Ευσταθίου Λιανού Λιάντη, Με αφορμή τις πρόσφατες εγκλήσεις σε δημόσια πρόσωπα επί «αθεΐα»: Ομολογημένη πίστη, ανομολόγητες προθέσεις

πηγή: ΕΝΘΕΜΑΤΑ

Λέγουσι γαρ, και ου ποιούσι

Κατά Ματθαίον 23,3

Σε μια επιστολή προς τον Απόλλωνα Μάικωφ ο Ντοστογιέφσκυ έγραφε ότι στο τελευταίο του έργο, τον Ηλίθιο, προσπάθησε να επικεντρώσει σε ένα ερώτημα: στο ερώτημα «με το οποίο βασανίστηκα, συνειδητά ή ασυνείδητα, όλη μου τη ζωή· κι αυτό είναι η ύπαρξη του Θεού». Αυτές οι λέξεις βγήκαν από τη γραφίδα του ίδιου ανθρώπου που διεκήρυττε ότι αν κάποιος του αποδείκνυε ότι ο Χριστός ήταν ψέμα, αυτός θα διάλεγε τον Χριστό και όχι την αλήθεια. Η κραταιά θέση της πίστης κλονίζεται και στην καρδιά των πιο πιστών, κι αυτή είναι παράμετρος της ελεύθερης προαίρεσης, της ιδιότητας που ο χριστιανικός Θεός αποδίδει ως βασικό χαρακτηριστικό στον άνθρωπο. Ο Ιησούς είπε «εγώ ειμί η οδός και η αλήθεια», αλλά συμπλήρωσε: «όστις θέλει οπίσω μου ελθείν». Στη χριστιανική διδασκαλία δεν μπορεί να υπάρξει καταναγκαστική πίστη, γιατί αυτό, ακριβώς, θα ακύρωνε την ουσία της, τη συνειδητή και ελεύθερη αποδοχή του σωτηριολογικού της μηνύματος. Ο άνθρωπος θεώνεται, καθίσταται δηλαδή ομόθεος, εκκινώντας από τη δική του ελεύθερη βούληση.

Γιατί όμως ζητείται από κάποιον να ομολογήσει την πίστη του; Η ομολογία της ορθοδοξίας ενός προσώπου έχει εφαρμογή στον μυστηριακό χώρο της Εκκλησίας. Η πρώτη τάξη «ομολογητών» είναι ο βαπτιζόμενος και ο ανάδοχός του, κυρώνοντας ότι το νεοεισερχόμενο μέλος έχει (ή θα έχει) συνείδηση της νέας του πίστης. Επίσης, τη servabo fidem ομολογία δίνουν οι χριστιανοί που επιθυμούν τη θέση του λειτουργού και διδασκάλου στο εκκλησιαστικό σώμα· ο επίσκοπος δηλώνει κατά τη χειροτονία του ότι θα δρα σύμφωνα με τις δογματικές αρχές, που θέσπισαν οι Οικουμενικές Σύνοδοι. Η Εκκλησία δεν αιτείται τη διακήρυξη από τον οποιονδήποτε, αλλά μόνον από αυτόν που προσέρχεται με την επιθυμία να καταστεί μέλος της και κοινωνός της αγιαστικής της χάρης ή λειτουργός και κήρυκας του μηνύματός της.

Στη βυζαντινή πολιτεία η αυτοκρατορική εξουσία χρησιμοποιούσε ως ιδεολογική της υπόσταση την ορθοδοξία του δόγματος. Το δόγμα παρουσιαζόταν ως βάση της κρατικής νομολογίας, καθότι η γήινη τάξη όφειλε να είναι εικόνα της ουράνιας, με τον αυτοκράτορα ως κέντρο της, ενώ ο υπήκοος της Οικουμενικής Αυτοκρατορίας ταυτιζόταν με τον ορθόδοξο χριστιανό. Η δογματική παρέκκλιση του αυτοκράτορα σήμαινε την αλλαγή του επίσημου δόγματος του κράτους, όπως συνέβη στους χρόνους των Αρειανιστών και Εικονομάχων ηγεμόνων. Μολοντούτο, ακόμη και στη βυζαντινή περίοδο η Εκκλησία δεν ζητούσε την ομολογία πίστεως της κοσμικής αρχής αλλά η δεύτερη απαιτούσε να εμφανίζεται ως φορέας και τύπος της ορθότητάς της. Η πρώτη ενότητα του Ιουστινιάνειου Κώδικα αναφέρεται «στην καθολική πίστη, την οποία κανείς δεν πρέπει να τολμά να αμφισβητεί δημόσια», ενώ ο Κωνσταντίνος Πορφυρογέννητος στο Περί της βασιλείου τάξεως έργο του γράφει, ότι τα πράγματα του κράτους πρέπει να ομοιάζουν «του δημιουργού την περί τόδε το παν αρμονίαν και κίνησιν».

Η λήξη του ιστορικού πειράματος της Χριστιανικής Αυτοκρατορίας στην Ανατολή επανακαθόρισε καίρια τη στάση της Εκκλησίας έναντι της κοσμικής εξουσίας· διαχώρισε τυπολογικά το βασίλειο του πνεύματος από το βασίλειο του καίσαρος. Γιατί έξω από τη ροή του γίγνεσθαι ποτέ δεν ενώθηκαν.

Οι εμφανιζόμενες ως επιβιώσεις του βυζαντινού τύπου συναλληλίας είναι στην πραγματικότητα κακέκτυπα, που αναπαράγονται από δεσποτικά καθεστώτα, προκειμένου να μεταμφιέσουν την απολυταρχία τους. Ο Φράνκο εφηύρε τον τίτλο του Caudillo de España por la Gloria di Dios, και εφάρμοσε τον αντιχριστιανικό φασισμό, προσποιούμενος τον ευσεβή καθολικό. Το αυτό, περίπου, έκαναν και όλοι οι λατινοαμερικανοί δικτάτορες. Ενώ επέτρεπαν την αποικιακή εκμετάλλευση των χωρών τους και την εξαθλίωση των πολιτών, ταυτόχρονα διασάλπιζαν τη χριστιανική τους ευλάβεια. «Ου πας ο λέγων μοι Κύριε Κύριε, εισελεύσεται εις την βασιλείαν των ουρανών, αλλ᾿ ο ποιών το θέλημα του πατρός μου». Αυτή είναι η απάντηση σε όποιον επικαλείται τη χριστιανικότητά του προκειμένου να θηρεύει την εγκόσμια δόξα, μιας και κάθε δέντρο κρίνεται από τον καρπό του.

Στον δημόσιο χώρο υπάρχουν δύο ειδών ομολογίες πίστης· αυτή των ομολογητών μαρτύρων ενώπιον της κοσμικής εξουσίας, που τους οδηγεί συνειδητά στον θάνατο, και η ψευδ-ομολογία που γίνεται ανέξοδα με σκοπό τον έπαινο των ανθρώπων. Ο Φαρισαίος της γνωστής παραβολής αυτοδικαιώνεται μπροστά στο ιερό του ναού, ενώ η υπερήφανη προσευχετική του διακήρυξη τον αποκόπτει αντί να τον ενώνει με τον Θεό. Αυτός και οι μιμητές του είναι έμπρακτα άθεοι, ενώ όσοι αμφιβάλλουν για την πορεία προς τον Θεό βρίσκονται στην αρχή του μονοπατιού, που πολλοί θρησκευόμενοι έχουν χάσει. Ως κατακλείδα –και με αφορμή τις πρόσφατες εγκλήσεις στον πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ να «ομολογήσει» αν είναι άθεος– θυμάμαι τον Πεσσόα: «Και η απουσία θεού, θεός είναι».

———————————-

Ο Στάθης Λιανός Λιάντης είναι θεολόγος και επιμελητής εκδόσεων

 

http://enthemata.wordpress.com/2014/01/26/liantis-2/

Ζύγκμουντ Μπάουμαν, Ευρώπη: το διαζύγιο εξουσίας και πολιτικής

Πηγή: ΕΝΘΕΜΑΤΑ

14515

Η διάγνωση για την ασθένεια που οδήγησε την Ευρωπαϊκή Ένωση στην εντατική έχει γίνει επιτυχώς: «δημοκρατικό έλλειμμα». Μάλιστα, κοντεύει να καταντήσει κοινός τόπος, αφού θεωρείται δεδομένη, και σχεδόν κανένας δεν την αμφισβητεί σοβαρά. Κάποιοι  αναλυτές αποδίδουν την ασθένεια σε κάποιο εκ γενετής ελάττωμα του οργανισμού, άλλοι αναζητούν φορείς της νόσου ανάμεσα στα μέλη του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και αυτά που εκπροσωπούν· κάποιοι πιστεύουν ότι η νόσος έχει φτάσει στο τελικό στάδιο και κατέστη πλέον ανίατη, ενώ άλλοι διατηρούν την πεποίθηση ότι μια τολμηρή χειρουργική επέμβαση μπορεί να σώσει τον ασθενή. Ωστόσο, σχεδόν κανένας δεν αμφισβητεί τη διάγνωση. Όλοι, ή περίπου όλοι, συμφωνούν ότι οι ρίζες της ασθένειας βρίσκονται στη διάρρηξη της επικοινωνίας ανάμεσα στους πολιτικούς ιθύνοντες (εκείνους που χαράσσουν πολιτική στις Βρυξέλες και/ή τους πολιτικούς του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου) που δίνουν τον ρυθμό, και στον λαό ο οποίος καλείται να χορέψει σ’ αυτά τα βήματα, χωρίς να έχει ερωτηθεί ή συναινέσει.

Τουλάχιστον δεν υπάρχει έλλειμμα επιχειρημάτων για να υποστηριχθεί η διάγνωση, το «έλλειμμα δημοκρατίας» δηλαδή, στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η κατάσταση της Ένωσης, χωρίς αμφιβολία, απαιτεί εντατική φροντίδα: το μέλλον της –ακόμα και η ίδια η πιθανότητα επιβίωσής της– είναι αμφίβολο. Μια τέτοια κατάσταση ονομαζόταν, από τις απαρχές της ιατρικής πρακτικής «κρίση». Ο όρος επινοήθηκε για να δηλώσει ακριβώς μια τέτοια στιγμή, στην οποία ο γιατρός είναι αναγκαίο να αποφασίσει επειγόντως σε ποιο συνδυασμό γνωστών και διαθέσιμων ιατρικών μέσων θα καταφύγει, προκειμένου να αρχίσει να αναρρώνει ο ασθενής. Όταν μιλάμε για κρίση οποιασδήποτε φύσης, συμπεριλαμβανομένης της οικονομικής, εκφράζουμε αφενός το αίσθημα της αβεβαιότητας, της άγνοιάς μας για την τροπή που θα πάρουν τα πράγματα — και, δευτερευόντως, την ανάγκη παρέμβασης: να επιλέξουμε τα σωστά μέτρα και να αποφασίσουμε να τα εφαρμόσουμε τάχιστα. Χαρακτηρίζοντας μια κατάσταση «κρίσιμη», εννοούμε ακριβώς αυτό: τον συνδυασμό της διάγνωσης και το κάλεσμα για δράση. Υπάρχει, βέβαια, μια εγγενής αντίφαση σε μια τέτοια ιδέα: σε κάθε περίπτωση, η είσοδος σε μια κατάσταση αβεβαιότητας και άγνοιας αποτελεί αρνητικό παράγοντα, όσον αφορά τη δυνατότητά μας να επιλέξουμε τα κατάλληλα μέτρα και να οδηγήσουμε τις υποθέσεις μας στην επιθυμητή κατεύθυνση.

***

H παρούσα κρίση διαφέρει από τα ιστορικά προηγούμενα της, στον βαθμό που βιώνεται ως ένα διαζύγιο μεταξύ εξουσίας και πολιτικής. Συνέπεια του διαζυγίου είναι η απουσία ενός οργανισμού που να μπορεί να κάνει εκείνο το οποίο απαιτεί εξ ορισμού κάθε «κρίση»: να επιλέξει τον δρόμο και τη θεραπεία που θα ακολουθήσει. Η απουσία αυτή, όπως φαίνεται, θα συνεχίσει να λειτουργεί παραλυτικά στην αναζήτηση μιας βιώσιμης λύσης, ώστε εξουσία και πολιτική να έλθουν ξανά σε γάμο. Ωστόσο, υπό τις συνθήκες της παγκόσμιας αλληλεξάρτησης το ενδεχόμενο ενός τέτοιου νέου γάμου δεν μοιάζει διόλου πιθανό στο εσωτερικό ενός κράτους, όσο μεγάλο και ισχυρό κι αν είναι αυτό. Ούτε και μέσα σε μια ένωση κρατών, αφού η εξουσία είναι ελεύθερη να εγκαταλείψει κατά βούληση και άνευ προειδοποιήσεως κάθε επικράτεια που την ελέγχουν πολιτικές οντότητες υπό τα φαντάσματα των μετα-βεστφαλιανών ψευδαισθήσεων. Μοιάζει τώρα να αντιμετωπίζουμε το τρομερό αλλά επιτακτικό καθήκον της ισχυροποίησης της πολιτικής και των θεσμών της σε παγκόσμιο επίπεδο. Όλες οι πιέσεις, από τις απολύτως γήινες μέχρι τις υψιπετείς φιλοσοφικές, είτε πηγάζουν από τα συμφέροντα της επιβίωσης είτε υπαγορεύονται από ηθικό καθήκον, τείνουν σήμερα προς την ίδια κατεύθυνση — παρότι έχουμε προχωρήσει πολύ λίγο προς τα εκεί. Στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενός πανδοχείου στα μισά αυτού του δρόμου, τούτες οι πιέσεις μοιάζουν πιο σοβαρές και πιο οδυνηρές από ό,τι σε άλλες περιοχές του παγκοσμιοποιημένου πλανήτη.

Το δημοκρατικό έλλειμμα δεν αποτελεί, με κανέναν τρόπο, ζήτημα που αφορά αποκλειστικά την Ευρωπαϊκή Ένωση. Κάθε δημοκρατικό κράτος, κάθε πολιτικό σώμα που έχει στόχο –ή διατείνεται ότι έχει– την πλήρη κυριαρχία στην επικράτειά του, εν ονόματι των πολιτών του και όχι της βούλησης ενός μακιαβελικού Ηγεμόνα ή σμιτιανού Führer, υπόκειται σήμερα σε μια διπλή δέσμευση: εκτίθεται στις πιέσεις εξωτερικών από την πολιτική δυνάμεων, αδιαπέραστων από την πολιτική βούληση και τις απαιτήσεις της ιδιότητας του πολίτη, στις οποίες δεν μπορεί ούτε στο ελάχιστο να ανταποκριθεί, λόγω του χρόνιου ελλείμματος εξουσίας. Με την εξουσία και την πολιτική να υπακούουν σε διαχωρισμένες και ανεξάρτητες μεταξύ τους ομάδες συμφερόντων, με τις κυβερνήσεις να βολοδέρνουν μεταξύ δύο πιέσεων που είναι αδύνατον να συμβιβαστούν, η εμπιστοσύνη στην ικανότητα και τη βούληση του πολιτικού κατεστημένου να εκπληρώσει τις υποσχέσεις του ξεθωριάζει γρήγορα — ενώ η επικοινωνία μεταξύ των κυρίαρχων ελίτ και του πλήθους έχει διαρραγεί πλήρως. Ολοένα και περισσότερο, στις εκλογές, την ψήφο την καθορίζει η απογοήτευση για τις ελπίδες του παρελθόντος, ελπίδες που είχαν επενδυθεί στους νυν κυβερνώντες. Αυτή η απογοήτευση των εκλογέων έχει τον πρώτο λόγο, και όχι η προτίμησή τους για μια συγκεκριμένη πολιτική ή η αφοσίωσή τους σε μια ιδεολογία.

Υπάρχει και κάτι άλλο που πρέπει να αναλογιστούμε, στο οποίο πρέπει να επικεντρώσουμε τη σκέψη και τη δράση μας. Είτε το γνωρίζουμε είτε όχι, ακούσια ή εκούσια, η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι σήμερα ένα εργαστήριο (αν όχι το μοναδικό, τότε σίγουρα ένα από τα πιο προηγμένα σε διεθνώς), στο οποίο σχεδιάζονται, ερευνώνται και τεστάρονται τρόποι αντιμετώπισης των αποτελεσμάτων που παράγει ο παρών διαχωρισμός εξουσίας και πολιτικής. Αυτή είναι, αναμφισβήτητα, η πιο σημαντική και αποτελεσματική εισφορά της Ευρώπης στις προοπτικές του πλανήτη· στην πραγματικότητα, στην επιβίωσή του. Το παρόν δίλημμα της Ευρώπης προδιαγράφει τις προκλήσεις που το υπόλοιπο του πλανήτη –το σύνολο του πλανήτη, όλοι οι κάτοικοί του– είναι βέβαιο ότι, αργά ή γρήγορα, θα νιώσει από πρώτο χέρι, θα αντιμετωπίσει και θα ζήσει. Οι πόνοι που νιώθουμε λοιπόν σήμερα, μπορεί να αποδειχθεί ότι είναι οι ωδίνες του τοκετού που θα γεννήσει μια ανθρωπότητα η οποία θα ζει εν ειρήνη με τον εαυτό της, βγάζοντας τα κατάλληλα συμπεράσματα από τις απαιτήσεις τής –αμετάκλητα παγκοσμιοποιημένης– συνθήκης της. Αυτό που σήμερα αισθανόμαστε σαν το αφόρητα οδυνηρό σφίξιμο μιας μέγγενης μπορεί να αποδειχθεί, εκ των υστέρων, ότι ήταν ο σοβαρός αλλά παροδικός πόνος που προξενεί μια δαγκάνα που μας αρπάζει από την επικείμενη καταστροφή και μας σώζει.

μετάφραση: Στρ. Μπουλαλάκης

[Το άρθρο του Zygmunt Bauman, «Εurope is trapped between power and politics», δημοσιεύθηκε στο Social Europe Journal, στις 14.5.2013. Εδώ δημοσιεύονται αποσπάσματα].

http://enthemata.wordpress.com/2013/12/28/zba/

Ζύγκμουντ Μπάουμαν, Ρευστή επιτήρηση: Μη επανδρωμένα αεροσκάφη και social media

14515πηγή: ΕΝΘΕΜΑΤΑ

μετάφραση: Δημήτρης Ιωάννου

Σε ένα παλαιότερο άρθρο μου, στο ηλεκτρονικό περιοδικό  Social Europe, στις 28.6.2011  εξέταζα από κοινού δύο φαινομενικά ασύνδετες μεταξύ τους ειδήσεις, που δημοσιεύτηκαν την ίδια ημέρα, στις 19 Ιουνίου 2011. Καμία  τους δεν έγινε πρωτοσέλιδο και θα μπορούσαν κάλλιστα να έχουν διαφύγει της προσοχής, στο καθημερινό «τσουνάμι πληροφοριών»: δύο μικρές σταγόνες σε μια πλημμύρα ειδήσεων που υποτίθεται ότι μας διαφωτίζουν, αποσαφηνίζοντας τι συμβαίνει, αλλά τελικά συσκοτίζουν και αποχαυνώνουν το βλέμμα μας. Το πρώτο δημοσίευμα, που υπέγραφαν η Ελίζαμπεθ Μπουμίλερ και ο Τομ Σάνκερ, αφορούσε την εντυπωσιακή αύξηση  των μη επανδρωμένων αεροσκαφών (drones), που έχουν φτάσει να είναι μικρά σαν λιβελούλες ή κολιμπρί που κουρνιάζουν σε ηλιόλουστα περβάζια· σε κάθε περίπτωση, είναι σχεδιασμένα, κατά τη γλαφυρή έκφραση του αεροναυπηγού Γκρεγκ Πάρκερ, «για να κρύβονται σε κοινή θέα». Το δεύτερο δημοσίευμα, του Μπράιν Στέλτερ, ανακήρυττε το διαδίκτυο ως «τον τόπο όπου πεθαίνει η ανωνυμία». Το μήνυμα ήταν κοινό: αμφότερα τα κείμενα προοιωνίζονταν το τέλος της αορατότητας και της αυτονομίας, των δύο καθοριστικών χαρακτηριστικών της ιδιωτικότητας – παρότι γράφτηκαν ανεξάρτητα το ένα από το άλλο.

Τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη που επιτελούν κατασκοπευτικές και βομβαρδιστικές αποστολές, όπως οι διαβόητοι «Θηρευτές» -Predators («πάνω από 1.900 αντάρτες στις περιοχές όπου ζουν οι φυλές του Πακιστάν έχουν σκοτωθεί από αμερικανικές μη επανδρωμένες αποστολές από το 2006»), θα συρρικνωθούν σύντομα στο μέγεθος πτηνού ή, ακόμα καλύτερα, εντόμου. (Την κίνηση των φτερών των εντόμων θεωρείται πολύ ευκολότερο να τη μιμηθεί η τεχνολογία, σε σχέση με τις  κινήσεις των πτηνών. Σύμφωνα με τον επισμηναγό Μάικλ Άντερσον, που κάνει το διδακτορικό του στην προωθημένη ναυπηγική τεχνολογία, οι εξαιρετικές αεροδυναμικές επιδόσεις του γερακόσκορου,[1] ενός εντόμου γνωστού για την ικανότητά του να αιωρείται, είναι ο στόχος του σημερινού σχεδιαστικού οργασμού, που είναι σίγουρο ότι σύντομα θα δώσει αποτελέσματα, αφήνοντας πολύ πίσω αυτά που «μπορούν να κάνουν τα αδέξια αεροσκάφη μας»).

Τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη της νέας γενιάς θα είναι αόρατα, τη στιγμή που θα καθιστούν τα πάντα γύρω τους ορατά· θα είναι ακαταμάχητα ,τη στιγμή που θα κάνουν τα πάντα γύρω τους ευάλωτα. Με τα λόγια του Πήτερ Μπέικερ, καθηγητή ηθικής στη Ναυτική Ακαδημία των ΗΠΑ, αυτά τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη θα οδηγήσουν τον πόλεμο στη «μετα-ηρωική εποχή». Επίσης, σύμφωνα με άλλους μελετητές της στρατιωτικής ηθικής, θα μεγαλώσουν κι άλλο το τεράστιο «χάσμα ανάμεσα στο αμερικανικό κοινό και τους πολέμους του». Θα σημάνουν, με άλλα λόγια, ένα ακόμη άλμα (το δεύτερο μετά την αντικατάσταση των κληρωτών από επαγγελματίες στρατιώτες) προς την απόλυτη αορατότητα του πολέμου σε σχέση με το έθνος στο όνομα του οποίου διεξάγεται (καθώς δεν θα κινδυνεύουν ζωές από τον πληθυσμό του). Κι έτσι, ο πόλεμος  θα είναι πολύ πιο εύκολος –και πολύ πιο ελκυστικός– ως επιλογή, χάρη στην ολοκληρωτική σχεδόν απουσία παράπλευρων απωλειών και πολιτικού κόστους.

Τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη της επόμενης γενιάς θα βλέπουν τα πάντα, ενώ θα παραμένουν με άνεση αόρατα  – κυριολεκτικά αλλά και μεταφορικά. Δεν θα υπάρχει  κανένα καταφύγιο, για να αποφύγει κανείς την παρακολούθηση. Ακόμη και οι υπεύθυνοι για τις αποστολές των μη επανδρωμένων αεροσκαφών τεχνικοί θα απολέσουν  τον έλεγχο επί των κινήσεών τους κι έτσι δεν θα μπορούν –όσο ισχυρές πιέσεις κι αν δεχτούν–, να εξαιρέσουν οτιδήποτε από την ενδεχόμενη παρακολούθηση: τα νέα βελτιωμένα μη επανδρωμένα αεροσκάφη θα είναι προγραμματισμένα να πετούν μόνα τους, να ακολουθούν δρομολόγια της επιλογής τους, σε χρόνους της επιλογής τους. Δεν υπάρχει όριο στις πληροφορίες που θα παρέχουν μόλις τεθούν σε λειτουργία στους προβλεπόμενους αριθμούς.

Ωστόσο, αυτή ακριβώς η πτυχή της νέας τεχνολογίας κατασκοπείας και επιτήρησης, η ικανότητά της δηλαδή να δρα από απόσταση και αυτόνομα, είναι που ανησυχεί περισσότερο τους σχεδιαστές της, και συνακόλουθα και τους δύο δημοσιογράφους που μεταφέρουν αυτούς τους προβληματισμούς: ένα «τσουνάμι δεδομένων», που ήδη κατακλύζει το αρχηγείο της Αμερικανικής Πολεμικής Αεροπορίας, απειλεί να εξαντλήσει τις δυνάμεις του προσωπικού που προσπαθεί να το αφομοιώσει και να το επεξεργαστεί, και κατά συνέπεια απειλεί να ξεφύγει από τον έλεγχό του (ή και οποιουδήποτε άλλου). Μετά την 11η Σεπτεμβρίου, ο αριθμός των ωρών που χρειάζονται οι αρμόδιοι υπάλληλοι της Πολεμικής Αεροπορίας για να ανακυκλώσουν τις πληροφορίες που τους παρέχονται από τις μη επανδρωμένες πτήσεις αυξήθηκε κατά 3.100% –και, κάθε μέρα, άλλες 1.500 ώρες βιντεοσκοπημένου υλικού  προστίθενται στον όγκο των πληροφοριών που διαγκωνίζονται για επεξεργασία. Μόλις η  σημερινή περιορισμένη οπτική των αισθητήρων – σαν μέσα από καλαμάκι αναψυκτικού– των μη επανδρωμένων αεροσκαφών αντικατασταθεί από το «Βλέμμα της Γοργόνας» που θα μπορεί μεμιάς να αγκαλιάσει μιαν ολόκληρη πόλη (πρόκειται για εξέλιξη που επίκειται στο άμεσο μέλλον),[2] θα απαιτούνται 2.000 αναλυτές για την επεξεργασία των δεδομένων μιας μόνο μη επανδρωμένης πτήσης, αντί για τους μόλις δεκαεννέα αναλυτές που κάνουν την ίδια δουλειά σήμερα.

Κανείς δεν μπορεί να ξέρει με σιγουριά εάν ή πότε ένα «κολιμπρί» θα προσγειωθεί στο  περβάζι του. Αλλά όσον αφορά το «τέλος της ανωνυμίας» που ευγενικά μας προσφέρει το διαδίκτυο, το ζήτημα τίθεται κάπως διαφορετικά: εκεί συναινούμε εθελουσίως στον σφαγιασμό του δικαιώματός μας στην ιδιωτικότητα. Ίσως, απλώς συγκατανεύουμε στην απώλεια της ιδιωτικότητάς μας γιατί τη θεωρούμε λογικό αντίτιμο για τα θαύματα που μας προσφέρονται ως αντάλλαγμα.  Ίσως, πάλι, η πίεση να οδηγήσουμε στο σφαγείο την προσωπική μας αυτονομία είναι τόσο συντριπτική, τόσο κοντινή στην κατάσταση ενός κοπαδιού προβάτων, που μόνο μια σπάνια, εξαιρετικά ανυπότακτη, τολμηρή, εριστική και αποφασιστική βούληση θα ήταν ικανή να προσπαθήσει  να της αντισταθεί. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, ωστόσο, μας προσφέρεται, τουλάχιστον κατ’ όνομα, μια επιλογή, όπως και η επίφαση τουλάχιστον μιας διμερούς σύμβασης, καθώς και το τυπικό τουλάχιστον δικαίωμα διαμαρτυρίας ή και άσκησης αγωγής σε περίπτωση που η σύμβαση αυτή παραβιαστεί: κάτι που δεν παρέχεται ποτέ στην περίπτωση των μη επανδρωμένων πτήσεων. Όπως όμως και να ‘χει, από τη στιγμή που μπαίνουμε στο διαδίκτυο, παραδινόμαστε στη μοίρα.

Ποιο συμπέρασμα μπορεί να εξαχθεί από τη συνάντηση αυτή μεταξύ των χειριστών των μη επανδρωμένων αεροσκαφών και των διαχειριστών του Facebook, που, ενώ δουλεύουν με φαινομενικά αντίθετους σκοπούς και κινητοποιούνται από φαινομενικά αντίθετα κίνητρα, συνεργάζονται ωστόσο στενά, αποφασιστικά και άκρως αποτελεσματικά για την επίτευξη, τη διατήρηση και την επέκταση αυτού που τόσο πετυχημένα έχει ονομαστεί «κοινωνική διαλογή»;

Πιστεύω πως το πλέον αξιοσημείωτο χαρακτηριστικό της σημερινής εκδοχής της επιτήρησης είναι πως έχει, κατά κάποιον τρόπο, καταφέρει να αναγκάσει ή να δελεάσει αντίθετες δυνάμεις να συνεργάζονται αρμονικά, υπηρετώντας από κοινού την ίδια πραγματικότητα. Απ’ τη μια, το παλιό στρατήγημα του πανοπτισμού («Ποτέ δεν πρέπει να ξέρεις πότε παρακολουθείται το σώμα σου, ώστε στο μυαλό σου να είσαι διαρκώς υπό παρακολούθηση»), σταδιακά αλλά επίμονα και από ό,τι φαίνεται ακατάσχετα, τυγχάνει σχεδόν καθολικής εφαρμογής. Απ’ την άλλη, καθώς ο παλιός πανοπτικός εφιάλτης («Δεν είμαι ποτέ μόνος») έχει αναδιατυπωθεί παίρνοντας τη  μορφή της ελπίδας «Να μη μείνω ποτέ ξανά μόνος» (εγκαταλελειμμένος, αγνοημένος και παραμελημένος, εξοστρακισμένος και αποκλεισμένος), ο φόβος του να αποκαλύπτεται κανείς έχει καταπνιγεί από τη χαρά του να μην περνάει απαρατήρητος.

Οι δύο παραπάνω εξελίξεις, και κυρίως η σύμπτωσή τους στην προώθηση του ίδιου στόχου, έγιναν φυσικά δυνατές από την αντικατάσταση της φυλάκισης και του εγκλεισμού ως της απώτατης απειλής για το υπαρξιακό αίσθημα ασφάλειας και μιας μείζονος πηγής άγχους, από τον αποκλεισμό. Η συνθήκη του να είναι κανείς παρακολουθητέος ή ορατός έχει συνεπώς επαναξιολογηθεί: από απειλή, έγινε πειρασμός. Η υπόσχεση της αυξημένης ορατότητας, η προοπτική  να είναι κανείς εκτεθειμένος στο βλέμμα και την παρατήρηση όλων, ταιριάζει πολύ με την σχεδόν ακόρεστη αναζήτηση αποδείξεων κοινωνικής αναγνώρισης, και ως εκ τούτου μιας αξιομνημόνευτης –«ουσιαστικής»– ζωής. Το να έχει κανείς ολόκληρο το είναι του, με όλα του τα ελαττώματα, καταγεγραμμένο σε δημοσίως προσβάσιμα μητρώα μοιάζει να είναι το καλύτερο προληπτικό αντίδοτο στην τοξικότητα του αποκλεισμού — όπως και ένας αποτελεσματικός τρόπος να κρατηθεί μακριά η απειλή της εκδίωξης. Πράγματι, είναι ένας πειρασμός που λίγοι από όσους βιώνουν την, κατά κοινή ομολογία, επισφαλή κοινωνική ύπαρξη της εποχής μας θα είναι αρκετά δυνατοί για να τον αποκρούσουν.


[1]    Hawk-moth: λεπιδόπτερο της οικογένειας των σφιγγοειδών, η οποία περιλαμβάνει πάνω από 1.000 είδη. Ο συγγραφέας αναφέρεται προφανώς στο hummingbird hawk-moth, η πτήση του οποίου μοιάζει με του κολιμπρί. (Σ.τ.Μ.)

[2]    Με όνομα εμπνευσμένο από τον  μύθο της Μέδουσας, που πέτρωνε όποιον την κοιτούσε κατάματα, το «Βλέμμα της Γοργόνας» (Gorgon Stare) είναι ένα πρόγραμμα Αεροπορικής Παρακολούθησης Ευρείας Περιοχής (WAAS) που βασίζεται στη σφαιρική διάταξη πολλαπλών μηχανών λήψης στο κάτω μέρος μη επανδρωμένων αεροσκαφών (των «Θεριστών»). Οι κάμερες αυτές, που ελέγχονται από το έδαφος, μπορούν να δίνουν ανεξάρτητα και παράλληλα feeds σε πολλαπλούς χρήστες, να στοχεύουν σε μια περιοχή προκειμένου να παραγάγουν τρισδιάστατες απεικονίσεις της,  να «ανοίγουν» για να καλύψουν ευρύτερες περιοχές, εμβαδού 15 τ. χλμ. ή και μεγαλύτερες. Οι αισθητήρες αυτοί χρησιμοποιούνται ήδη στο Αφγανιστάν, έχουν όμως αναφερθεί προβλήματα στη λειτουργία τους (Σ.τ.Μ.)

http://enthemata.wordpress.com/2013/11/03/zb/

Αρέσει σε %d bloggers: