ΘΕΣΕΙΣ, ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ: ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ Θ. Ι. ΡΗΓΙΝΙΩΤΗ «ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΣΚΕΠΤΟΜΕΝΟ ΑΘΕΟ»

Του Γ. Μ. Βαρδαβά

Θεολόγου 3ου ΓΕΛ Ηρακλείου

 

[Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Χανιώτικα Νέα»αρ. φ. 15808/13-7-2019, σελ. 42]

Θ. Ι. Ρηγινιώτης, Επιστολή προς τον σκεπτόμενο άθεο: Δοκίμιο πνευματικής και κοινωνικής αναζήτησης, εκδόσεις Λεξίτυπον, Αθήνα 2019, σσ. 250, ISBN: 978-960-597-204-2.

Πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Λεξίτυπον» το νέο πόνημα του γνωστού θεολόγου εκ Ρεθύμνης Θ. Ι. Ρηγινιώτη με τίτλο: «Επιστολή προς τον σκεπτόμενο άθεο». Η προβληματική που απασχόλησε το συγγραφέα στο μυθιστόρημα του Εναντίον του Θεού (εκδόσεις Όμορφος Κόσμος, Ρέθυμνο 2006, βλ. σχετικό σημείωμα μας για το βιβλίο στην εφημερίδα «Πατρίς», αρ. φ. 17991/20-12-2006, σελ. 16) εδώ επεκτείνεται και διευρύνεται σε μια εξαντλητική διαπραγμάτευση. Στόχος του συγγραφέα είναι να πραγματώσει έναν οιονεί διάλογο με τον «σκεπτόμενο άθεο» της εποχής μας. Ο παραπάνω όρος δεν χρησιμοποιείται τυχαία από το συγγραφέα, δοθέντος του γεγονότος, ότι υπάρχουν άτομα που αυτοπροσδιορίζονται ως «άθεοι» αλλά εμφορούνται από τέτοιο βαθμό φανατισμού και καχυποψίας που καθιστούν απαγορευτική κάθε καλοπροαίρετη απόπειρα διαλόγου. Τα άτομα αυτά εμμένοντας με δογματισμό στις αθεϊστικές τους βεβαιότητες ουσιαστικά εγκλωβίζονται στην «απόλυτη αλήθεια» της «πίστης» τους στην ανυπαρξία του Θεού. Το οντολογικό ερώτημα, ωστόσο, είναι διαχρονικό και δεν προσφέρεται για επιδερμικές προσεγγίσεις ή ιδεολογικοποιημένες απολυτοποιήσεις του τύπου «άσπρο-μαύρο». Πέραν τούτου, σαφώς υπάρχουν και καλοπροαίρετοι άνθρωποι που μπορεί να δηλώνουν άθεοι, άθρησκοι, άπιστοι, αγνωστικιστές, σχετικιστές, σκεπτικιστές κ.α.π. (δικαίωμα τους βεβαίως, ελεύθεροι άνθρωποι είμαστε, δεν είναι εδώ Ιράν, όπως διατείνονται ορισμένοι) αλλά είναι ανοικτοί έμπρακτα στο διάλογο και τη γόνιμη ανταλλαγή επιχειρημάτων και απόψεων. Οι συγκεκριμένοι έχουν μια αρετή: έχουν μάθει να ακούνε και να σέβονται τη γνώμη του άλλου, ακόμα κι αν διαφωνούν· είναι με άλλα λόγια απροκατάληπτοι,γεγονός καθόλου αυτονόητο στους χαλεπούς καιρούς μας. Για να μην παρεξηγηθούμε, οι ανωτέρω παρατηρήσεις ισχύουν ενίοτε και για όσους δηλώνουν «ένθεοι», «πιστοί» κ.α.π., που δεν έχουν διάθεση να ακούσουν την αντίθετη άποψη αλλά θωρακίζονται πίσω από τις «βεβαιότητες» τους. Είναι σχεδόν σίγουρο ότι οι εν λόγω έχουν κατασκευάσει έναν χριστιανισμό «κατ’ εικόνα και ομοίωσιν» τους, έναν χριστιανισμό φονταμενταλιστικό και παραδοσιαρχικό, που δεν έχει καμιά σχέση με τον αυθεντικό χριστιανισμό.

Ο συγγραφέας προσπάθησε με τρόπο τω όντι εξαντλητικό να παρουσιάσει στα δοκίμια του την αυθεντική ορθοδοξία (αποστασιοποιούμενος επιτυχημένα από τις πολυποίκιλλες παραφθορές της), δίδοντας τη ζωντανή μαρτυρία της στους ρευστούς μετανεωτερικούς καιρούς μας. Είναι νομίζουμε γνωστό ότι λάθος εικόνα περί ορθοδοξίας έχουν διαμορφώσει τόσο οι «ένθεοι», όσο και οι «άθεοι». Οι πρώτοι εμμένουν σε μια παραδοσιαρχία που εκβάλλει στη λογική των αλήστου μνήμης θρησκευτικών οργανώσεων ή σε έναν πιετισμό προτεσταντικού τύπου ή σε έναν υφέρποντα φονταμενταλισμό που εγγίζει τα όρια του παλαιοημερολογητισμού. Φαίνεται, ωστόσο, να απουσιάζει η μέση οδός αφού από την άλλη πλευρά υπάρχει η λεγόμενη «εκσυγχρονιστική» μερίδα που εμμένει σε μια ελιτίστικη πρόσληψη της θεολογίας, καθιστώντας την τελευταία «θεολογία του σαλονιού», μια θεολογία για λίγους και εκλεκτούς θεολογίζοντες, στα όρια της σέκτας, μη έχουσα σχέση με τα προβλήματα, τα βάσανα, τις ανάγκες και τις πνευματικές ανησυχίες του λαού μας. «Αλλά ταύτα περιττά», καθότι γνωστά για να θυμηθώ την εισαγωγή του βιβλίου (σελ. 11). Από την άλλη πλευρά, η μερίδα των «αθέων» προσλαμβάνει στη συντριπτική της πλειοψηφία το χριστιανισμό με τους όρους της δυτικής σκέψης και διανόησης αγνοώντας το κοσμοσυστημικό ελληνικό παράδειγμα: αγνοούν πεισματικά και με ιδεολογική προκατάληψη το γεγονός ότι στον ελληνικό χώρο ποτέ δεν βιώσαμε φεουδαρχία, ιερά εξέταση, θρησκευτικούς πολέμους κ.α.π. αλλά αντιθέτως κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας άκμασαν οι ελληνικές κοινότητες, τα λεγόμενα κοινά, που όπως επαρκώς έχει αποδείξει ο καθηγητής Γιώργος Κοντογιώργης ήταν αυτοδιοίκητες, ήταν «κοινωνίες εν ελευθερία». Όλα αυτά αγνοούνται παντελώς και υιοθετούνται μεταπρατικά τα δυτικά ιδεολογήματα (E. Hobsbawm, B. Anderson, J. P.Fallmerayer κλπ)

Ο συγγραφέας δεν αγνοεί ότι ζούμε σε καιρούς μεταχριστιανικούς (βλ. σελ. 11) αλλά εκείνο που θέλει να μεταδώσει στον αναγνώστη είναι η αυθεντική ορθοδοξία, η πνευματική κληρονομιά της καθ’ ημάς Ανατολής, η παρακαταθήκη της νηπτικής και ασκητικής θεολογίας των αγίων, των οσίων και όλων όσοι διέβησαν τη χαρισματική οδό μέσω των τριών σταδίων (κάθαρση, φωτισμός, θέωση, βλ. μεταξύ πολλών, σελ. 221 κ.ε.), που όμως δεν πρέπει να απολυτοποιούνται, ούτε να ιδεολογικοποιούνται.

Eνθυμούμενος τις πολυποίκιλλες παραφθορές του χριστιανισμού ο συγγραφέας παραθέτει τα παρακάτω σοφά λόγια του π. Ι. Ρωμανίδη στο οπισθόφυλλο του βιβλίου: «Αν η Ορθοδοξία ήταν αυτή που διδάσκουν τα νεοελληνικά εγχειρίδια, εγώ σήμερα θα ήμουν άθεος».Αξίζει στο σημείο αυτό να θυμηθούμε τις καίριες επισημάνσεις του Χρήστου Γιανναρά: «Ἄν ὁ Θεὸς ὁριζόταν μὲ τοὺς κανόνες τῆς συλλογιστικῆς τῶν Σχολαστικῶν, μὲ τὶς ἐπιταγὲς ἀναγκαιότητας τοῦ νευτώνειου κοσμοειδώλου, μὲ τὶς κανονιστικὲς ἀπαιτήσεις ἤ ἠθικὲς σκοπιμότητες τῶν Διαφωτιστῶν, θὰ ἦταν «θεὸς» ὑποδεέστερος καὶ τῆς ἔκπληξης τοῦ ὑποατομικοῦ πεδίου. Τὸ συμπαντικὸ θαῦμα καὶ δράμα τῆς ἐλευθερίας μεταγραμμένο σὲ ψευδαισθήσεις εἰδωλοποιημένης αὐτάρκειας. Κι ὁ ἔρωτας κενὸ στολισμένο αἰσθήματα». (Χρ. Γιανναρά, Σχόλιο στο Άσμα Ασμάτων, εκδόσεις Δόμος, Αθήνα 2003, σελ.101)

Το βιβλίο περιλαμβάνει δοκίμια του συγγραφέα που έχουν δημοσιευθεί κατά καιρούς σε διάφορα έντυπα και ιστοσελίδες στο διαδίκτυο αλλά έχουν ξαναδουλευθεί και πήραν την τελική τους μορφή στο εν λόγω έργο.

Στο Α’ μέρος του βιβλίου (σελ. 15-125) με τίτλο «Η περί Θεού επιστήμη» ο συγγραφέας προσπαθεί να προσεγγίσει το περί Θεού ερώτημα μέσα από την ορθόδοξη προοπτική. Αναλύονται εξαντλητικά πλήθος συναφών θεμάτων εκ των οποίων σταχυολογούμε ελάχιστα μόνο εν συνεχεία: α) Ο νεώτερος αθεϊσμός (σελ. 18-22), β) Η γνώση του Θεού (σελ. 19, 45 κ.ε. και αλλ.), γ) Ορθοδοξία και Δύση (σελ. 22-28), δ) Περί αγάπης (σελ. 28 κ.ε., σελ. 40 κ.ε. και αλλ.), ε) Ήθος και ηθικισμός (σελ. 30-39), στ) Το ασκητικό βίωμα στο χριστιανισμό (σελ. 50 κ.ε., σελ. 59 κ.ε.), ζ) Η αποφατική θεολογία (σελ. 52), η) Η θεολογία ως θεοπτία (σελ. 55), θ) Ψευδείς πνευματικές εμπειρίες στην ορθοδοξία (σελ. 73 κ.ε.), ι) Η διάκριση των πνευμάτων (σελ. 90 κ.ε.), ια) Περί πίστεως (σελ. 105 κ.ε.).

Στο Β΄ μέρος του βιβλίου (σελ. 129-232) με τίτλο «Ιχνηλασίες σε μύθους και αλήθεια» ο συγγραφέας αναφέρεται σε ορισμένους αντιχριστιανικούς μύθους, τους οποίους και ανατρέπει τεκμηριωμένα, ενώ παράλληλα τον απασχολούν δογματικά και λειτουργικά θέματα. Ο πιο κλασικός εξ αυτών των μύθων, που επανέφερε στο προσκήνιο προ ετών η -ήδη ξεπερασμένη- μόδα του «ντανμπραουνισμού», αναφέρει ότι δήθεν ο χριστιανισμός που ξέρουμε πήρε την τελική του μορφή στην Α’ Οικουμενική σύνοδο της Νικαίας (325) από τον Μ. Κωνσταντίνο. Ο συγγραφέας ανατρέπει με πλήρη τεκμηρίωση τον εν λόγω μύθο (σελ. 129-134).

Τα ζητήματα της τριαδολογίας και της χριστολογίας, που αποτελούν την πεμπτουσία της ορθοδόξου διδασκαλίας, απασχολούν ιδιαίτερα το συγγραφέα (σελ. 135-162). Αναφέρεται αναλυτικά στις μαρτυρίες για την Αγία Τριάδα της Βίβλου (Παλαιάς και Καινής Διαθήκης) και στις μαρτυρίες των πατέρων και εκκλησιαστικών συγγραφέων της μεταποστολικής εποχής.

Το ακανθώδες ζήτημα των σχέσεων θρησκείας και επιστήμης απασχολεί ιδιαίτερα το συγγραφέα (βλ. σελ. 162-182), ο οποίος αναφέρεται στην εικονολογική γλώσσα του βιβλίου της Γενέσεως, στους ποικίλλους ανθρωπομορφισμούς αλλά και στις σχετικές αναφορές της πατερικής ερμηνευτικής, χωρίς να παραλείπει να αναφερθεί στο απαράδεκτο του δημιουργισμού και του εξ ΗΠΑ ορμώμενου «ευφυούς σχεδιασμού» (σελ. 179). Παράλληλα τονίζει ότι θρησκεία και επιστήμη έχουν διακριτούς ρόλους και δεν πρέπει να εμπλέκεται η μια στα ζητήματα της άλλης. Διαπιστώνει ότι δεν υπάρχει απόλυτη εμμένεια στις επιστημονικές διατυπώσεις (πρβλ π.χ. κβαντομηχανική, εντροπία, απροσδιοριστία κλπ): «(…) ο επιστημονικός κόσμος συνειδητοποιεί ότι υπάρχει μια πλευρά της πραγματικότητας -η πιο θεμελιώδης- απρόσιτη στην ανθρώπινη κατανόηση, καθότι εντελώς διαφορετική από την καθημερινή μας εμπειρία(…)» (σελ. 171). Κατά συνέπεια η ενδεχομενικότητα και η πιθανότητα αμβλύνουν τις όποιες θετικιστικές βεβαιότητες, όπως χαρακτηριστικά έχει επισημάνει ο γνωστός φυσικός Paul Davies: «Η επιστήμη, μέσω της κβαντικής μηχανικής, έχει σχεδόν διαψεύσει τον ισχυρισμό ότι «κάθε συμβάν έχει μια αιτία». (…) Η συμπεριφορά των υποατομικών σωματιδίων είναι γενικά απρόβλεπτη. Δεν γίνεται να είστε σίγουροι τι πρόκειται να κάνει ένα σωματίδιο από τη μια στιγμή στην άλλη» (Paul Davies, Θεός και μοντέρνα φυσική, β’ έκδοση, εκδόσεις Κάτοπτρο, Αθήνα 2009, σελ. 67).

Το συγγραφέα απασχολούν ακόμη καίρια θέματα λειτουργικής θεολογίας (σελ. 182-197), ιεραποστολικής στην Αφρική (Ουγκάντα- Κένυα, σελ. 197-207) και σωτηριολογίας (ένα σημαντικό δοκίμιο που δημοσιεύεται στις σελ. 208-232). Σχετικά με τη «μέση κατάσταση των ψυχών» (σελ. 225 κ.ε.) υπενθυμίζουμε ότι συνιστά θεολογούμενο για την ορθόδοξη εκκλησία.

Στον Επίλογο του βιβλίου δημοσιεύεται μια λίαν ενδιαφέρουσα «Επιστολή σε γονιό, που η έφηβη κόρη του είναι έγκυος» (σελ. 233-237) και ακολουθεί αναλυτική Βιβλιογραφία.

Συνελόντι ειπείν, το βιβλίο αποτελεί ένα εξαιρετικό οδηγό για τον αυθεντικό χριστιανισμό μακριά από παραφθορές, παραναγνώσεις, «ιδιωτικές θεολογίες», θεολογισμούς, ηθικισμούς και εστετισμούς. Θα κλείσουμε με μια σπουδαία φράση του συγγραφέα: «(…) ο άνθρωπος καθώς γίνεται άγιος, είναι ουσιαστικά ελεύθερος, άσχετα από τις εξωτερικές συνθήκες ζωής του» (σελ. 33, υποσημείωση 24). Τεράστιο το διακύβευμα. Αντέχετε;

Ηράκλειο, 10 Ιουλίου 2019

[πηγή]

 

«Θρησκεία και πολιτικός Φιλελευθερισμός»: Το νέο βιβλίο του Χρ. Αρβανίτη

Χριστόφορος Ελ. ΑρβανίτηςΘρησκεία και πολιτικός Φιλελευθερισμός, πρόλογος: Χαράλαμπος Βέντης, εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2019, ISBN: 978-960-615-206-1.

Στον πολιτικό φιλελευθερισμό οι θρησκείες αποτελούν αντιλήψεις και πεποιθήσεις, οι οποίες μπορούν να κινούνται στο δικαιωματικό τόξο της ελευθερίας επιλογών του ατόμου. Η διαδικασία ενίσχυσης ή μείωσης του παρεμβατικού ρόλου κάποιας θρησκείας δεν εναπόκειται σε πολιτικές δράσεις, αλλά εξαρτάται πλήρως από την αποδοχή ή την απόρριψη του ρόλου τους μέσα σε συγκεκριμένα πολιτισμικά και κοινωνικά περιβάλλοντα. Σε αυτό το πλαίσιο κατανόησης οι θρησκείες γίνονται αντιληπτές ως δυναμικά πολιτισμικά στοιχεία, τα οποία μπορούν ελεύθερα να επιλέγονται από τα άτομα ή μπορούν ελεύθερα να απορρίπτονται από αυτά. Η έννοια της πολυθρησκευτικότητας προσιδιάζει άλλωστε με τη μοντέρνα αντίληψη περί πολυπολιτισμικότητας και επομένως δεν πρέπει να θεωρείται και να προσεγγίζεται καταστροφικά και φοβικά. Αντιθέτως, αποτελεί τη βάση για μια κοινωνία, η οποία επιδιώκει μέσα από την ανεκτικότητα και τη κατανόηση του διαφορετικού (και κυρίως του μειονοτικού) τη συνύπαρξη και την ειρηνική αποδοχή του άλλου.

https://armosbooks.gr/shop/theologia/thriskeia-k-politikos-fileleftherismos/

«Επιστολή προς τον σκεπτόμενο άθεο»: Το νέο βιβλίο του Θ. Ι. Ρηγινιώτη

Θ. Ι. Ρηγινιώτης, Επιστολή προς τον σκεπτόμενο άθεο: Δοκίμιο πνευματικής και κοινωνικής αναζήτησηςεκδόσεις Λεξίτυπον, Αθήνα 2019, ISBN: 978-960-597-204-2.

 

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου: 

Υπάρχει ένα Μυστικό.

Ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ακαδημαϊκούς θεολόγους του 20ού αιώνα, ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης, δήλωσε: «Αν η Ορθοδοξία ήταν αυτή που διδάσκουν τα νεοελληνικά εγχειρίδια, εγώ σήμερα θα ήμουν άθεος».

Μίλησε έτσι επειδή γνώριζε το Μυστικό.

Γύρω στο 1860, ο σαμουράι Τακούμα Σαβάμπε εισήλθε στο δωμάτιο του ορθόδοξου ιεραποστόλου π. Νικολάου Κασάτκιν, με το σπαθί στο χέρι και με πρόθεση να τον θανατώσει. Ο νεαρός ιερέας εκείνη την ώρα διάβαζε την Αγία Γραφή. Του είπε: «Θα δεχτώ τον θάνατο, αν προηγουμένως μου επιτρέψεις να σου εξηγήσω ό,τι διαβάζω αυτή τη στιγμή». Το αποτέλεσμα ήταν ο Τακούμα Σαβάμπε να γίνει ο πρώτος Ιάπωνας ορθόδοξος ιερέας και να υπερασπιστεί την Ορθοδοξίαν συλληφθείς και ανακρινόμενος από το καθεστώς της πατρίδας του.

Λίγα χρόνια νωρίτερα, στη Ρωσία, ένας εξόριστος συνωμότης αναχωρούσε για τη Σιβηρία. Μια γριά πλησίασε και του χάρισε μια Καινή Διαθήκη. Εκείνος τη δέχτηκε ευγενικά και, όντας άθεος, τη θεώρησε κατάλληλη για να κόβει κάθε μέρα και μια σελίδα, να ρίχνει μέσα καπνό και να στρίβει τσιγάρο.

Κάπνισε έτσι ολόκληρο το κατά Ματθαίον ευαγγέλιο, το κατά Μάρκον και τα πρώτα κεφάλαια του κατά Λουκάν. Μια μέρα όμως σκέφτηκε να διαβάσει το περιεχόμενο της σελίδας που κρατούσε στο χέρι του, πριν την καπνίσει. Το αποτέλεσμα ήταν να γράψει κάποτε: «Αν κάποιος μου αποδείκνυε πως η αλήθεια είναι μακριά απ’ τον Χριστό, θα προτιμούσα να είμαι με τον Χριστό παρά με την αλήθεια».

Το όνομα αυτού του εξόριστου, Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι.

Αυτοί και πολλοί άλλοι, μέχρι και τις ημέρες μας, μεταστράφηκαν στην Ορθοδοξία, επειδή ανακάλυψαν το Μυστικό και μυήθηκαν σ’ αυτό. Αυτό το Μυστικό τεκμηριώνει την ύπαρξη και την ταυτότητα του Θεού τόσο έγκυρα, όσο και οποιαδήποτε άλλη επιστημονική γνώση σε κάθε τομέα.

Στην πραγματικότητα, δεν είναι Μυστικό – απλώς, ενώ είναι τόσο φανερό, πολλοί φαίνεται να κλείνουν τα μάτια τους, για να μην το δουν.

Αυτό που κρατάτε στα χέρια σας είναι ένα βιβλίο για τους τολμηρούς που επιλέγουν να μην κλείσουν τα μάτια.

***

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Στην αφετηρία…

Μέρος Α΄: Η περί Θεού επιστήμη

Ο Χριστός, η ηθική της Εκκλησίας και ο ουμανισμός

Ουμανισμός: η τελευταία λέξη του πολιτισμού;

Ο νεώτερος αθεϊσμός

Ορθοδοξία και δύση

Διψώντας για την αγάπη

Ποιος χρειάζεται τον χριστιανισμό;

Α. Το χριστιανικό ήθος

Β. Μεταφυσική και ασκητική

Η πηγή της χριστιανικής θεολογίας ή Πώς είμαστε βέβαιοι ότι υπάρχει Θεός

«Νευροθεολογία»: ο εγκέφαλος ως πηγή της πνευματικής εμπειρίας

Μερικά πρώτα σχόλια

Χαρακτηριστικά του ορθόδοξου πνευματικού βιώματος

Ιστορίες πλάνης – Ψευδείς πνευματικές εμπειρίες στην ορθοδοξία

Το «ουράνιο ένδυμα»

Ο άγιος Ισαάκ του Κιέβου, ο διά Χριστόν σαλός

Ο άγιος Νικήτας του Κιέβου

Συνάντηση με τον «φύλακα άγγελο»

Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης

Ο γέροντας Σωφρόνιος

Γιόγκι και χριστιανοί ασκητές

Η διάκριση των πνευμάτων

Η άρνηση των «χαρισμάτων»

Συμπερασματικά

Η επιστημονική ανακάλυψη του Θεού

Πέντε άνθρωποι που ήθελαν πραγματικά «να δουν»

Μην πιστέψεις, μην πιστέψεις, μην πιστέψεις

Nilus Stryker

Αθανάσιος Kone

Ένας άγιος για το διορατικό του χάρισμα

Ο π. Νικόλαος Λουδοβίκος για τον άγιο Παΐσιο

Μέρος Β΄: Ιχνηλασίες σε μύθους και αλήθεια

Ο χριστιανισμός πριν τη Νίκαια

Ο ρόλος του αγίου Κωνσταντίνου

Η τριαδικότητα του Θεού και η θεότητα του Χριστού

Η Αγία Τριάδα στη Βίβλο

Παλαιά Διαθήκη

Καινή Διαθήκη

Ο Υιός

Το Άγιο Πνεύμα

Οι πρώτες μεταποστολικές γενιές

Ο σχηματισμός του κανόνα της Καινής Διαθήκης

Επιστήμη και θρησκεία

Η διάκριση επιστήμης και πίστης στον ορθόδοξο κόσμο

Χριστιανικές ιδέες περί ανθρώπου

Η Βίβλος ως πηγή πληροφοριών προς τον αρχαίο άνθρωπο

Η διαμάχη επιστήμης και πίστης

Δαρβίνος και Εκκλησία

Η πρώτη «μάχη»

Σήμερα;

Andrew Parker, «Το Αίνιγμα της Γενέσεως – Γιατί η Βίβλος είναι επιστημονικά ακριβής»

Ο «διακόπτης των φώτων» και η δημιουργία του Ήλιου

Σύντομα αποσπάσματα του βιβλίου

Μεγάλη Σαρακοστή, αρχαία ελληνική γραμματεία και ελληνική παιδεία

Χαιρετισμοί σε καιρούς δουλείας

Μια τελετή με τρία έργα

Το μήνυμα του φωτός, της χαράς και της ελευθερίας

Ο χριστιανός πολεμιστής

Οδός ελευθερίας

Όταν δε γονατίζουμε, ούτε μπροστά στον Θεό!

Κυριακή της Πεντηκοστής («Γονυκλισίας»)

Ουγκάντα – Κένυα: Η συμβολή της Ορθόδοξης Εκκλησίας στον αγώνα για την ανεξαρτησία της Αφρικής

Η αποικιοκρατία

Ουγκάντα

Κένυα

Ο Μακάριος στην Κένυα

Τανζανία

Η συνέχεια

Η περιπέτεια της σωτηρίας του ανθρώπου

Η ανάγκη σωτηρίας και ο Σωτήρας

Το πρώτο βήμα: το βάπτισμα

Η αγάπη

Τα τρία στάδια

Η άρνηση του Θεού, επίγεια πρόγευση της κόλασης

Μετά θάνατον: η «μέση κατάσταση»

Η τελική ανάσταση

Αντί Επιλόγου

Μπαμπά, μ’ αγαπάς; Μαμά, μ’ αγαπάς;

Βιβλιογραφία

***

Διαβάστε αποσπάσματα από το βιβλίο  εδώ.

 

Παρουσίαση του βιβλίου της Εύης Βουλγαράκη – Πισίνα «Η Προσέγγιση των Εθνικών κατά τον Άγιο Ιωάννη το Χρυσόστομο» την Πέμπτη 9/11/2017 στην Αθήνα

Από τις εκδόσεις «Μαϊστρος» διοργανώνεται ανοικτή εκδήλωση παρουσίασης του βιβλίου της Εύης Βουλγαράκη – Πισίνα «Η Προσέγγιση των Εθνικών κατά τον Άγιο Ιωάννη το Χρυσόστομο», την Πέμπτη 9 Νοεμβρίου 2017 στις 19:00, στην αίθουσα του Συνδέσμου Αιγυπτιωτών Ελλήνων(3ης Σεπτεμβρίου 56, Αθήνα).

Θα μιλήσουν οι:

Σεβ. Μητροπολίτης Καμερούν κ. Γρηγόριος (Στεργίου)

π. Δημήτριος Μπαθρέλλος, καθηγητής ΕΑΠ

Δρ. Φώτης Βασιλείου, βυζαντινολόγος.

Τη συζήτηση θα συντονίσει η βυζαντινολόγος δρ. Νίκη Τσιρώνη.

Η συγγραφέας θα απευθύνει χαιρετισμό.

Παρουσίαση του βιβλίου του Γ. Β. Δερτιλή «Επτά πόλεμοι, τέσσερις εμφύλιοι, επτά πτωχεύσεις 1821-2016» στις 2/11/2017 στη Θεσσαλονίκη

22221722_978656738949465_2590431777223709395_n

Κυκλοφορεί τη Δευτέρα 7 Νοεμβρίου 2016 το βιβλίο «Ο Εαυτός» του Κωστή Παπαγιώργη

vivliopapagiorgi-e1478161028180

ΚΛΙΚ ΕΔΩ.

Αναγνωστική ανασκόπηση 2015

Πηγή: Αναγνωστική ανασκόπηση 2015

Published in: on 23/12/2015 at 21:46  Σχολιάστε  

Πέτρος Θεοδωρίδης, Αναμνήσεις της εσωτερικής ζωής: Για το βιβλίο του Νικόλα Σεβαστάκη «Γυναίκα με ποδήλατο»

ex_Sev_podilato1

Νικόλας Σεβαστάκης, Γυναίκα με ποδήλατο, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2014, ISBN 978-960-435-438-2.

του Πέτρου Π. Θεοδωρίδη

Αναμνήσεις  εσωτερικής  ζωής αλλά θα μπορούσαν να ονομαστούν και αφηγήσεις  εσωτερικής  ζωής: θραύσματα  μνήμης περιβεβλημένης με  σκέψεις του συγγραφέα που καθώς διαθέτει εσωτερική ζωή διαθέτει και μια δική του, εντελώς  δική του, διάσταση του χρόνου: το παρελθόν εισβάλλει στο παρόν –όπως συμβαίνει πάντα μέσα μας – σαν κεραμίδια που χώνονται σε αλλά  κεραμίδια- χωρίς κενά και απουσίες .

 Η εσωτερική ζωή είναι συμπαγής …

Ατέλειωτες αναμνήσεις  ανθρωπίνων αρχετυπικών μορφών όπως εκείνη της Δώρας, που βρέθηκε έξω από τον καιρό της, ένα σώμα  «που  επιπλέει  ακόμα κάτω από στρώματα  του χρόνου, όπως ένας νεκρός που δεν υποψιάζεται τον ίδιο του τον θάνατο»,  «που πας περήφανη και ωραία Δώρα;  Σε ποια  γωνία της  μοίρας μας κοιμάσαι τώρα;  Όπως του εξόριστου, όχι πια γέρου ούτε νέου, με κινήσεις αποφασιστικές  και τον ηθικό εγωισμό  του αμετανόητου που έγραφε γράμματα σε συνθηματική γλώσσα. Πολύ στεναχωρήθηκα  που η γιαγιά μίλησε  τόσο άσχημα στο εγγονάκι της  εννοώντας  ότι, με την εισβολή των σοβιετικών αρμάτων στην Τσεχοσλοβακία, η γιαγιά Ρωσία μάλλον το παράκανε».

Αναμνήσεις αισθημάτων αμηχανίας και παρεξηγήσεων όπως  με  τον οικονομολόγο που πέρασε  τον συγγραφέα μας για τον οικονομολόγο  Κώστα Μαρκάκη και του’  λεγε παράξενα πράγμα για ποσοτικές μεθόδους και συναθροιστικές μεταβολές    για τα όποια ο  συγγραφέας μας δεν καταλάβαινε γρυ’   κι έτσι »συμφιλιωμένοι με το γεγονός ότι δεν είχαμε να πούμε τίποτε οι δυο μας, χαμογελάσαμε ευγενικά στους φοιτητές  που είχαν επωμιστεί με ζήλο τον ρολό του ταξιθέτη».

Αφηγήσεις σκέψεων όπως εκείνη για τα ειδή αναγνωστών τους ψυχαναγκαστικούς  και αδηφάγους: «Οι πρώτοι κατατρύχονται διαρκώς  από την αγωνία  μη φανούν ασυνεπείς, μην παρατήσουν τον αγώνα στη μέση. Οι άλλοι, αντίθετα, πέφτουν με τα μούτρα στα πολλά διαβάσματα αναστατώνοντας  το μυαλό τους με  διαφορετικά φίλτρα και μυρουδιές, ενώ σκορπίζουν γύρω τους  αποφάγια και συχνά ολόκληρα πιάτα ανέγγιχτα. Οι πρώτοι υπακούν σε όλη τους τη ζωή  στην επιθυμία της μητέρας  να τρώνε όλο το φαγητό τους, ακόμα και όταν αισθάνονται πια χορτασμένοι  και αηδιασμένοι. Οι δεύτεροι ζουν με την σπάταλη και τρέχουν από βιβλίο σε βιβλίο χωρίς υπομονή, χωρίς τάξη και συνοχή».

Ο συγγραφέας ομολογεί  ότι «στα διαβάσματα  βρισκόταν σταθερά από την πλευρά του έλους  της λασπωμένης πεδιάδας». Αυτοχαρακτηρίζεται ως  «Έλληνας  μικροαστός διανοούμενος με ροπή στη μελαγχολική αδηφαγία» . Ομολόγει πως » το όλο  συστροφές και αχρήστους  σταθμούς  διάβασμα γίνεται με τα χρόνια μια  μορφή συνείδησης»..

Αφηγήσεις όπως  εκείνη της ιστορίας του Ιωσήφ  που ‘’έκλαιγε με τον ίδιο τρόπο που έπαιρνε πίσω ολόκληρα κομμάτια από τις ιστορίες του’’, όπως εκείνη για  την γυναίκα του αδελφού  του που κομματιάστηκε από τη βόμβα καθώς ‘’έπινε τον καφέ της έξω από τα μαγαζί, και εκεί τους πήραν όλους τα σιδερά είκοσι ανθρώπους»  με κλάμα που «ερχόταν από την πλευρά του γραφείου  με την  μορφή πνιγμένων σημάτων, μικρών ηχητικών σπασμών και γόων»  και που –λίγο πριν τον πάρουν- «είχε απομείνει μόνο  μια φωνή, ένα βραχνό σύρσιμο που έμοιαζε με τον ήχο χαρτιού που καίγεται στο τζάκι’’.

Ή ιστορίες σαν κι αυτή του Νικηφόρου: παρατηρήσεις σε ‘ένα  εντελώς κοινότοπο άνθρωπο, δίχως ορατές αδυναμίες και περιττές αντιπάθειες» που «στον Γάμο της κόρης του ναι εκεί θα δακρύζει. Το επιβάλλει έξαλλου η  στιγμή και η φύση της σχέσης πατέρα και κόρης» ..  Ή του φίλου του Υφαντή  – «που του έδινε ραντεβού σε άχρωμα μέρη  όπως  το ‘’Plaza ‘’  στους Αμπελοκήπους  που έβαζε  αγγελίες για  μαθήματα  οικονομικών λογιστικών σε φοιτητές των ΤΕΙ  και αίφνης  βρέθηκε ερωτευμένος ….  «

Η  γραφή του  Σεβαστάκη  είναι  σκέψη, το απόσταγμα  σκέψης, μια προσπάθεια  διήθησης  του χρόνου, μια απόπειρα αιχμαλώτισης  της   αιωνιότητας ..
Γιατί αυτή είναι η μονή δυνατή αιωνιότητα, η αιωνιότητα της σκέψης , της εσωτερικής  ζωής και ο Σεβαστάκης  κατοικεί σε αυτήν….

http://nosferatos.blogspot.gr/2015/01/blog-post_50.html

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΜΑΝΤΖΟΥΦΑ,ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑ

αρχείο λήψης

 

Π. Μαντζούφας, Οικονομική κρίση και Σύνταγμα:Συνταγματικές και ενωσιακές διαστάσεις της οικονομικής κρίσης στο ελληνικό παράδειγμα. Μορφές και τεχνικές δικαστικού ελέγχου των εφαρμοστικών νόμων των μνημονίων στο πεδίο των δικαιωμάτων, εκδ. Σάκκουλα

Του Πέτρου Π. Θεοδωρίδη

Στο  βιβλίο αυτό  του επίκουρου καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου στο Α.Π.Θ, Παναγιώτη Μαντζούφα, αναλύονται οι επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης στην λειτουργία του Συντάγματος. Στο πρώτο μέρος, παρουσιάζονται κυρίως οι θεσμικές παρεμβάσεις  που πραγματοποίησαν τα όργανα της ΕΕ. Το δεύτερο μέρος είναι αφιερωμένο στο τρόπο με τον οποίο η ελληνική δικαιοσύνη και ειδικότερα το ΣτΕ αντιμετώπισε τις αμφισβητήσεις των βασικών ρυθμίσεων που περιείχαν οι σημαντικότεροι εφαρμοστικοί νόμοι των μνημονίων στο πεδίο των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Ειδικότερα το ενδιαφέρον επικεντρώθηκε α)στους νόμους που εκδόθηκαν από το 2010 μέχρι σήμερα και που αφορούν σε μισθολογικές και ασφαλιστικές περικοπές και αλλαγές και β)σε δικαστικές αποφάσεις, που εντάσσονται στο κλίμα της οικονομικής κρίσης και που δικαιολογούν τη λήψη μέτρων που περιορίζουν δικαιώματα.

Στο τρίτο μέρος της μονογραφίας η συζήτηση μεταφέρεται στο πεδίο της λεγόμενης «απελευθέρωσης των επαγγελμάτων».

Σύμφωνα με τον Μαντζούφα, η προσχηματική επίκληση του Συντάγματος, πολύ συχνά, υποκρύπτει ένδεια εναλλακτικών προτάσεων, που θα αντικαθιστούσαν τα επώδυνα μέτρα με ισοδύναμα του αυτού αποτελέσματος, ενώ δημιουργείται η εσφαλμένη εντύπωση ότι, μέσω του Συντάγματος και όχι της πολιτικής πρωτοβουλίας, μπορεί να δοθεί βιώσιμη λύση στο οικονομικό και πολιτικό αδιέξοδο. Ο Μαντζούφας μας θυμίζει πως  ένα Σύνταγμα δεν μπορεί να αντιμετωπίσει μια οικονομική κρίση: τα μνημονιακά μέτρα βρίσκονταν εκτός του αξιακού πλαισίου του Συντάγματος  και είναι λάθος να φορτίζεται  το Σύνταγμα με προσδοκίες και ελπίδες, που δεν θα μπορούσε να εκπληρώσει.

Ο συγγραφέας μας θυμίζει  επίσης ότι η απώλεια της νομισματικής και δημοσιονομικής αυτονομίας της χώρας είναι αποτέλεσμα της ένταξης στην ΟΝΕ, [η οποία πραγματοποιήθηκε επί τη βάσει των συνταγματικών ρυθμίσεων (άρθρα 28 παρ. 2 και 3 Σ)]και δεν προέκυψε με την επιβολή των μνημονίων και  των δανειακών συμβάσεων. Η δημοσιονομική εκτροπή της χώρας και η ένταξή της προέκυψε από την  ανάγκη να αποτραπεί τόσο η πτώχευσή της, όσο και η κατάρρευση της ευρωζώνης. Αυτές οι εξελίξεις δύσκολα θα μπορούσαν να προβλεφθούν ή/και να αφομοιωθούν από ένα Σύνταγμα, που έρχεται αντιμέτωπο, αφενός, με τους ανεπαρκείς θεσμούς της ΕΕ και την πολιτική αβελτηρία των ηγετών της και, αφετέρου, με τις εξαρτήσεις που δημιουργεί η παγκοσμιοποιημένη κυριαρχία των αγορών.

Σύμφωνα με τις ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις  του Μαντζούφα, το εθνικό και το διεθνές επίπεδο αλληλεπιδρούν και αλληλοεξαρτώνται διαρκώς ανοίγοντας συνεχώς ρωγμές σε ένα Σύνταγμα, που οικοδομήθηκε πάνω στο ιστορικό έδαφος των εθνών κρατών (συνταγματισμός) και που αντιλαμβανόταν τη διεθνή παρουσία ως απλή συμμετοχή της χώρας σε διεθνείς οργανισμούς, και όχι ως ένα πεδίο, όπου διακυβεύεται αδιαλείπτως η εθνική της κυριαρχία. Από την άλλη, οι πολίτες αναμένουν από το Σύνταγμα να επιτελέσει τον συμβολικό και εγγυητικό του ρόλο, να διασφαλίσει τα δικαιώματά τους μέσω των δικαιοδοτικών μηχανισμών και, εν τέλει να αισθανθούν ασφαλείς. Το Σύνταγμα μοιάζει με το έσχατο καταφύγιο και η αποτυχία του στον συγκεκριμένο ρόλο προκαλεί καθολική απώλεια πίστης στους συνταγματικούς θεσμούς. Από την πλευρά τους, οι πολιτικές δυνάμεις προσδοκούν από το Σύνταγμα να τις διευκολύνει στην πολιτική τους δράση και να είναι αποτελεσματικό. Το πολιτικό σύστημα προσβλέπει στο Σύνταγμα, για να αντιμετωπίσει την οικονομική κρίση και για να στείλει το μήνυμα στη διεθνή κοινότητα ότι υπάρχουν όρια, που, αν κανείς τα υπερβεί, διαρρηγνύεται η κοινωνική συνοχή και ανατρέπεται η συνταγματική τάξη. Όλα αυτά τα ενδεχόμενα δοκιμάστηκαν και δοκιμάζονται τα χρόνια της οικονομικής κρίσης πάνω σε ένα εκκρεμές, που κινούνταν ανάμεσα σε διαπιστώσεις, όπως το: «Σύνταγμα δεν είναι τίποτα» μέχρι το «Σύνταγμα είναι τα πάντα», δηλαδή ανάμεσα σε έναν εργαλειακό λόγο μνημονιακής προέλευσης, που αντιμετωπίζει τις συνταγματικές ενστάσεις για παραβίαση δικαιωμάτων ως δευτερεύοντα ζητήματα, και μιας αντιμνημονιακής ρητορικής, που απαξιώνει κάθε μέτρο ως εκ προοιμίου αντισυνταγματικό, καθιστώντας ανέφικτη οποιαδήποτε προοπτική εύρεσης κοινού τόπου.

Ο  Μαντζούφας  θεωρεί ότι  τόσο η ΕΕ όσο και η Ευρωζώνη δεν ήταν κατάλληλα προετοιμασμένες να αντιμετωπίσουν την κρίση, καθώς δεν έχει υπάρξει ιστορικό προηγούμενο επιτυχημένης νομισματικής ένωσης χωρίς προηγούμενη πολιτική ένωση. Επιπλέον δεν λειτούργησαν και οι, προϋφιστάμενοι της κρίσης, μηχανισμοί πολυμερούς εποπτείας. Κατά τον συγγραφέα απαιτείται μια ριζική τομή στο οικοδόμημα της νομισματικής ένωσης, με την πρόβλεψη ενός είδους ευρωομολόγου, που θα επιμερίζει και θα εγγυάται, υπό προϋποθέσεις, τα χρέη στο σύνολο των κρατών μελών, με ένα μηχανισμό εξισορρόπησης των διαφορών στην ανταγωνιστικότητα μεταξύ των κρατών μελών, με τη μεταβίβαση πόρων από το Βορρά προς το Νότο και με τις αντίστοιχες προσαρμογές των τραπεζικών συστημάτων.

Ο  συγγραφέας παρατηρεί ότι   περάσαμε σε μια εποχή αποσυνταγματοποίησης, όπου οι θεσμικές αδυναμίες σηματοδοτούν μια παρακμή της Ευρώπης, η οποία αναζητεί την ταυτότητά της, ανάμεσα σε οίκους αξιολόγησης και σε τεχνοκρατικές υποδείξεις του ΔΝΤ. Παραλληλα συντελείται και μια ουσιώδης μεταβολή της έννοιας του δημοσίου συμφέροντος, το οποίο δεν γίνεται αντιληπτό πλέον ως εθνικό συμφέρον ενός κράτους, αλλά ως δημόσιο συμφέρον, που πρέπει να συνεκτιμά και τα κοινά συμφέροντα των κρατών μελών της ευρωζώνης, Έτσι τα μνημόνια αποτελούν ένα νέο πεδίο, στο οποίο μετατοπίστηκε το πολιτικό σύστημα, το οποίο καλείται να συναποφασίζει για το μεγαλύτερο μέρος των εσωτερικών πολιτικών της χώρας, υπό τα δεσμευτικά όρια που θέτει το άτυπο διεθνές «όργανο» της τρόικα και η εκάστοτε ελληνική κυβέρνηση.

Όπως παρατηρεί ο Μαντζούφας, η σημερινή κρίση δεν προέκυψε, επειδή οι συνταγματικοί θεσμοί παραβιάστηκαν και το πνεύμα της μεταπολίτευσης για εκδημοκρατισμό και ευρωπαϊκή πορεία νοθεύτηκε, αλλά, αντίστροφα, επειδή η σχετικά απρόσκοπτη και ομαλή λειτουργία των θεσμών του πολιτεύματος ανέδειξε τη βαθιά αδυναμία του πολιτικού προσωπικού να αναλάβει την ευθύνη για ένα πραγματικό εκσυγχρονισμό της κοινωνίας. Αποτέλεσμα είναι το κομματικό και πολιτικό σύστημα να απονομιμοποιηθούν, η αναξιοπιστία της πολιτικής εξουσίας να ενταθεί και η κρίση εμπιστοσύνης να αγγίξει τον βασικό αντιπροσωπευτικό θεσμό, τη Βουλή. Έτσι η πολιτική και οικονομική κρίση, μολονότι δεν ανέτρεψε τις βάσεις του συνταγματικού πολιτεύματος, απαξίωσε το πολιτικό και κομματικό σύστημα. Συνεπώς ούτε μια εκτεταμένη αναθεώρηση του Συντάγματος ούτε μια πανηγυρική «ανάκτηση» της εθνικής μας κυριαρχίας, με κατάργηση όλων των μέτρων των μνημονίων, θα φέρει την ποθούμενη αλλαγή. Όπως καταλήγει ο συγγραφέας, στο μέτρο που η οικονομική κρίση ξεπερνάει τις εθνικές δυνατότητες αντιμετώπισης, η προσφυγή στο Σύνταγμα σαν σωτήρια λέμβο αποδεικνύεται ανεπαρκής και παραπλανητική: το Σύνταγμα θα ανακτήσει τα νομιμοποιητικά και εγγυητικά του χαρακτηριστικά και το κύρος τους, εφόσον εγκαθιδρυθεί μια νέα σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ πολιτών και κυβερνώντων και εφόσον οι πολιτικοί ανακτήσουν με τη σειρά τους τη χαμένη τους αξιοπιστία.

http://nosferatos.blogspot.gr/2014/12/418.html

Γ.Κοντογιώργης, Το ελληνικό κοσμοσύστημα, τόμος Β’: Η περίοδος της οικουμενικής οικοδόμησης (μόλις κυκλοφόρησε)

Γ. Κοντογιώργης, Το ελληνικό κοσμοσύστημα, τόμος Β’ : Η περίοδος της οικουμενικής οικοδόμησης (4ος π.Χ.-4ος μ.Χ. αι.),εκδόσεις Ι. Σιδέρης, Αθήνα 2014.
TO ELLHNIKO KOSMOSYSTHMA 2014_cover_final_front

 

Από το οπισθόφυλλο: 

      Η κοσμοσυστημική προσέγγιση του ελληνισµού και, στο πλαίσιο αυτό, της κοσμοϊστορίας, μας επιτρέπει επίσης να επιχειρήσουμε την ολική ανασυγκρότηση του γνωσιολογικού υπόβαθρου των κοινωνικών επιστηµών. Η θεµελιώδης υπόθεση, που εισάγουμε, σε ό,τι αφορά στον ελληνισµό είναι ότι αποτελεί το ταυτολογικό ισοδύναμο του ανθρωποκεντρικού κοσµοσυστήµατος μικρής κλίμακας (της πόλης). Η προσέγγιση αυτή, ανοίγει διάπλατα το δρόµο σε απαντήσεις σχετικά µε τη φύση του, τις τυπολογικές σταθερές και μεταβλητές της ιστορικής του διαδρομής.

         8bbc0a21-1306-4020-8ad3-898fe4bea2c1

            Στον Α’ τόμο αναγγείλαμε ότι το ελληνικό κοσµοσύστηµα δεσπόζει, µε τον ένα ή τον άλλο τρόπο, έως τις παρυφές του 20ου αιώνα και εξετάσαμε την κρατοκεντρική του φάση.

        Η περίοδος της οικουμενικής οικοδόμησης, που διαπραγματεύεται ο παρών τόμος, περιλαμβάνει την φάση του ελληνικού ή ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος μικρής κλίμακας, που περικλείει τους ελληνιστικούς και τους ρωμαϊκούς χρόνους. Η περίοδος αυτή, από μόνη της, έχει να επιδείξει κεφαλαιώδεις μεταβολές, οι οποίες συνεχίζουν και, ως προς πολλά, ξεπερνούν εκείνες της κρατοκεντρικής περιόδου.       Μας μεταφέρει, όμως, σε ένα κοινωνικο-οικονομικό και πολιτικό περιβάλλον εξ ολοκλήρου άγνωστο στον σημερινό άνθρωπο. Και τούτο διότι, όπως επανειλημμένα έχουμε επισημάνει, ούτε τα βιώματα ούτε, κατ’επέκταση, οι γνωστικές δυνατότητες του σύγχρονου κόσμου,  επαρκούν για μια κοσμοσυστημική ανάγνωση της  κοσμοϊστορίας.

Από την άλλη, η κοσμοσυστημική κωδικοποίηση της κοσμοϊστορίας, πέραν της ιστορικής περιέργειας, κάνει εφικτή την απάντηση στην θεμελιώδη διερώτηση περί της εξελικτικής βιολογίας του κοινωνικού ανθρώπου. Από την οποία συνάγεται ότι όσα συμβαίνουν κατά την περίοδο της ελληνικής οικουμένης, η οποία ολοκληρώνεται κατά την βυζαντινή περίοδο, είναι άμεσα συνδεδεμένα με ό,τι έγινε στην ευρωπαϊκή της περιφέρεια κατά την προμεσαιωνική περίοδο (όταν η  Εσπερία παρεξέκλινε στην ιδιωτική δεσποτεία), αλλά και από την  Αναγέννηση και εντεύθεν (όταν η Εσπερία άρχισε να επανεγγράφεται στο ανθρωποκεντρικό γίγνεσθαι). Μας παρέχουν, όμως, επίσης μια μοναδική δυνατότητα να διαλευκάνουμε ό,τι συνέχεται με τον χαρακτήρα του κόσμου της εποχής μας, να τον ερμηνεύσουμε, να τον ταξινομήσουμε στον ιστορικό χρόνο και να διαγράψουμε την προοπτική του.

Οπωσδήποτε, το  εγχείρημα της κοσμοσυστημικής γνωσιολογίας μπορεί να εκληφθεί, ανεξαρτήτως της αποδοχής ή της απόρριψής του από τον αναγνώστη, ως ένα γοητευτικό ταξίδι στα βάθη της κοσμοϊστορίας και, κατά τούτο, ως μια απόπειρα διεύρυνσης του γνωστικού ορίζοντα της εποχής μας, με πρόσημο τον λογισμό και διακύβευμα την προοδευτική σήμανση της εξέλιξης.

 

http://contogeorgis.blogspot.gr/2014/07/blog-post_26.html

Τεχνολογία: η νέα «λαϊκή θρησκεία»;

πηγή: ΑΥΓΗ/ ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ, 22-9-2013

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΕΡΤΙΚΑ

ΖΑΚ ΕΛΛΥΛ, Το τεχνικό σύστημα, μτφρ. Γιάννης Δ. Ιωαννίδης, εκδ. Αλήστου Μνήμης, σελ. 445

b185400

Η απάντηση στο ερώτημα «κατά πόσον ο Θεός όταν έπλασε τον κόσμο είχε κάποιο plan b, ένα σχέδιο β, ή μήπως αυτός ο κόσμος είναι ο καλύτερος δυνατός που θα μπορούσε να δημιουργήσει;» συνοψίζει σε αδρές γραμμές την ιστορία των κύκλων που διέγραψε η χριστιανική ανθρωπότητα, στην προοπτική του παρόντος. Από τις καταστροφικές εισβολές των βαρβάρων στη ρωμαϊκή οικουμένη τον τέταρτο αιώνα ίσαμε τους θρησκευτικούς εμφυλίους πολέμους του δέκατου έκτου αιώνα, η κατεστημένη χριστιανοσύνη και τα αιρετικά κινήματα μάχονταν είτε για την αναχαίτιση του αντίχριστου μέσω της μαχόμενης εκκλησίας είτε για την πραγμάτωση του βασίλειου του Θεού, χωρίς να δοθεί τελική απάντηση στο αρχικό ερώτημα. Στον αγώνα αυτό η θεολογία και η μεταφυσική βρίσκονται άλλοτε σε αντιπαράθεση κι άλλοτε η μία συντρέχει την άλλη είτε υπέρ της στήριξης των κατεστημένων εξουσιών είτε για την ανατροπή τους.
Στο αιματηρό αδιέξοδο αυτών των αγώνων η εξημέρωση του Θεού και η καθυπόταξή του στον ανθρώπινο Λόγο ήταν μια λύση, που εκφράστηκε με την έποψη ότι ναι μεν ο Θεός έπλασε τον κόσμο αλλά δεν επεμβαίνει σ’ αυτόν. Έκτοτε, με στήριγμα τον Λόγο ο άνθρωπος θέτει σταδιακά στο περιθώριο τον Θεό για να αναλάβει ο ίδιος την πραγμάτωση του σχεδίου β το οποίο επανερχόταν με άλλους όρους, δηλαδή σαν ένας ανθρωποποίητος κόσμος όπου ο παντοδύναμος Θεός αντικαθίσταται από τον παντοδύναμο Λόγο.

Το σχέδιο που καταστρώνει ο δυτικός άνθρωπος για ν’ απαντήσει στο κορυφαίο ερώτημα είναι η ολοκλήρωση της κυριαρχίας πάνω στην εξωτερική φύση μέσω της επιστήμης και της τεχνικής και πάνω στην εσωτερική φύση μέσω της ηθικής-παιδαγωγικής δύναμης του Λόγου. Η αισιοδοξία του Διαφωτισμού στηριζόταν στα σπουδαία επιστημονικά επιτεύγματα των φυσικών επιστημών, κι ούτε ο σεισμός της Λισαβόνας τον δέκατο όγδοο αιώνα δεν στάθηκε ικανός να τη διαψεύσει. Αντιθέτως∙ η απάντηση του Βολταίρου στον Λάιμπνιτς ότι αυτός δεν είναι ο καλύτερος δυνατός κόσμος, έστω κι αν γίνεται αφορμή για να αμφισβητηθεί η αισιόδοξη οπτική του Διαφωτισμού, απορροφάται από την φυσικο-επιστημονική κοσμοθεωρία που με πρόμαχο τον Καντ αντιμετωπίζει τον σεισμό σαν ένα φυσικό φαινόμενο∙ στην καταστροφική του δύναμη αντιπαραθέτει την κυριαρχία του ανθρώπου πάνω στη φύση χάρη στην ισχύ του Λόγου.
Ο δέκατος ένατος αιώνας συνδύασε την οικονομία με τη μεταφυσική, μια και πίστευε ότι έχει ξεμπερδέψει με την κριτική της θρησκείας ως ψευδούς συνείδησης, ως ιδεολογικού προσκόμματος για την ανθρώπινη πρόοδο και την απελευθέρωση του ανθρώπου από τις φυσικές και κοινωνικές αναγκαιότητες. Η ανατίμηση  του εμπειρικού κόσμου θέτει στο περιθώριο την ηθική-παιδαγωγική πρόοδο∙ τη θέση των θρησκευτικών και διαφωτιστικών ιερατείων καλούνται να αναλάβουν οι επιστήμονες-τεχνικοί που υποτίθεται ότι βρίσκονται υπεράνω των κάθε λογής εξουσιαστικών αξιώσεων. Αυτό το σχέδιο αντανακλάται στο σχήμα του Αύγουστου Κομτ για τα τρία στάδια που διανύει η ανθρωπότητα: το θεολογικό, το μεταφυσικό και το θετικιστικό (επιστημονικό-τεχνικό)∙ αντανακλάται επίσης στην ουτοπική πλευρά του μαρξισμού για τον κομμουνιστικό άνθρωπο –όταν οι πολιτικές αποφάσεις θα έχουν γίνει απλά τεχνικά ζητήματα και θα μπορεί να τα λύσει ένας ψαράς. Στο δικό του σχήμα, προϋπόθεση για την κομμουνιστική κοινωνία γίνεται η σάρωση όλων των παραδοσιακών πολιτισμών και ο χωρισμός του πλανήτη σε δύο αντίπαλες τάξεις έτοιμες να δώσουν την τελική μάχη. Σ’ αυτήν θα κριθεί η απελευθέρωση των παραγωγικών δυνάμεων της ανθρωπότητας, και με την κυριαρχία του ανθρώπου πάνω στις σχέσεις παραγωγής θα ολοκληρωθεί η κυριαρχία πάνω στη φύση.
Ο εικοστός αιώνας επιβεβαίωσε και συνάμα διέψευσε αυτές τις προσδοκίες. Επιβεβαίωσε την πλανητική εξάπλωση της τεχνο-επιστήμης χάρη στη συνύφανσή της με την οικονομία και διέψευσε το χειραφετησιακό δυναμικό της. Συνοπτικά, θα λέγαμε ότι εάν η βιομηχανική επανάσταση είναι ο καθοριστικός παράγοντας της εποχής του ιμπεριαλισμού η τεχνολογία είναι ο καθοριστικός παράγοντας της παγκοσμιοποίησης. Πριν από το τέλος της εποχής των επαναστάσεων και των αντεπαναστάσεων, πριν από τους δύο παγκοσμίους πολέμους και τη καθιέρωση ενός νέου πλανητικού statusquo μετά τον ψυχρό πόλεμο, οι επικριτές  του δυτικού πολιτισμού είχαν ήδη στρέψει τα πυρά τους εναντίον της τεχνο-επιστήμης∙ εκεί διέβλεπαν τον καθοριστικό παράγοντα για ένα νέο κύκλο αναχαίτισης του απελευθερωτικού προτάγματος.
Ο Ζακ Ελλύλ (1912-1994) εντάσσεται σ’ αυτήν τη συντροφιά στρατευμένων στοχαστών∙ στη σκέψη του συγκλίνουν ο μαρξισμός, η διαλεκτική θεολογία του KarlBarth-του σπουδαιότερου θεολόγου στον εικοστό αιώνα-, και ασφαλώς ο γαλλικός υπαρξισμός. Ο συγκρητισμός του ριζώνει στην προάσπιση του υπερβατικού, εκείνης της θεϊκής παντοδυναμίας που συμπίπτει με τις προσδοκίες των ανθρώπων να λυτρωθούν από έναν κόσμο με άδικους νόμους. Γι’ αυτό ο θορυβώδης θάνατος του Θεού συνταυτίζεται με τον θάνατο της προσδοκίας να υπερβούμε αυτόν τον κόσμο εν γένει και η εξημέρωσή του από τη φιλελεύθερη θεολογία υποδηλώνει την απόρριψη της δυνατότητας ενός άλλου κόσμου -ή ορθότερα τη δυνατότητα της λύτρωσης από αυτόν τον κόσμο- και δικαιώνει την προσαρμογή στο υπαρκτό. Γλίσχρο αναπλήρωμα του θεολογικού και μεταφυσικού εκείθεν είναι μια μετριοπαθής ηθικολογική μεταφυσική, καθώς εκείνη του Χάμπερμας, η οποία θέλει να ελέγξει όσες στοιχειακές δυνάμεις μάχονται για κυριαρχία με επικοινωνιακές διακηρύξεις.
Το τεχνικό σύστημα (1977), που παρουσιάζεται στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό χάρη στην προσωπική αγωνία του εξαίρετου μεταφραστή κι επιμελητή Γιάννη Ιωαννίδη, είναι για τον Ελλύλ η εξέλιξη της τεχνικής από καθοριστικό παράγοντα της παγκοσμιοποίησης σε σύστημα το οποίο καθορίζει με τη δική του ορθολογικότητα την κοινωνική τάξη και συνοχή στο σύνολο του πλανήτη. Είναι το ανθρώπινο τεχνητό περιβάλλον που αντικατέστησε το φυσικό κι έρχεται να επικαλύψει όλα τα άλλα συστήματα, όπως ένα καρκίνωμα καταλαμβάνει έναν οργανισμό. Το τεχνικό σύστημα έρχεται να αντικαταστήσει τον άνθρωπο και την ανθρώπινη πράξη καθυποτάσσοντάς τα στις επιταγές της αποτελεσματικότητας κι έχοντας γίνει μια αυτόνομη –ιερή- δύναμη.
Ωστόσο,  σ’ αυτό ακριβώς το σημείο αρχίζουν να προκύπτουν μια σειρά προβλημάτων ή και αντιφάσεων στο συλλογισμό του Ελλύλ. Γιατί εάν ισχυριστούμε μαζί του ότι η τεχνολογία επιτελεί τη λειτουργία του ιερού, ότι λειτουργεί σαν μια λαϊκή θρησκεία, θα πρέπει να ακολουθήσουμε την πορεία της κριτικής του ιερού κόσμου και να αποκαλύψουμε όσες κοινωνικές σχέσεις και δυνάμεις κρύβονται πίσω από αυτήν τη θρησκεία ή να κάνουμε ένα βήμα παραπέρα και να διαγνώσουμε τις ανθρωπολογικές ρίζες του θρησκευτικού βιώματος, το οποίο αφορά κάθε γνωστή κοινωνία.
Ο Ελλύλ αντί να ακολουθήσει αυτήν την πορεία πλεύσης δοκιμάζει ακριβώς την αντίθετη, κι επιλέγει την αναγωγή αυτού του βιώματος σε ιερό σύστημα. Και μάλιστα υποστηρίζει ότι το τεχνολογικό σύστημα είναι ανοικτό, καταβροχθίζει δηλαδή ότι βρεθεί μπροστά του. Εδώ προκύπτουν δύο δυσκολίες. Κατά πρώτον ένα σύστημα ή είναι συνεκτικό και μας παρέχει μια ολοκληρωμένη περιγραφή ενός όλου (με τις υποχρεωτικές αφαιρέσεις δευτερευόντων όψεων) ή δεν είναι σύστημα. Για να επικυρώσει την έποψη του ανοικτού τεχνικού συστήματος ο Ελλύλ επικαλείται την πολυπλοκότητα των σύγχρονων κοινωνιών, η οποία προέρχεται σε μεγάλο βαθμό από το ίδιο το τεχνικό σύστημα και όσες ανάγκες το ίδιο δημιουργεί. Όμως αυτήν ακριβώς την πολυπλοκότητα καλείται ένα σύστημα να περιστείλει ώστε να μπορεί να την περιγράψει στα βασικά της στοιχεία. Εδώ, η παγίδα της ανοικτότητας γίνεται εμφανής όταν περιγράφονται τα βασικά συστατικά του τεχνικού συστήματος: ορθολογικότητα, απόδοση, μεγέθυνση, αυτοματισμός και τέλος αυτονομία. Αυτά ακριβώς τα συστατικά που για τον Ελλύλ απαρτίζουν το τεχνικό σύστημα προέρχονται από μιαν άλλη σφαίρα, εκείνη της οικονομίας και μάλιστα συνδέουν την τεχνολογία με τον εν γένει οικονομισμό: το (τεχνολογικό) σύστημα υφίσταται επειδή ο κάθε παράγοντας σχετίζεται μ’ έναν άλλο, ενώ η ορθολογικότητα του όλου κρίνεται με βάση την απόδοση (τον σκοπό). Αυτή ακριβώς η ορθολογικότητα όμως είναι η ορθολογικότητα της οικονομίας, καθορίζει όλες τις υπόλοιπες λειτουργίες της και ανά πάσα στιγμή αποκαθίσταται από ένα αόρατο χέρι.
Έστω κι αν αφήσουμε κατά μέρος το ακανθώδες ζήτημα της αντιστροφής του σχήματος βάση-εποικοδόμημα που δοκιμάζει ο Ελλύλ και συναντάμε σε όσους εκτελούν αυτόν τον πλου, η πυξίδα μας δείχνει ότι κατευθυνόμαστε ακριβώς στην αντίπερα όχθη από εκείνη της απομάγευσης του κόσμου (ή της καταστροφής των ειδώλων). Κοντολογίς, ακολουθούμε τον πλου της μαγικής σκέψης όταν επειδή η μέθοδος είναι σωστή συμπεραίνουμε ότι και το αντικείμενο της σκέψης, δηλαδή η τεχνολογία, έχει πράγματι μεταλλαχθεί σε σύστημα. (Ας θυμηθούμε εδώ ότι στη θεολογία το ίδιο συμβαίνει με τις λογικά άψογες αποδείξεις για την ύπαρξη του Θεού που ασφαλώς δεν έχουν καμία σχέση με την πίστη στην ύπαρξή του). Γεννιέται έτσι το ερώτημα: μήπως αυτή η περιγραφή του τεχνικού συστήματος δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια αυτοπεριγραφή, μια ιδεολογία εκείνης της κοινωνίας κι εκείνων των κοινωνικών δυνάμεων που θέλουν να εμφανίζονται ως τεχνικό σύστημα;
Ο Ελλύλ υποστηρίζει ορθά ότι η τεχνολογία  δεν είναι μια ουδέτερη δύναμη. Αυτό όμως το συμπεραίνει επειδή την οντοποιεί σαν τεχνικό σύστημα, σαν μια δαιμονιακή δύναμη που κατέχει την ανθρωπότητα. Θα μπορούσαμε βέβαια να πούμε ότι στις μεταμοντέρνες κοινωνίες η τεχνολογία ορίζεται από την αισθητική κατηγορία του υψηλού. Το υψηλό είναι εκείνο που γεννά φόβο και τρόμο, ελπίδα και σαγήνη. Το υψηλό είναι τα τρομακτικά φυσικά συμβάντα όπως ένας σεισμός ή μια τρικυμία στο πέλαγος μα και το ανθρωποποίητο περιβάλλον της τεχνολογίας. Ακριβώς επειδή είναι ένα ανθρώπινο τεχνούργημα, κι όχι επειδή έχει γίνει ανεξάρτητη οντότητα, η τεχνολογία δεν είναι ουδέτερη. Ουδετερότητα σημαίνει αθωότητα κι αυτή δεν υφίσταται από την στιγμή που ο άνθρωπος έχει την ελευθερία να αποφασίζει. Και είναι ακριβώς η ελευθερία της βούλησής του που τον ώθησε να κυριαρχήσει πάνω στη φύση μέσω της τεχνολογίας. Εάν η ελευθερία του πράττειν, η ελευθερία των κινήσεών του περιορίζεται από το τεχνικό περιβάλλον αυτό δεν είναι ένα ειδοποιό γνώρισμα της τεχνολογίας. Εξ ίσου μεγάλοι περιορισμοί υφίστανται όταν ο άνθρωπος σαν κυνηγός πρέπει να επιβιώσει με το τόξο ή σαν γεωργός να οργώσει με το άροτρο.
Η αντιθρησκεία της τεχνολογίας είναι ένα προϊόν του ανθρώπινου πνεύματος και τούτο το πνεύμα οδήγησε στην πίστη ότι το σχέδιο β είναι η εγκόσμια δράση για την κυριαρχία πάνω στη εξωτερική φύση, καθώς και κυριαρχία πάνω στην ανθρώπινη τέτοια. Σήμερα ο πόλεμος διεξάγεται με τεχνικά μέσα, από ανθρώπους που διευρύνουν την ισχύ τους. Συνάμα, ο οικονομικός πόλεμος καλλιεργεί, με την τρομακτική δύναμη της προπαγάνδας των μαζικών μέσων επικοινωνίας, την ελπίδα ότι η οικονομική κρίση θα αντιμετωπιστεί με τις τεχνικές λύσεις ενός υψηλά εξειδικευμένου τεχνικού προσωπικού.

Ο Ζακ Ελλύλ ανήκει στο ίδιο στρατόπεδο όπου αποφασίσαμε να στρατευτούμε και αντιπαλότητα μ’ ένα τέτοιο ριζοσπαστικό πνεύμα δεν σημαίνει κι έχθρα. Η γραμμή της σκέψης του συμπίπτει με τον αναρχικό χιλιασμό για τον οποίο η κάθε Νέα Ιερουσαλήμ, η κάθε ουτοπία, δημιουργεί μια νέα εξουσία, μια νέα αναγκαιότητα που αρνείται την ελευθερία και αλλοτριώνει τον άνθρωπο.  Από τη σκοπιά του υπαρξισμού, από τον οποίο ο ίδιος αντλεί, ας συγκρατήσουμε τον ξένο του Καμύ, ο οποίος βρίσκεται πάντα ως άνθρωπος σε απόσταση από τον εκάστοτε ρόλο του. Γι’ αυτό, όπως έκαμε ο ίδιος ο Ελλύλ, ακόμη και μια απαισιόδοξη ανθρωπολογία δεν μας εμποδίζει κάθε φορά να στρατευτούμε για την κοινωνική δικαιοσύνη. Μολονότι ο κύκλος της τεχνολογικής φενάκης φαίνεται να κλείνει με τους χειρότερους οιωνούς, ένας νέος κύκλος για την κοινωνική δικαιοσύνη, ίσως σε χειρότερες συνθήκες, ανοίγει και πάλι.

http://avgi-anagnoseis.blogspot.gr/2013/09/blog-post_872.html

***

Δείτε επίσης:

Τ. Τύμπα, Τεχνική και κοινωνία (ΑΥΓΗ: ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ)

Αθανασίου Ι. Καλαμάτα,Ένα «παλαιό» βιβλίο συμβολή στη μνήμη του αγίου Πατροκοσμά του Αιτωλού (24 Αυγούστου)

AgiosKosmasAitolos02ΕΥΑΓΓΕΛΗ ΑΡ. ΝΤΑΤΣΗ

Πολιτισμική ηγεμονία και λαϊκός πολιτισμός

Ο «ετεροχρονισμένος διάλογος» του ιερομονάχου Κοσμά και του αγωνιστή Μακρυγιάννη

 εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1999, σσ. 263

 

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

Θεολόγου Καθηγητή

  Η γοητεία της σπουδής σε όποιον σελίδα-σελίδα περιδιαβεί τη συγκεκριμένη μελέτη, θα σηματοδοτηθεί από την ανακάλυψη μιας διαφορετικής συνιστώσας των ιστορικών τεκμηρίων, στις τάσεις των οποίων σήμερα η ιστορική επιστήμη όλο και περισσότερο θητεύει. Είναι πράγματι γεγονός ότι η σύγχρονη ιστοριογραφία, απαλλαγμένη από αδυναμίες παλαιότερων εποχών, έχει καταφέρει να αποτυπώσει ένα διαφορετικό λόγο, που συνεχώς ιχνηλατεί πρόσωπα και γεγονότα, συνεργαζόμενη άμεσα με όμορες προς σ’ αυτήν επιστήμες: Λαογραφία, Κοινωνική Ανθρωπολογία, Αρχαιολογία, Γεωγραφία, Θεολογία.

                Όσον αφορά τώρα την παρουσίαση της μελέτης της κ. Ντάτση, ευθύς εξ αρχής, θα ήθελα να ξεκαθαρίσω δύο θεωρητικά ζητήματα. Το πρώτο αφορά στον τίτλο: «πολιτισμική ηγεμονία και λαϊκός πολιτισμός». Η χρησιμοποίηση των δύο αυτών όρων, έρχεται να εφαρμοστεί με τον καλύτερο τρόπο, στα εξεταζόμενα πρόσωπα, στην παγιωμένη πνευματική παράδοση του Γένους που εκπροσωπούσε ο Πατροκοσμάς – «επίσημου και ανώτερου πολιτισμού» που μόρφωνε και εκπολίτιζε αγράμματους Έλληνες – αυτή ήταν η ταυτότητα του ακροατηρίου του – και στο «λαϊκό και κατώτερο» πολιτισμό που πραγμάτωνε ο ατόφιος αγωνιστής της Επανάστασης του 1821 Μακρυγιάννης. Η «προφορική παράδοση του λαϊκού κηρύγματος» που διαχύθηκε με τις ετερόγραφες Διδαχές του ιερομονάχου Κοσμά σε αναλφάβητες ομάδες Ελλήνων της Τουρκοκρατίας, «διασταυρώνεται και διαλέγεται» με έναν ολόκληρο «συμβολικό σύστημα» αξιών, τη «μαγική σκέψη» (τρόπο που διανοούνται οι αναλφάβητοι πληθυσμοί), που κι αυτή διαχύθηκε με τα Απομνημονεύματα και τα Οράματα και Θάματα του Μακρυγιάννη, σε μία «διαχρονική συλλογικότητα», διαφορετική όμως, αναλφάβητη για τον Πατροκοσμά, «επώνυμη και εγγράμματη» για τον Μακρυγιάννη.

                Το δεύτερο θεωρητικό ζήτημα αφορά στον υπότιτλο του έργου, την ταυτότητα του «ετεροχρονισμένου διαλόγου». Και τα δύο πρόσωπα ζουν σε διαφορετικές εποχές. Πρώτος, ο ιερομόναχος Κοσμάς με τον «αποτρεπτικό λόγο του» προς καθετί που ερχόταν σε αντίθεση με τη χριστιανική κοσμολογία και ανθρωπολογία, επεδίωξε να επαναπροσδιορίσει το ορθοδοξοπατερικό υπόβαθρο της παράδοσης, μέσα από τρία επίπεδα: το «ιεραρχικό σχήμα του κόσμου», τον «καταστατικό χάρτη σύμφωνα με τον οποίο οφείλουν να προσαρμόζουν τη συμπεριφορά τους» μόνο οι Χριστιανοί, και το σωτηριολογικό χαρακτήρα του κηρύγματός του. Θεωρητικό εφαλτήριο του αφυπνιστικού και αναγεννητικού έργου του, υπήρξε η εντελέχεια της ορθόδοξης θεολογικής διδασκαλίας. Από την άλλη πλευρά, δεύτερος, ο Μακρυγιάννης με το γραπτό λόγο του, αυτοβιογραφούμενος και «μετέωρος ανάμεσα σε δύο πολιτισμούς», αυτόν της προεπαναστατικής και μετεπαναστατικής Ελλάδας, βαπτισμένος στον απόηχο του κηρύγματος του Πατροκοσμά – πολύ ορθά η συγγραφέας εδώ θεωρεί ότι ο νεαρός Μακρυγιάννης γαλουχήθηκε με τον παιδαγωγικό λόγο του, γι’ αυτό κατά τη  άποψή μου, η σχέση του με την Ορθοδοξία υπήρξε καθάρια και βιωματική – εξέφραζε τις παραδοσιακές συνισταμένες του βίου των Νεοελλήνων, υιοθέτησε και αυτός, με κάποιες βέβαια αποκλίσεις, την «ιεραρχική αντίληψη του κόσμου» και κινήθηκε με άνεση στην «καθημερινότητα της λαϊκής παράδοσης».

                Αξιοσημείωτη είναι η άποψη της συγγραφέως για την «προνομιακή αντίληψη της ιστορίας» που ως «παράμετρος της πολιτισμικής ηγεμονίας» έγινε το κυρίαρχο πολιτισμικό ιδεώδες της προεπαναστατικής και μετεπαναστατικής ελληνικής κοινωνίας. Πρόκειται, για το ιδεολογικό πλαίσιο πάνω στο οποίο η Εκκλησία των χρόνων της Τουρκοκρατίας, με εκφραστή το Οικουμενικό Πατριαρχείο, στήριξε  ιδεολογικά και κατοχύρωσε την «εθελοδουλία» και την «αυτοπροστασία» της, όχι μόνο από τον Τούρκο κατακτητή, αλλά και από τον κίνδυνο του διαφωτιστικού ιδεολογικού ρεύματος, με κύριους εκφραστές τους Κολλυβάδες Πατέρες του Αγίου Όρους. Ο Πατροκοσμάς και σε ανάλογο επίπεδο ο Μακρυγιάννης, δείχνουν να αντιπροσωπεύουν και να υιοθετούν την πατροπαράδοτη βυζαντινή προοπτική, βάση της οποίας κάθε «συμβιβασμός» με την εκάστοτε πολιτική δύναμη, βασιζόταν στο σύστημα των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας, που είχε διαμορφωθεί από τα χρόνια του Μ. Κωνσταντίνου.

                Το βιβλίο της Ευαγγελής Ντάτση, αν και «παλαιά» ως έκδοση, αποτελεί ευπρόσδεκτη συμβολή στην ιστορία των ιδεολογιών και νοοτροπιών του πνευματικού μας βίου, στα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας.

Κώστας Λάμπος, Για τον τεχνοφασισμό του Zeitgeist Movement

imagesλλ

Για τον τεχνοφασισμό του Zeitgeist Movement[1]

Γράφει ο Κώστας Λάμπος

«Ανακάλυψε το αρχιμήδειο σημείο, αλλά το χρησιμοποίησε για τον εαυτό του. Φαίνεται πως μόνο υπ’ αυτό τον όρο του επιτράπηκε να το ανακαλύψει».

Franz Kafka

1. Το φαινόμενο Zeitgeist movement

Τα τελευταία χρόνια της μεγάλης παρακμιακής κρίσης του καπιταλισμού έκανε την εμφάνισή του στον χώρο του κοινωνικού προβληματισμού, αναφορικά με το πού οδηγεί την ανθρωπότητα ο καπιταλισμός και στην αναζήτηση κάποιας εναλλακτικής λύσης, το λεγόμενο «Κίνημα του Πνεύματος της Εποχής», Zeitgeist movement, (ZGM) γενικά[2] με παραρτήματα σε όλον τον κόσμο, ακόμα και στην Ελλάδα[3]. Η φανερή πλευρά αυτού του μυστηριώδους κινήματος είναι το λεγόμενο «Σχέδιο Αφροδίτη» (Venus Project), ένα είδος «ευφυούς σχεδίου κατασκευής ενός καλύτερου κόσμου»[4], φερόμενο ως έργο του «επιστήμονα, του αυτοδίδακτου κοινωνικού μηχανικού, του βιομηχανικού σχεδιαστή, του μελλοντολόγου κ.λπ. κ.λπ.» και συγγραφέα του μανιφέστου με τον τίτλο The best that money can’t buy. Beyond politics, poverty & war, Jacque Fresco[5], ο οποίος έχει δώσει σειρά διαλέξεων σε όλο τον κόσμο, αλλά και στην Ελλάδα, στην Καθημερινή[6], στον Αδέσμευτο Τύπο[7] και στην «Ζούγκλα»[8]. Κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στην Ελλάδα, καλεσμένος από την «Zeitgeist Hellas», ο ίδιος o Jacque Fresco στη συνέντευξή του, παρουσία και της συνεργάτιδάς του Roxanne Meadows, στην Καθημερινή ομολογεί: «μπήκα στην οργάνωση Κου Κλουξ Κλαν για ενάμιση μήνα και την διέλυσα! Επίσης συμμετείχα στο “Συμβούλιο των Λευκών Πολιτών” το οποίο διέλυσα σε ένα μήνα! Συμμετείχα σε διάφορες ακραίες οργανώσεις για να τους αλλάξω γνώμη»[9]. Βέβαια, ένας άνθρωπος με τέτοιες ‘υπερφυσικές’ ικανότητες θα μπορούσε να έχει απαλλάξει την ανθρωπότητα από εκείνες τις δυνάμεις και τις οργανώσεις, από όλα εκείνα τα συστήματα, του καπιταλισμού μη εξαιρουμένου, που θεωρεί και καταγγέλλει ως υπαίτιους για την παγκόσμια κακοδαιμονία, για να μπορέσει η ανθρωπότητα να ανασάνει και να προχωρήσει η ίδια μόνη της, χωρίς προστάτες, σε μια ανώτερη βαθμίδα του πολιτισμού της, αντί να πλασάρεται ο ίδιος ως Μεσσίας και σωτήρας της. Ας δούμε όμως τη φιλοσοφία και τους στόχους του Zeitgeist movement.

Πρόκειται για ένα «κίνημα» χωρίς συγκεκριμένη ταυτότητα, με κέντρο του τον απόλυτο τεχνοκράτη ιδρυτή του, με μια συγκεχυμένη φιλοσοφία, με αντιφατικούς στόχους και αντικρουόμενες θέσεις. Ένα ‘κίνημα’ που προβάλλει ως θέσεις του ένα μείγμα από μεγάλες και μικρές αλήθειες, από μισές αλήθειες, φαντασιώσεις και σοφιστικές αλχημείες, με πολύ εντυπωσιακό προπαγανδιστικό τρόπο, με παραρτήματα που στήνει στις περισσότερες χώρες του πλανήτη, με σειρά προπαγανδιστικών Videos στο διαδίκτυο, με ομιλίες του ιδρυτή του σε όλον τον κόσμο και με εκατομμύρια οπαδούς, θαυμαστές και εθελοντικά ή επαγγελματικά ‘στελέχη’ που παίρνει διαστάσεις ‘φαινομένου’. Ιδιαίτερα όταν προσχωρούν σ’ αυτό πέρα από διάφορους περίεργους και καλόπιστους απελπισμένους που θέλουν κάπου να ανήκουν και ψάχνουν από κάπου να πιαστούν και σκεπτόμενοι νέοι άνθρωποι που δικαιολογημένα ανησυχούν για τις συνέπειες της παρακμής και την έξοδο από αυτήν δεν μπορεί κανείς να το παρακάμψει, εκτός αν έχει κάποιο λόγο. Επειδή είμαι κι’ εγώ ένας από όσους ανησυχούν για τις εξελίξεις, αλλά με αναφορά στις ενεργές και αγωνιζόμενες δυνάμεις της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού και όχι σε μια θεοποιημένη τεχνολογία που ως deus machina θα λύσει τα προβλήματα της κοινωνίας-ανθρωπότητας χωρίς την κοινωνία-ανθρωπότητα, θα επιχειρήσω μια καλοπροαίρετη σύντομη προσέγγιση αυτού του «φαινομένου» με βάση τις θέσεις του, όπως αυτές διατυπώνονται στο ‘μανιφέστο’ του Ζακ Φρέσκο και στις διάφορες συνεντεύξεις του και όχι με βάση το τι πιστεύουν τα μέλη και οι οπαδοί του.:

2. Είναι το (ZGM) απολίτικο;

«Το Κίνημα Zeitgeist, δεν είναι ένα πολιτικό κίνημα. Δεν αναγνωρίζει κράτη, κυβερνήσεις, φυλές, θρησκείες ή τάξεις» υποστηρίζει ο δημιουργός του[10]. Αν σωστά αποδίδεται αυτή η θέση, θα πρέπει να διερωτηθούμε τον λόγο για τον οποίο το Zeitgeist Μovement (ZGM) δεν αναγνωρίζει υπαρκτές οντότητες, γιατί άλλο πράγμα είναι να μη συμφωνεί κανείς με κάποιες πραγματικότητες, όπως λ.χ. με ένα κοινωνικό σύστημα ή με μια κυβέρνηση και να θέλει να τα αλλάξει ή και να τα καταργήσει, οπότε κάνει πολιτική, και συνεπώς το ερώτημα είναι γιατί ισχυρίζεται το αντίθετο και άλλο πράγμα είναι να αγνοείς υφιστάμενες, καλώς ή κακώς, πραγματικότητες. Η άποψή μου είναι πως το ZGM πιστεύει ή έχει λόγους να πιστέψουμε κι’ εμείς πως ο κόσμος μπορεί να αλλάξει χωρίς πολιτική βούληση, δηλαδή χωρίς τους Πολίτες, την Πολιτεία, τον Πολιτισμό και φυσικά την Πολιτική, που τελικά σημαίνει χωρίς την κοινωνία, αλλά αυτό οδηγεί σε λογικές περί ανυπαρξίας της κοινωνίας ως αυτενεργού παράγοντα στο κοινωνικό Γίγνεσθαι, που παραπέμπουν στις αντιδραστικές θεωρίες του August Friedrich von Hayek[11] και της Σχολής του Σικάγο και στις απάνθρωπες πολιτικές της Θάτσερ και του Ρήγκαν που υποστήριζαν πως κοινωνίες δεν υπάρχουν παρά μόνο συμφέροντα, εννοώντας φυσικά τα συμφέροντα του αποικιοκρατικού, του ιμπεριαλιστικού και του παγκοσμιοποιημένου κεφαλαίου. Έτσι το αιώνιο ερώτημα προς απολίτικους, ή δήθεν απολίτικους, αν υπάρχει κάτι που να μην έχει σχέση με την Πολιτική, παραμένει κρίσιμο.

Είναι, λοιπόν, άλλο πράγμα το ZGM να αρνείται, να παραγνωρίζει ή και να θέλει να καταργήσει κάποιες άλλες πραγματικότητες, αλλά τότε το ερώτημα είναι ποιοι είναι αυτοί που αποτελούν αυτό το κίνημα, που δεν αναγνωρίζουν φυλές που τις δημιούργησε η Φύση, κράτη που καλώς ή κακώς τα δημιούργησαν οι ιστορικές συγκυρίες, υποτίθεται οι Λαοί, και κυβερνήσεις που καλώς ή κακώς τις εκλέγουν οι Λαοί; Άλλωστε, τι σημαίνει δεν αναγνωρίζει τα κράτη, τις φυλές, τις θρησκείες, τις κοινωνικές τάξεις, που αποτελούν δομικά στοιχεία της σημερινής πραγματικότητας, την οποία υποτίθεται και καλώς θέλει να την αλλάξει; Όμως όταν υποστηρίζει πως «τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε σήμερα στον κόσμο είναι δικό μας δημιούργημα»[12] εννοώντας όλους εμάς τους εκτός των τειχών της εξουσίας, και όχι του οικονομικού συστήματος της ασύδοτης κερδοφορίας, της απάνθρωπης εκμετάλλευσης των εργαζόμενων, της θανάσιμης καταστροφής της βιόσφαιρας και των καταστροφικών πολέμων, τότε, μετακυλώντας σκόπιμα την ευθύνη στα αποξενωμένα από κάθε δικαίωμα λήψης αποφάσεων άτομα, είναι φανερό πως προσπαθεί να κρύψει τον υπεύθυνο, γι’ αυτή την ζοφερή πραγματικότητα και συνεπώς κάνει πολιτική υπέρ αυτών των συμφερόντων. Οπότε λογικά προβάλλει το ερώτημα, ποια είναι για το ZGM η κακή πραγματικότητα, με ποιον θα αλλάξει την κακή πραγματικότητα, πώς θα την αλλάξει και για λογαριασμό τίνος θα την αλλάξει, όταν μάλιστα δεν μας λέει ποιος θα είναι ο ρόλος της ίδιας της εργαζόμενης κοινωνίας-ανθρωπότητας στη διαδικασία της αλλαγής, για να συμπεράνουμε ποιος θα είναι ο χαρακτήρας, αλλά και ο νομέας της αλλαγής και ποιος θα είναι ο ρόλος της κοινωνίας στη νέα κατάσταση. Πάντως, οι ιδιότητες του ‘επιστήμονα, του αυτοδίδακτου κοινωνικού μηχανικού, του βιομηχανικού σχεδιαστή, του συγγραφέα και του μελλοντολόγου’, ακόμα και με τη θεοποίηση της τεχνολογίας δεν φτάνουν για μια τέτοια κοσμογονία, ακόμα και αν πρόκειται ο ‘προφήτης’, ο ‘μεσσίας’ αυτής της ‘περιττής ουτοπίας’, αυτού του καινούργιου, χωρίς τους κοινωνικούς αγώνες, κόσμου, να είναι ο ίδιος ο Jacque Fresco και φυσικά ανεξάρτητα από τις όποιες καλές προθέσεις του που δεν έχουμε λόγο, ούτε έχει κα νόημα να τις αμφισβητήσουμε και για τον πρόσθετο λόγο πως κανένας ‘προφήτης’, ή μεσσίας δεν αποκάλυψε ποτέ του τις κακές προθέσεις του’

3. Η θεοποίηση της Τεχνολογίας, σωσίβιο του μανιακού πανκαπιταλισμού

Σ’ ένα κόσμο συνεχόμενου πολέμου, σκοταδισμού, προκατάληψης, αρρώστιας, πείνας και ανέχειας, στον κόσμο της καπιταλιστικής βαρβαρότητας δεν μπορούμε άλλο να είμαστε αδιάφοροι για την τεχνολογία και συνεπώς η επανεκτίμηση του ρόλου της σύγχρονης επιστήμης και τεχνολογίας στην ανοικοδόμηση ενός καλύτερου κόσμου είναι σήμερα περισσότερο από ποτέ αναγκαία[13], αυτό όμως δεν σημαίνει πως την ανοικοδόμηση αυτού του κόσμου θα πρέπει οι κοινωνίες και γενικότερα η ανθρωπότητα να την εμπιστευθούν στις μηχανές, στα τεχνοκρατικά ιερατεία και στους προφήτες τους, γιατί τότε η εκτροπή σε ένα παγκόσμιο τεχνοφασισμό θα είναι η φυσική κατάληξη της κοινωνικά αναφομοίωτης και ανεξέλεγκτης τεχνολογίας[14]. Κανένας δεν μπορεί να διαφωνήσει με τον Jacque Fresco ότι η ανθρωπότητα έχει φτάσει σε μια εποχή όπου «οι δυνατότητες της επιστήμης και της τεχνολογίας μπορούν να εξασφαλίσουν αφθονία για όλους»[15], αλλά από αυτή την καθολικά αποδεκτή διαπίστωση και αλήθεια, μέχρι την αντίληψη πως «οι υπάρχουσες τεχνολογίες ξεπερνούν κατά πολύ την ανθρώπινη ικανότητα να λαμβάνει δίκαιες και βιώσιμες αποφάσεις που αφορούν την ανάπτυξη και διανομή των φυσικών πόρων»[16] υπάρχει η μεταφυσική μαθηματίστικη αντίληψη, ή η αφελής ή η πονηρή πρόθεση να βάλουμε την εξέλιξη της κοινωνίας-ανθρωπότητας σε ένα ‘αυτόματο πιλότο’ που θα τον χειρίζεται κάποια τεχνοκρατική ελίτ, ή μια «παγκόσμια διακυβέρνηση»[17], γιατί τάχα, «οι άνθρωποι δεν είναι ακόμα λογικά όντα»[18] και συνεπώς χρειάζεται να τεθούν υπό τον έλεγχο νέων παγκόσμιων ανθρωποποιμένων και τεχνοκρατών ημιθέων[19].

Βέβαια ο Jacque Fresco, στα πλαίσια της αντίληψής του για μια «οικονομία βασισμένη στους πόρους», εντοπίζει το ιδιωτικοποιημένο μονοπωλιακό και συγκεντρωτικό ενεργειακό σύστημα που στηρίζεται στα ορυκτά καύσιμα ως βασική πηγή της κακοδαιμονίας της ανθρωπότητας, αλλά καταλήγει στη γενική και αφηρημένη επίκληση για ‘δίκαιη κατανομή των ορυκτών καυσίμων’ και τη συμπληρωματική αξιοποίηση των λεγόμενων εναλλακτικών πηγών ενέργειας[20] που και κοστίζουν και δεν λύνουν το ενεργειακό πρόβλημα της ανθρωπότητας, ελπίζοντας πως το ενεργειακό πρόβλημα θα λυθεί από ‘τη σχάση του ουρανίου’ ή την ‘θερμοπυρηνική σύντηξη’[21]. Και ενώ οραματίζεται ένα σουρεαλιστικό για τη σημερινή καθημαγμένη ανθρωπότητα κόσμο, με μια ιδιαίτερα ενεργοβόρο «αυτοματοποιημένη παγκόσμια οικονομία όπου τα μεγάλα μηχανήματα που θα λειτουργούν με τεχνητή νοημοσύνη θα ανοίγουν διώρυγες…, όπου οι αυτοσυναρμολογούμενες δομές θα αποδειχθούν πρόσφορες και αποτελεσματικές στην κατασκευή βιομηχανικών μονάδων…, τα εργοστάσια θα σχεδιάζονται από ρομπότ για ρομπότ, τα αυτοματοποιημένα συστήματα θα αυτοπρογραμματίζονται…,μέχρι που θα ανατίθενται στις μηχανές όλο και πιο περίπλοκες εργασίες λήψης αποφάσεων για βιομηχανικές, στρατιωτικές και κυβερνητικές υποθέσεις»[22], εν τούτοις αποφεύγει, αδικαιολόγητα για ένα τόσο ‘βαθύ γνώστη της επιστήμης και της τεχνολογίας’, να αναφερθεί στην μοναδική πηγή ενέργειας που όχι μόνο δεν κοστίζει, αλλά επιπλέον δεν ρυπαίνει, είναι ανεξάντλητη και απελευθερώνει τον παραγωγό και χρήστη της σε τοπικό, εθνικό και παγκόσμιο επίπεδο από κάθε μορφή ενεργειακής και εξουσιαστικής εξάρτησης, δημιουργώντας τους υλικούς όρους για έναν πραγματικά καινούργιο και καλύτερο κόσμο, για μια αταξική κοινωνία ως κοινωνικό δημιούργημα, χωρίς αφεντικά και παγκόσμιους ηγεμόνες, όπου θα αποφασίζουν αμεσοδημοκρατικά οι αυθεντικοί, οι έστω ‘ατελείς’ άνθρωποι και όχι τα τέλεια ρομπότ της τεχνητής νοημοσύνης[23].

Υπάρχει αναμφίβολα μια τεχνοφοβία[24] στο μεγαλύτερο μέρος του ανθρώπινου είδους και όχι αδικαιολόγητη, αφού ‘οι μηχανές του παίρνουν τη δουλειά’, τον εξουθενώνουν με τους γρήγορους ρυθμούς της ‘κατά σειράν παραγωγής’, τα γνωστά συστήματα του τεϋλορισμού και σταχανοφισμού, μέχρι που του παίρνουν ατομικά, συλλογικά ακόμα και μαζικά τη ζωή, ως όπλα, τανκς, βομβαρδιστικά, πυρηνικές βόμβες, ως χημικά όπλα και τοξικοί ρύποι, αλλά και ως ειρηνικά έργα παραγωγής ηλεκτρισμού με πυρηνική ενέργεια. Χωρίς μια κοινωνικά υποταγμένη και ταγμένη στην απελευθέρωση από το μόχθο και την εξουσία όλων των ανθρώπων τεχνολογία και χωρίς μια ήπια και σταδιακή εξοικείωση του πληθυσμού με την φιλική στον άνθρωπο και στη Φύση τεχνολογία καμιά απόπειρα καλλιέργειας τεχνοφιλίας δεν μπορεί να αλλάξει την κατάσταση, όσα εντυπωσιακά φουτουριστικά σχέδια και αν παρουσιάσει, όπως κάνει ο Ζακ Φρέσκο με το Venus Project. Αντίθετα μάλιστα με επιχειρήματα όπως «με την πρόοδο της νανοτεχνολογίας, ίσως μια μέρα να είμαστε σε θέση να οργανώνουμε στιγμιαία την ύλη σε οποιαδήποτε μορφή επιθυμούμε και η αναδημιουργία του γενετικού κώδικα μπορεί να μας επιτρέψει να μειώσουμε ή να εξαφανίσουμε τελείως τις ασθένειες…»[25], γιατί χωρίς μια ουμανιστική αταξική κοινωνία που θα αποφασίζει με ιδιαίτερα ασφαλείς τρόπους για το είδος και τη δόση της αναγκαίας εφαρμοσμένης έρευνας ανάπτυξης, παραγωγής και χρήσης τεχνολογίας, ο εφιάλτης της ανεξέλεγκτης παραγωγής όπλων μαζικής καταστροφής και ρομποτοποίησης των ανθρώπων μεγαλώνει την τεχνοφοβία, γιατί εκείνοι που θα χειρίζονται μια τέτοια δύναμη έξω από τον έλεγχο της κοινωνίας, είναι πιθανότατο ότι θα τη χρησιμοποιήσουν για τον εαυτό τους, την τάξη τους και την εξουσία τους και φυσικά εναντίον των ‘ανθρώπων που γι’ αυτούς δεν θα είναι ακόμα λογικά όντα’, με κατάληξη να επιλέξουν μια μορφή ρομποτανθρώπων που δεν θα διεκδικούν, δεν θα κουράζονται, δεν θα αρρωσταίνουν, θα πολεμούν και θα αλληλοεξοντώνονται, χωρίς να δημιουργούν προβλήματα στην εξουσία των δημιουργών τους.

Εκτιμώ πως ο απόλυτος τεχνοκράτης Ζακ Φρέσκο, ενώ γενικά ξεκινάει από πολλές λογικές διαπιστώσεις και δικαιολογημένες ενστάσεις και καταγγελίες απέναντι στην σημερινή πραγματικότητα, καταλήγει σε ένα ακραίο τεχνοκρατισμό, γιατί δεν τον απασχόλησε ποτέ ή όσο έπρεπε η ανθρωπολογία, η κοινωνική ιστορία και η ιστορία των θεσμών, διαφορετικά δεν θα υποστήριζε, σε αντίθεση με κορυφαίους συμπατριώτες του, αλλά και άλλους επιστήμονες[26], πως «στις πρωτόγονες φυλές, οι άρχοντες και οι βασιλιάδες καθόριζαν το σύνολο των νόμων, των πεποιθήσεων και των εθίμων με στόχο τη στήριξη και την υπεράσπιση των κυρίαρχων ολιγαρχικών ομάδων»[27], γιατί τότε θα γνώριζε πως η ανθρωπότητα στην εκατομμυριόχρονη διαδρομή της έζησε σε συνθήκες απόλυτης αταξικότητας αλληλεγγύης και ελευθερίας, ενώ η ιστορία της ταξικής κοινωνίας αρχίζει με την εμφάνιση της πατριαρχικής οικογένειας της ατομικής ιδιοκτησίας και του κράτους εδώ και μόνο 2,5-3 χιλιετίες. Αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος που ο Ζακ Φρέσκο δεν αναφέρεται σε κοινωνικά συστήματα και οργανωμένες κοινωνίες, σαν να μην υπάρχουν, αλλά μιλάει γενικά για αφηρημένους ανθρώπους, που ευθύνονται όλοι γενικά και αόριστα για τη φτώχεια, την καταστροφή του περιβάλλοντος, τον πόλεμο, τις καταστροφικές κρίσεις, επειδή είναι ‘τεχνολογικά αναλφάβητοι’ και ‘ατελή λογικά όντα’ και ενώ αποφαίνεται δογματικά πως η «αποτυχία του κομμουνισμού», εννοώντας τον σοβιετικό κρατικοκαπιταλισμό, «δεν διαφέρει από τις δικές μας αποτυχίες»[28], εννοώντας, ως δικές μας τον καπιταλισμό, για να καταλήξει στη σωστή διαπίστωση πως χρειάζεται ένα νέο όραμα, γιατί «όταν δεν υπάρχει όραμα οι άνθρωποι εξαφανίζονται»[29].

4. Οι περιττές τεχνοκρατικές ουτοπίες δεν είναι οράματα, αλλά εφιάλτες

Ποιο είναι όμως το όραμα του ιδρυτή του ZGM, του Ζακ Φρέσκο; «Είναι το Venus Project, ένας σχεδιασμός, η ανάπτυξη και η προετοιμασία πλάνων για την κατασκευή της πρώτης πειραματικής πόλης… Είναι όμως σαφές ότι το Venus Project δεν μπορεί να λειτουργήσει σε μια κοινωνία που βασίζεται στο χρήμα… Οποιαδήποτε προσπάθεια να προσαρμόσουμε τους στόχους μας σε ένα χρηματικό σύστημα θα τους μείωνε σε τέτοιο βαθμό που θα καθιστούσε τις αλλαγές που θα επιφέραμε ασήμαντες»[30]. Αλλά, «δεδομένου ότι οι προετοιμασίες μας ξεκινάνε σε μια κοινωνία που στηρίζεται στο χρήμα, η άντληση κεφαλαίων για την κατασκευή αυτής της πειραματικής κοινότητας μπορεί να επιτευχθεί με διάφορους τρόπους… όπως προσφορές, εκδόσεις, βίντεο, ομιλίες και χορηγίες[31]. Κι’ ενώ ο κάθε καλοπροαίρετος αναγνώστης προσπαθεί να εξηγήσει αυτή την θεμελιακή αντίφαση που αναιρεί όλη τη βασική φιλοσοφία του ZGM και του Ζακ Φρέσκο, πέφτει πάνω σε ένα μεγαλύτερο σκόπελο. «Η κυκλική πόλη θα είναι μια μεταβατική φάση η οποία θα μπορούσε να εξελιχθεί από μια ημισυνεργατική χρηματικά προσανατολισμένη κοινωνία σε μια πλήρη οικονομία βασισμένη σε πόρους. Θα μπορούσε μάλιστα να αποτελέσει το πρότυπο με βάση τον οποίο θα κατασκευαστεί μια σειρά από νέες πόλεις σε διάφορα μέρη του κόσμου. Ο ρυθμός προόδου θα εξαρτηθεί από τη διαθεσιμότητα κεφαλαίων που θα συγκεντρωθούν κατά τα πρώτα στάδια και από τους ανθρώπους που θα αναγνωρίσουν, θα συμμετέχουν και θα υποστηρίξουν τους στόχους και την κατεύθυνση του Venus Project. Καθώς θα αναπτύσσονται αυτές οι νέες κοινότητες και θα γίνονται ευρύτερα αποδεκτές, θα μπορούν κάλλιστα να αποτελέσουν τη βάση ενός νέου πολιτισμού κατά προτίμηση μέσω της διαδικασίας της εξέλιξης και όχι της επανάστασης»[32]. Σε απλά ελληνικά όλη αυτή αντιφατική επιχειρηματολογία του Ζακ Φρέσκο επιτρέπει να σκεφτεί κανείς πως ο άνθρωπος ενδιαφέρεται να κάνει business, δηλαδή, να βρει χρηματοδότες για να τους φτιάξει μια πειραματική πόλη φρούριο, κάτι αντίστοιχο με αυτά τα τερατουργήματα των πετρελαιάδων στον περσικό κόλπο και στη συνέχεια να πουλάει τεχνογνωσία, να δημιουργήσει και να πουλήσει και άλλες τέτοιες πόλεις κατάλληλες για την ασφάλεια της άρχουσας τάξης. Είναι προφανές πως σε ένα τέτοιο όραμα δεν υπάρχει ρόλος και χώρος για την κοινωνία των ανέργων και των φτωχών ανθρώπων και με αυτή την έννοια το όραμα του ZGM και του Ζακ Φρέσκο μοιάζει μάλλον με εφιάλτη.

5. Το ZGM και το σύστημα της αγοράς

Όλα αυτά μάς οδηγούν στο συμπέρασμα πως το Κίνημα Zeitgeist δεν στοχεύει στην αλλαγή του καπιταλιστικού συστήματος, αλλά στη βελτίωσή του και στη σωτηρία του. Μιλάει λ.χ. για χρηματοπιστωτικό σύστημα, υπονοώντας το κεφαλαιοκρατικό σύστημα ως όλον, ενώ είναι γνωστό πως δεν είναι παρά ένα, βασικό βέβαια, αλλά όχι το μοναδικό υποσύστημα του καπιταλιστικού συστήματος. Με αυτό τον τρόπο ή δεν κατανοεί σωστά τη φύση και την υπόσταση των κοινωνικών συστημάτων, ή σκόπιμα αποσιωπά την όλη αλήθεια, ταυτίζοντάς την με τη μισή, ή μέρος της. Και αν αυτή η ασάφεια δεν είναι ύποπτη, είναι τουλάχιστον αφελές να χρεώνει κανείς την παγκόσμια κακοδαιμονία έτσι αφηρημένα στο ‘τραπεζικό σύστημα’, χωρίς να αποκαλύπτει τους αρχιτέκτονες[33] του σημερινού παγκόσμιου καπιταλιστικού τραπεζικού συστήματος. Γιατί χωρίς να προτείνει την κατάργησή του, χωρίς να καταγγέλλει τους θεσμούς και τις δυνάμεις που κρύβονται πίσω από το τραπεζικό σύστημα και λειτουργούν ως παγκόσμιοι πειρατές, δουλέμποροι, σαράφηδες τοκογλύφοι και κυβερνήτες[34] είναι σαν να τους κάνει πλάτες να οδηγούν τη μια μετά την άλλη τις χώρες του πλανήτη στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, στις ‘αόρατες αγορές’ και στη χρεοκοπία, καταπνίγοντας κάθε μη ελεγχόμενη ειρηνική παραγωγική δραστηριότητα και καταδικάζοντας την αποφασιστική πλειονότητα της εργαζόμενης ανθρωπότητας στην εξαθλίωση. Ο Ζακ Φρέσκο αδυνατεί ή δεν θέλει να κατανοήσει τη μετάλλαξη του καπιταλισμού της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας που κερδοσκοπεί από την εργασία των ανθρώπων, σε ένα σύγχρονο φεουδαρχικού τύπου φασιστικό σχηματισμό, που τα αυξημένα έσοδά του προέρχονται μέσω της βίαιης φορολόγησης των υπηκόων του, πράγμα που κατέστει δυνατό μέσω της υπερχρέωσης των ‘πατρίδων’ τους σε συνεργασία πάντα με τις ‘εθνικές κυβερνήσεις τους’. Η άγνοια ή ο φόβος και η σιωπή αποτελεί ίσως ελαφρυντικό για τα εξαθλιωμένα θύματα του καπιταλισμού, όχι όμως και για τους επίδοξους σωτήρες της ανθρωπότητας, γιατί αυτοί είναι υποχρεωμένοι να πάρουν ξεκάθαρη θέση απέναντι στο σύστημα.

Όταν όμως ερωτάται ευθέως ο Jacque Fresco αν πιστεύει πως υπάρχουν άλλοι δρόμοι, συστήματα κοινωνικά και θεσμοί, τους οποίους μπορούν να εμπιστευτούν οι άνθρωποι για ένα καλύτερο μέλλον, αυτός απαντά: «Δεν γνωρίζω αν υπάρχουν κάποιοι άλλοι εναλλακτικοί δρόμοι που βρίσκονται εκτός του υπάρχοντος θεσμικού πλαισίου…»[35], και για να μην υπάρξουν παρεξηγήσεις των προθέσεών του, διευκρινίζει: «Το Venus Project δεν υποστηρίζει τη διάλυση του υπάρχοντος συστήματος της ελεύθερης αγοράς»[36], που σημαίνει πως το ευφυές σχέδιο του ZGM δεν ήρθε να καταλύσει τον καπιταλισμό, αλλά να κινηθεί εντός του υπάρχοντος καπιταλιστικού θεσμικού πλαισίου, με σκοπό να τον βελτιώσει και να τον σώσει, ή τουλάχιστον να προσπαθήσει, με το αζημίωτο βέβαια, γιατί ούτε οι λιμοκτονούντες άνεργοι, ούτε οι φυτοζωούντες επισφαλείς εργαζόμενοι μπορούν να γίνουν χορηγοί ενός προγράμματος που υπόσχεται ‘πολιτείες στα βάθη των ωκεανών, πολιτείες που επιπλέουν στις θάλασσες, ή πετάνε στους ουρανούς και… αποβάθρες εκτόξευσης στη Δυτική Ακτή των Ηνωμένων Πολιτειών’…, γιατί επτά τρισεκατομμύρια άνθρωποι δεν χωράνε σ’ αυτή τη χίμαιρα και δεν μπορούν να ζήσουν μακριά από τα χώματα, τα νερά και τον αέρα του διαστημόπλοιου Γη.

Στην μια συνέντευξή του, στον Αδέσμευτο Τύπο, ο Ζακ Φρέσκο, επαναλαμβάνει την ίδια θέση με τα ίδια περίπου λόγια. Συγκεκριμένα λέει ότι «η νομισματική οικονομία δεν λειτουργεί και δεν υπάρχει κανείς άλλος να τους δώσει (αλήθεια σε ποιους;) μια ολοκληρωμένη εναλλακτική λύση, εκτός από το σχέδιο Αφροδίτη»[37]. Σε άλλο σημείο της συνέντευξης στην Καθημερινή επαναλαμβάνει και πάλι, ότι «η κοινωνική εξέλιξη ενδεχομένως προϋποθέτει την κατάρρευση ορισμένων κατεστημένων δομών και θεσμών»[38], πράγμα που σημαίνει πως η κοινωνική εξέλιξη δεν προϋποθέτει την κατάργηση του καπιταλισμού, αλλά ενδεχομένως να προϋποθέτει την κατάργηση των ελευθεριών των εργαζόμενων, ίσως ακόμα και της αστικής δημοκρατίας, αλλά ενδεχομένως και να μην προϋποθέτει την κατάργηση κανενός επιμέρους κατεστημένου εκμεταλλευτικού και καταπιεστικού θεσμού και συνεπώς και η πείνα των λαών ολόκληρη και ο καπιταλισμός χορτάτος.

Οπότε διερωτάται και δικαιολογημένα ο κάθε λογικός άνθρωπος, πώς είναι δυνατόν οι σχεδιαστές του ‘ευφυούς σχεδίου’ για την αναμόρφωση της κοινωνίας και τη σωτηρία της ανθρωπότητας, να μη βλέπουν αυτό που δισεκατομμύρια άνθρωποι βλέπουν και ζουν καθημερινά, ότι δηλαδή ο παρακμασμένος καπιταλισμός είναι υπεύθυνος για τη ζοφερή κατάσταση της ανθρωπότητας. Όχι, οι άνθρωποι του Zeitgeist δεν είναι αφελείς. Γνωρίζουν πολύ καλά τι συμβαίνει, απλά το σχέδιό τους δεν είναι να σώσουν την ανθρωπότητα, αλλά το σύστημά τους, από το οποίο και περιμένουν να χρηματοδοτηθούν.

Συγκεκριμένα η Roxanne Meadows, σε κάποια στιγμή της συγκεκριμένης συνέντευξης, αποκαλύπτει, απαντώντας σε μια ερώτηση, αυτό που ξέχασε ή δεν ήθελε να αποκαλύψει ο Jacque Fresco: «Δεν είμαστε αυτή την στιγμή στο στάδιο οικοδόμησης. Θα το θέλαμε πολύ αλλά δεν έχουμε την οικονομική δυνατότητα. Θα θέλαμε επίσης να κάνουμε μια μεγάλη κινηματογραφική παραγωγή για να κάνουμε το “σχέδιο Αφροδίτη” γνωστό σε όλο τον κόσμο. Δυστυχώς οι άνθρωποι σήμερα δεν ξέρουν τίποτα άλλο εκτός από τον κομμουνισμό, τον σοσιαλισμό, τον φασισμό, τον καπιταλισμό κλπ. και το Σχέδιο Αφροδίτη δεν είναι κανένα από αυτά τα συστήματα. Είναι εντελώς καινούργιο»[39]. Αυτή η διατύπωση είναι πολύ αποκαλυπτική, γιατί ‘μαθαίνουμε’ πως οι κατασκευαστές εντυπωσιακών φουτουριστικών σχεδίων πόλεων, σπιτιών και αυτοκινήτων, θεωρούν ή «πουλάνε» το Σχέδιο Αφροδίτη ως καινούργιο κοινωνικό σύστημα, απέναντι στον σοσιαλισμό και στον κομμουνισμό, που προφανώς τους ταυτίζουν με τον ‘αείμνηστο’ υπαρκτό σοσιαλισμό, που δεν ήταν παρά ένας χυδαίος κρατικο-μονοπωλιακός καπιταλισμός, καθώς επίσης και απέναντι στον φασισμό και στον καπιταλισμό, που προφανώς δεν είναι παρά ένα και το αυτό πράγμα και το μόνο υπαρκτό σύστημα το οποίο και θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει το Κίνημα Zeitgeist, υποτίθεται για να το ‘ανατρέψει’.

Και για όσους δεν κατάλαβαν, η Roxanne Meadows συνεχίζει: «Αν οι άνθρωποι πραγματικά καταλάβαιναν το “σχέδιο Αφροδίτη”, δεν θα είχαν καμία αντίρρηση. Το “σχέδιο Αφροδίτη” δεν βλάπτει κανέναν. Αυτό που κάνει είναι να βελτιώνει τη ζωή μας. Ακόμα και οι πιο πλούσιοι του κόσμου θα έχουν καλύτερη ζωή»[40], πράγμα που σημαίνει πως η ‘κοινωνική αλλαγή’ που ευαγγελίζεται το Κίνημα Zeitgeist δεν θα βλάψει κανέναν, ούτε και εκείνους που βλάπτουν τον πλανήτη, την ανθρωπότητα και τον πολιτισμό της, αφού ακόμα και οι πιο πλούσιοι θα συνεχίσουν να είναι πλούσιοι, να γίνονται πλουσιότεροι και ‘θα έχουν ακόμα καλύτερη ζωή’.

Με όλα αυτά τα ευτράπελα δικαιώνουν όσους κατηγορούν την Επιχείρηση Zeitgeist πως όλα αυτά γίνονται για να βγάλουν κάποια στιγμή δίσκο στα μέλη, στους οπαδούς και στους φίλους τους, να τους αποσπάσουν μέρος από το πλεόνασμα ή από το ήδη κουτσουρεμένο υστέρημά τους για να κάνουν business as usual, σαν αυτές δηλαδή που κάνουν κάτι αγύρτες τεχνοκράτες, ακόμα και «νομπελίστες» στον ‘πολιτισμένο’ κόσμο, κάτι αλβανοί πυραμιδάδες, αλλά και κάτι τραχανάδες και ευφραίμηδες στην καθ’ ημάς Ανατολή και Δύση.

Αποκαλυπτικά είναι επίσης, για την ελαφρότητα του σχεδίου, τα περί κατάργησης του χρήματος, από εκείνους που περιμένουν χρηματοδότηση από μεγαλοκεφαλαιοκράτες, υποτίθεται, για να τους καταργήσουν. Ας δούμε μερικές τέτοιες σκόρπιες και ατεκμηρίωτες θέσεις:

  • «Μπορούμε να ξεπεράσουμε την ανάγκη για ένα χρηματοπιστωτικό σύστημα καθιστώντας διαθέσιμα τα βασικά αγαθά σε όλους, χωρίς τιμή, χρησιμοποιώντας τις επιστήμες και την πληροφορική»[41].
  • «Το Venus Project είναι ένα σύστημα, στο οποίο τα αγαθά και οι υπηρεσίες είναι διαθέσιμα χωρίς τη χρήση των χρημάτων, της πίστωσης, της ανταλλαγής, του χρέους ή της δουλείας»[42].
  • «Μια ‘αχρήματη’ κοινωνία είναι εφικτή, σύμφωνα με το κίνημα, η οποία θα λειτουργεί με άλλους κανόνες που θα εξαλείφουν τους ανταγωνισμούς…»[43].

Τώρα, πώς μπορεί κανείς να καταργήσει το χρήμα, χωρίς να καταργήσει το κεφάλαιο ως κοινωνική σχέση, την ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, την εμπορευματική παραγωγή και τους πλούσιους και από την άλλη μεριά να εξαλείψει τους ανταγωνισμούς και να ταΐζει δωρεάν δισεκατομμύρια ανθρώπους, μόνο ένας ‘αυτοδίδακτος κοινωνικός μηχανικός και μελλοντολόγος’ μπορεί να το φανταστεί. Αλλά είναι δύσκολο να τον καταλάβουμε εμείς οι κοινοί θνητοί, που μάλλον διαβλέπουμε πως πίσω από αυτά τα σχέδια θα μπορούσε να κρύβεται ένας καπιταλιστικός ολοκληρωτισμός που οραματίζεται μια ανθρωποτροφική κοινωνία, αντίστοιχη με τα σύγχρονα ορνιθοτροφεία, στα οποία οι τρόφιμοι θρέφονται για να σφαχτούν σε κάποιους ληστρικούς πολέμους και να αποφέρουν κέρδος.

6. Η φαιδρή πλευρά

Δεν χρειάζεται, νομίζω, περισσότερη ανάλυση των θέσεων και προτάσεων της επιχείρησης Venus Project, κλείνοντας όμως, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω την παρακάτω πρόταση του Jacque Fresco για το τι μπορεί ο καθένας μας να περιμένει από τον κόσμο που μας υπόσχεται το Κίνημα Zeitgeist, αλλά και για να δούμε τη χυδαία αντίληψη που έχουν οι τεχνοκράτες για τον άνθρωπο και την κοινωνία, για την τεχνολογία και την επιστήμη: «Θα κάθεσαι μπροστά σε μια μηχανή και θα λες “θέλω ένα σπίτι”. Τότε το μηχάνημα θα σου δείχνει διαφορετικά σπίτια. Όταν δεις κάτι που θα σου αρέσει, θα του λες “σταμάτα”. Μετά θα μπορείς να κάνεις ό,τι αλλαγές θες. Δηλαδή να αλλάξεις θέση στα δωμάτια. Η μητέρα, για παράδειγμα, μπορεί να μετακομίσει το δωμάτιο του παιδιού της δίπλα στο δικό της. Επίσης, το δωμάτιο του παιδιού θα έχει μικρά αντικείμενα ώστε να ταιριάζουν με το μέγεθος του παιδιού. Όσο μεγαλώνει το παιδί, θα μεγαλώνουν και τα αντικείμενα! Τα αντικείμενα αυτά έχουν ένα υλικό με “μνήμη” το οποίο έχει την δυνατότητα να μεγαλώνει σε μέγεθος παράλληλα με το παιδί. Πρέπει να ενημερώσουμε τον κόσμο για το τι μπορεί να προσφέρει σήμερα η επιστήμη»[44]. Τελειότερη περιγραφή του κομπογιαννιτισμού και της αγυρτείας δεν θα μπορούσαν να σκεφτούν ούτε τα πιο πανούργα φονταμενταλιστικά ιερατεία, το φτωχοπαπαδαριό και οι αλαφροΐσκιωτοι καλόγεροι. Βέβαια η επιστήμη και η τεχνολογία γενικά μπορούν αναμφισβήτητα, κάτω από άλλες βέβαια συνθήκες, να κάνουν ‘θαύματα’ χωρίς εισαγωγικά για τον άνθρωπο και την κοινωνία του, αλλά η παραμυθοποίηση της επιστήμης και της τεχνολογίας, σαν να ήταν το λυχνάρι του Αλαντίν, υποτιμά την επιστήμη και τη νοημοσύνη ακόμα και των παιδιών που χρειάζονται το καλό παραμύθι.

Είναι, όμως, και αυτά τα ευτράπελα μια ‘πραγματικότητα’. Ασυνήθιστα αφελής, θα σκεφτείτε. Όμως πρέπει να σκεφτούμε πως με αυτή τη φάρσα (εξ αιτίας της γενικευμένης οικονομικής, κοινωνικής, πολιτικής, πολιτιστικής, πολιτισμικής και κατά συνέπεια συστημικής κρίσης, σε συνδυασμό με την πείνα, την ανεργία, τον Φόβο, την έλλειψη ενημέρωσης, τον ρατσισμό, τον σκοταδισμό, τον γενικευμένο θρησκευτικό φονταμενταλισμό και την καλλιεργούμενη άγνοια) ασχολούνται, σύμφωνα με δικά τους στοιχεία, μέχρι σήμερα, περισσότεροι από πενήντα εκατομμύρια άνθρωποι και εξαπλώνεται ραγδαία σε όλες τις χώρες του κόσμου. Κι αν συγκρίνουμε τον τρόπο με τον οποίο κάνουν, με τα ‘έξυπνα’ Videos με τα οποία έχουν κατακλύσει το διαδίκτυο, την προπαγάνδα τους, με αυτόν της συμμορίας του Χίτλερ, που κι αυτός κατηγορούσε τους μεγαλοκαπιταλιστές, αλλά όχι τον καπιταλισμό τους, και τους Εβραίους, λες και όλοι οι Εβραίοι είναι σιωνιστές, μερικοί από τους οποίους μάλιστα τον χρηματοδοτούσαν, τότε μπορεί και να υποψιαστούμε πως κάθε Μεσσίας, μικρός-τοπικός ή μεγάλος-παγκόσμιος, είναι επικίνδυνος.

7. Δυό συμπεράσματα

Το ειδικό συμπέρασμα είναι πως χρειάζεται κριτική σκέψη για να επιλέγουμε από όσα μας προσφέρονται μόνο όσα μας είναι χρήσιμα για να συνεχίσουμε τη δύσκολη, αλλά συναρπαστική πορεία μας ως ανθρώπινο είδος και ως πολιτισμός προς την κοινωνική ισότητα και τον ανθρωπισμό.

Το γενικό συμπέρασμα είναι πως τελικά μόνοι μας, οι δυνάμεις της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού, ως κοινωνίες και ως ανθρωπότητα και με τη βοήθεια της κοινωνικοποιημένης επιστήμης και της τεχνολογίας, θα τακτοποιήσουμε τους λογαριασμούς μας με τους εκμεταλλευτές μας, με τα διάφορα σκοταδιστικά και εξουσιαστικά ιερατεία, με την ιστορία και το μέλλον μας, για να ανοίξει ο δρόμος για ένα πραγματικά καλύτερο κόσμο, για μια αταξική κοινωνία αυθεντικών ανθρώπων, χωρίς εξουσιαστικές ηγεσίες, αφεντικά, ηγεμόνες και ανθρωπορομποτοφύλακες.


[1] Ξαναδουλεμένο απόσπασμα από το βιβλίο του Κώστα Λάμπου «Άμεση Δημοκρατία και Αταξική Κοινωνία», ΝΗΣΙΔΕΣ, Θεσσαλονίκη 2012.

[4] Η επιλογή του αυτοχαρακτηρισμού του Jacque Fresco, ως δημιουργού ενός νέου «ευφυούς σχεδίου κατασκευής ενός καλύτερου κόσμου», είναι πράγματι ένα τόλμημα, γιατί, όπως γνωρίζουμε, όλοι οι σκοταδιστές δέχονται και επιβάλλουν μάλιστα βίαια, την άποψη πως το ευφυές σχέδιο κατασκευής του κόσμου έγινε μια φορά από κάποιον υποτιθέμενο θεό, οπότε λογικό είναι το ερώτημα αν ο Jacque Fresco θεωρεί πως είναι ένας καινούργιος θεός που αμφισβητεί το παλιό ‘ευφυές σχέδιο’ και θέλει να διορθώσει τον κόσμο του παλιού κατασκευάζοντας το δικό του.

[5] Βλέπε την ελληνική έκδοσή του με τον τίτλο: Φρέσκο Ζακ, Ό,τι αξίζει δεν κοστίζει, ΕΚΔΟΣΕΙΣ PANGEA, Αθήνα 2011.

[6] Βλ. Καθημερινή, 24.9.2010

[9] Fresco Jacque, «Σχεδιάζοντας το μέλλον», συνέντευξη στον Άρη Κολομβάτσο, Αδέσμευτος Τύπος, Σάββατο 14.8.2010, http://adesmeytos-typos.blogspot.com/2010/08/blog-post_14.html

[11] Λάμπος Κώστας, Η κατάρα του Hayek και η ελληνική τραγωδία, στο: http://infonewhumanism.blogspot.gr/2010/05/blog-post.html

[12] Φρέσκο Ζακ, Ό,τι αξίζει δεν κοστίζει, ΕΚΔΟΣΕΙΣ PANGEA, Αθήνα 2011, σελ. 7.

[13] Περισσότερα στο: Feenberg Andrew, Critical Theory of Technology, New York: Oxford University Press, 1991.

[14] Βλέπε σχετικά, Λάμπος Κώστας, Ποιος φοβάται το υδρογόνο;, ΝΗΣΙΔΕΣ, Θεσσαλονίκη 2013.

[15] Φρέσκο Ζακ, Ό,τι αξίζει δεν κοστίζει.., ό. π., σελ. 18.

[16] Ό. π., σελ. 18.

[17] Ό. π., σελ. 73

[18] Ό. π., σελ. 37.

[19] «Είναι τελείως ασήμαντο αν οι πολίτες του κόσμου μπορούν να κατανοήσουν τη σημασία μιας τέτοιας αλλαγής. Αυτό που χρειάζεται και είναι ιδιαίτερα σημαντικό είναι να αντιληφθεί τη σημασία αυτών των αλλαγών ένας ικανοποιητικός αριθμός παγκόσμιων ηγετών», ό. π., σελ. 49.

[20] Ό. π., σελ. 76 και 121 κ. επόμενες.

[21] Ό. π., σελ. 122.

[22] Φρέσκο Ζακ, Ό,τι αξίζει δεν κοστίζει.., ό. π., σελ. 95.

[23] Λάμπος Κώστας, Ποιος φοβάται το…, ό. π.

[24] Φρέσκο Ζακ, Ό,τι αξίζει δεν κοστίζει.., ό. π., σελ. 141 κ. επ.

[25] Ό. π., σελ. 104.

[26] Morgan Lewis Henry, Η αρχαία κοινωνία, Αναγνωστίδης, Αθήνα χ.χ. Morgan J., (Jacques de), Η πρωτόγονη κοινωνία. Μελέτη πάνω στη γενική προϊστορία της ανθρωπότητας, Αναγνωστίδης, χ.χ. Boas Franz, Η σκέψη του πρωτόγονου ανθρώπου και η πρόοδος του πολιτισμού, PRINTA, Αθήνα 2009, Balandier George, Πολιτική Ανθρωπολογία, ΠΑΠΑΖΗΣΗΣ, Αθήνα 1967, Γιούντμπερν Τζέημς, Εξισωτικές κοινωνίες, στο: Κοινωνίες μοιράσματος, Πολιτειακές Εκδόσεις, Αθήνα 2009. Zinn Howard, Ιστορία του λαού των Ηνωμένων Πολιτειών. Μια κοινωνική ιστορία της Αμερικής από την εποχή του Κολόμβου ως τις αρχές του 21ου αιώνα, Αιώρα, Αθήνα 2008. Polanyi Karl, The Great Transformation. Politische und Ökonomische Ursprünge von Gesselschaften und Wirtschaftssystemen, EUROPAVERLAG, 1977, Σάλινς Μάρσαλ, Η πρωταρχική κοινωνία της αφθονίας, στο: Κοινωνίες Μοιράσματος, Πολιτειακές Εκδόσεις, Αθήνα 2009, Levi-Stauss Claude, Η ανθρωπολογία και τα προβλήματα του σύγχρονου κόσμου, ΠΑΤΑΚΗΣ, Αθήνα 2012.

[27] Φρέσκο Ζακ, Ό,τι αξίζει δεν κοστίζει.., ό. π., σελ. 115.

[28] Ό. π. σελ. 194.

[29] Ό. π., σελ. 195.

[30] .Ο. π., σελ. 197.

[31] Ό. π., σελ. 201.

[32] Ό. π., σελ 203.

[33] Θα ήταν πολύ διαφωτιστικό αν ο Jacque Fresco μας αποκάλυπτε ποιοι και για ποιο λόγο επέβαλαν την ανεξαρτητοποίηση των κεντρικών τραπεζών από τις εθνικές κυβερνήσεις, σχηματίζοντας έτσι μια παγκόσμια οικονομική υπερκυβέρνηση, που υπακούει μόνο στον σκληρό πυρήνα του ηγεμονικού κεφαλαίου και έχει ως μοναδικό σκοπό τη συγκέντρωση-υπερσυσσώρευση του χρήματος στα χέρια των αόρατων ‘αγορών’, που λειτουργούν σαν μπερντές θεάτρου σκιών.

[34] Γιατί τι άλλο είναι, αν δεν είναι τοκογλυφία, το δικαίωμα των Κεντρικών Τραπεζών να δανείζουν με ληστρικά επιτόκια τις κυβερνήσεις για να τις θέσουν υπό έλεγχο, αλλά από την άλλη μεριά να δανείζουν με ένα συμβολικό επιτόκιο τις εμπορικές τράπεζες, αφήνοντάς τους περιθώρια να δανείζουν και αυτές τοκογλυφικά τις κυβερνήσεις παράγοντας έτσι δημοσιονομικά ελλείμματα για την κάλυψη των οποίων φορτώνουν με δυσβάστακτη φορολογία τους εργαζόμενους, αλλά και να καταληστεύουν την παραγωγική οικονομία με πολύ υψηλά επιτόκια χορηγήσεων δανείων.

[35] Fresco Jacque, Zeitgeist: «Το πνεύμα των καιρών», συνέντευξη στον Χρήστο Σύλλα, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Καθημερινή στις 15.03.2009.

[36] Ό. π., σελ. 204.

[38] Fresco Jacque, Zeitgeist: «Το πνεύμα των καιρών», συνέντευξη στον Χρήστο Σύλλα, ό.π.

[40] Ό.π.

 

π. Ευάγγελος Γκανάς, Η συζήτηση για το κακό μετά το Άουσβιτς ΙΙ (Η Χάνα Άρεντ για τον «αρχιτέκτονα» του Ολοκαυτώματος Άιχμαν και την κοινοτοπία του κακού)

[πηγή: Αναγνώσεις]

 

π. Ευάγγελος Γκανάς, Η αναγκαιότητα της μαρτυρίας, εκδ. Βιβλ. της Εστίας, Αθήνα 2012,  ISBN:978-960-05-1541-1.

Παραθέτουμε ένα ακόμη χαρακτηριστικό απόσπασμα από το τρίτο δοκίμιο του βιβλίου “Η συζήτηση για το κακό μετά το Άουσβιτς”:

(…) Για την Άρεντ ο δολοφόνος Άιχμαν δεν είναι μια δαιμονική φυσιογνωμία που διακατεχεται από σατανική επιθυμία να διαπράττει το κακό πρός χάριν του ίδιου του κακού, ούτε από ενδότερη παρόρμηση να προκαλεί τον τρόμο. Αποκαλύπτει μάλλον την “κοινοτοπία του κακού”, όπως δηλώνει και ο υπότιτλος του βιβλίου της.

Το εξώφυλλο της ελληνικής έκδοσης του βιβλίου της Χάνα Άρεντ, Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ: Μια έκθεση για την κοινοτοπία του κακού (εκδ. Νησίδες)

Με τον όρο αυτό εννοούσε μια ιδιάζουσα παθητικότητα και ανεπάρκεια στην εξέταση των εσωτερικών κινήτρων, που σταδιακά, αλλά ανεπαίσθητα, οδηγεί στη συνενοχή. Το τελικό αποτέλεσμα αυτής της ψυχικής διεργασίας είναι μια μοχθηρία και μιά εξαχρείωση πέρα από κάθε φαντασία. Έτσι για την Άρεντ το Άουσβιτς δεν είναι η αποκάλυψη του κακού εκτελεσμένου πρός χάριν του ίδιου του κακού, αλλά, αντίθετα, η εμφανής απόδειξη ότι ακόμη και το θεωρούμενο ως απόλυτο κακό υπηρετείται και διαπράττεται από ανθρώπους που φαντάζονται, μολονότι απρόθυμα, ότι εκπληρώνουν με αυτές τους τις πράξεις τις επιταγές της τάξης, της υπάκοης, της πολιτικής σταθερότητας και της κοινωνικής ειρήνης (…).

π. Ευάγγελος Γκανάς, Η αναγκαιότητα της μαρτυρίας, εκδ. Βιβλ. της Εστίας, Αθήνα 2012, σελ. 60-61 (αποσπάσματα).

——————–

Το δοκίμιο του π. Ευ. Γκανά πρωτοδημοσιεύθηκε στο περιοδικό Σύναξη, τεύχος 94, Απρίλιος- Ιούνιος 2005.

 

Published in: on 11/09/2012 at 20:49  Σχολιάστε  

π. Ευάγγελος Γκανάς, Η συζήτηση για το κακό μετά το Άουσβιτς (από το βιβλίο “Η αναγκαιότητα της μαρτυρίας”)

[πηγή: Αναγνώσεις]
π. Ευάγγελος Γκανάς, Η αναγκαιότητα της μαρτυρίας, εκδ. Βιβλ. της Εστίας, Αθήνα 2012,  ISBN:978-960-05-1541-1.
Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:
 
Τα κείμενα αυτού του τόμου αποτελούν μια απόπειρα εξόδου των χριστιανών στον δημόσιο χώρο, συνομιλίας με ποικίλους συγγραφείς και συμμετοχής σε διαλόγους με ανθρώπους που δεν συμμερίζονται κατ’ ανάγκην τις απόψεις τους ή και που τις απορρίπτουν προγραμματικά. Όλα αυτά όμως να τα  κάνουν ως χριστιανοί, δίχως δηλαδή να υιοθετήσουν συνειδητά ή, όπως γίνεται συνήθως, ασυνείδητα προϋποθέσεις ξένες προς τη χριστιανική παράδοση. Ο συγγραφέας δεν εμφορείται από την πεποίθηση ότι ο διάλογος μπορεί να φέρει την ποθούμενη κοινωνική αρμονία, το consensus που οραματίζονται ορισμένοι σύγχρονοι υποστηρικτές ενός οικουμενικού επικοινωνιακού Λόγου, θεωρεί ωστόσο τον διάλογο αυτό μέρος της αναγκαίας μαρτυρίας των χριστιανών προς τα έθνη. Γι’ αυτό και η έννοια της μαρτυρίας διατρέχει, άλλοτε υπόγεια και άλλοτε φανερά, όλα τα κείμενα του βιβλίου και του δίνει και τον τίτλο του.  Τη μαρτυρία αυτή την οφείλουν οι χριστιανοί προς τον κόσμο, μια που δίχως την Εκκλησία ο κόσμος δεν είναι σε θέση να γνωρίζει τι σημαίνει να είναι  κόσμος και όχι Εκκλησία.
***
Απόσπασμα από το τρίτο δοκίμιο του βιβλίου “Η συζήτηση για το κακό μετά το Άουσβιτς”:
(…)Το γεγονός ότι οι χριστιανοί δεν διαθέτουν θεωρητική “λύση” για το πρόβλημα του κακού δεν σημαίνει καθόλου ότι είναι αμήχανοι και ανυπεράσπιστοι στη συνάντηση τους με αυτό. Η ανυπαρξία θεωρητικής λύσης έγκειται στο γεγονός ότι το περιεχόμενο της χριστιανικής πίστης δεν επικεντρώνει την προσοχή μας σε αρχές, ή κανόνες αλλά σε μια αφήγηση, μια ιστορία, την ιστορία της σωτηρίας, που μας αποκαλύπτει τη σχέση του Θεού με τη δημιουργία.
Η επιλογή της αφήγησης, ως μέσου μετάδοσης του περιεχομένου της πίστης, δεν είναι ούτε συμπτωματική ούτε επουσιώδης. Δεν υπάρχει καταλληλότερος τρόπος να μιλήσουμε για τον Θεό από το να διηγηθούμε μια ιστορία. (…) Η αφήγηση απαιτείται ακριβώς γιατί ο κόσμος και τα γεγονότα του κόσμου δεν υπάρχουν αναγκαστικά αλλά ενδεχομενικά, είναι προϊόν της θείας ελευθερίας, θα μπορούσαν και να μην υπάρχουν. Γι’ αυτό και η αφήγηση μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε τους εαυτούς μας ως ιστορικές υπάρξεις, και γνωρίζουμε ποιοί είμαστε μόνο όταν μπορούμε να τοποθετήσουμε τον εαυτό μας μέσα στην ιστορία του Θεού, όταν γινόμαστε συμμέτοχοι στην ιστορία της σωτηρίας.
Επειδή, λοιπόν, ο κόσμος υπάρχει ενδεχομενικά, δεν υπάρχει άλλος τρόπος να ερμηνεύσουμε τη δημιουργία και τη σχέση της με τον Θεό από την αφήγηση. Γιατί, όπως δεν υπάρχει αναγκαστικός “σκοπός” στη δημιουργία του Θεού, έτσι δεν υπάρχει “σκοπός” ούτε και εξήγηση της ανθρώπινης οδύνης(…). Καμία μεταφυσική κατασκευή δεν μπόρεσε μέχρι τώρα να επιλύσει το πρόβλημα του νοήματος του κόσμου ή του κακού. Και υπό αυτή την έποψη η χριστιανική θεολογία ήταν πάντοτε ουσιωδώς αντιμεταφυσική.(…)
π. Ευάγγελος Γκανάς, Η αναγκαιότητα της μαρτυρίας, εκδ. Βιβλ. της Εστίας, Αθήνα 2012, σελ. 76-78 (αποσπάσματα).
————————————
π. Ευάγγελος Γκανάς γεννήθηκε το 1965 στην Αθήνα. Είναι πτυχιούχος ηλεκτρολόγος μηχανικός του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου και πτυχιούχος Θεολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Υπηρετεί στην Αρχιεπισκοπή Αθηνών ως εφημέριος στην ενορία του Οσίου Μελετίου Σεπολίων. Έχει δημοσιεύσει άρθρα σε περιοδικά (“Νέα Εστία”, “Σύναξη”, “Θεολογία”, “Ίνδικτος”, “Cogito”) και σε συλλογικούς τόμους. Είναι έγγαμος και πατέρας έξι παιδιών[πηγή:Βιβλιονέτ].
Published in: on 11/09/2012 at 20:38  Σχολιάστε  

Μάνος Χατζιδάκις, Ἀνασκαφὲς στὸν ζυγὸ

 

Ἀνασκαφὲς στὸν ζυγὸ

(ἀπό τὸ βιβλίο Μυθολογία Δεύτερη)

[…]

VI

‘H ἀληθινὴ Τέχνη εἶναι σὰν τὸν Θεό. Περιέχει καὶ

σένα ἀλλὰ καὶ τὸν ἐχθρό σου.

VII

Οἱ πέτρες ξεσηκώθηκαν γιὰ ν’ ἀνασάνει ὁ δυόσμος.

Μὰ φύγαν τ’ ἄστρα ‘ πὸ τὴ Γῆ καὶ δάκρυσεν  ὁ κόσμος.

[…]

Μάνος ΧατζιδάκιςΜυθολογία και Μυθολογία Δεύτερηεκδ. Άγρα, Αθήνα 2007, σελ. 164.

Αρέσει σε %d bloggers: