Θ. Ι. Ζιάκας, Επίμετρο στο αφιέρωμα στον Ρενέ Ζιράρ

4803284_6_e992_l-anthropologue-francais-rene-girard-en-juin_3fa28c3fffc3d11e3730a8e8f04ffb0d-534x272

πηγή: Αντίφωνο

Εκ προθέσεως, η προσέγγισή μου στο έργο του Ζιράρ υπήρξε περιοριστικά «κοινωνιο-οντολογική» και «επιστημολογική». Το όποιο έλλειμμα αναφοράς στα θρησκευτικά του συμφραζόμενα το κάλυψαν οι εκτεταμένες θεολογικές αποτιμήσεις των κ. Κ.Ν. Μπαραμπούτη και Δ. Ιωάννου, τους οποίους και ευχαριστώ. Ευχαριστώ επίσης τους Γ. Σαλεμή,  Μ. Ροζάκη, Κ. Σπίγγο, για τις πολύ σημαντικές επισημάνσεις τους. Και βέβαια τον κ. Γιάννη Ιωαννίδη, για την καλοσύνη του να μεταφράσει δηλώσεις του Ζιράρ, που αναιρούσαν κάποιες παλιότερες (αρνητικές για τις αρχαϊκές θρησκείες) απόψεις του, οι οποίες διέπουν το μεταφρασμένο έργο του στα ελληνικά. –Αναίρεση, η οποία ενώ διορθώνει τα θρησκευτικά συμφραζόμενα του παλιότερου έργου του, δεν επηρεάζει τις δύο βασικές θεωρίες του, τη «θυματική» και τη «μιμητική», στις οποίες και επικεντρώθηκε το αφιέρωμα. Καθώς, τέλος, είμαι ο πρώτος εν Ελλάδι «αξιοποιήσας» τον Ζιράρ και ο κ. Μπαραμπούτης ο δεύτερος, κατά πολύ διεξοδικότερος και αρτιότερος από μένα, οφείλω να τον ευχαριστήσω διπλά, για την εκτενή συμμετοχή του. 

1.- Πόθεν η κοινωνιο-οντολογική αναζήτηση;

Αν –παρά ταύτα- δεν κατόρθωσα να πείσω, ότι η κοινωνιο-οντολογική αξία του έργου του Ζιράρ είναι πιο σημαντική από τη θρησκευτική, ίσως αυτό να οφείλεται στο ότι δεν εξήγησα, γιατί αποδίδω τόσο υψηλή σημασία στη κοινωνιο-οντολογική αναζήτηση. Μπορώ όμως να το κάνω τώρα.

Η κοινωνιο-οντολογική αναζήτηση προέκυψε από τα ερωτήματα, που γέννησε «ο μετασχηματισμός του μαρξιστικού απελευθερωτικού κινήματος στο αντίθετό του». Το παγκόσμιο εκείνο κίνημα, που «συντάραξε» τον κόσμο, «δεν αμφισβητούσε την οντολογική θεμελίωση του καπιταλιστικού πολιτισμού», με αποτέλεσμα να τον «αναπαράγει» με διαφορετική μορφή, ως κρατικό κολεκτιβισμό ή κρατικό καπιταλισμό. Να μη μπορεί δηλαδή να πετύχει τους απελευθερωτικούς στόχους του και κατά συνέπεια να απολέσει την αρχική λαϊκή απήχησή του και να καταρρεύσει εκ των ένδον. Το καταληκτικό ερώτημα του εν λόγω απολογισμού ήταν ετούτο: υπάρχει κοινωνική οντολογία απελευθερωτική; Ή ο καπιταλισμός είναι μονόδρομος;

Αν μπεις στον δρόμο της αναζήτησης αυτής, θα συναντήσεις το έργο εκείνων που έχουν προηγηθεί. Σε μας, θα βρεις πρώτα τον Παναγιώτη Κονδύλη. Θα σου πει ότι ο δρόμος που πήρες δεν βγάζει πουθενά. Απλώς θα μπλέξεις στα αντιτιθέμενα-συμμετρικά μάτριξ των ιδεολογιών της ισχύος, από τα οποία δεν υπάρχει διέξοδος. Χώρια, που αν υπήρχε, η «ετερογονία των σκοπών» θα σε πήγαινε αλλού από εκεί που θέλεις να πας… Αν καταφέρεις να υπερβείς το κονδύλειο τείχος, θα ανταμώσεις τη μεταμαρξιστική τριάδα: τον Κώστα Παπαϊωάννου, τον Κορνήλιο  Καστοριάδη και τον Κώστα Αξελό. Αυτοί θα σε εισαγάγουν στο αρχαιοελληνικό παράδειγμα, όπου το βασικό, πλην απρόσιτο στον αστικό πολιτισμό μαρξιστικό αίτημα, να επεκταθεί η ελευθερία από ιδιωτική σε κοινωνική και πολιτική, ώστε να πραγματοποιηθεί το «μη άρχεσθαι υπό μηδενός», είχε επιτευχθεί, εντός του πολιτειακού σώματος της Πόλεως-Κοινού. Άρα: δεν είναι μονόδρομος ούτε η μισθωτή δουλεία ούτε η αιρετή τυραννία. Ή αλλιώς: δεν είναι ουτοπία η εκτός οίκου ελευθερία… Αν έπειτα, από την απροσδόκητη αυτή αποκάλυψη, προβληματιστείς για την κρίση του αρχαιοελληνικού επιτεύγματος και θέλεις να δεις τι έγινε με την κοινωνική οντολογία της ελευθερίας στον χιλιόχρονο πολιτισμό που ακολούθησε την υπέρβασή της, σε περιμένει το έργο του Χρήστου Γιανναρά. Εκεί θα δεις, κατ’ αρχάς, ότι άλλαξε το Θυσιαστήριο, όχι όμως και το Κοινό, ως θεμέλια κοινωνία του ελληνικού πολιτισμού, ούτε η θύραθεν Παιδεία του. Η θρησκευτική μετάλλαξη α) κάλυψε το οντολογικό κενό, που ήδη από την κλασική εποχή είχε αφήσει στη βάση του ελληνικού πολιτισμού το ξεπέρασμα της αρχαίας θρησκείας και β) δημιούργησε την ελλείπουσα οικουμενική-διαπολεοτική (δι-«εθνική») οντολογική βάση για τη μακροημέρευση του ελληνικού πολιτισμού εντός της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Στο φιλοσοφικό έργο του Γιανναρά θα γνωρίσεις αυτό που καμιά «βυζαντινή ιστορία» δεν είναι σε θέση να φανερώσει: την κοινωνική οντολογία του βυζαντινού πολιτισμού. Με βάση, πιο συγκεκριμένα, τη φιλοσοφική οντολογική του τριάδα υπόσταση-ουσία-ενέργειες, μπορείς να προσεγγίσεις την κοινωνική οντολογική του τριάδα ατομικό-συλλογικό-σχέσεις, διότι η δεύτερη είναι απλώς ο κοινωνικός ισομορφισμός της πρώτης. Και να δεις πώς οι τρεις ελευθερίες ενσαρκώνονται στα Κοινά και στα Συστήματα του εν λόγω πολιτισμού. Ολοκληρώνοντας τη διαδρομή αυτή, σχηματίζεις την πεποίθηση, ότι η τριαδική προσωποκεντρική οντολογία της βυζαντινής Παράδοσης, είναι ακριβώς, η ζητούμενη κοινωνική οντολογία της ελευθερίας. Καλύπτει πλήρως την προδιαγραφή του ζητουμένου, διότι είναι εναλλακτική, κριτική και όντωςαπελευθερωτική. Μετά το θέμα είναι πώς τη χρησιμοποιείς ως αρχιμήδειο στήριγμα για την κριτική υπέρβαση της σύγχρονης βαρβαρότητας. 

Φτάνοντας κι εγώ στο σημείο αυτό (βλ. Η έκλειψη του Υποκειμένου) και υποθέτοντας ότι πρέπει να σταματήσω, θεωρώντας αδύνατη την επιστημονική προσέγγιση σε ορισμένα κοινωνιο-οντολογικά προβλήματα, όπως η γένεση του συλλογικού υποκειμένου και οι τύποι συνάρθρωσης των παραδόσεων, αρκούμενος δηλαδή στη φιλοσοφική και μόνο προσέγγισή τους –που ως τέτοια ήταν απολύτως ικανοποιητική-, ήρθα τυχαία σε επαφή με το έργο του Ζιράρ, στο οποίο και βρήκα τη ζητούμενη «επιστημολογική τομή», που έλυνε τα συγκεκριμένα προβλήματα. Ήταν η θυσιαστική θεωρία (η οποία περιλαμβάνει τη «μιμητική» θεωρία ως επικουρική-επεξηγηματική). Είδα λοιπόν, ότι η θυσιαστική θεωρία καθιστά δυνατή τη μετάβαση από το επίπεδο της «φιλοσοφικής προσέγγισης» στο επίπεδο της «επιστημονικής προσέγγισης», την έννοια των οποίων διευκρίνισα στο ξεκίνημα του αφιερώματος. Δοκιμάζοντας τι μπορεί να σημαίνει αυτή η μετάβαση από τη φιλοσοφική στην επιστημονική προσέγγιση πήγα από την Έκλειψη του Υποκειμένου στο Πέρα από το Άτομο και στο Αυτοείδωλον εγενόμην… 

Εννοείται, ότι από τα θρησκευτικά συμφραζόμενα του έργου του Ζιράρ κατάλαβα, ότι κι αυτός προς το ίδιο «χαμένο κέντρο» βάδιζε. Όπως και άλλοι από τα δυτικά. Παράδειγμα ο T.S.Eliot, ο C.S.Lewis ή ο Jacques Ellul -ο ομόλογος του δικού μας Σπύρου Κυριαζόπουλου. 

2.- Το φαινόμενο της μεταστροφής στη μεγάλη κλίμακα 

Τη γενικότερη σημασία της κοινωνιο-οντολογικής αναζήτησης τη συνειδητοποίησα πραγματικά, όταν έπεσα πάνω σε μια εντυπωσιακής απλότητας εικόνα, που μας έρχεται από τον 6ο βυζαντινό αιώνα. 

Κάθε άνθρωπος, λέει, κινείται στην ακτίνα ενός κύκλου, τη δική του ακτίνα, με δύο δυνατότητες: ή να απομακρύνεται από το κέντρο του κύκλου ή να πλησιάζει προς αυτό. Οι άνθρωποι «φεύγοντας προς τα έξω», απομακρύνονται, όχι μόνο από το κέντρο, αλλά και μεταξύ τους. Οπότε, αν θέλουν να έρθουν πιο κοντά ο ένας στον άλλο, πρέπει απλά να κάνουν «μεταβολή» και να αρχίσουν να βαδίζουν προς το κέντρο! –Προς το μόνο σταθερό σημείο, σε σχέση με το οποίο η όποια κίνηση αποκτά νόημα. 

Εφόσον κάθε πολιτισμός έχει οντολογικό «κέντρο» μοιάζει όντως με «κύκλο», άρα η βυζαντινή εικόνα αποτυπώνει οφθαλμοφανώς ένα θεώρημα «κοινωνιο-οντολογικής γεωμετρίας». Εφαρμόζοντάς το στον σύγχρονο κόσμο, καταλαβαίνει κανείς ότι το «κέντρο» του δυτικού πολιτισμικού κύκλου, από το οποίο «φεύγει δρομαίως» ο κόσμος των «νέων χρόνων», δεν είναι παρά το τρομερό μεσαιωνικό-φεουδαρχικό είδωλο του χριστιανικού Θεού, που καμιά σχέση βέβαια δεν είχε με το βυζαντινό του πρωτότυπο. Καταλαβαίνει επίσης κανείς, γιατί το «τέλος» του νεωτερικού πολιτισμού, του κατ’ εξοχήν πολιτισμού της «φυγής προς τα έξω», προβάλει σήμερα σαν καταστροφή «αποκαλυπτικών» διαστάσεων. Είναι γιατί η απομάκρυνση του ενός από τον άλλο, έχει γίνει πλέον τόσο μεγάλη, που η πραγματική συλλογικότητα καθίσταται αδύνατη. Η απομάκρυνση οδηγεί πλέον στο μηδέν ως κενό συλλογικότητας. Κενό που πάει να «καλυφθεί» με ψηφιακές, πλην ψευδαισθησιακές-εικονικές προσομοιώσεις. 

Πριν όμως φτάσουμε στην εφιαλτική αυτή κατάσταση, υπήρξαν άνθρωποι που την προείδαν, έκαναν «μεταβολή» και οδεύοντας προς τα «μέσα», μας άφησαν αρκετές προειδοποιήσεις. Μίλησα για τους συγχρόνους μου. Ας αναφέρω, σαν παράδειγμα, και δύο παλιότερους, έναν «ξένο» πασίγνωστο και ένα «ντόπιο» πανάγνωστο. Ο πρώτος είναι ο μεγάλος ποιητής του Μοντερνισμού T.S.Eliot, που με το ποίημά του The Hollow Men (1925) προειδοποίησε, ότι αν συνεχιστεί η φυγή προς τα έξω, οι άνθρωποι θα καταντήσουν εντελώς κούφιοι! Ο δεύτερος είναι ένας ασήμαντος πατρινός ονόματι Σωτήριος Κυριαζόπουλος, που είχε το θράσος να γράψει το 1922 ένα βιβλίο όπου τοποθετούσε το Ανατολικό Ζήτημα επί κοσμοϊστορικής προοπτικής. Ο άνθρωπος αυτός, που ίσως μόνο η μάννα του τον ήξερε, έγραψε το εξής τρομερό: «Η μεν Γαλλική Επανάστασις μετά του Μπολσεβικισμού επί του μηδενός επιστηριχθείσαι εξήντλησαν και το μηδέν»! Τα λέει όλα σε μια μόνο φράση και σε χρόνο ανύποπτο: «εξήντλησαν και το μηδέν»!… Η νεωτερική φυγή προς τα έξω, προς το υποτιθέμενο «μέλλον», όπου μας περιμένει ο τεχνολογικός μεσσίας, που «θα λύσει όλα τα προβλήματα του ανθρώπου», υποδεικνύει ακριβώς τον ιστορικιστικό – χιλιαστικό χαρακτήρα της μηδενιστικήςκοινωνιο-οντολογικής θεμελίωσης του νεωτερικού πολιτισμού. Αλλά η εσχατολογική θεμελίωση στο μηδέν οδηγεί στην εξάντληση και της εικονικής συλλογικότητας, στην «εξάντληση του μηδενός». Ότι αν δεν υπάρξει μεταστροφή, η καταστροφή θα είναι καθολική, αυτή που θα σαλπίσει ο «έβδομος άγγελος» της Αποκαλύψεως… Στοιχειώδης ενσυναίσθηση μας μεταφέρει την αγωνία των αληθινά πρωτοπόρων αυτών ανθρώπων. 

Αν τώρα προσέξει κανείς πού βρισκόμαστε σήμερα, μπορεί πλέον να καταλάβει (μια και το μεταμοντέρνο πάρτι τελείωσε), ότι η «μεταβολή» και η πορεία προς το «κέντρο», είναι ήδη στην «ημερήσια διάταξη» κι αυτό στη «μεγάλη κλίμακα»: Συρρικνώνεται ραγδαία το ειδικό βάρος του παγκόσμιου πληθυσμού, που βρίσκεται σε τροχιά «φυγής προς τα έξω», ενώ αντίθετα, αυξάνεται το ειδικό βάρος των πληθυσμών που κοιτάζουν «προς τα μέσα». Οι σχετικές δημογραφικές προβολές είναι αμείλικτες. Η αναστροφή προς τα οντολογικά «κέντρα» των μεγάλων ιστορικών πολιτισμών, είναι πλέον κυρίαρχη τάση στον κόσμο και θα επικρατήσει. Εκτός και αν οι «τρελαμένοι» από την προοπτική αυτή, καταφύγουν στην πυρηνική «τελική λύση»… 

Τούτων δοθέντων, η «κοινωνιο-οντολογκή αναζήτηση» παραπέμπει στο νόημα αυτού που ήδη συμβαίνει, όχι στο δικό μου μυαλό, αλλά στον σύγχρονο κόσμο. Γι’ αυτό και της αποδίδω τόσο μεγάλη σημασία. Μιλά γι’ αυτό που στη θρησκευτική ορολογία ονομάζεται «μεταστροφή», αλλά καλύπτει όχι μόνο τον θρησκευτικό πυλώνα, αλλά και τους άλλους δύο, τον εκπαιδευτικό και τον πολιτικό, οι οποίοι και οι τρεις μαζί, εδράζονται στην ιδιαίτερη εκάστου πολιτισμού κοινωνιο-οντολογική πλατφόρμα (ατομικό-συλλογικό-σχέσεις). Πρόκειται για τα «τρία Π»: Πίστη, Παιδεία, Πολιτική. Γι’ αυτό και αν κοιτάξουμε πώς το φαινόμενο εκδηλώνεται στη μικροκλίμακα θα δούμε ότι άλλος «κατεβαίνει» από το πρώτο «Π», άλλος από το δεύτερο και άλλος από το τρίτο. Καταλαβαίνει επίσης κανείς και γιατί η κοινωνιο-οντολογική αναζήτηση έχει προ οφθαλμών τα τρία αντίστοιχα ερωτήματα: Σε τι Θεό πιστεύουμε; Τι Άνθρωπο θέλουμε να φτιάξουμε; ΠοιοΠολίτευμα χρειαζόμαστε; 

Έτσι εξηγείται και γιατί, κάποιος που έρχεται από το τρίτο «Π», στέκεται στην «επιστημονική» προσέγγιση, όχι από προσωπική «εμμονή», αλλά επειδή είναι η πιο κοντινή στην «πολιτική» – επιχειρησιακή πλευρά του προβλήματος, που δεν είναι άλλο από την εν εξελίξει ολοκλήρωση της συλλογικής μας καταστροφής. Βέβαια, όσοι δεν έχουν τη μεγάλη εικόνα στο μυαλό τους, νομίζουν, ότι αρκεί η δράση στο «δικό» τους «Π» και βλέπουν με «μισό μάτι», αν όχι τελείως αρνητικά, όποιον εργάζεται σε άλλο «Π». Αλλά αν δεν βλέπεις σαν απαραίτητους «συν-εργάτες», όσους δουλεύουν στις άλλες δύο γραμμές δράσης, είναι μοιραίο να αποτύχεις, ακόμα κι αν αυτό που κάνεις είναι το «σωστό». Διότι το «αντικείμενο» είναι η αναδημιουργία συλλογικότητας και η συλλογικότητα έχει τρεις διαστάσεις (Θρησκεία-Παιδεία-Πολιτική).    

3.- Προς τι η «ελληνική μετάφραση»;

Ύστερα από τις εξηγήσεις αυτές, πρέπει να είναι νομίζω κατανοητό, γιατί πλησιάζοντας τον Ζιράρ, με ενδιέφεραν τρία πράγματα: αν προκύπτει από το έργο του ένας κοινωνιο-οντολογικός «αλγόριθμος», αν αυτός «δουλεύει» και αν παρέχονται οι κατάλληλες εξηγήσεις, ως προς το «γιατί δουλεύει». (Σημειωτέον ότι οι εξηγήσεις μπορούν και να λείπουν, ή να μην είναι πλήρεις, χωρίς αυτό να σημαίνει, ότι «δεν δουλεύει το μηχάνημα».)

Ο ενήμερος του ζιραρδιανού έργου αναγνώστης θα πρόσεξε, ότι δεν αναφέρθηκα καθόλου στις υποθέσεις, που κάνει ο Ζιράρ στα «Κεκρυμμένα από καταβολής», για το πώς «έγινε», μέσω του θυματικού μηχανισμού, η μετάβαση από την προανθρώπινη στην ανθρώπινη κατάσταση, ούτε στις αρυόμενες από την κριτική του στο φροϋδικό «ασυνείδητο» ψυχολογικές απόψεις του για τον μιμητισμό. Περιορίστηκα αυστηρά στο πώς γίνεται στη γνωστή ιστορία η κοινωνική θέσμιση (γένεση) του συλλογικού υποκειμένου, όταν τούτο συμβεί να «καταρρεύσει» και να προκύψει ό,τι ο Ηράκλειτος ονομάζει «πόλεμο πάντων πατέρα», ο Εμπεδοκλής «Δίνο», ο Ζιράρ «θυσιαστική κρίση» …κι εγώ αποπειρώμαι να «θεματοποιήσω» ως «κατάσταση μηδέν», αρνούμενος να δεχθώ τον τρέχοντα ηθικολογικό όρο «διαφθορά», που μας αποπροσανατολίζει από τα αίτια του προβλήματος, που είναι το κοινωνικό μηδέν, το κενό συλλογικότητας. Δεν είναι φυσικά τυχαία η χρήση του ηθικολογικού όρου «διαφθορά». Επιβάλλεται από την κυρίαρχη νεωτερική κοινωνική οντολογία, η οποία αρνείται την ύπαρξη των ιστορικών οντολογικών «κέντρων» της κοινωνικής συνοχής, δογματίζοντας ότι δεν υπάρχει κοινωνία αλλά μόνο άτομα και κενό. (Σημειωτέον, ότι οι εννοιολογικές διαφοροποιήσεις του «μηδενισμού» προκύπτουν επακριβώς από την αδικαιολόγητα ξεχασμένη τρίβαθμη ανθρωπολογική Κλίμακα της βυζαντινής παράδοσης). 

Θα διερωτήθηκε ίσως ο ενήμερος αναγνώστης, για τον λόγο που με έκανε να «μεταφράσω στα ελληνικά» τις ζιραρδιανές επεξηγήσεις, ως προς το «γιατί δουλεύει ο αλγόριθμος». Το έκανα, για να πω εμμέσως πλην σαφώς, ότι καλές είναι, αλλά όχι εντελώς ικανοποιητικές. Με τη «μετάφραση» πρόσθεσα (από την πίσω πόρτα) στην εξηγητική του συγκρουσιακού μιμητισμού, τις ελληνικές έννοιες: α) Του «επιθυμητικού» (προκειμένου να διασταλεί απ’ αυτό, η «επιθυμία», ως ενέργειά του, και να πάψει να αιωρείται ξεκρέμαστη). β) Του «θυμοειδούς» (ή συναισθηματικού, καθότι η επιθυμία είναι «του ηδέος όρεξις». Και γ) του «λογιστικού» (που κάνει και τη …«συνεκτίμηση κόστους-οφέλους»). – Ως μορίων της ψυχής  (με την  φιλοκαλική τους έννοια, που δεν είναι εντελώς ίδια με το πλατωνικό τους πρωτότυπο). Κι αυτό, για να καταστεί άμεσα κατανοητή η παρεχόμενη εξήγηση, το δε ψυχικό «κέντρο» της επιθυμίας, το «επιθυμητικό», να καταστεί ορατό και άρα θεωρητικά και πρακτικά μελετήσιμο. Αποκατέστησα έτσι στην ελληνική πληρότητά του το επιθυμητικό τρίγωνο. (Όσο γινόταν βέβαια στον στενό χώρο του αφιερώματος.) Πρόσθεσα επίσης, το υποκειμενοποιητικό τρίγωνο (εγώ, εσύ κι ο Θεός, ως μεταφυσική κεφαλή του Συλλογικού). –Τρίγωνο  άγνωστο στον Ζιράρ, καθώς προκύπτει από την τρίβαθμη ανθρωπολογική Κλίμακα, την κοινωνιο-οντολογική σημασία της οποίας αγνοούν πλήρως η Εσπερία και μαζί της η εν Ελλάδι αναμηρυκαστική «σκέψη». 

Εννοείται, ότι δεν με ενδιέφερε η «ακριβής» ερμηνεία των μεγάλων θυσιαστικών μύθων. Πρώτον γιατί δεν επιδέχονται μόνο μία ερμηνεία. Και ούτε ενός μόνο επιπέδου βάθους. Και δεύτερον, επειδή σε μια επεξεργασία προγραμματικά αυτοδεσμευμένη να είναι επιστημονική, επιτελούν κατ’ ανάγκη, ρόλο υποβοηθητικό – παραδειγματικό – «αντισκωριακό» αν θέλετε. Παράδειγμα, η αναφορά στον μύθο του Κάϊν και του Άβελ, που κατά τον Ζιράρ υποδεικνύει τη θεμελίωση των πολιτισμών στον θυματοποιητικό μηχανισμό πρώτου βαθμού και κατά τη δική μου αναφορά στον θυματοποιητικό μηχανισμό δευτέρου βαθμού. Οι δύο ερμηνείες στέκουν εξ ίσου καλά και συγχρόνως, για τον απλό λόγο, ότι οι δύο εκδοχές του θυσιαστικού μηχανισμού λειτουργούν ταυτόχρονα, αν και σε διαφορετικό επίπεδο, και είναι αδύνατο να απαλλαγεί κανείς από το θυματοποιητικό δηλητήριο, αφαιρώντας μόνο του ενός το κεντρί… Επικαλέστηκα τον εν λόγω μύθο, ως παράδειγμα θυσιαστικής «πολυπλοκότητας», για να αναδείξω δύο συγκεκριμένα ζητήματα: α) Το πρόβλημα της «θυσιαστικής αποτελεσματικότητας». Ανθρωπολογικό πρόβλημα ιστορικό, που έκανε λ.χ. τον Απολλώνιο Τυανέα να φτάσει μέχρι το Θιβέτ, ψάχνοντας για απάντηση στο γιατί «δεν πιάνουν πλέον» οι ζωο-θυσίες στην εποχή του (την αναλογικώς παρόμοια με τη δική μας). Και β) το πρόβλημα του γιατί, ενώ οι κτηνοτροφικοί-νομαδικοί λαοί έχουν περάσει στο στάδιο της ζωο-θυσίας, οι γεωργικοί αργούν πιο πολύ να ξεκολλήσουν από την ανθρωπο-θυσία… Το μεταίχμιο της μετάβασης, από την ανθρωποθυσία στη ζωοθυσία, είναι άλλωστε κεντρικό θέμα, τόσο στην ελληνική όσο και στην εβραϊκή Βίβλο. Θυσία της Ιφιγένειας εδώ – θυσία του Ισαάκ εκεί, από τον ίδιο τους τον πατέρα, με τους δυο ενδιαφερόμενους θεούς, να σπεύδουν να υποκαταστήσουν το ανθρώπινο θύμα με ένα ζώο. 

Υπονοώντας, τέλος, ότι δεν είναι επαρκή τα «θυσιαστικά» κριτήρια, για να «εξηγήσουμε», το γιατί «εξ ιουδαίων η σωτηρία», αλλά «διά των ελλήνων ο δοξασμός του υιού του ανθρώπου», ανέφερα («προβοκατόρικα», για τον λεγόμενο «ιουδαιοχριστιανισμό») τον μύθο του Προμηθέα, ρωτώντας αν μπορεί να βρει κανείς ιουδαϊκό ισοδύναμο μιας τόσο καθαρής προτύπωσης της σταυρικής αυτοθυσίας του Θεού των χριστιανών. Αν υπήρχε θα το ξέραμε, γιατί θα το διαλαλούσαν σε κάθε ευκαιρία… Στο σημείο αυτό, ας μου συγχωρηθεί το θράσος, του μη θεολόγου και μη επαγγελματία, να υπομνήσω στους επαγγελματίες θεολόγους, ότι ο κανονικός χριστιανισμός είχε δύο ιστορικά πόδια και όχι μόνο ένα. Δεν υπήρξε μόνο η Αντιοχειανή – «ιουδαιοχριστιανική» σχολή, αλλά και η Αλεξανδρινή – «ελληνοχριστιανική» σχολή, που στην προοδευμένη νεωτερική εποχή μας την ξεχάσανε τελείως, σαν να μην υπήρξε ποτέ. Προκειμένου, λέω εγώ ο καχύποπτος Ηπειρώτης, να πριμοδοτηθεί ο προτεσταντισμός. Και ενδεχομένως να καλοπιαστεί ο ιουδαϊσμός. -Ιδίως μετά την ελέω «ολοκαυτώματος», θυσιαστική εκτόξευσή του στο υπερτατο στερέωμα της (κοσμικής) ιερότητας, όπου ουδείς λόγος, ρητός ή ενδιάθετος, επιτρέπεται να τον ψαύσει. Ίνα πληρωθεί, με τον καταπληκτικότερο τρόπο, η αλήθεια της θεωρίας του Ζιράρ, για το πώς τελικά το μαζικό δολοφονικό μπούλιγκ «θεοποιεί» το θύμα, ακόμα και στην «κοσμική» εποχή μας. 

Ανέφερα, ως «επιχειρησιακό» σκοπό της κοινωνιο-οντολογικής προσέγγισης την «ανάσχεση του μηδενισμού». Δεν εννοώ προφανώς την επίτευξη της «αθανασίας» του ιστορικού πολιτισμικού όντος, αφού στον κόσμο τούτο, της «γενέσεως και φθοράς», τα ελιξίρια της αθανασίας υπόκεινται, κι αυτά, στην κρησάρα της φθοράς και του θανάτου. Εννοώ «απλώς» την αποφυγή του πρόωρου πολιτισμικού θανάτου, ο οποίος «μας την έχει στημένη», σε κάθε ιστορικό μας βήμα. Γι’ αυτό άλλωστε και υπαινίχθηκα τον κοινωνιοντολογικό «χρονολειτουργικό» αλγόριθμο της εκπληκτικής μακροβιότητας του βυζαντινού πολιτισμού. Βέβαια, αν αντιλαμβάνεται κανείς τη βυζαντινή Παράδοση, σαν «φυσική θρησκεία», δηλαδή σαν εγωκρατική λατρεία, που εξασφαλίζει μια θέση στην προνομιούχα τάξη του «άλλου κόσμου», φυσικά όλα αυτά που υπονοώ ή τα λέω ανοιχτά, είναι όχι μόνο ακατανόητα, αλλά και απαράδεκτα.      

Υστερόγραφο

Προς κ.  Σαλεμή: Η επιθυμία διαθέτει «τρία δωμάτια», το ένα καλύτερο από το άλλο και μένει στο πιο μίζερο, τη στιγμή που είναι «όρεξη του ηδέος». Συμφωνώ. Φαντάσου τι «ηδύτητα» την περιμένει στο «τρίτο δωμάτιο»! 

Προς κ. Σπίγγο: Αν η Παιδεία (των πολιτισμών γενικά, του νεωτερικού περιλαμβανομένου) θεμελιώνεται στην ακρωτηριαστική – ψυχωσιογόνο «δισσή επιταγή»; Το ερώτημα απαιτεί να διερευνηθεί η λειτουργία του επιθυμητικού τριγώνου στον εκπαιδευτικό πυλώνα. Δεν το έχω κάνει για να έχω προσωπική άποψη. Έχω ασχοληθεί μόνο με τη λειτουργία του υποκειμενοποιητικού τριγώνου εκεί. (Βλ. Η έκλειψη του Υποκειμένου.)  

Προς κ. Ροζάκη: Συνοψίζετε με εξαιρετικό τρόπο το κοινωνιο-οντολογικό διακύβευμα. Λέτε:

Το κοινωνικό πεδίο είναι πάντοτε θεσμισμένο (κοινωνία=θεσμός). Αν εννοείτε ότι δεν μπορεί να υπάρξει «γυμνό», χωρίς θέσμιση, συμφωνώ. Το πρόβλημα είναι η μετάβαση από έναν τύπο θέσμισης σε έναν άλλο τύπο. Και το συνεπαγόμενο πρόβλημα της «ταυτότητας».

Το επιθυμητικό μπορεί να αφορά και σε «μεθεκτικά» αγαθά… Ανεκτίμητη επισήμανση. Στην πληρότητά τους τα αγαθά αυτά αναφέρονται στο «ευ ζην», το συνδεδεμένο με το αριστοτελικό τρίτο και περιεκτικό επίπεδο συλλογικότητας.

Το πρόβλημα με τον άνθρωπο είναι ότι δεν μαθαίνει (όπως τα ζώα), πράγμα που εμποδίζει την αναζήτηση ενός επιχειρησιακού αλγορίθμου που θα μπορούσε να βρει εφαρμογή στις τρεις αντώσεις (λογικό, θυμικό, επιθυμητικό) με στόχο τη μετάβαση σε ένα νέο παράδειγμα. Όντως. Είναι δύσκολο, αλλά όχι άλυτο πρόβλημα. Η ελληνική εμπειρία μας λέει, ότι η μετάβαση από την ιδιωτική στην κοινωνική και στην πολιτική ελευθερία, όταν γονιμοποιηθεί από την «ελευθερία έναντι του εαυτού» (την αυτοθυσία σταυρικού τύπου) λύνει το πρόβλημα. 

– […] η «θυσία» αποτελεί την αναγκαία συνθήκη για τη «σύνδεση» των δύο περιοχών: της ψυχής και της κοινωνίας. Πρέπει να αναζητήσουμε τώρα και την ικανή συνθήκη. Συμφωνώ. Προσθέτοντας ότι ο δρόμος προς την ικανή συνθήκη περνά από τη διάκριση της «θυσίας» σε ετεροθυσία και αυτοθυσία (ελευθερία έναντι του εαυτού) και την επιλογή της δεύτερης.

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s