Giorgio Agamben, Η ιατρική ως θρησκεία

Giorgio Agamben
Η ιατρική ως θρησκεία
πηγή: ΑΝΤΙΦΩΝΟ
Μετάφραση: Αναστάσιος Θεοφιλογιαννάκος

Ότι η επιστήμη έχει γίνει η θρησκεία της εποχής μας, αυτό στο οποίο οι άνθρωποι πιστεύουν ότι πιστεύουν, είναι πρόδηλο εδώ και καιρό. Στη σύγχρονη Δύση, έχουν συνυπάρξει και, σε κάποιο βαθμό, συνυπάρχουν ακόμα,  τρία μεγάλα συστήματα πεποιθήσεων: ο χριστιανισμός, ο καπιταλισμός και η επιστήμη. Στη νεωτερική ιστορία, αυτές οι τρεις “θρησκείες” διασταυρώθηκαν αναγκαστικά κατ’ επανάληψη, ερχόμενες από καιρού εις καιρόν σε σύγκρουση και, στη συνέχεια, με διάφορους τρόπους, πάλι σε συμφιλίωση, έως ότου, προοδευτικά, να επιτευχθεί ένα είδος ειρηνικής και αρμονικά διαρθρωμένης συνύπαρξης, αν όχι πραγματικής συνεργασίας στο όνομα του κοινού συμφέροντος.

Το νέο γεγονός είναι ότι μεταξύ της επιστήμης και των άλλων δύο θρησκειών έχει αναζωπυρωθεί χωρίς να το αντιληφθούμε μια υπόγεια και αδυσώπητη σύγκρουση, της οποίας τα νικηφόρα αποτελέσματα για την πρώτη, την επιστήμη, εμφανίζονται σήμερα μπροστά στα μάτια μας και καθορίζουν με τρόπο πρωτοφανή όλες τις πτυχές της ζωής και της ύπαρξής μας. Αυτή η σύγκρουση δεν αφορά, όπως στο παρελθόν, τη  θεωρία και τις γενικές αρχές, αλλά, κατά κάποιο τρόπο, τη λειτουργική πρακτική. Ακόμα και η επιστήμη, στην πραγματικότητα, όπως κάθε θρησκεία, διακρίνεται σε διαφορετικά επίπεδα και μορφές, μέσω των οποίων ρυθμίζει και οργανώνει τη δική της δομή: στις λεπτές και ακριβείς διατυπώσεις μιας αυστηρής δογματικής αντιστοιχεί, στην πράξη, τo εξαιρετικά ευρύ και εκτενώς δικτυωμένo πεδίο λατρείας που συμπίπτει με αυτό που ονομάζουμε τεχνολογία.

Δεν προκαλεί έκπληξη ότι ως πρωταγωνιστής αυτού του νέου θρησκευτικού πολέμου εμφανίζεται εκείνος ο κλάδος της επιστήμης του οποίου η δογματική είναι λιγότερο αυστηρή και η πραγματιστική πτυχή του υπερισχύει: η ιατρική, της οποίας άμεσο αντικείμενο είναι το ζωντανό σώμα των ανθρώπων. Ας προσπαθήσουμε να προσδιορίσουμε τα βασικά χαρακτηριστικά αυτής της νικηφόρας πίστης με την οποία θα πρέπει να αναμετριόμαστε ολοένα και περισσότερο.

1) Το πρώτο χαρακτηριστικό είναι ότι η ιατρική, όπως και ο καπιταλισμός, δεν χρειάζεται ειδική δογματική, αλλά περιορίζεται στον δανεισμό των θεμελιωδών εννοιών της από τη βιολογία. Σε αντίθεση με τη βιολογία, ωστόσο, διατυπώνει αυτές τις έννοιες με τρόπο γνωστικο-μανιχαϊστικό, δηλαδή σύμφωνα με μίαν ακραία δυαλιστική αντίθεση. Υπάρχει ένας θεός ή μια κακοήθης αρχή, κατ’ ακρίβειαν η ασθένεια, της οποίας οι ειδικοί νοσογόνοι παράγοντες είναι τα βακτήρια και οι ιοί, και ένας θεός ή μια ευεργετική αρχή, που δεν είναι η υγεία, αλλά η ανάρρωση, της οποίας οι παράγοντες λατρείας είναι οι γιατροί και το σύστημα θεραπείας. Όπως και σε κάθε Γνωστική πίστη, οι δύο αρχές είναι σαφώς διαχωρισμένες, αλλά στην πράξη είναι δυνατόν να βεβηλωθούν η μία από την άλλη, εφόσον η ευεργετική αρχή, καθώς και ο γιατρός που την εκπροσωπεί, μπορούν να κάνουν λάθος και να συνεργαστούν ασυνείδητα με τον εχθρό τους, χωρίς αυτό βέβαια να καθιστά άκυρη την πραγματικότητα του δυαλισμού και την ανάγκη της λατρείας, μέσω της οποίας η ευεργετική αρχή δίνει τη μάχη της. Και είναι σημαντικό ότι οι θεολόγοι που πρέπει να καθορίσουν τη στρατηγική της είναι οι εκπρόσωποι μιας επιστήμης, της ιολογίας, η οποία δεν έχει τον δικό της χώρο, αλλά βρίσκεται στα σύνορα μεταξύ βιολογίας και ιατρικής.

2) Αν η λατρευτική πρακτική ήταν έως τώρα, όπως κάθε λειτουργία, επεισοδιακή και περιορισμένη στο χρόνο, το αναπάντεχο φαινόμενο του οποίου γινόμαστε σήμερα μάρτυρες είναι ότι αυτή έχει καταστεί μόνιμη και πανταχού παρούσα. Δεν τίθεται πλέον ζήτημα λήψης φαρμάκων ή υποβολής, όταν είναι απαραίτητο, σε ιατρική εξέταση ή χειρουργική επέμβαση: ολόκληρη η ζωή των ανθρώπων πρέπει να γίνεται κάθε στιγμή,  ο τόπος μιας αδιάκοπης λατρευτικής τελετουργίας. Ο εχθρός, ο ιός, είναι πάντα παρών και πρέπει να καταπολεμείται ακατάπαυστα και χωρίς ανακωχή. Ακόμα και η χριστιανική θρησκεία γνώρισε παρόμοιες ολοκληρωτικές τάσεις, οι οποίες όμως αφορούσαν μόνο σε ορισμένα  άτομα —ιδίως τους μοναχούς— που επέλεξαν ως έμβλημα ολόκληρης της ύπαρξής τους το «αδιαλείπτως προσεύχεσθε». Η ιατρική ως θρησκεία υιοθετεί το παράγγελμα του Παύλου και, ταυτόχρονα, το αντιστρέφει: η λατρεία πρέπει να ασκείται σήμερα με την ίδια επιμέλεια με την οποία οι μοναχοί συγκεντρώνονταν στα μοναστήρια για να προσευχηθούν, πλην όμως με τον όρο ότι θα παραμένουμε χωρισμένοι και σε απόσταση.

3) Η πρακτική λατρείας δεν είναι πλέον ελεύθερη και εθελοντική, εκτιθέμενη μόνο σε κυρώσεις πνευματικής τάξεως, αλλά πρέπει να καταστεί υποχρεωτική με κανονιστικές ρυθμίσεις. Η συμπαιγνία μεταξύ θρησκείας και μη ειδήμονος εξουσίας δεν είναι ασφαλώς κάτι νέο· εντελώς νέο, ωστόσο, είναι το γεγονός ότι αυτή δεν αφορά πλέον τη διακήρυξη των δογμάτων, όπως συνέβαινε για τις αιρέσεις, αλλά αποκλειστικά την  τέλεση της λατρείας. Η μη ειδήμων εξουσία οφείλει να επαγρυπνεί ώστε η λειτουργία της θρησκείας της ιατρικής, η οποία συμπίπτει πλέον με ολόκληρη τη ζωή, να τελείται πράγματι με ακρίβεια και χωρίς καμία παρέκκλιση. Ότι πρόκειται εν προκειμένω για μια λατρευτική πρακτική και όχι για μια ορθολογική επιστημονική απαίτηση είναι εξόφθαλμο. Οι καρδιοαγγειακές παθήσεις αποτελούν μακράν την πιο συχνή αιτία θνησιμότητας στη χώρα μας και είναι γνωστό ότι αυτές θα μπορούσαν να μειωθούν εάν εφαρμοζόταν ένας πιο υγιεινός τρόπος ζωής και εάν ακολουθούσαμε μια συγκεκριμένη δίαιτα. Αλλά δεν πέρασε ποτέ από το μυαλό κανενός γιατρού ότι ο τρόπος ζωής και δίαιτας που συμβούλευε στους ασθενείς του, θα αποτελούσε αντικείμενο νομικών ρυθμίσεων, που θα επέβαλαν ex lege τι θα πρέπει να τρώμε και πώς θα πρέπει να ζούμε, μεταμορφώνοντας ολόκληρη την ύπαρξη σε υγειονομική υποχρέωση. Ακριβώς αυτό έγινε και, τουλάχιστον προς το παρόν, οι άνθρωποι έχουν αποδεχθεί, σαν να ήταν αυτονόητο, να παραιτηθούν από την ελευθερία των κινήσεών τους, από την εργασία, τις φιλίες, τους έρωτες, τις κοινωνικές σχέσεις, τις θρησκευτικές και πολιτικές πεποιθήσεις τους.

Παρατηρούμε εδώ σε ποιο βαθμό οι δύο άλλες θρησκείες της Δύσης, η θρησκεία του Χριστού και η θρησκεία του χρήματος, παραχώρησαν την πρωτοκαθεδρία, καταφανώς χωρίς μάχη, στην ιατρική και την επιστήμη. Η Εκκλησία αρνήθηκε τις αρχές της ξεκάθαρα και απερίφραστα, ξεχνώντας ότι ο άγιος, του οποίου το όνομα φέρει ο σημερινός ποντίφηκας, αγκάλιαζε τους λεπρούς, ότι ένα από τα έργα του ελέους ήταν η επίσκεψη στους αρρώστους, ότι τα ιερά μυστήρια τελούνται μόνο με φυσική παρουσία. Ο καπιταλισμός από την πλευρά του, αν και με κάποιες διαμαρτυρίες, δέχτηκε απώλειες παραγωγικότητας που ποτέ δεν είχε τολμήσει να υπολογίσει, ίσως ευελπιστώντας ότι  αργότερα θα επιτύχει κάποια συμφωνία διακονισμού με τη νέα θρησκεία, η οποία, ως προς τούτο, φαίνεται διατεθειμένη να συμβιβαστεί.

4) Η θρησκεία της ιατρικής έχει αρυσθεί χωρίς επιφύλαξη από τον Χριστιανισμό την εναγώνια εσχατολογική προοπτική του που ο ίδιος άφησε να εκπέσει στο περιθώριο. Ήδη ο καπιταλισμός, εκκοσμικεύοντας το θεολογικό παράδειγμα της σωτηρίας, είχε εξαλείψει την ιδέα του τέλους του χρόνου, υποκαθιστώντας την με μια κατάσταση μόνιμης κρίσης, χωρίς λύτρωση ή τέλος. Η λέξη  «Κρίσις» έχει αρχικά, εκ προελεύσεως, μία ιατρική έννοια, η οποία προσδιορίζει, στον Ιπποκράτειο Κώδικα, τη στιγμή που ο γιατρός αποφαινόταν εάν ο ασθενής θα ανέκαμπτε από την ασθένεια. Οι θεολόγοι έχουν προσλάβει τον όρο αυτό για να υποδηλώσουν την τελική κρίση που λαμβάνει χώρα την τελευταία ημέρα του κόσμου. Εάν παρατηρήσουμε την κατάσταση εξαίρεσης που βιώνουμε σήμερα, φαίνεται ότι η θρησκεία της ιατρικής συνδυάζει τη διαρκή κρίση του καπιταλισμού με τη χριστιανική ιδέα ενός τέλους του χρόνου, με το «έσχατον», κατά το οποίο η οριστική απόφαση είναι πάντα σε εξέλιξη και το τέλος καταπίπτει και αναβάλλεται ταυτόχρονα, σε μια ακατάπαυστη προσπάθεια να μπορέσει να το διαχειριστεί και να το ελέγξει, χωρίς ποτέ, ωστόσο, να το αντιμετωπίσει ουσιαστικά και να κατορθώσει να το αποτρέψει άπαξ και δια παντός. Είναι η θρησκεία ενός κόσμου που αισθάνεται ότι έχει φθάσει στο τέλος του και όμως δεν είναι σε θέση, όπως ο ιπποκρατικός γιατρός, να αποφασίσει εάν θα επιβιώσει ή θα πεθάνει.

5) Όμοια με τον καπιταλισμό και ανόμοια με τον Χριστιανισμό, η θρησκεία της ιατρικής δεν προσφέρει καμία προοπτική σωτηρίας και λύτρωσης. Αντίθετα, η ανάρρωση στην οποία στοχεύει μπορεί να είναι μόνο προσωρινή, εφόσον ο κακοήθης Θεός, ο ιός, δεν μπορεί να εξαλειφθεί οριστικά, αλλά αλλάζει συνεχώς και λαμβάνει πάντα νέες μορφές, ενδεχομένως πιο επικίνδυνες. Η επιδημία, όπως υποδεικνύει η ετυμολογία του όρου («δήμος» είναι στην ελληνική  ο λαός ως πολιτικό σώμα και «πόλεμος επιδήμιος» είναι στον Όμηρο η ονομασία του εμφύλιου πολέμου) είναι προπαντός μία πολιτική έννοια, η οποία προετοιμάζεται να γίνει το νέο έδαφος της πολιτικής — ή της μη πολιτικής—παγκοσμίως. Είναι πιθανό, μάλιστα, η επιδημία που βιώνουμε να είναι η πραγματοποίηση του παγκόσμιου εμφυλίου πολέμου που, σύμφωνα με τους πιο προσεκτικούς πολιτικούς επιστήμονες, έχει υποκαταστήσει τους παραδοσιακούς παγκόσμιους πολέμους. Όλα τα έθνη και όλοι οι λαοί είναι τώρα σε διηνεκή πόλεμο με τον εαυτό τους, γιατί ο αόρατος και ασύλληπτος εχθρός με τον οποίο πολεμούν βρίσκεται μέσα στον καθένα από εμάς.

Όπως έχει συμβεί πολλές φορές στο διάβα της ιστορίας, οι φιλόσοφοι θα πρέπει και πάλι να έρθουν σε σύγκρουση με τη θρησκεία, η οποία δεν είναι πλέον ο Χριστιανισμός, αλλά η επιστήμη ή ο επιμέρους κλάδος της που έχει λάβει τη μορφή θρησκείας. Δεν ξέρω εάν θα επανέλθουν οι πυρές  και εάν κάποια βιβλία θα περιληφθούν σε λίστα απαγορευμένων, αλλά η σκέψη εκείνων που συνεχίζουν να αναζητούν την αλήθεια και να αρνούνται το κυρίαρχο ψέμα, θα είναι, σαφώς, όπως συμβαίνει ήδη μπροστά στα μάτια μας, περιθωριοποιημένη και θα κατηγορείται ότι διασπείρει ειδήσεις ψευδείς —ειδήσεις, όχι ιδέες, επειδή η είδηση είναι πιο σημαντική από την πραγματικότητα! Όπως σε όλες τις περιόδους έκτακτης ανάγκης, είτε αυτές είναι πραγματικές είτε είναι προσομοιωμένες, θα ξαναδούμε ανίδεους να συκοφαντούν τους φιλόσοφους και απατεώνες να γυρεύουν τρόπο να επωφεληθούν από τις συμφορές που οι ίδιοι έχουν προκαλέσει. Όλα αυτά έχουν ήδη συμβεί και θα εξακολουθήσουν να συμβαίνουν, αλλά εκείνοι που μαρτυρούν για την αλήθεια, δεν θα σταματήσουν να το κάνουν, γιατί κανένας δεν μπορεί να μαρτυρήσει για τον μάρτυρα.

2 Μαΐου 2020

Giorgio Agamben

https://www.quodlibet.it/giorgio-agamben-la-medicina-come-religione

Giorgio Agamben, Περί του αληθούς και του ψευδούς

πηγή: ΑΝΤΙΦΩΝΟ

Μετάφραση: Αναστάσιος Θεοφιλογιαννάκος

Όπως ήταν ήδη αναμενόμενο και προεξοφλημένο, η Φάση 2 επιβεβαιώνει με υπουργικό διάταγμα τις ίδιες -λίγο ή πολύ- περικοπές των συνταγματικών ελευθεριών που μπορούν να περιοριστούν κανονικά μόνο με νόμο. Αλλά δεν είναι λιγότερο σημαντικός ο περιορισμός ενός ανθρώπινου δικαιώματος που δεν κατοχυρώνεται από κανένα Σύνταγμα: το δικαίωμα στην αλήθεια, η ανάγκη για μια λέξη αλήθειας.

Αυτό που βιώνουμε, πριν ακόμα γίνει ανήκουστη χειραγώγηση των ελευθεριών του καθενός, είναι ουσιαστικά μία γιγαντιαία επιχείρηση παραποίησης της αλήθειας. Εάν οι άνθρωποι συγκατατίθενται να περιορίσουν τις προσωπικές τους ελευθερίες, τούτο συμβαίνει, στην πραγματικότητα, επειδή αποδέχονται, άνευ οιουδήποτε ελέγχου επαλήθευσης, τα δεδομένα και τις απόψεις που παρουσιάζουν τα μέσα ενημέρωσης. Η διαφήμιση μας είχε εθίσει για πολύ καιρό σε εκφορά λόγων που δρούσαν τόσο αποτελεσματικότερα όσο λιγότερο αξίωναν να έχουν αντίκρισμα αλήθειας. Και για μεγάλο, επίσης, χρονικό διάστημα, οι πολιτικοί παρείχαν τη συναίνεσή τους χωρίς βαθιά πεποίθηση, εκλαμβάνοντας ως -τρόπον τινά- δεδομένο ότι στις εκλογικές ομιλίες η αλήθεια δεν αμφισβητείται, καθότι αυτή η ίδια δεν τίθεται ως ζήτημα. Αυτό που ξετυλίγεται τώρα μπροστά στα μάτια μας είναι, ωστόσο, κάτι νέο, αν μη τι άλλο, γιατί από την αλήθεια ή το ψεύδος των λεγομένων που γίνονται παθητικά αποδεκτά, επηρεάζεται ή μάλλον εξαρτάται ο τρόπος της ζωής μας, ολόκληρη η ύπαρξή μας, στην καθημερινότητά της. Για αυτόν τον λόγο, είναι επείγουσα ανάγκη να προσπαθήσει ο καθένας από εμάς να περάσει από την κρησάρα μίας τουλάχιστον στοιχειώδους επαλήθευσης ό, τι του υπαγορεύεται.

Δεν είμαι ο μόνος που παρατηρεί ότι τα δεδομένα για την επιδημία παρέχονται με γενικό τρόπο και χωρίς κανένα επιστημονικά κριτήριο. Από επιστημολογική άποψη, είναι προφανές, για παράδειγμα, ότι το να ανακοινώνεται ένας αριθμός εκλιπόντων, χωρίς να συσχετίζεται με την ετήσια θνησιμότητα κατά την αντίστοιχη περίοδο και χωρίς να προσδιορίζεται η πραγματική αιτία του θανάτου τους, δεν έχει νόημα. Και όμως, αυτό ακριβώς εξακολουθεί να γίνεται καθημερινά δίχως να φαίνεται ότι το αντιλαμβάνεται κανείς, πράγμα που προκαλεί ακόμα μεγαλύτερη έκπληξη διότι τα δεδομένα που επιτρέπουν την επαλήθευση είναι προσβάσιμα σε όλους. Έχω δε αναφέρει ήδη, σε αυτήν την ενότητα άρθρων, την έκθεση του Προέδρου της Ιταλικής Στατιστικής Υπηρεσίας, Δρ. Gian Carlo Blangiardo, στην οποία καταδεικνύεται ότι ο αριθμός των θανάτων από τον Covid-19  είναι μικρότερος από εκείνον που είχε καταγραφεί αναφορικά με τους θανάτους από αναπνευστικές ασθένειες κατά τα δύο προηγούμενα έτη. Εντούτοις, αν και δεν επιδέχεται καμία αμφισβήτηση, η εν λόγω έκθεση είναι σαν να μην υπήρξε ποτέ, όπως επίσης δεν λαμβάνεται υπόψη το γεγονός, μολονότι τούτο έχει δηλωθεί, ότι συναριθμείται στους νεκρούς από Covid-19 ακόμα και ο θετικός στον ιό ασθενής που πέθανε από καρδιακή προσβολή ή από οποιανδήποτε άλλη αιτία. Γιατί, ακόμα και αν τεκμηριώνεται το ψεύδος, εξακολουθούμε να το εμπιστευόμαστε; Φαίνεται ότι το ψέμα εκλαμβάνεται ως αλήθεια, ακριβώς επειδή, όπως η διαφήμιση, αδιαφορεί για την απόκρυψη του ψεύδους. Όπως συνέβη και με τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, ο πόλεμος κατά του ιού  είναι δυνατόν να έχει μόνο απατηλά κίνητρα.

Η ανθρωπότητα εισέρχεται σε μια φάση της ιστορίας της κατά την οποία η αλήθεια περιορίζεται στην στιγμιαία εκφορά του ψεύδους. Aληθινός είναι εκείνος ο ψευδής λόγος που πρέπει να εκλαμβάνεται ως αληθινός ακόμα και όταν δεν αποδεικνύεται η αλήθεια του. Αλλά με αυτόν τον τρόπο είναι η ίδια η γλώσσα των ανθρώπων που, ως τόπος εκδήλωσης της αλήθειας, κατάσχεται. Μπορούμε τώρα να παρατηρούμε βουβοί την -αληθινή καθότι πραγματική- εκφορά του ψεύδους. Για να σταματήσει, όμως, αυτή η ροή του ψεύδους, χρειάζεται ο καθένας από εμάς να έχει το θάρρος να αναζητήσει χωρίς συμβιβασμό το πιο πολύτιμο αγαθό: μια αληθινή λέξη.

28 Απριλίου 2020

Giorgio Agamben

https://www.quodlibet.it/giorgio-agamben-sul-vero-e-sul-falso

Giorgio Agamben, Ένα ερώτημα

 

Giorgio Agamben
Ένα ερώτημα
 
Μετάφραση: Γιώργος Πινακούλας
«Πρῶτόν τε ἦρξε καὶ ἐς τἆλλα τῇ πόλει ἐπὶ πλέον ἀνομίας τὸ νόσημα […] καὶ τὸ μὲν προσταλαιπωρεῖν τῷ δόξαντι καλῷ οὐδεὶς πρόθυμος ἦν, ἄδηλον νομίζων εἰ πρὶν ἐπ’ αὐτὸ ἐλθεῖν διαφθαρήσεται»
[Και από άλλες απόψεις ο λοιμός έγινε αφορμή για μεγαλύτερη ανομία στην πόλη […] Κανένας δεν είχε διάθεση να επιμένει περισσότερο σε κάτι που το θεωρούσε καλό, αφού δεν ήταν βέβαιος ότι δεν θα πέθαινε προτού να το πραγματοποιήσει]
Θουκυδίδης, Ιστορίαι 2,53 (μετάφρ.:  Νίκος Σκουτερόπουλος)

Θα ήθελα να μοιραστώ με όσους το επιθυμούν ένα ερώτημα επί του οποίου δεν έχω πάψει εδώ και πάνω από ένα μήνα να στοχάζομαι. Πώς είναι δυνατόν μια ολόκληρη χώρα να μη συνειδητοποιεί ότι κατέρρευσε ηθικά και πολιτικά ενώπιον μιας ασθένειας; Οι λέξεις που χρησιμοποίησα για να διατυπώσω αυτό το ερώτημα ζυγίστηκαν προσεκτικά μία προς μία. Το μέτρο της παραίτησης από τις ηθικές και πολιτικές αρχές μας είναι, στην πραγματικότητα, πολύ απλό: πρέπει ν’ αναρωτηθούμε ποιο είναι το όριο πέρα απ’ το οποίο δεν είμαστε διατεθειμένοι να υποχωρήσουμε. Πιστεύω ότι ο αναγνώστης που θα κάνει τον κόπο να εξετάσει τα ακόλουθα σημεία δε θα μπορέσει παρά να συμφωνήσει –αν δεν το έχει ήδη συνειδητοποιήσει ή αν προσποιείται ότι δεν το έχει συνειδητοποιήσει– ότι το κατώφλι που χωρίζει την ανθρωπιά από τη βαρβαρότητα ξεπεράστηκε.

1) Το πρώτο σημείο, ίσως το πιο σοβαρό, αφορά τις σορούς των νεκρών. Πώς μπορέσαμε να δεχτούμε, με την επίκληση και μόνο ενός απροσδιόριστου κινδύνου, όχι μόνο να πεθαίνουν μόνοι τους οι αγαπημένοι μας άνθρωποι και γενικά τα ανθρώπινα όντα, αλλά –πράγμα που δεν είχε ξανασυμβεί ποτέ στην ιστορία, από την Αντιγόνη μέχρι σήμερα– οι σοροί τους να καίγονται χωρίς κηδεία;

2) Δεχτήκαμε έπειτα, χωρίς να φέρουμε πολλά προσκόμματα, με την επίκληση και μόνο ενός απροσδιόριστου κινδύνου, να περιορίσουμε σε βαθμό που δεν είχε συμβεί ποτέ πριν στην ιστορία της χώρας, ούτε κατά τη διάρκεια των δύο Παγκόσμιων Πολέμων (η απαγόρευση κυκλοφορίας κατά τη διάρκεια του πολέμου περιοριζόταν σε ορισμένες ώρες) την ελευθερία μετακίνησής μας. Δεχτήκαμε, συνεπώς, με την επίκληση και μόνο ενός απροσδιόριστου κινδύνου, να αναστείλουμε κατ’ ουσίαν τις σχέσεις φιλίας και αγάπης, επειδή ο πλησίον μας έγινε πιθανή πηγή μόλυνσης.

3) Αυτά μπόρεσαν να συμβούν –και εδώ φτάνουμε στη ρίζα του φαινομένου– διότι έχουμε διαχωρίσει την ενιαία βιοτική μας εμπειρία, που είναι πάντα αδιαχώριστα σωματική και πνευματική, αφενός σε μια καθαρά βιολογική ύπαρξη και αφετέρου σε μια αισθηματική και πολιτισμική ζωή. Ο Ιβάν Ίλιτς έχει δείξει, και ο Ντέιβιντ Κέιλυ το ανέφερε πρόσφατα, την ευθύνη της σύγχρονης ιατρικής γι’ αυτό το διαχωρισμό, ο οποίος θεωρείται δεδομένος, ενώ είναι, αντίθετα, η μεγαλύτερη αφαίρεση. Ξέρω καλά ότι αυτή η αφαίρεση πραγματοποιήθηκε από τη σύγχρονη επιστήμη μέσω συσκευών ανάνηψης, οι οποίες μπορούν να διατηρήσουν ένα σώμα σε κατάσταση καθαρά φυτικής ζωής.

Αν όμως αυτή η κατάσταση επεκτείνεται πέρα από τα αναγκαία χωρικά και χρονικά όριά της, όπως προσπαθούμε να κάνουμε σήμερα, και γίνεται ενός είδους αρχή της κοινωνικής συμπεριφοράς, πέφτουμε σε αντιφάσεις απ’ τις οποίες δεν υπάρχει διέξοδος.

Ξέρω ότι κάποιοι θα σπεύσουν να μου απαντήσουν πως πρόκειται για μια κατάσταση χρονικά περιορισμένη, μετά την οποία όλα θα επανέλθουν στην πρότερη κατάσταση. Είναι πραγματικά παράδοξο ότι μπορούν και το επαναλαμβάνουν, εκτός αν το κάνουν με κακή πίστη, αφού η ίδια η εξουσία που κήρυξε την έκτακτη ανάγκη δεν παύει να μας υπενθυμίζει πως, όταν η έκτακτη ανάγκη ξεπεραστεί, οφείλουμε να συνεχίσουμε να τηρούμε τις ίδιες οδηγίες και ότι η «κοινωνική αποστασιοποίηση», όπως ονομάστηκε μ’ έναν εύγλωττο ευφημισμό, θα είναι η νέα αρχή οργάνωσης της κοινωνίας. Και, σε κάθε περίπτωση, αυτό που, με καλή ή κακή πίστη, έχουμε δεχτεί να μας επιβληθεί δε θα είναι δυνατόν να ακυρωθεί.

Δεν μπορώ, σε αυτό το σημείο, αφού απέδωσα ευθύνες σε καθέναν από μας, να μην αναφερθώ επίσης στις βαρύτερες ευθύνες εκείνων που έχουν το καθήκον να διαφυλάσσουν την αξιοπρέπεια του ανθρώπου. Πρώτα απ’ όλα, η Εκκλησία, έχοντας μετατραπεί σε θεραπαινίδα της επιστήμης, η οποία έχει γίνει πλέον η αληθινή θρησκεία της εποχής μας, αρνήθηκε ριζικά τις θεμελιωδέστερες αρχές της. Η Εκκλησία, υπό έναν Πάπα με το όνομα Φραγκίσκος, ξέχασε ότι ο Φραγκίσκος αγκάλιαζε τους λεπρούς. Ξέχασε ότι ένα από τα έργα του ελέους είναι να επισκέπτεσαι τους ασθενείς. Ξέχασε ότι οι μάρτυρες διδάσκουν πως πρέπει να είμαστε έτοιμοι να θυσιάσουμε τη ζωή και όχι την πίστη και πως η εγκατάλειψη του πλησίον μας σημαίνει εγκατάλειψη της πίστης. 

Μια άλλη κατηγορία που απέτυχε στα καθήκοντά της είναι εκείνη των νομικών. Είμαστε εδώ και καιρό συνηθισμένοι στην απερίσκεπτη χρήση των διαταγμάτων έκτακτης ανάγκης μέσω των οποίων η εκτελεστική εξουσία αντικαθιστά στην ουσία τη νομοθετική, καταργώντας την αρχή της διάκρισης των εξουσιών στην οποία θεμελιώνεται η δημοκρατία. Στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως ξεπεράστηκε κάθε όριο, και έχει κανείς την εντύπωση ότι τα λόγια του πρωθυπουργού και του επικεφαλής της πολιτικής προστασίας αποκτούν, όπως είχε ειπωθεί για τα λόγια του Φύρερ, άμεση ισχύ νόμου. Και δεν είναι σαφές πώς θα διατηρηθούν, όταν εξαντληθεί το όριο χρονικής ισχύος των διαταγμάτων έκτακτης ανάγκης, οι περιορισμοί της ελευθερίας, όπως ανακοινώθηκε. Με ποιες νομικές ρυθμίσεις; Με μια διαρκή κατάσταση εξαίρεσης; Είναι καθήκον των νομικών να ελέγχουν ότι τηρούνται οι διατάξεις του συντάγματος, αλλά οι νομικοί σωπαίνουν. Quare siletis, iuristae, in munere vestro? [Γιατί σωπαίνετε, νομομαθείς, για τα πράγματα που σας αφορούν;]*

Ξέρω πως θα υπάρξουν εκείνοι που θα απαντήσουν ότι, αν και βαριά, η θυσία έγινε στο όνομα ηθικών αρχών. Σε αυτούς θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι ο Άιχμαν, απ’ ό,τι φαίνεται καλή τη πίστει, δεν κουραζόταν να επαναλαμβάνει πως έκανε όσα έκανε ακολουθώντας τη συνείδησή του, υπακούοντας σε αυτό που πίστευε ότι είναι οι επιταγές της καντιανής ηθικής. Ένας κανόνας που διακηρύσσει ότι πρέπει να παραιτηθούμε από το καλό για να διασώσουμε το καλό είναι εξίσου ψευδής και αντιφατικός μ’ εκείνον που, προκειμένου να προστατεύσουμε την ελευθερία, μας επιβάλλει να παραιτηθούμε απ’ την ελευθερία.

13 Απριλίου 2020

Giorgio Agamben

[Το κείμενο του Giorgio Agamben δημοσιεύθηκε στο Quodlibet με τίτλο Una domandahttps://www.quodlibet.it/giorgio-agamben-una-domanda]

———————————–

* Πρόκειται για μια φράση με μεγάλη ιστορία. Το 1558 ο Αλμπερίκο Τζεντίλι γράφει: «Silete, theologi, in munere alieno» (Σωπάστε, θεολόγοι, για πράγματα που δε σας αφορούν), καλώντας τους θεολόγους να παραδώσουν τα ηνία των υποθέσεων του κόσμου στους νομομαθείς. Το 1946 ο Καρλ Σμιτ γράφει, με τη σειρά του: «Silete, iurisconsulti, in munere alieno» (Σωπάστε, νομομαθείς, για πράγματα που δε σας αφορούν), διαπιστώνοντας ότι τώρα καλούνται οι νομικοί να παραδώσουν τα ηνία στους τεχνοκράτες. Αυτή την προτροπή προς τους νομικούς να σωπάσουν αρνείται ο Αγκάμπεν, στο βιβλίο του Stato di eccezione (Κατάσταση εξαίρεσης)· τους καλεί να μην εγκαταλείψουν τη νομοθέτηση και την οργάνωση της κοινωνικής ζωής στους τεχνοκράτες. Γιατί σωπαίνετε, νομομαθείς, για τα πράγματα που σας αφορούν; [Σ.τ.Μ.]

«Επιστολή προς τον σκεπτόμενο άθεο»: Το νέο βιβλίο του Θ. Ι. Ρηγινιώτη

Θ. Ι. Ρηγινιώτης, Επιστολή προς τον σκεπτόμενο άθεο: Δοκίμιο πνευματικής και κοινωνικής αναζήτησηςεκδόσεις Λεξίτυπον, Αθήνα 2019, ISBN: 978-960-597-204-2.

 

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου: 

Υπάρχει ένα Μυστικό.

Ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες ακαδημαϊκούς θεολόγους του 20ού αιώνα, ο π. Ιωάννης Ρωμανίδης, δήλωσε: «Αν η Ορθοδοξία ήταν αυτή που διδάσκουν τα νεοελληνικά εγχειρίδια, εγώ σήμερα θα ήμουν άθεος».

Μίλησε έτσι επειδή γνώριζε το Μυστικό.

Γύρω στο 1860, ο σαμουράι Τακούμα Σαβάμπε εισήλθε στο δωμάτιο του ορθόδοξου ιεραποστόλου π. Νικολάου Κασάτκιν, με το σπαθί στο χέρι και με πρόθεση να τον θανατώσει. Ο νεαρός ιερέας εκείνη την ώρα διάβαζε την Αγία Γραφή. Του είπε: «Θα δεχτώ τον θάνατο, αν προηγουμένως μου επιτρέψεις να σου εξηγήσω ό,τι διαβάζω αυτή τη στιγμή». Το αποτέλεσμα ήταν ο Τακούμα Σαβάμπε να γίνει ο πρώτος Ιάπωνας ορθόδοξος ιερέας και να υπερασπιστεί την Ορθοδοξίαν συλληφθείς και ανακρινόμενος από το καθεστώς της πατρίδας του.

Λίγα χρόνια νωρίτερα, στη Ρωσία, ένας εξόριστος συνωμότης αναχωρούσε για τη Σιβηρία. Μια γριά πλησίασε και του χάρισε μια Καινή Διαθήκη. Εκείνος τη δέχτηκε ευγενικά και, όντας άθεος, τη θεώρησε κατάλληλη για να κόβει κάθε μέρα και μια σελίδα, να ρίχνει μέσα καπνό και να στρίβει τσιγάρο.

Κάπνισε έτσι ολόκληρο το κατά Ματθαίον ευαγγέλιο, το κατά Μάρκον και τα πρώτα κεφάλαια του κατά Λουκάν. Μια μέρα όμως σκέφτηκε να διαβάσει το περιεχόμενο της σελίδας που κρατούσε στο χέρι του, πριν την καπνίσει. Το αποτέλεσμα ήταν να γράψει κάποτε: «Αν κάποιος μου αποδείκνυε πως η αλήθεια είναι μακριά απ’ τον Χριστό, θα προτιμούσα να είμαι με τον Χριστό παρά με την αλήθεια».

Το όνομα αυτού του εξόριστου, Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι.

Αυτοί και πολλοί άλλοι, μέχρι και τις ημέρες μας, μεταστράφηκαν στην Ορθοδοξία, επειδή ανακάλυψαν το Μυστικό και μυήθηκαν σ’ αυτό. Αυτό το Μυστικό τεκμηριώνει την ύπαρξη και την ταυτότητα του Θεού τόσο έγκυρα, όσο και οποιαδήποτε άλλη επιστημονική γνώση σε κάθε τομέα.

Στην πραγματικότητα, δεν είναι Μυστικό – απλώς, ενώ είναι τόσο φανερό, πολλοί φαίνεται να κλείνουν τα μάτια τους, για να μην το δουν.

Αυτό που κρατάτε στα χέρια σας είναι ένα βιβλίο για τους τολμηρούς που επιλέγουν να μην κλείσουν τα μάτια.

***

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Στην αφετηρία…

Μέρος Α΄: Η περί Θεού επιστήμη

Ο Χριστός, η ηθική της Εκκλησίας και ο ουμανισμός

Ουμανισμός: η τελευταία λέξη του πολιτισμού;

Ο νεώτερος αθεϊσμός

Ορθοδοξία και δύση

Διψώντας για την αγάπη

Ποιος χρειάζεται τον χριστιανισμό;

Α. Το χριστιανικό ήθος

Β. Μεταφυσική και ασκητική

Η πηγή της χριστιανικής θεολογίας ή Πώς είμαστε βέβαιοι ότι υπάρχει Θεός

«Νευροθεολογία»: ο εγκέφαλος ως πηγή της πνευματικής εμπειρίας

Μερικά πρώτα σχόλια

Χαρακτηριστικά του ορθόδοξου πνευματικού βιώματος

Ιστορίες πλάνης – Ψευδείς πνευματικές εμπειρίες στην ορθοδοξία

Το «ουράνιο ένδυμα»

Ο άγιος Ισαάκ του Κιέβου, ο διά Χριστόν σαλός

Ο άγιος Νικήτας του Κιέβου

Συνάντηση με τον «φύλακα άγγελο»

Ο άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης

Ο γέροντας Σωφρόνιος

Γιόγκι και χριστιανοί ασκητές

Η διάκριση των πνευμάτων

Η άρνηση των «χαρισμάτων»

Συμπερασματικά

Η επιστημονική ανακάλυψη του Θεού

Πέντε άνθρωποι που ήθελαν πραγματικά «να δουν»

Μην πιστέψεις, μην πιστέψεις, μην πιστέψεις

Nilus Stryker

Αθανάσιος Kone

Ένας άγιος για το διορατικό του χάρισμα

Ο π. Νικόλαος Λουδοβίκος για τον άγιο Παΐσιο

Μέρος Β΄: Ιχνηλασίες σε μύθους και αλήθεια

Ο χριστιανισμός πριν τη Νίκαια

Ο ρόλος του αγίου Κωνσταντίνου

Η τριαδικότητα του Θεού και η θεότητα του Χριστού

Η Αγία Τριάδα στη Βίβλο

Παλαιά Διαθήκη

Καινή Διαθήκη

Ο Υιός

Το Άγιο Πνεύμα

Οι πρώτες μεταποστολικές γενιές

Ο σχηματισμός του κανόνα της Καινής Διαθήκης

Επιστήμη και θρησκεία

Η διάκριση επιστήμης και πίστης στον ορθόδοξο κόσμο

Χριστιανικές ιδέες περί ανθρώπου

Η Βίβλος ως πηγή πληροφοριών προς τον αρχαίο άνθρωπο

Η διαμάχη επιστήμης και πίστης

Δαρβίνος και Εκκλησία

Η πρώτη «μάχη»

Σήμερα;

Andrew Parker, «Το Αίνιγμα της Γενέσεως – Γιατί η Βίβλος είναι επιστημονικά ακριβής»

Ο «διακόπτης των φώτων» και η δημιουργία του Ήλιου

Σύντομα αποσπάσματα του βιβλίου

Μεγάλη Σαρακοστή, αρχαία ελληνική γραμματεία και ελληνική παιδεία

Χαιρετισμοί σε καιρούς δουλείας

Μια τελετή με τρία έργα

Το μήνυμα του φωτός, της χαράς και της ελευθερίας

Ο χριστιανός πολεμιστής

Οδός ελευθερίας

Όταν δε γονατίζουμε, ούτε μπροστά στον Θεό!

Κυριακή της Πεντηκοστής («Γονυκλισίας»)

Ουγκάντα – Κένυα: Η συμβολή της Ορθόδοξης Εκκλησίας στον αγώνα για την ανεξαρτησία της Αφρικής

Η αποικιοκρατία

Ουγκάντα

Κένυα

Ο Μακάριος στην Κένυα

Τανζανία

Η συνέχεια

Η περιπέτεια της σωτηρίας του ανθρώπου

Η ανάγκη σωτηρίας και ο Σωτήρας

Το πρώτο βήμα: το βάπτισμα

Η αγάπη

Τα τρία στάδια

Η άρνηση του Θεού, επίγεια πρόγευση της κόλασης

Μετά θάνατον: η «μέση κατάσταση»

Η τελική ανάσταση

Αντί Επιλόγου

Μπαμπά, μ’ αγαπάς; Μαμά, μ’ αγαπάς;

Βιβλιογραφία

***

Διαβάστε αποσπάσματα από το βιβλίο  εδώ.

 

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης, Ιστορίες για τον Χρόνο: 4. Μνήμη και αναμνήσεις (I)

sxetikothta

Υπάρχει η Μνήμη: σαν το ατελείωτο πάντα παζλ, θαμπή και απροσδιόριστη, άλλοτε φωτεινή και ολόασπρη, άλλοτε μισοσκότεινη, άλλοτε διάτρητη από μαύρες τρύπες, από τις δίνες τραυμάτων και  απωθήσεων. Και υπάρχουν και οι Μνήμες -ή μάλλον οι ενθυμήσεις- πάντα στον πληθυντικό: Μνήμες αφής, ερωτικών αγγιγμάτων, μνήμες συνάντησης με άλλα σώματα, όπως το δείχνει το ποίημα Επέστρεφε του Καβάφη : «Επέστρεφε συχνά και παίρνε με, / αγαπημένη αίσθησις/ επέστρεφε και παίρνε με — όταν ξυπνά του σώματος η μνήμη,/ κι επιθυμία παλιά ξαναπερνά στο αίμα· / όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται, κι αισθάνονται τα χέρια σαν ν’ αγγίζουν πάλι./ Επέστρεφε συχνά και παίρνε με την νύχτα,/ όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται».

Μνήμες έντασης, μνήμες  χαλάρωσης: ενθυμήσεις  γεύσεων -άλλοτε πικρών,  άλλοτε στιφών,  άλλοτε γλυκύτατων- μνήμες που αναδύονται  αίφνης σαν μέσα από Ρωσικές  κούκλες, ή σύμφωνα με την μεταφορά του Προυστ (στο Αναζητώντας   τον χαμένο χρόνο):  «σαν το παιχνίδι που διασκεδάζει τους Ιάπωνες, όταν μουσκεύουν σε μια κούπα πορσελάνης γεμάτη νερό μικρά κομμάτια  χαρτί, αξεχώριστα ως τότε, μα που μόλις βραχούν τεντώνονται, στρίβουν, χρωματίζονται, διαφοροποιούνται, γίνονται  λουλούδια , σπίτια, πρόσωπα  στέρεα  και που αναγνωρίζεις». Μνήμες συνοδευόμενες από  ανεξιχνίαστα  αισθήματα  ευδαιμονίας, πλήρωσης  σαν κι αυτή που ο Προυστ περιγράφει να  αναδύεται μέσα από τη γεύση της Μαντλέν, ενός  μπισκότου  με γεύση  λεμονιού και σχήμα αχιβάδας :«Αλλά  τη στιγμή που η γουλιά, ανακατεμένη με τα ψίχουλα του γλυκού άγγιξε τον ουρανίσκο μου, σκίρτησα, προσέχοντας κάτι καταπληκτικό που συνέβαινε μέσα μου. Μια γλυκιά απόλαυση με είχε κυριεύσει, απομονωμένη, χωρίς να ξέρω την  αιτία της. Μου είχε κάνει  ξαφνικά τις περιπέτειες της ζωής αδιάφορες,  ακίνδυνες τις καταστροφές της,  ανύπαρκτη τη συντομία της,[….]: ή μάλλον η ουσία αυτή   δεν ήταν μέσα μου, ήμουν  εγώ». Μνήμες  όσφρησης, μνήμες γεύσης : «Όταν όμως από ένα μακρινό παρελθόν τίποτα  δεν επιζεί, αφού πεθάνουν οι άνθρωποι,  αφού καταστραφούν τα άψυχα, μόνες, πιο φθαρτές , αλλά πιο μακρόβιες , πιο άυλες, πιο επίμονες, πιο πιστές , η όσφρηση και η γεύση ζουν για καιρό ακόμα  σαν τις ψυχές , για να θυμούνται, να περιμένουν, να ελπίζουν, πάνω σ’ όλα αυτά  τα ερείπια, να βαστούν  χωρίς να λυγίζουν, πάνω στην μικρή  σχεδόν άυλη σταγόνα τους , το τεράστιο οικοδόμημα της ανάμνησης» (Προυστ).

Ενθυμήσεις σκέψεων που τις θυμόμαστε πλέον αμυδρά, που όταν τις κάναμε, φάνταζαν ακλόνητες, ορθολογικές  και  στέρεες. Αναμνήσεις  πραγματικές  ή αναμνήσεις-προκάλυμμα, δηλαδή παιδικές αναμνήσεις  που χαρακτηρίζονται ταυτόχρονα από την ιδιαίτερη  καθαρότητα τους και από την φαινομενική ασημαντότητα του περιεχομένου τους – και που  ο Φρόυντ ονομάζει προκαλύμματα με την έννοια ότι επικαλούνται απωθημένες  σεξουαλικές  εμπειρίες ή φαντασιώσεις – ασήμαντες λεπτομέρειες που θυμόμαστε  για να κρύψουμε κάτι  άλλο, κάτι τραυματικό που απωθήσαμε, κάτι που ίσως ποθήσαμε και δεν αποκτήσαμε.

Αναμνήσεις ονείρων. Αναμνήσεις  πραγματικές  και αναμνήσεις φανταστικές, μνήμες πραγμάτων που ζήσαμε και πραγμάτων που επινοήσαμε, αναμνήσεις τραυμάτων επίσης, ουλών που μόλις που τολμάμε να αγγίζουμε  κι όμως και πάλι ψαχουλεύουμε· ο νους μας γυρνά  και γέρνει εκεί, όπως η γλώσσα  στη ουλή  ενός βγαλμένου  δοντιού– μνήμες απώλειας· αυτές, ίσως,   είναι οι πιο οδυνηρά ηδονικές μνήμες. Και τι άλλο είναι οι μνήμες (ως αναμνήσεις/ ξανα-κοιτάγματα) παρά προσπάθεια να δώσουμε μορφή και σχήμα στα  εκάστοτε σπαράγματα  του χρόνου, στα ίχνη από το πέρασμα του πραγματικού, στο αδιάκοπο  διάβα του παρόντος  που γίνεται παρελθόν και παρέρχεται μόλις το ακουμπάμε και που μπορεί να γίνει υποφερτό μόνο μέσα από επεξεργασίες νοήματος; Όπως τα όνειρα υφίστανται πάντα μια πρωτογενή και δευτερογενή επεξεργασία -τις στιγμές που ξυπνάμε -έτσι και τα αδιάκοπα παρόντα αποκτούν  νόημα   μέσα  από την  ακατάπαυστη, αξεδιάλυτη συγχώνευση τους με τις δικές μας προβολές και εκλογικεύσεις.

Μνήμη  και αναμνήσεις: Είναι διαφορετική η μνήμη από την ανάμνηση, μας λέει ο Αριστοτέλης: «όχι μόνο σχετικά με το χρόνο αλλά και γιατί, ενώ μνήμη έχουν πολλά  κι από τα αλλά ζώα, ανάμνηση δεν έχουν κανένα ας πούμε  από τα γνωστά ζώα, εκτός από τον άνθρωπο. Αιτία δε είναι ότι η ανάμνηση είναι σαν συλλογισμός· γιατί αυτός που αναθυμάται, συλλογίζεται  ό,τι  προηγουμένως  είδε   ή  άκουσε ή  έπαθε  κάτι  τέτοιο και είναι σαν κάποια αναζήτηση. Και αυτό  είναι  φυσικό να συμβαίνει μόνο στα όντα  που σκέπτονται για ν’ αποφασίσουν · γιατί η διάσκεψη  αυτή  είναι ένα είδος συλλογισμού».

Και είναι οι Μνήμες μας πάντα  επιλεκτικές και πάντα συνυφαίνονται  με την λησμονιά ,την Λήθη , όπως η Μέρα με την νύχτα ή, όπως ο θάνατος υποβαστάζει και (περι)ορίζει τη ζωή μας, αλλιώς θα χανόμασταν στην απειρία των πραγμάτων, καταστάσεων και συναισθημάτων που νιώσαμε, αντιληφθήκαμε, είδαμε, πονέσαμε, φανταστήκαμε, σαν τον  Ιρενέο Φούνες (ήρωα ιστορίας του Χ. Λ. Μπόρχες) που όταν ήταν παιδί, έπεσε από το άλογο και έμεινε ανάπηρος και «σχεδόν ανίκανος να συλλάβει καθολικές, πλατωνικές ιδέες», δηλαδή τη διαδικασία της αφαίρεσης: να εστιάζει σε συγκεκριμένες όψεις των όσων έβλεπε με το να παραβλέπει τα υπόλοιπα. Αντίθετα μπορούσε να βλέπει «το κάθε σταφύλι που είχε πατηθεί για να γίνει το κρασί και όλους τους μίσχους και τα ακροβλάσταρα του αμπελιού», εκεί που εσείς κι εγώ «με μια γρήγορη ματιά θα βλέπαμε τρία ποτήρια  με κρασί πάνω στο τραπέζι». Δυο – τρεις φορές ο Φούνες, «ανασυγκρότησε στη μνήμη του μια μέρα ολόκληρη» χωρίς κανένα δισταγμό και κανένα λάθος, «αλλά η ίδια η ανασυγκρότηση του είχε πάρει μια ολόκληρη μέρα». Στην πραγματικότητα, ο Φούνες όχι μόνο θυμόταν κάθε φύλλο κάθε δέντρου, κάθε δάσους αλλά και καθεμιά από τις φορές που το είχε δει ή το είχε φανταστεί. Έχοντας ανακαλύψει πως όχι μόνο το έργο που είχε αναθέσει στον εαυτό του δεν είχε τελειωμό, αλλά και πως η όλη ιδέα ενός τέτοιου έργου ήταν άσκοπη, ο Φουνες παραπονιόταν :«η μνήμη μου κύριε είναι ένας σωρός από σκουπίδια».

Έτσι οι μνήμες δεν μπορούν αν επιβιώσουν χωρίς την εναλλαγή τους με την λήθη: η Λήθη είναι αναπόσπαστο κομμάτι της Μνήμης. Έτσι οι αναμνήσεις είναι πάντα επιλεκτικές: άλλοτε σκόπιμα επιλεκτικές  αλλά τις περισσότερες  φορές αθέλητα. Φανερώνουμε πράγματα  σκεπάζοντας, αλλά και σε κάθε ηλικία,  ξεσκεπάζουμε καλά φυλαγμένα ακόμη κι από μας  μυστικά  που κρύβει η κουβέρτα της Λήθης. Γιατί δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε το παρόν  χωρίς το προστατευτικό κέλυφος του παρελθόντος μας: χωρίς το παρελθόν μας που να ερμηνεύει το παρόν, το τελευταίο θα έμοιαζε  με βύθισμα στη κόλαση  που το μαρτύριο της  θα στάλαζε μέσα μας σαν ένα  επαναλαμβανόμενο αγωνιώδες ερώτημα : Τι έγινε πριν;

http://nosferatos.blogspot.gr/2015/05/4-i.html

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης, Ιστορίες για τον Χρόνο: 3. Η στιγμή ως αιωνιότητα

ρολοι

«Για να γίνει ορατός  ο Χρόνος» -έγραφε ο Μαρσέλ Προυστ- αναζητά «ανθρώπινα σώματακαι όπου τα συναντήσει τα ιδιοποιείται  για να προβάλλει πάνω τους τον μαγικό φανό.»

Υπάρχουν πολλοί  χρόνοι: υπάρχει ο εξωτερικός χρόνος· τον νιώθουμε κάθε μέρα, όταν συγχρονιζόμαστε με τους άλλους σε ωράρια εργασίας, δρομολόγια, ώρες τάξης και διαλειμμάτων, ώρες αναψυχής, ώρες έντασης και χαλάρωσης· υπάρχει και ο εσωτερικός χρόνος: αυτός δεν έχει χρόνο. Είναι ο χρόνος της ρέμβης και της φαντασίωσης…Πολλές φορές οδηγεί σε γκρεμούς και ακηδία: ένα τμήμα του εσωτερικού χρόνου είναι ο χρόνος του Ονείρου…

Τι είναι το Νόημα; Είναι η απεγνωσμένη προσπάθεια όλων μας να τιθασεύσουμε το αδάμαστο άλογο του χρόνου.

«Το μέγεθος   του χρόνου αλλάζει  -έγραφε ο Μαξ Σέλερ – και άλλοτε συμπυκνώνεται  άλλοτε διευρύνεται: Το  ίδιο διάστημα χρόνου φαίνεται μικρότερο όσο μεγαλώνουμε.  Για το παιδί το παρόν   είναι μια  πλατιά  επιφάνεια  με τεράστια ποικιλία. Μόνο που αυτή επιφάνεια μειώνεται  σε κάθε  προωθητικό  βήμα  της  ζωικής  διαδικασίας, καθίσταται  ολοένα και πιο στενή, ολοένα και  πιο συμπιεσμένη  ανάμεσα  στο βάρος  του παρελθόντος  και στην προειλημμένη  δράση του μέλλοντος.» Μας κάνει εντύπωση  όταν  θυμόμαστε  ποσό απέραντα μακρύ  φαινόταν το πέρασμα του χρόνου  στην παιδική μας ηλικία, ποσό αργά   περνούσε ο καιρός όταν έπρεπε να περιμένουμε για κάτι, ακόμα κι αν ήταν υπόθεση αναμονής ολίγων λεπτών.

«Το φαινόμενο αυτό βασίζεται στις εξής προϋποθέσεις», εξηγεί ο Πέτρος Χαρτοκόλλης: «η συναίσθηση της διάρκειας   εξαρτάται από τον αριθμό των αλλαγών ή ατομικών γεγονότων που  εντυπωσιάζουν το υποκείμενο  μέσα σε μια ορισμένη περίοδο του  αντικειμενικού χρόνου. Καθώς  προχωρεί η ηλικία, αλλαγές ή γεγονότα  που κάνουν εντύπωση γίνονται όλο και πιο σπάνια. οι ορμέμφυτες  ανάγκες και  οι αντίστοιχες επιθυμίες  μας γίνονται  λιγότερο επιτακτικές, κι αυτό μας κάνει λιγότερο ικανούς να απολαύσουμε σωματικές χάρες  ή ενέργειες  που προκαλούν μια άμεση, απτή, αισθητήρια  ευχαρίστηση. Καθώς βασικές  επιθυμίες  λιγοστεύουν σε ένταση, γίνεται πιο εύκολο να περιμένει κάνεις την εκπλήρωση τους κι όταν τελικά  βρίσκουν διέξοδο, το γεγονός  δεν έχει πια την ιδία φρεσκάδα  και ενέργεια που μας έκανε  να επιθυμούμε να το ξαναζήσουμε όσο  το δυνατόν γρηγορότερα  και, επομένως  να αισθανόμαστε  πως ο χρόνος είναι αργός.»

 Η αίσθηση  του χρόνου  που περνά,  συνεπώς,  συναρτάται με την ένταση της επιθυμίας : Όσο ισχυρότερη είναι η επιθυμία τόσο πιo αργά φαίνεται πως περνά ο χρόνοςκαι  αντιστρόφως όταν η επιθυμία χάνει στην ενέργεια της και στο μέτρο που  υπάρχει ακόμα επιθυμία, τόσο πιο  γρήγορα φαίνεται να περνά ο καιρός Ο χρόνος θα συνειδητοποιηθεί ως κάτι που κινείταιπου κινείται πιο γρήγορα όσο η πρωταρχική επιθυμία γίνεται πιο ασθενής, που κινείται πιο αργά όσο η επιθυμία γίνεται πιο ισχυρή και επείγουσα

 «Στα μάτια  του εφήβου –γραφεί πάλι ο Μαξ Σέλερ- το μέλλον  εμφανίζεται  σαν ένας πλατύς, φωτεινός, λαμπερός δρόμος που εκτείνεται  ατελεύτηταείναι  ένα απεριόριστο  πεδίο όπου εκδηλώνονται   ελεύθερα  οι «εμπειρικές   δυνατότητες»  και όπου η επιθυμία και η φαντασία παίρνουν άπειρες  μορφές.  Αλλά με κάθε θραύσμα  εμπειρίας που βιώνεται,  αυτό το περιθώριο της ζωής που απομένει  συστέλλεται αισθητά. Το πεδίο  των δυνατοτήτων  ζωής  χάνει σε πλούτο και πληρότητα, ενώ η πίεση που ασκεί άμεσα το παρελθόν  πάνω στο παρόν  ογκούται. Ιδού λοιπόν γιατί τα γεράματα, δέχονται  πολύ πιο εύκολα την αιτιοκρατία πάρα την θεωρία της ελευθερίας, και τούτο  ανεξάρτητα  από τα λογικά επιχειρήματα που είναι υπέρ ή κατά. Το ίδιο λέγει και ο Μπερξόν όταν  καταφεύγει σε αυτή την οιονεί σκοτεινή   εικόνα  σύμφωνα με την όποια  το παρελθόν βαραίνει  ολοένα και περισσότερο στο μέλλον.»

Και τι γίνεται  με την  αίσθηση της αιωνιότητας;   Κατ’ αρχάς να πούμε πως είναι  η αίσθηση  πως  ο χρόνος  έχει πάψει να κινείται· αυτή  άλλοτε είναι ευχάριστη άλλοτε δυσάρεστη, άλλοτε συνδέεται με ένα  συναίσθημα  ευτυχίας και πλήρωσης, άλλοτε με συνείδηση  ενός εσωτερικού κενού. Το συναίσθημα πως ο χρόνος έχει σταματήσει ως εντύπωση ότι το άτομο  έχει χάσει  εντελώς την ικανότητα να  αισθάνεται- να αγαπά, να λυπάται, να χαίρεται ή να αγωνιά – περιγράφει  ένα γράμμα μιας σχιζοφρενούς  γυναίκας: «(…)Έχω μείνει  αποπροσανατολισμένη,  εκτός τόπου και χρόνου. Η ημέρα μου  είναι  ένα εκατομμύριο χρόνια μεγάλη, μ’ άλλα λόγια είμαι καταδικασμένη να ζήσω για πάντα.(…) Ο χρόνος είναι υποκειμενικός  και αν η ψυχή  σου είναι νεκρή στέκεσαι ακίνητος. Θυμάσαι τον Conrad  στη καρδιά  του Σκότους;  Είμαι αιώνια, μα χωρίς  κανένα   ευχάριστο συναίσθημα

Αυτή η αίσθηση του κενού μάταιου χρόνου έξαλλου συνδέεται και με την ακηδία, την πλήξη,τη βαρεμάρα· η μονοτονία,  όπου  η βίωση του χρόνου αλλάζει, με το παρελθόν και το μέλλον να εξαφανίζονται και όλα να γίνονται ένα ανελέητο τώρα. Είναι, λες και το άπειρο ήρθε σε αυτό τον κόσμο από το υπερπέραν  και, όπως γράφει η Simon Weil: «Η μονοτονία είναι ταυτόχρονα το πιο όμορφο και το πιο αποκρουστικό πράγμα που υπάρχει. Είναι το πιο όμορφο αν αντανακλά την αιωνιότητα και το πιο αποκρουστικό αν είναι ένδειξη κάτι ατέλειωτου και απαράλλακτου[…] Το σύμβολο της όμορφης μονοτονίας είναι ο κύκλος. Το σύμβολο της άσπλαχνης μονοτονίας είναι ο χτύπος του εκκρεμούς »

Αντίθετα  έχουμε κάποιες   φορές  την εισβολή ενός αισθήματος του περασμένου  χρόνου, μέσα μας   ως αισθήματος ευτυχίας, πλήρωσης  σαν κι αυτό που μας προσφέρει  ο Προυστ : την γεύση της Μαντλέν ενός  μπισκότου  με γεύση  λεμονιού και σχήμα αχιβάδας : «Αλλά  τη στιγμή –έγραφε  ο Προυστ –που η γουλιά, ανακατεμένη με τα ψίχουλα του γλυκού  άγγιξε τον ουρανίσκο μου, σκίρτησα, προσέχοντας κάτι καταπληκτικό που συνέβαινε μέσα μου. Μια γλυκεία απόλαυση με είχε κυριεύσει, απομονωμένη, χωρίς να ξέρω την αιτία της. Μου είχε κάνει  ξαφνικά τις περιπέτειες της ζωής αδιάφορες,  ακίνδυνες τις καταστροφές της,  ανύπαρκτη τη συντομία της, με τον ίδιο τρόπο που επενεργεί ο έρωτας, πλημμυρίζοντας με με μια πολύτιμη ουσία : ή μάλλον η ουσία αυτή   δεν ήταν μέσα μου, ήμουν  εγώ. Είχα πάψει  να νιώθω  τον εαυτό μου, μέτριο, τυχαίο, θνητό.  Από πού μπορούσε να μου έρχεται  αυτή η έντονη χαρά;  Αισθανόμουν πως ήταν συνυφασμένη με τη γεύση του τσαγιού και του γλυκού, αλλά και πως  την ξεπερνούσε  απεριόριστα, πως δεν μπορούσε να είναι της  ίδιας φύσης. Από που ερχόταν;  Τι σήμαινε;  Που θα την συλλάβω;   Πίνω μια δεύτερη γουλιά  και δεν βρίσκω σ’ αυτήν  τίποτε περισσότερο  από την πρώτη, πίνω μια τρίτη και μου προσφέρει κάτι λιγότερο από την δεύτερη.  Είναι καιρός να σταματήσω, η ενέργεια του πότου  φαίνεται να μειώνεται.   Είναι φανερό  πως  η αλήθεια που γυρεύω δεν βρίσκεται σε αυτό, αλλά μέσα μου»

Η  απουσία του χρόνου ή το συναίσθημα της αιωνιότητας  είναι χαρακτηριστικά γνωρίσματα  της εκστατικής  εμπειρίας  που περιγράφουν  οι μυστικοί συγγραφείς  της Δύσης, όπως ο  Meister Ecκhart:«(…)δεν  υπάρχει (για το  Θεό) παρά η παρούσα στιγμή. Ο άνθρωπος  που μπορεί  και τη ζει κατοικεί στο ίδιο φως  με τον Θεό.  Αυτός είναι ο λόγος που δεν υπάρχει μέσα του ούτε πόνος, ούτε διαδοχή (γεγονότων) παρά μόνο μια αιωνιότητα, πάντα ίδια.  Αυτός ο άνθρωπος, στα αλήθεια, είναι ικανός  να μην εκπλήσσεται με  τίποτα.  Μέσα  του  όλα τα  πράγματα  υπάρχουν  στην αιώνια τους ουσία. Έτσι , δεν υπόκειται σε τίποτα  καινούριο ή Τυχαίο, γιατί κατοικεί σ’ ένα Παρόν που, παντοτινά και χωρίς τέλος, είναι   αυτό καθ’ εαυτό καινούργιο».

Ας σκεφτούμε επίσης πως ένα πολύ γνωστό συναίσθημα της ψυχολογίας του ερωτευμένου είναι το συναίσθημα πως δεν υπάρχει πια χρόνος, πως η ζωή κυλά μέσα σε ένα διαρκές, ικανοποιητικό παρόν, που συνειδητοποιείται ως   αιωνιότητα, ως μια κατάσταση μακαριότητας  χωρίς την αίσθηση του χρόνου:  «ο  έρως –έγραφε ο  Δημητρίου Καπετανάκης ως  ορμή προς  το απόλυτο, είναι και ορμή προς το αιώνιο. Αιώνια πρέπει να  συνδεθούμε με τον ερώμενο, κι αυτό πρέπει να γίνει στην πραγματικότητα , μέσα στον χρόνο της ύπαρξης  μας» .

 Στην ταινία  του Αλεχάντρο Χοδορόφσκι, « Ο Χορός της Πραγματικότητας»  ένα  παιδί   μιλά  για τους γονείς του, την μικρή πόλη όπου μεγάλωσε, μέσα από κινηματογραφικές, μαγικές ποιητικές εικόνες. Η Μητέρα, ο Πατέρας,  η αυλή των θαυμάτων  ενώνονται ως μορφές με την φαντασία. Η πραγματικότητα αλλάζει   και  γίνεται μαγεία, άλλοτε τρομαχτική, άλλοτε  αστεία, άλλοτε πελώρια.  Μήπως όλοι δεν κουβαλάμε μέσα μας ένα φορτίο από μαγικές, τρομαχτικές, αβάσταχτα όμορφες εικόνες; Στην  ταινία  του Χοδορόφσκι, ο χρόνος γίνεται όπως τον βλέπει ένα παιδί, διευρύνεται, γίνεται μαγικός, πελώριος: ο χρόνος ως αιωνιότητα.  Το παρελθόν υπάρχει· πλάι  στο παρόν, μέσα μας, στη Μνήμη. Το παρελθόν  είναι  η μέσα μας αιωνιότητα, ίσως η μόνη δυνατή αιωνιότητα.

 

http://nosferatos.blogspot.gr/2015/05/3.html

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης, Ιστορίες για τον Χρόνο: 2. Παρελθόν και Παρόν

Τι  είναι ο   χρόνος; Μια πρώτη  απάντηση: «είναι το παρόν». Μόνο  η παρούσα στιγμή  υπάρχει, το παρελθόν δεν υπάρχει πλέον, ενώ το μέλλον δεν υπάρχει ακόμα . Οι μεγάλες πραγματείες  για το πρόβλημα του χρόνου ,-μας υπενθυμίζει ο Κωστής Παπαγιώργης, -καταλήγουν στην ίδια θέση : «ότι το παρόν κατέχει ένα «ανήκουστο δικαίωμα» . «Ως τώρα μόνο ένα πράγμα φάνηκε ολοκάθαρα και με σαφήνεια:ούτε το μέλλον «είναι» ούτε το παρελθόν,[….]Ίσως όμως θα μπορούσε να πει κανείς πιο σωστά: υπάρχουν τρεις χρόνοι, το παρόν  του παρελθόντος, το παρόν του παρόντος και τo παρόν του μέλλοντος» εξομολογείται ο Άγιος Αυγουστίνος.

Παρόν,το Nυν:  Μια λέξη που, παρότι αντιπροσωπεύει τον χρόνο, αντιτίθεται ευθέως  σ’ αυτόν: Κατά κάποιο τρόπο το νυν αποσπάται από τις άλλες διαστάσεις του χρόνου:  θα λέγαμε ότι ο χρόνος δεν παρέρχεται, είναι ένα συνεχές (αιώνιο= αεί- ον)  παρόν,είναι η ίδια η αιωνιότητα. 

Όταν ο Καρτέσιος -συνεχίζει  ο Παπαγιώργης-  γράφει : «σκέπτομαι άρα υπάρχω »  ήδη η στιγμιακή συνείδηση έχει  ιδρυθεί, γιατί πια η συνείδηση «εδράζεται σε ένα νυν, σε μια στιγμή χωρίς διαδοχή ή προήγηση, το cogito  ως κατάφαση μιας στιγμιαίας βεβαιότητας, σκέψη που γίνεται εν ριπή οφθαλμού, σαν ένα νυν αποσπασμένο από την ροή του χρόνου». 

Έτσι –σύμφωνα με τον Παπαγιώργη – την  αιτιότητα   ο Καρτέσιος   δεν την βλέπει ως διαδοχή. Αιτία και αποτέλεσμα  δρουν ταυτόχρονα.  Ο θεός δεν έχει  μνήμη, είναι ένα αναγεννώμενο παρόν  όπως ακριβώς  το στιγμιακό Cogito. Γενικά  το υποκείμενο καταλήγει στη μορφή  ενός συνειδησιακού  Νυν αποσπασμένου από τον χρόνο.

Σ’ αυτή  την αντίληψη  του στιγμιακού χρόνου αντιτίθεται η φιλοσοφία του Μπερξόν. Για τον Μπερξόν το παρελθόν και  το παρόν δεν δηλώνουν δυο διαδοχικές  στιγμές  αλλά δυο στοιχεία  που συνυπάρχουν, ένα από τα οποία  είναι το παρόν, το οποίο  δεν παύει να παρέρχεται, και ένα  άλλο, είναι το παρελθόν το οποίο δεν παύει να είναι, αλλά από το οποίο περνούν όλα τα παρόντα. Με αυτή την έννοια υπάρχει ένα καθαρό παρελθόν, ένα είδος «παρελθόντος εν γένει». Το παρελθόν δεν ακολουθεί  το  παρόν, αντίθετα: το παρόν  προϋποθέτει το παρελθόν  ως την καθαρή  συνθήκη, δίχως  την όποια δεν θα παρερχόταν. Με αλλά λόγια, κάθε παρόν παραπέμπει  στον εαυτό του ως παρελθόν.  Η ιδέα  σύμφωνα  με την οποία  το παρόν είναι  σύγχρονο με το παρελθόν έχει  μια ύστατη συνέπεια: Όχι μόνο το παρελθόν συνυπάρχει με το ίδιο το παρόν που ήταν, αλλά, καθώς διατηρείται αφ΄ εαυτού ενώ το παρόν παρέρχεται, είναι το παρελθόν εξ’ ολοκλήρου ακέραιο, ολόκληρο το παρελθόν μας που συνυπάρχει με  κάθε παρόν.

Για τον Μπερξόν το παρόν δεν είναι αλλά δρα. Αντιθέτως, για το παρελθόν  πρέπει να πούμε ότι έπαψε να δρα  ή να είναι χρήσιμο. Δεν έπαψε όμως να είναι. Έτσι,για τον Μπερξόν, οι συνήθεις  προσδιορισμοί αντιμετατίθενται: είναι για το παρόν που πρέπει να λέμε ανά πάσα στιγμή, ήδη ότι, «ήταν» και για το παρελθόν ότι «είναι», ότι είναι  αιωνίως , αείποτε.

Είναι  βέβαια  αλήθεια  ότι το παρελθόν μας εμφανίζεται  στριμωγμένο ανάμεσα σε δυο παρόντα: στο παλιό παρόν το οποίο υπήρξε  και στο τωρινό παρόν σε σχέση με το οποίο  είναι παρελθόν. «Ας αναλογιστούμε  όμως πως θα προέκυπτε ένα νέο  παρόν αν το παλιό παρόν  δεν παρέρχονταν  την ιδία στιγμή που είναι παρόν; Πως ένα  τυχαίο παρόν θα παρέρχονταν αν  δεν ήταν παρελθόν και συνάμα παρόν; Ουδέποτε  το παρελθόν θα συγκροτείτο, αν δεν  είχε συγκροτηθεί  αρχικά, την ίδια  στιγμή που ήταν παρόν και αυτό  είναι το βαθύτερο παράδοξο της μνήμης: Το παρελθόν είναι «σύγχρονο» με το παρόν που το ίδιο υπήρξε. Το παρελθόν και  το παρόν δεν δηλώνουν δυο διαδοχικές  στιγμές  αλλά  δυο στοιχεία  που συνυπάρχουν, ένα από τα οποία  είναι το παρόν, το οποίο  δεν παύει να παρέρχεται, και ένα  άλλο, που είναι το παρελθόν το οποίο δεν παύει να είναι,  αλλά από το οποίο περνούν όλα τα παρόντα. Με αυτή την έννοια υπάρχει ένα καθαρό παρελθόν, ένα είδος« παρελθόντος εν γένει »

Με άλλα λόγια το παρελθόν δεν ακολουθεί  το  παρόν,αλλά   αντιθέτως, το παρόν  προϋποθέτει το παρελθόν ως την καθαρή   συνθήκη, δίχως  την οποία δεν θα παρερχόταν: κάθε παρόν παραπέμπει  στον εαυτό του ως παρελθόν» .Η ιδέα  σύμφωνα  με την οποία  το παρόν είναι  σύγχρονο με το παρελθόν έχει και  μια ύστατη συνέπεια. Όχι μόνο το παρελθόν συνυπάρχει με το ίδιο το παρόν που ήταν, αλλά, καθώς διατηρείται αφ’ εαυτού ενώ το παρόν παρέρχεται, ολόκληρο το παρελθόν μας που συνυπάρχει με  κάθε παρόν.

Για τον Χάιντεγκερ αντίστοιχα, αυτό   που ενοποιεί η ύπαρξη,  (το «εδώ-να- είναι».  το Dasein ) είναι ακριβώς αυτή  η ικανότητα,  να διατρέχει  ολόκληρη τη ζωή του να κατευθύνεται μπροστά, προς τον θάνατό του, να επιστρέφει  στη γέννησή του και πάλι στο παρόν: η ύπαρξη,(το Dasein) κινείται αναδρομικά  εκκινώντας από το μέλλον από τον θάνατό του, πίσω  προς το παρελθόν. Το παρελθόν  στο οποίο επιστρέφει το Dasein είναι το παρελθόν  που συνεχίζει να ζει εντός του παρόντος, το παρελθόν που διαποτίζει την παρούσα κατάσταση και τις δυνατότητες που είναι συμφυείς με αυτό. Το  Dasein  εκτινάσσεται  στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον και στη συνεχεία   επανέρχεται  εκ νέου στον εαυτό του, «σαν ένα κομμάτι λάστιχο». Όταν επιστρέφω  στο παρελθόν δεν αναπολώ το κάθε παρελθοντικό  γεγονός κατά φθίνουσα  χρονολογική σειρά  ώσπου να φτάσω στη γέννηση μου: έχω ξεχάσει τα περισσότερα  από αυτά τα γεγονότα, παρότι κάποτε τα βίωσα, επιστρέφω κυρίως στις σημαντικές  στιγμές του παρελθόντος .«Το παρελθόν μέσα στο οποίο ρίχνομαι, είναι σημαντικό , όχι γι’ αυτό που καθαρά είναι, αλλά για τις δυνατότητες που μου προσφέρει για να συνεχίζω την ζωή μου.»

Στη ταινία  του Αλαίν Ρεναί, Προβιντάνς παρουσιάζεται, με  κομματιασμένη σεναριακή δομή, η αγωνία   ενός ιδιοφυούς  γέρου συγγραφέα που υποφέρει από προβλήματα υγείας και που, για να περάσει μια άγρια άυπνη  νύχτα χτίζει μια μυθοπλασία με ήρωες το οικογενειακό του περιβάλλον. Yποφέρει από πόνους στο έντερο, χτίζει  ξανά και ξανά το παρελθόν του, ξανά οικοδομεί  τον  χαρακτήρα των γιών  του, θρηνεί την πεθαμένη  γυναίκα του, μέχρι την επόμενη ήρεμη μέρα των γενεθλίων του  όταν θα επιστρέψει στο παρόν. Στην  ταινία  αυτή  βλέπουμε την σχέση μας με τον χρόνο: Όχι όπως θα τον παρουσίαζε μια  συνηθισμένη σύμβαση ως  διαδοχή παρελθόντος παρόντος  και μέλλοντος, αλλά  στην βιωματική του δόμηση: Θραύσματα  χρόνου και μνήμης  μαζί με πλοκή που παράγει το μυαλό μας, αυθαίρετες  επεμβάσεις του νου, προβεβλημένοι στο παρελθόν πόνοι, τρόμοι  και φαντασιώσεις του παρόντος. Το παρελθόν είναι ζωντανό μέσα μας, αναπλάθεται κάθε στιγμή, αναγεννιέται  ακατάπαυστα μαζί με το παρόν:  ο Αλαίν Ρεναί προκαλεί   με την ταινία   αυτή ερωτήματα για την δομή και το ξεδίπλωμα του χρόνου, για την διαδοχή και σχέση παρόντος και παρελθόντος, για την μνήμη  και την φαντασιακή ανάπλαση του παρελθόντος .

Τι είναι λοιπόν ο χρόνος;

Ας δούμε  έναν μικρό διάλογο από τους Δαιμονισμένους του Ντοστογιέφσκι:

«Σταυρόγκιν : (…) Στην  Αποκάλυψη ο άγγελος ορκίζεται ότι δεν θα υπάρχει πλέον χρόνος.

Κυρίλοβ: Το ξέρω .  Πολύ σωστά λέγεται  εκεί με σαφήνεια  και ακρίβεια.Όταν  φτάσει ολόκληρος  ο άνθρωπος στην ευτυχία, τότε δεν θα υπάρχει  πια χρόνος  γιατί δε  θα χρειάζεται  κανείς τίποτε. Πολύ σωστή σκέψη.

Σταυρόγκιν: Που θα τον κρύψουν λοιπόν;

Κυρίλοβ:  Πουθενά  δεν θα τον κρύψουν.  Ο χρόνος  δεν είναι αντικείμενο μα ιδέα. Θα σβήσει από το μυαλό.»

http://nosferatos.blogspot.gr/2015/05/2.html

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης, Ιστορίες για τον χρόνο: 1. Η στιγμή, η διάρκεια, η βαρεμάρα

πηγή: toperivallon.gr

«Τι είναι αλήθεια ο χρόνος. Ποιος θα μπορούσε να μας το εξηγήσει εύκολα και σύντομα; Αν με ρωτούσε κανείς ξέρω ότι αν θα έπρεπε να του εξηγήσω δεν θα μπορούσα». 1

Άγιος Αυγουστίνος

Τα ίδια περίπου λόγια ακούγονται και από μια παράξενη φωνή στην δεκάλεπτη ταινία του Volker Schlondorff, The Enlightenment, που υπάρχει στη συλλογή «Δέκα Λεπτά Αργότερα, το Τσέλο». Στο τελευταίο λεπτό αποκαλύπτεται ότι ο αφηγητής είναι ένα κουνούπι, το οποίο ολοκληρώνει τον προβληματισμό του ως εξής: «Ομολογώ, Κύριέ μου, ότι δε γνωρίζω ακόμη τι είναι χρόνος. Εσύ, Θεέ μου, θα με φωτίσεις. Εσύ θα είσαι το φανάρι μου. Θα έρθω προς το δικό Σου φως. Εσύ, Θεέ μου, θα φωτίσεις το σκοτάδι μου. Θα το κάνεις πιο φωτεινό…» (σε αυτό το σημείο το κουνούπι χτυπάει πάνω στη λαμπερή εντομοπαγίδα – και πέφτει στη γη νεκρό). 2

Στο σύντομο αυτό άρθρο αυτό, θα αναφερθώ στη Στιγμή ως μια διάσταση του Χρόνου. Τι είναι στιγμή; «Οι  χρονικές στιγμές είναι χωρικά σημεία» έγραφε ο Κωστής Παπαγιώργης. «Πως αλλιώς να εξηγήσουμε άλλωστε το γεγονός ότι η λέξη στιγμή, που αρχικά δήλωνε ένα σημείο στον χώρο (“στίζω”, “στίγμα”, “στιγματοφόρος”), κατέληξε να  σημαίνει την αδιαίρετη χρονική ενότητα; Και τι άλλο από περιφανής επιβεβαίωση του “χρόνος ήλιου κίνησις”  είναι το δρομολόγιο που κάνει ο  λεπτοδείχτης στα ρολόγια μας»; 3

Ποιος έχει την πρωτοκαθεδρία; Η στιγμή ή η διάρκεια του χρόνου; Θα μπορούσαμε να σκιαγραφήσουμε – σύμφωνα  και με το δοκίμιο Η Εποπτεία  της Στιγμής του Γκαστόν  Μπασελάρ 4 – δυο  σχετικές  θεωρήσεις.

Στην πρώτη (Μπερξον), η αληθινή πραγματικότητα του χρόνου είναι η Διάρκεια του, η στιγμή είναι αφαίρεση χωρίς πραγματικότητα. Επιβάλλεται έξωθεν, από τη νόηση, που κατανοεί  το γίγνεσθαι μόνο αν αντιμετωπίζει  αμετακίνητες  καταστάσεις. «Άρα, θα παριστούσαμε επαρκώς τον μπερξονικό χρόνο με μια  ευθεία  μαύρη γραμμή, όπου θα  είχαμε τοποθετήσει, για να συμβολίσουμε  τη στιγμή, ως  μηδέν, ένα πλασματικό κενό, ένα λευκό σημείο»

Στη δεύτερη (Ρουπνέλ – Μπασελάρ) η αληθινή πραγματικότητα του χρόνου είναι η Στιγμή. Η διάρκεια  είναι κατασκευή, χωρίς απόλυτη, πραγματικότητα. Πλάθεται έξωθεν δια της μνήμης, όντας κατ’ εξοχήν ικανότητα της φαντασίας που θέλει να ονειρευτεί και να ξαναζήσει αλλά όχι να καταλάβει. Θα εξεικονίζαμε αυτή την αντίληψη του χρόνου «με μια λευκή γραμμή, δυνητική και πλασματική, όπου αίφνης, σαν απρόοπτο  συμβεβηκός, θα ερχόταν  να εγγραφεί  ένα μαύρο στίγμα, σύμβολο μιας  πυκνής πραγματικότητας».5

Για τον  Μπερξόν, η αληθινή πραγματικότητα του χρόνου είναι η διάρκεια του. Η στιγμή δεν είναι «τίποτε  άλλο από μια τεχνητή  ρήξη  που βοηθά την σχηματική σκέψη του γεωμέτρη. Μέσα στην  ανικανότητα της να ακολουθήσει τη ζωτική κίνηση, η διάνοια  ακινητοποιεί  τον χρόνο μέσα σε ένα  μονίμως  πλαστό παρόν. Αυτό το παρόν  είναι ένα καθαρό μηδέν που δεν καταφέρνει να χωρίσει πραγματικά το παρελθόν από το μέλλον».6 Είναι αφαίρεση χωρίς πραγματικότητα. Επιβάλλεται από τη νόηση, που κατανοεί  το γίγνεσθαι μόνο αν αντιμετωπίζει αμετακίνητες  καταστάσεις.

Όμως ο Γκαστόν  Μπασελάρ, υποστηρίζει την θέση πως: «η Στιγμή  είναι η μοναδική πραγματικότητα του χρόνου, ο χρόνος είναι μια πραγματικότητα συμπυκνωμένη στη στιγμή και μετέωρη ανάμεσα σε δυο μηδενικά. Αναμφίβολα ο χρόνος μπορεί να  αναγεννηθεί αλλά πρέπει αρχικά να πεθάνει. Δεν μπορεί να μεταφέρει το είναι του από τη μια στιγμή στην άλλη για να σχηματίσει διάρκεια»7.

«Ας  αντιληφτούμε  λοιπόν», συνεχίζει ο Μπασελάρ, ότι «η άμεση  εμπειρία του χρόνου  δεν ταυτίζεται με την τόσο φευγαλέα, δύσκολη και σοφή εμπειρία της διάρκειας αλλά με την νωχελική εμπειρία της στιγμής, η οποία  συλλαμβάνεται πάντα ως ακίνητη. Ό,τι είναι  απλό, ό,τι είναι ισχυρό μέσα μας, ό,τι ακόμα είναι διαρκές, αποτελεί δώρο μιας  στιγμής. Φρουρός του χρόνου, η μνήμη διατηρεί μόνο τη στιγμή· δεν διατηρεί τίποτα, απόλυτα τίποτα από την περιπλοκή και τεχνητή αίσθηση που είναι η διάρκεια». 8

«Συνεπώς» – καταλήγει  ο Μπασελάρ – «ο Μπερξόν αντιμετωπίζει τον πλήρη γεγονότων χρόνο στο  επίπεδο της συνείδησης των γεγονότων, κατόπιν εξαλείφει σιγά τα γεγονότα η τη συνείδηση των γεγονότων. Έτσι πιστεύει πως θα άγγιζε τον χρόνο χωρίς γεγονότα η τη συνείδηση της καθαρής  διάρκειας. Αντίθετα  εμείς δεν ξέρουμε  να αισθανόμαστε  τον χρόνο πάρα μόνο πολλαπλασιάζοντας  τις συνειδητές στιγμές. Η συνείδηση του χρόνου  είναι πάντα για μας μια συνείδηση της χρήσης των στιγμών, είναι πάντα   ενεργή, ποτέ παθητική». 9

Η ζωή  -κατά τον Μπασελάρ –«δεν κυλάει  στην κατωφέρεια μιας πλάγιας, μέσα στον άξονα  ενός αντικειμενικού χρόνου που θα την δεχόταν  σαν κοίτη. Είναι μια  μορφή που έχει επιβληθεί στον μίτο των στιγμών του χρόνου, αλλά την πρώτη της  οντότητα τη βρίσκει πάντα σε μια στιγμή». 10

Μια   ανάλογη    με του  Μπασελάρ θεώρηση  της   Στιγμής συναντάμε  και στον Χάιντεγκερ κατά την οποία  το αποφασιστικό Dasein  – η Ύπαρξη, το «εδώ να – Είναι» –    εκτιμά τις έμμεσες δυνατότητες μιας κατάστασης και κάνει μια αποφασιστική επιλογή.11 Για τον Χάιντεγκερ η στιγμή (ως έκ-σταση) προκαλεί μια αντιστροφή στον τρόπο ύπαρξης του ατόμου, σηματοδοτεί έναν άλλο χρόνο που υποτίθεται  ότι αποκαλύπτει το πλήρες νόημα και τη σημασία της ανθρώπινης ύπαρξης και έτσι  ενθαρρύνει μια στροφή στηναυθεντικότητα. «Το  διατηρούμενο  στην αυθεντική χρονικότητα,  συνεπώς αυθεντικό  παρόν – έγραφε ο Χάιντεγγερ – θα το ονομάσουμε στιγμή. Αυτός ο Όρος πρέπει να εννοηθεί με ενεργητικό νόημα, ως έκσταση. Σήμαινε την  αποφασιστική, αλλά μες την  αποφασιστικότητα διατηρούμενη  απόδραση του εδώ να –Είναι (Dasein) σε όσες  βιομεριμνήσιμες  δυνατότητες  και περιστάσεις συναντά μες στην κατάσταση».12

Όμως, όπως έχει δείξει ο Μπέκετ (στο «Περιμένοντας τον Γκοντό»), και όπως υποστηρίζει ο Svendsen, συγγραφέας της «φιλοσοφίας  της βαρεμάρας», η αποφασιστική αυτή  Χαιντεγγεριανή στιγμή αναβάλλεται διαρκώς. «Η Στιγμή»   γράφει  ο Svendsen «ως το πραγματικό Νόημα της ζωής, εμφανίζεται μόνο με αρνητική μορφή, αυτή της απουσίας και οι μικρές στιγμές (ο έρωτας, η τέχνη, η μέθη), ποτέ δεν κρατούν πολύ. Το πρόβλημα, πρώτα και κύρια, έγκειται στην αποδοχή πως όλα όσα υπάρχουν είναι μικρές στιγμές, και ότι η ζωή προσφέρει μεγάλες δόσεις βαρεμάρας  ανάμεσα σ’ αυτές τις στιγμές. Όμως η απουσία ενός μεγάλου Νοήματος, δεν σημαίνει την εξαφάνιση κάθε νοήματος από τη ζωή. Μια μονόπλευρη έμφαση στην απουσία Νοήματος μπορεί να επισκιάζει όλα τα άλλα νοήματα» για να καταλήξει: «Ακόμα και αν δεν υφίσταται Νόημα, υπάρχει νόημα (με ν  μικρό) – και βαρεμάρα».13

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ


  1. Αγίου Αυγουστίνου, Εξομολογήσεις Μτφ Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, Δεύτερος Τόμος, Βιβλίο ΧΙ, εκδ Πατάκη, Αθήνα (1999) 2003, σ 173, στ 19.25 και 20.26
  2. «Ten Minutes After» 2004. Οφείλω την υπενθύμιση της συγκεκριμένης ταινίας στο Blog ‘’Η καλύβα ψηλά στο βουνό:http://panosz.wordpress.com/2007/04/24/astimegoesby/
  3. Κωστής Παπαγιώργης, Η οντολογία του Μάρτιν Χάιντεγκερ, Νεφέλη 1983, σ. 96
  4. που πρωτοεκδόθηκε το 1932   και  αναφερόταν  στο έργο του «Σιλωάμ»  (1927)  του  Γκαστόν Ρουπνέλ, Γκαστόν  Μπασελάρ,  Η Εποπτεία  της Στιγμής, Μτφ  Κωστής Παπαγιώργης, εκδόσεις  Καστανιώτη,  Αθήνα 1997
  5. Γκαστόν Μπασελάρ,  Η Εποπτεία  της Στιγμής, Μτφ  Κωστής Παπαγιώργης, εκδόσεις  Καστανιώτη,  Αθήνα  1997, σ.36-37
  6. Γκαστόν Μπασελάρ,  ό.π., σ.23,24
  7. Γκαστόν Μπασελάρ,  ό.π.,  σ. 17
  8. Γκαστόν Μπασελάρ, ό.π., σ. 50,52
  9. Γκαστον Μπασελαρ, ό.π., σ.  131
  10. Γκαστόν Μπασελάρ,  ό.π, σ. 32
  11. Michael Inwood , Χαιντεγκερ μτφ Αλέξανδρος Σταμάτιος Αντωνίου, Oxford University press, Ελληνικά Γραμματα,2006 σ. 101
  12. Μαρτιν Χαιντεγγερ, Είναι και Χρόνος 1927, μτφ – σχόλια  Γιάννη Τζαβάρα, Εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα   1985,  σ. 572
  13. Lars Svendsen Η φιλοσοφία της βαρεμάρας, μτφ Παναγιώτης Καλαμαράς, εκδ Σαββάλας,(1999)2006 σ. 232-233

http://toperivallon.gr/boredom/

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης, Σκέψεις για τον Φασισμό: Ο Καντ κι ο Άιχμαν

πηγή: http://nosferatos.blogspot.gr/2014/10/blog-post_5.html

b140832

Μετά την εποχή του «τέλους της ιστορίας» και του «τέλους των ιδεολογιών» (κυρίαρχες θεωρίες της δεκαετίας του ’90) μπαίνουμε σε μια εποχή όπου συμπυκνώνεται τρομαχτικά ο χρόνος. Τα τελευταία χρόνια δεν έχουμε μια επιτάχυνση του χρόνου; Έναν χρόνο τόσο πυκνό σε γεγονότα και αλλαγές ώστε να μην προλαβαίνουμε καν να τις συνειδητοποιήσουμε; Και όχι μόνο επιτάχυνση του χρόνου αλλά και μια παράξενη αλλαγή πλεύσης, μια οπισθοδρόμηση: είμαστε πολύ πιο κοντά στο Μεσοπόλεμο παρά -ας πούμε- στη Μεταπολίτευση. Η Ψυχοπαθολογία του Φασισμού είναι -και το αισθανόμαστε πια όλοι- πολύ πιο κοντά στη σημερινή εποχή. Με κάποια παράξενη έννοια, με κάποια τρύπα στον Χρόνο είμαστε πολύ κοντά στο 1933.

 Και εδώ μπορούμε να κάνουμε μερικές παρατηρήσεις:

 1ον Η ψυχοπαθολογία του Φασισμού εκφράζεται πολύ καλά με την αντίληψη του Carl Schmitt 1: η έννοια του Πολιτικού αφορά στη διάκριση μεταξύ Φίλου και εχθρού και  στη κατάσταση έκτακτης ανάγκης ως «αναστολή του νόμου από τον ίδιο το νόμο».

2ον Την φασιστική ψυχοπαθολογία χαρακτηρίζει η νοσταλγία μιας υποτιθεμένης μυθικής κοινότητας απαλλαγμένης από ατέλειες και το κακό, αλλά και μια αισθητική αντίληψη της πολιτικής.Να σημειώσουμε εδώ πως δεν υπάρχει χειρότερη πολιτική πρόταση από την αισθητικοποίηση της πολιτικής.2.Όταν αναζητάς το αισθητικά ενδιαφέρον, το συγκλονιστικό, αυτό που θα σε βγάλει οριστικά από την πλήξη, τότε, υποκύπτοντας στην γοητεία του θεάματος, σκηνοθετείς την ιδία σου την πραγματικότητα με ένα σκηνικό θανάτου. ο φασισμός του μεσοπολέμου ήταν κι ένα αποτέλεσμα της μετατόπισης του σκηνικού: «να κάνουμε την ζωή μας τέχνη», φουτουρισμός, ο πόλεμος ως θέαμα και «λύτρωση», ο Μουσολίνι ως προσωποποίηση του … «ανδρισμού», η λατρεία της δράσης, κλπ.

3ον Ο φασισμός δεν είναι άκρο, είναι μέσο, μετριότητα, η εξουσία της κοινοτοπίας.
Θεωρούμε συχνά τον φασισμό ως ακρότητα όμως η Χάνα Άρρεντ μας έδειξε ότι αποτελεί την κοινοτοπία του κάκου. Σύμφωνα με την Άρρεντ -η οποία παρακολούθησε και κατέγραψε με εμβόλιμες παρατηρήσεις την δίκη του- ο Άιχμαν δεν ήταν τέρας: «Μισή δωδεκάδα ψυχίατροι βεβαίωναν πως ήταν φυσιολογικός[…] Ο ιερέας που τον επισκεπτόταν τακτικά, βεβαίωνε τους πάντες ότι ήταν «άνθρωπος με πολύ θετικές ιδέες», «δεν έθρεφε παράφορο μίσος για τους Εβραίους»,«δεν σκότωσε ποτέ κανένα Εβραίο ή μη Εβραίο, ούτε έδωσε εντολή να σκοτώσουν Εβραίο ή μη Εβραίο» ενώ όμως «δεν άφηνε αμφιβολία ότι θα σκότωνε ακόμα και τον πατέρα του αν τον είχαν διατάξει»3. Το πρόβλημα με τον Άιχμαν -κατά τη Χάνα Άρρεντ – έγκειται στο ότι υπήρχαν πολλοί σαν κι αυτόν: ούτε διεστραμμένοι ούτε σαδιστές, αλλά «φοβερά και τρομερά φυσιολογικοί»4.

Ακόμα πιο εντυπωσιακό: Ο Άιχμαν -κατά Άρρεντ – θεωρούσε πως ήταν, κατά κάποιο τρόπο …”Καντιανός”. Θυμίζω πως ο Καντ εισήγαγε την έννοια του νόμου ως καθαρή μορφή και την έννοια της ηθικότητας ως ιδιότητα του έλλογου όντος να ενεργεί χάριν των νόμων 5. «Για τον Καντ, μια πράξη επιτρέπεται, εάν είναι δυνατόν να πράττουν όλοι με τον ίδιο τρόπο. Ως κριτήριο της ηθικότητας μιας πράξης, αναγνωρίζεται το να μπορεί κανείς να θέλει να γίνει ο γνώμονας, που διέπει την πράξη τούτη, μια αντικειμενική καθολική αρχή («νόμος») η οποία ισχύει για όλους στις ίδιες ή ανάλογες και παρόμοιες περιπτώσεις»6 .

Προς γενική κατάπληξη, ο Άιχμαν στη δίκη του, δήλωσε με μεγάλη έμφαση πως είχε ζήσει όλη του τη ζωή σε συμφωνία με τους ηθικούς κανόνες του Κάντ. Η Άρρεντ θεώρησε πως ο Άιχμαν παραποίησε την καντιανή διατύπωση ως εξής: «να ενεργείς έτσι ώστε η βασική αρχή στην οποία βασίζονται οι ενέργειες σου να είναι η ίδια βασική αρχή με του νομοθέτη ή του νόμου της χώρας» ή-πιο απλά- «να ενεργείς έτσι ώστε αν ο Φύρερ γνώριζε την πράξη σου να την ενέκρινε»7. «Είναι αλήθεια -σχολιάζει η Άρρεντ- ότι η ασυνείδητη παραποίηση του Άιχμαν συμφωνεί μ’ εκείνο που ονομάστηκε «ο Καντ διασκευασμένος για το νοικοκυριό του απλού ανθρωπάκου». Σ’ αυτή την χρήση στο νοικοκυριό, το μόνο που απομένει από το πνεύμα του Καντ, είναι η απαίτηση να κάνει ο άνθρωπος κάτι περισσότερο από το να υπακούει απλώς στο νόμο, πρέπει να υπερβαίνει το στάδιο της απλής υπακοής και να ταυτίζει τη θέληση του με την πηγή από την οποία πηγάζει ο Νόμος. «Στη φιλοσοφία του Καντ η πηγή αυτή ήταν ο πρακτικός λόγος[…] Στη χρήση στο νοικοκυριό κατά Άιχμαν, η πηγή αυτή ήταν η θέληση του Χίτλερ.» Σε μεγάλο μέρος, η φρικτά φιλόπονη επιμέλεια με την οποία εφαρμόστηκε η Τελική Λύση ανάγεται στην παλιά άποψη, που ήταν πράγματι πολύ διαδεδομένη στη Γερμανία: το να είσαι νομοταγής, δε σημαίνει απλώς να υπακούεις στους νόμους αλλά «να ενεργείς σαν να έχεις εσύ θεσπίσει τους νόμους με βάση τους οποίους ενεργείς. Από κει προέρχεται και η πεποίθηση ότι πρέπει να κάνουμε ακόμα περισσότερα από όσα λέει η φωνή του καθήκοντος» 8.

Και η Άρρεντ καταλήγει σε μια ανατριχιαστικά ειρωνική όσο και γεμάτη αλήθεια παρατήρηση: όπως ακριβώς το δίκαιο στις πολιτισμένες χώρες προϋποθέτει πως η φωνή της συνείδησης λέει στον κάθε πολίτη «ου φονεύσεις» αν και μερικές φορές ο άνθρωπος έχει φονικές διαθέσεις και επιθυμίες, έτσι το δίκαιο στη χώρα του Χίτλερ απαιτούσε από τη φωνή της συνείδησης να λέει σε όλους «να φονεύσεις», αν και οι οργανωτές των σφαγών ήξεραν πολύ καλά ότι ο φόνος εναντιώνεται στις έμφυτες κλίσεις και επιθυμίες των περισσότερων ανθρώπων.[…]Πολλοί Γερμανοί και πολλοί Ναζί, θα πρέπει να ένοιωθαν τον πειρασμό να μη σκοτώσουν, να μη ληστέψουν, να μην αφήσουν τους πλησίον τους να θανατωθούν. Αλλά ένας Θεός ξέρει πως κατάφεραν να αντισταθούν στον πειρασμό τους» 9.

Στον πραγματικό φασισμό και ναζισμό στα στρατόπεδα συγκέντρωσης-εξόντωσης πολύ λίγοι ήσαν αυτοί που εξόντωναν ή βασάνιζαν από ιδεολογία.Οι περισσότεροι γίνονταν βασανιστές και δολοφόνοι από κομφορμισμό ή (και) καριερισμό: έκαναν απλώς την δουλειά τους, εκτελούσαν διαταγές -επιπλέον είχαν βρει διαφόρους τρόπους για να δικαιολογούν τον εαυτό τους: «δεν ήξερα», «απλώς εκτελούσα διαταγές»…

 Τον φασισμό δεν τον παράγουν τέρατα, αλλά ο Προκρούστης μιας πολύ βολικής συνταγής, ο ευνουχισμός της ηθικής επιταγής ώστε να συνταιριάζει με τον καριερισμό-κομφορμισμό του μικροαστού, ο τρόπος με τον οποίο ερμηνεύουν τις μεγάλες φιλοσοφίες και τα μεγάλα ηθικά συστήματα τα μικρά καθημερινά ανθρωπάκια, οι «φοβερά και τρομερά φυσιολογικοί» άνθρωποι της διπλανής πόρτας σύμφωνα με τα συμφέροντα και την μικρόνοια τους. Γι’ αυτό και παραμένει πάντα επικίνδυνος.

Βιβλιογραφικές αναφορές:

1. Για την πολιτική φιλοσοφία του Carl Schmitt, βλ. μεταξύ άλλων, Γιώργου Πάσχου, Κράτος δικαίου και Πολιτική, Πολιτειολογικές θεωρίες 1900 -1940, εκδ. ο Πολίτης, Αθήνα 1991, σ. 231, κ.ε.

2.  Ας μην πάει το μυαλό μας μόνο στον …Βάγκνερ. Και το Κιτς συνιστά μια αισθητικοποίηση της πολιτικής.

3.  Χάνα Άρρεντ, Ο ’Αιχμαν στην Ιερουσαλήμ: Μια έκθεση για την κοινοτοπία του κακού, μτφ. Βασίλης Τομάνας, εκδ. Νησίδες, σ. 26-28.

4.  Χάνα Άρρεντ, ό.π, σ. 215.

5. Μυρτώ Ρήγου, Εκδοχές του Νόμου, Kant, Sade, Kafka, εκδ. Πλέθρον, 2001, σ. 15.

6. Κώστας Ανδρουλιδακης, επιλεγόμενα, στο:  Ιμμανουέλ Καντ, Κριτική του πρακτικού λόγου, Εστία, μτφ., σχόλια επιλεγόμενα: Κώστας Ανδρουλιδακης, Αθήνα 2006,  σ. 262.

7.  Χάνα Άρρεντ, ό.π., σ. 111.

8.  Χάνα Άρρεντ, ό.π., σ. 111.

9. Χάνα Άρρεντ, ό.π, σ. 121.

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης: Τρεις τύποι κοινωνιών, τρεις αντιλήψεις του χρόνου

πηγή:  tvxs

ρολοι

Η τωρινή, παροντική, αγχωτική αίσθηση του χρόνου δεν υπήρξε “χρονικά” αμετάβλητη. Την προνεωτερική ‘’παραδοσιακή‘’ κοινωνία χαρακτήριζε η κυκλική, αντιστρεπτή αίσθηση του χρόνου ενώ στη νεωτερικότητα, ο χρόνος συνδέθηκε με τον ωροδείκτη και τον λεπτοδείκτη, μετατράπηκε σε αφαιρετικό, “άδειο” ομοιογενή χρόνο που μετριέται με το ρολόι και το ημερολόγιο.

Παραδοσιακή κοινωνία:

Στην παραδοσιακή κοινωνία κυρίαρχη μορφή οργάνωσης υπήρξε η κοινότητα. Χαρακτηριστικό της η εσωστρέφεια. Στην παραδοσιακή κοινωνία η επικοινωνία γινόταν κυρίως προφορικά. Όταν επικοινωνώ προφορικά βλέπω τον συν-ομιλητή μου στον ίδιο χώρο. Βρίσκομαι μαζί του στον ίδιο χρόνο. Στην παραδοσιακή -προφορική κοινωνία χώρος και χρόνος ταυτιζόταν.

Ο τύπος ανθρώπου που κυριαρχεί είναι ο «παραδοσιακά κατευθυνόμενος» άνθρωπος αυτός δηλαδή που θεωρεί σωστό να εξακολουθεί να πράττει ό,τι έπραττε ο πατέρας του και ο παππούς του.

Όσο και αν φαίνεται οξύμωρο, η παραδοσιακή κοινωνία, αγνοούσε την παράδοση ως έννοια, καθώς βρισκόταν ήδη εντός της1. Οι ορίζοντες του κόσμου της, οι ίδιες οι κοινωνικές συνθήκες έπειθαν τον παραδοσιακό άνθρωπο ότι το μέλλον θα είναι όμοιο με το παρόν. Για τον προνεωτερικό άνθρωπο η δοθείσα, προφανής, αναλλοίωτη φύση της θέσης του ανθρώπου, στην αλυσίδα της ύπαρξης2, υπέβαλλε την κατανόηση του κόσμου ως εκπλήρωση μιας θεϊκής πρόθεσης3.

Η περί χρόνου αντίληψη στις παραδοσιακές κοινωνίες ήταν η κυκλική: η ιστορία επαναλαμβάνεται. Στην παραδοσιακή κοινωνία ο χρόνος παρέμενε ’’αντιστρεπτός’’, ώστε να προσιδιάζει στον αγροτικό τρόπο παραγωγής, την επιστροφή του αγρότη στη γη σύμφωνα με τον ρυθμό των εποχών.

«Ο μεσαιωνικός χρόνος» -σύμφωνα με τον Jacques le Goff- είναι καταρχήν χρόνος της μακράς διάρκειας, χρόνος των αναμονών και της υπομονής, των καθυστερήσεων, της αντίστασης στην αλλαγή»4.Ο αγροτικός χρόνος είναι φυσικός χρόνος. Οι μεγάλες διαιρέσεις είναι η μέρα, η νύχτα και οι εποχές5. Διπλά στον αγροτικό χρόνο επιβάλλονται και άλλοι κοινωνικού χρόνοι: ο αρχοντικός και ο κληρικός. Ο αρχοντικός χρόνος είναι κατ’ αρχήν στρατιωτικός: «Ο στρατιωτικός χρόνος συνδέεται άμεσα με τον φυσικό χρόνο. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις δεν αρχίζουν πριν από το καλοκαίρι και τελειώνουν μαζί του. Μόλις περάσουν οι τρεις μήνες της στρατιωτικής υπηρεσίας τα φεουδαρχικά στρατεύματα διαλύονται»6. Ο μεσαιωνικός κλήρος κυρίως είναι ο κύριος των δεικτών του χρόνου. Οι καμπάνες σημαίνουν τον μεσαιωνικό χρόνο για «να μπορούν να πληροφορούν για την ώρα αλλά και να θυμίζουν στους ανθρώπους ότι είναι θνητοί και να φέρνουν στο μυαλό τους την ανάσταση νεκρών και την Έσχατη κρίση»7.

Νεωτερική κοινωνία και αφηρημένος χρόνος: Το ρολόι

Το δεύτερο παράδειγμα είναι οι νεωτερικές κοινωνίες. Στη νεωτερικότητα κυριαρχεί ο έντυπος γραπτός λόγος: το βιβλίο,η εφημερίδα. Γίνεται δυνατή η επικοινωνία με ανθρώπους που βρίσκονται σε άλλο τόπο και σε άλλο χρόνο, διασπάται δηλαδή η προηγούμενη -«παραδοσιακή»- ενότητα χώρου και χρόνου που οφειλόταν στην κατά κύριο λόγο προφορική επικοινωνία.

Η νεωτερική κοινωνία απαιτεί από τους ανθρώπους να είναι «συμβατοί» και «ομοιογενείς» ώστε να προσαρμόζονται στις απαιτήσεις της έντονης κοινωνικής κινητικότητας8. Η νεωτερικότητα έτσι αποτελούσε (και αποτελεί) και μια επιπεδοχώρα όπου «όλα τα πράγματα, παρουσιάζουν στο βλέμμα μας την ίδια σχεδόν εμφάνιση, δηλαδή μιας ευθείας γραμμής»9.

Η νεωτερικότητα είναι η εποχή του ρολογιού: και γύρω στα τέλη του 16ου αιώνα, οι περισσότερες αγγλικές ενορίες είχαν από ένα ρολόι που σήμαινε δυνατά τις ώρες. Κατά την δεκαετία του 1790 στη Δυτική Ευρώπη, τα ρολόγια χεριού και τοίχου ήταν πολύ διαδομένα και άρχισαν να τα θεωρούν περισσότερο αντικείμενα πρώτης ανάγκης παρά είδη πολυτελείας. Ένα ρολόι τοίχου ή χεριού δεν ήταν μόνο κάτι χρήσιμο αλλά και κάτι που έδινε κύρος στον κάτοχό του10. Με το ρολόι ο χρόνος μετριέται πλέον μέσω των διαστημάτων που διανύει ο δείκτης. Έτσι ολοκληρώνεται «η αντικατάσταση του «οργανικού» χρόνου της άμεσης εμπειρίας από τον αφηρημένο μαθηματικό χρόνο, που μετριόταν με τις μονάδες μιας βαθμονομημένης κλίμακας»11.

Προοδευτικά η νεωτερικότητα συνοδεύτηκε από μια νέα αντίληψη του χρόνου ως προόδου. Αν χαρακτηριστική της παραδοσιακής αντίληψης ήταν η αξεδιάλυτη συνύφανση παρελθόντος και μέλλοντος, στη νεώτερη κατανόηση του χρόνου παρελθόν, παρόν και μέλλον σαφώς διαχωρίζονται, ως τμήματα μιας διαδοχικής προοδευτικής ανέλιξης. Επιπλέον ο νέος ομοιογενής, άδειος χρόνος εννοήθηκε ως χρόνος πραγμάτων, εμπορευμάτων πού παράγονται ομοιόμορφα, σε σειρές. Το άδειασμα όμως του χρόνου (και του χώρου) από το νόημα πού είχαν στην παραδοσιακή κοινωνία βιώθηκε(και βιώνεται) ως διαδικασία βίαιη και καταστροφική του κοινωνικού δεσμού12 προκαλεί συναισθήματα ανασφάλειας και άγχους.

Μετανεωτερικός Χρόνος

Το τρίτο παράδειγμα κοινωνίας αφορά στη σύγχρονη, μετανεωτερική κοινωνία που αποτελεί συνέχεια και εμβάθυνση και επιτάχυνση της νεωτερικότητας, σε βαθμό εξαΰλωσης, όπου κάθε τι το σταθερό -όπως έλεγε κάποτε ο Μαρξ- «εξαχνώνεται». Σήμερα «κάθε επίτευγμα δεν είναι παρά ένα ωχρό αντίτυπο του πρωτοτύπου. Το «σήμερα» δεν είναι παρά ένα ατελέστατο προμήνυμα του αύριο, η υποδεέστερη, παραμορφωμένη αντανάκλαση του. Αυτό που συμβαίνει ακυρώνεται προκαταβολικά από αυτό που θα συμβεί»13. Ό,τι χαρακτηρίζει τη σύγχρονη εποχή -γράφει ο Z. Bauman- είναι η «αδυνατότητα να παραμείνεις στη θέση σου». Δεν επιλέγεις να είσαι σε κίνηση. «Τίθεσαι σε κίνηση[…] Το να είσαι διαρκώς σε κίνηση σημαίνει να μην ανήκεις πουθενά»14. Την εποχή μας την χαρακτηρίζει η παροντική αίσθηση του χρόνου και η κοινωνική αμνησία. «Έχουμε πια να κάνουμε με ένα παρελθόν λησμονημένο η υπερβολικά μνημονευόμενο, μ’ ένα μέλλον που είτε έχει σχεδόν εξαφανιστεί από τον ορίζοντα ή είναι πρώτα και κύρια απειλητικό, μ’ ένα παρόν που είτε αναλώνεται αδιάκοπα στην αμεσότητα της στιγμής ή είναι σχεδόν στατικό κι ατέρμονο, σχεδόν αιώνιο»15.

H πρόσφατη ταινία «Σε Λάθος Χρόνο»16 (Locke, 2013, σκηνοθεσία–σενάριο Στίβεν Νάιτ) αναδεικνύει την τωρινή αίσθηση του εξατμιζόμενου χρόνου. Κάποιος ξεκινά με μια δουλειά και οικογένεια και στο τέλος του ταξιδιού δεν του έχει μείνει τίποτα -κι όλα αυτά σε «πραγματικό χρόνο». Ένας επιβλέπων μηχανικός οδηγεί το αυτοκίνητο του και ταυτόχρονα απαντά σε τηλεφωνικές κλήσεις και τηλεφωνεί: είναι πατέρας δυο παιδιών, είναι βράδυ, παραμονή ενός σημαντικού ματς, τα παιδιά του τον περιμένουν μαζί με την γυναίκα του για να δουν την αγαπημένη του ομάδα αλλά αυτός δεν μπορεί να είναι μαζί τους. Πηγαίνει σε άλλη πόλη, όπου θα γεννήσει το… παιδί του μια άλλη γυναίκα με την όποια έκανε έρωτα μόνο μια φορά. Ταυτόχρονα θα χάσει την δουλειά του.

Την άλλη μέρα πρόκειται να γίνει μια μεγάλη ροή σκυροδέματος για να μπουν τα θεμέλια ενός ουρανοξύστη και αυτός δεν θα είναι εκεί, θα δίνει τηλεφωνικά οδηγίες στον μισομεθυσμένο βοηθό του, το αφεντικό του θα τον απολύσει κατόπιν οδηγιών των μεγάλων αφεντικών από το Σικάγο ενώ η γυναίκα του -στην όποια θα έχει πει τα ..νέα- ξερνά ακατάπαυστα στην τουαλέτα και του λέει να μην ξαναπατήσει σπίτι, ενώ, η άλλη γυναίκα του λέει να κάνει γρήγορα για να την προλάβει στην γέννα -αλλά δεν μπορεί να υπερβεί το όριο ταχύτητας-, τα παιδιά του λένε για τα γκολ και παραπονούνται που δεν είναι μαζί τους να δει το ματς, ενώ ο ίδιος μιλά με το φάντασμα του πατέρα του. Ο πατέρας του δεν τον είχε αναγνωρίσει όταν είχε γεννηθεί κι αυτός τώρα τρέχει να φτιάξει τα πράγματα και να επανορθώσει: είναι εργοδηγός, μηχανικός σκυροδέματος σε μια ρευστή -εν κινήσει- υπερνεωτερικότητα.

Μοναχικός σα λύκος εν μέσω μιας σολιψιστικής φευγαλέας πραγματικότητας που την βλέπει να τρεμοσβήνει όπως τα φωτά των άλλων αυτοκίνητων ενώ είναι εν κινήσει, ενώ τα φαντάσματα του Υπερεγώ τον καλούν επιτακτικά να φτιάξει τα πράγματα, να θέσει θεμέλια από μπετόν. Μια ταινία για τους εαυτούς μας σήμερα,στην ρευστή υπερνεωτερικότητα. «Όταν ξεκίνησα πριν δυο ώρες –μονολογεί στο τέλος ο μοναδικός ηθοποιός της ταινίας– είχα σπίτι, δουλεία και οικογένεια τώρα έχω μόνο τον εαυτό μου και το αμάξι» και τον ρευστό χρόνο του παρόντος.

ariadni

Ο Πέτρος Θεοδωρίδης είναι συγγραφέας-δοκιμιογράφος.

Κατεβάστε ελεύθερα την τελευταία του συλλογή «Ακόμα και η Αριάδνη ήταν ψέμα» ή διαβάστε την online

12857_541646669195059_1409438088_n

————————————

1 Βλ Eric Hobsbawm: Introduction: Inventing Tradition in Eric Hobsbawm and Terence Ranger [ed] The Invention of Tradition, Cambridge University Press London (1983) 1984 p. 2.

2 Για την αντίληψη της αλυσίδας της ύπαρξης που ήταν κυρίαρχη στη μεσαιωνική δύση βλ. το περίφημο Α. Lovejoy, The Great chain of being, Cambridge, Harvard University Press(1936) 1964.

3 Ζygmunt Bauman, Η Μετανωτερικότητα και τα δεινά της, μτφ. Γιώργος Ίκαρος Μπαμπασάκης, εκδ. Ψυχογιός, Αθήνα 1992, σ. 230.

4 Jacques le Goff, Ο πολιτισμός της μεσαιωνικής δύσης, μτφ. Ρίκα Μπενβενίστε, Θεσσαλονίκη, Βάνιας 1993, σ. 248.

5 Jacques le Goff, Ο πολιτισμός. ό.π, σ. 248-249.

6 Jacques le Goff, Ο πολιτισμός ό.π σ 253, 254.

7 Ε.π. Τόμσον, Χρόνος εργασιακή πειθαρχία και βιομηχανικός καπιταλισμός, μτφ. Βασίλης Τομανάς, εκδ. Νησίδες, 1994 σ. 16,17.

8 Εrnest Gellner, Nations and Nationalism, Basil Blackwell, Oxford (1983) 1988 p 63, κ.ε.

9 Εντουιν Αμποτ, η Επιπεδοχώρα, Μυθιστορία πολλών διαστάσεων, εκδ. μτφ Τάσος Δαρβέρης, εκδ. Επιλογή, σ. 39.

10 Ε.π. Τόμσον, Χρόνος εργασιακή πειθαρχία και βιομηχανικός καπιταλισμός… μτφ. Βασίλης Τομάνας, εκδ. Νησίδες, 1994, σ. 25.

11 αναφέρεται στο Θόδωρος Κουτσούμπος, ο.π, σ 139.

12 βλ σχετικά Πέτρου Θεοδωρίδη, Οι μεταμορφώσεις της ταυτότητας, έθνος νεωτερικότητα και εθνικιστικός λόγος, Αντιγόνη 2004, εισαγωγή.

13 Z Bauman, η Μετανεωτερικότητα και τα δεινά της σ 140-141.

14 Z Bauman, η Μετανεωτερικότητα και τα δεινά της σ 141,153.

15 Francois Hartog Καθεστώτα Ιστορικότητας, Παροντισμός και εμπειρίες του χρόνου (2003) μτφ. Δημήτρης Κουσουρής, εκδ. Αλεξάνδρεια, 2014, σ. 33.

16 βλ Γιώργος Ρούσσος Ο Τομ Χάρντι οδηγεί μόνος και «Σε Λάθος Χρόνο», tvxs.gr, 28/07/2014.

  

Αρέσει σε %d bloggers: