του επιβάλλεται να είναι.

 

Απεβίωσε ο Ρενέ Ζιράρ

4803284_6_e992_l-anthropologue-francais-rene-girard-en-juin_3fa28c3fffc3d11e3730a8e8f04ffb0d-534x272
πηγή-φωτό: frear.gr
Ο Ρενέ Ζιράρ, φιλόσοφος και ανθρωπολόγος με αφετηρία τη λογοτεχνία και σημαντικό έργο γύρω από τα θέματα της θρησκείας, γεννήθηκε το 1923 στην Αβινιόν. Η ιδιαίτερη ευαισθησία του για την πολιτιστική κληρονομιά (ο πατέρας του ήταν συντηρητής στο μουσείο Calvet και στο παλάτι των Παπών) τον οδήγησε να σπουδάσει ιστορία και αρχειονομία στη φημισμένη Σχολή της Σάρτρης. Το 1947 εγκαταστάθηκε στις ΗΠΑ. Δίδαξε γαλλική λογοτεχνία και ανθρωπολογία στα Πανεπιστήμια Μπάφαλο, John Hopkins και Στάνφορντ (Καλιφόρνια). Στα ελληνικά κυκλοφορούν τα βιβλία του: Το εξιλαστήριο θύμα, Η βία και το ιερό (Εξάντας, 1991), Η αρχαία οδός των ασεβών (Εξάντας, 1991), Σαίξπηρ, οι φλόγες της ζηλοτυπίας (Εξάντας, 1993), Κεκρυμμένα από καταβολής (Κουρής/Χριστάκης, 1994), Ρομαντικό ψεύδος και μυθιστορηματική αλήθεια (Ίνδικτος, 2001), Εθεώρουν τον σατανάν ως αστραπήν (Εξάντας, 2002), Κριτικές από το υπόγειο (Εστία, 2003). Απεβίωσε στο Στάνφορντ των ΗΠΑ χθες, 4 Νοεμβρίου.