Παναγιώτης Γεννηματάς: «Η ζημία στην οικονομία είναι 20 με 25 δις Ευρώ…Τα μέτρα που ελήφθησαν ήταν δυσανάλογα σε σχέση με την οικονομική καταστάση της χώρας»

Συνέντευξη του Παναγιώτη Γεννηματά στο δημοσιογράφο Γ. Σαχίνη (ΡΑΔΙΟ 984, 21/5/2020)

[πηγή]

Giorgio Agamben, Η ιατρική ως θρησκεία

Giorgio Agamben
Η ιατρική ως θρησκεία
πηγή: ΑΝΤΙΦΩΝΟ
Μετάφραση: Αναστάσιος Θεοφιλογιαννάκος

Ότι η επιστήμη έχει γίνει η θρησκεία της εποχής μας, αυτό στο οποίο οι άνθρωποι πιστεύουν ότι πιστεύουν, είναι πρόδηλο εδώ και καιρό. Στη σύγχρονη Δύση, έχουν συνυπάρξει και, σε κάποιο βαθμό, συνυπάρχουν ακόμα,  τρία μεγάλα συστήματα πεποιθήσεων: ο χριστιανισμός, ο καπιταλισμός και η επιστήμη. Στη νεωτερική ιστορία, αυτές οι τρεις “θρησκείες” διασταυρώθηκαν αναγκαστικά κατ’ επανάληψη, ερχόμενες από καιρού εις καιρόν σε σύγκρουση και, στη συνέχεια, με διάφορους τρόπους, πάλι σε συμφιλίωση, έως ότου, προοδευτικά, να επιτευχθεί ένα είδος ειρηνικής και αρμονικά διαρθρωμένης συνύπαρξης, αν όχι πραγματικής συνεργασίας στο όνομα του κοινού συμφέροντος.

Το νέο γεγονός είναι ότι μεταξύ της επιστήμης και των άλλων δύο θρησκειών έχει αναζωπυρωθεί χωρίς να το αντιληφθούμε μια υπόγεια και αδυσώπητη σύγκρουση, της οποίας τα νικηφόρα αποτελέσματα για την πρώτη, την επιστήμη, εμφανίζονται σήμερα μπροστά στα μάτια μας και καθορίζουν με τρόπο πρωτοφανή όλες τις πτυχές της ζωής και της ύπαρξής μας. Αυτή η σύγκρουση δεν αφορά, όπως στο παρελθόν, τη  θεωρία και τις γενικές αρχές, αλλά, κατά κάποιο τρόπο, τη λειτουργική πρακτική. Ακόμα και η επιστήμη, στην πραγματικότητα, όπως κάθε θρησκεία, διακρίνεται σε διαφορετικά επίπεδα και μορφές, μέσω των οποίων ρυθμίζει και οργανώνει τη δική της δομή: στις λεπτές και ακριβείς διατυπώσεις μιας αυστηρής δογματικής αντιστοιχεί, στην πράξη, τo εξαιρετικά ευρύ και εκτενώς δικτυωμένo πεδίο λατρείας που συμπίπτει με αυτό που ονομάζουμε τεχνολογία.

Δεν προκαλεί έκπληξη ότι ως πρωταγωνιστής αυτού του νέου θρησκευτικού πολέμου εμφανίζεται εκείνος ο κλάδος της επιστήμης του οποίου η δογματική είναι λιγότερο αυστηρή και η πραγματιστική πτυχή του υπερισχύει: η ιατρική, της οποίας άμεσο αντικείμενο είναι το ζωντανό σώμα των ανθρώπων. Ας προσπαθήσουμε να προσδιορίσουμε τα βασικά χαρακτηριστικά αυτής της νικηφόρας πίστης με την οποία θα πρέπει να αναμετριόμαστε ολοένα και περισσότερο.

1) Το πρώτο χαρακτηριστικό είναι ότι η ιατρική, όπως και ο καπιταλισμός, δεν χρειάζεται ειδική δογματική, αλλά περιορίζεται στον δανεισμό των θεμελιωδών εννοιών της από τη βιολογία. Σε αντίθεση με τη βιολογία, ωστόσο, διατυπώνει αυτές τις έννοιες με τρόπο γνωστικο-μανιχαϊστικό, δηλαδή σύμφωνα με μίαν ακραία δυαλιστική αντίθεση. Υπάρχει ένας θεός ή μια κακοήθης αρχή, κατ’ ακρίβειαν η ασθένεια, της οποίας οι ειδικοί νοσογόνοι παράγοντες είναι τα βακτήρια και οι ιοί, και ένας θεός ή μια ευεργετική αρχή, που δεν είναι η υγεία, αλλά η ανάρρωση, της οποίας οι παράγοντες λατρείας είναι οι γιατροί και το σύστημα θεραπείας. Όπως και σε κάθε Γνωστική πίστη, οι δύο αρχές είναι σαφώς διαχωρισμένες, αλλά στην πράξη είναι δυνατόν να βεβηλωθούν η μία από την άλλη, εφόσον η ευεργετική αρχή, καθώς και ο γιατρός που την εκπροσωπεί, μπορούν να κάνουν λάθος και να συνεργαστούν ασυνείδητα με τον εχθρό τους, χωρίς αυτό βέβαια να καθιστά άκυρη την πραγματικότητα του δυαλισμού και την ανάγκη της λατρείας, μέσω της οποίας η ευεργετική αρχή δίνει τη μάχη της. Και είναι σημαντικό ότι οι θεολόγοι που πρέπει να καθορίσουν τη στρατηγική της είναι οι εκπρόσωποι μιας επιστήμης, της ιολογίας, η οποία δεν έχει τον δικό της χώρο, αλλά βρίσκεται στα σύνορα μεταξύ βιολογίας και ιατρικής.

2) Αν η λατρευτική πρακτική ήταν έως τώρα, όπως κάθε λειτουργία, επεισοδιακή και περιορισμένη στο χρόνο, το αναπάντεχο φαινόμενο του οποίου γινόμαστε σήμερα μάρτυρες είναι ότι αυτή έχει καταστεί μόνιμη και πανταχού παρούσα. Δεν τίθεται πλέον ζήτημα λήψης φαρμάκων ή υποβολής, όταν είναι απαραίτητο, σε ιατρική εξέταση ή χειρουργική επέμβαση: ολόκληρη η ζωή των ανθρώπων πρέπει να γίνεται κάθε στιγμή,  ο τόπος μιας αδιάκοπης λατρευτικής τελετουργίας. Ο εχθρός, ο ιός, είναι πάντα παρών και πρέπει να καταπολεμείται ακατάπαυστα και χωρίς ανακωχή. Ακόμα και η χριστιανική θρησκεία γνώρισε παρόμοιες ολοκληρωτικές τάσεις, οι οποίες όμως αφορούσαν μόνο σε ορισμένα  άτομα —ιδίως τους μοναχούς— που επέλεξαν ως έμβλημα ολόκληρης της ύπαρξής τους το «αδιαλείπτως προσεύχεσθε». Η ιατρική ως θρησκεία υιοθετεί το παράγγελμα του Παύλου και, ταυτόχρονα, το αντιστρέφει: η λατρεία πρέπει να ασκείται σήμερα με την ίδια επιμέλεια με την οποία οι μοναχοί συγκεντρώνονταν στα μοναστήρια για να προσευχηθούν, πλην όμως με τον όρο ότι θα παραμένουμε χωρισμένοι και σε απόσταση.

3) Η πρακτική λατρείας δεν είναι πλέον ελεύθερη και εθελοντική, εκτιθέμενη μόνο σε κυρώσεις πνευματικής τάξεως, αλλά πρέπει να καταστεί υποχρεωτική με κανονιστικές ρυθμίσεις. Η συμπαιγνία μεταξύ θρησκείας και μη ειδήμονος εξουσίας δεν είναι ασφαλώς κάτι νέο· εντελώς νέο, ωστόσο, είναι το γεγονός ότι αυτή δεν αφορά πλέον τη διακήρυξη των δογμάτων, όπως συνέβαινε για τις αιρέσεις, αλλά αποκλειστικά την  τέλεση της λατρείας. Η μη ειδήμων εξουσία οφείλει να επαγρυπνεί ώστε η λειτουργία της θρησκείας της ιατρικής, η οποία συμπίπτει πλέον με ολόκληρη τη ζωή, να τελείται πράγματι με ακρίβεια και χωρίς καμία παρέκκλιση. Ότι πρόκειται εν προκειμένω για μια λατρευτική πρακτική και όχι για μια ορθολογική επιστημονική απαίτηση είναι εξόφθαλμο. Οι καρδιοαγγειακές παθήσεις αποτελούν μακράν την πιο συχνή αιτία θνησιμότητας στη χώρα μας και είναι γνωστό ότι αυτές θα μπορούσαν να μειωθούν εάν εφαρμοζόταν ένας πιο υγιεινός τρόπος ζωής και εάν ακολουθούσαμε μια συγκεκριμένη δίαιτα. Αλλά δεν πέρασε ποτέ από το μυαλό κανενός γιατρού ότι ο τρόπος ζωής και δίαιτας που συμβούλευε στους ασθενείς του, θα αποτελούσε αντικείμενο νομικών ρυθμίσεων, που θα επέβαλαν ex lege τι θα πρέπει να τρώμε και πώς θα πρέπει να ζούμε, μεταμορφώνοντας ολόκληρη την ύπαρξη σε υγειονομική υποχρέωση. Ακριβώς αυτό έγινε και, τουλάχιστον προς το παρόν, οι άνθρωποι έχουν αποδεχθεί, σαν να ήταν αυτονόητο, να παραιτηθούν από την ελευθερία των κινήσεών τους, από την εργασία, τις φιλίες, τους έρωτες, τις κοινωνικές σχέσεις, τις θρησκευτικές και πολιτικές πεποιθήσεις τους.

Παρατηρούμε εδώ σε ποιο βαθμό οι δύο άλλες θρησκείες της Δύσης, η θρησκεία του Χριστού και η θρησκεία του χρήματος, παραχώρησαν την πρωτοκαθεδρία, καταφανώς χωρίς μάχη, στην ιατρική και την επιστήμη. Η Εκκλησία αρνήθηκε τις αρχές της ξεκάθαρα και απερίφραστα, ξεχνώντας ότι ο άγιος, του οποίου το όνομα φέρει ο σημερινός ποντίφηκας, αγκάλιαζε τους λεπρούς, ότι ένα από τα έργα του ελέους ήταν η επίσκεψη στους αρρώστους, ότι τα ιερά μυστήρια τελούνται μόνο με φυσική παρουσία. Ο καπιταλισμός από την πλευρά του, αν και με κάποιες διαμαρτυρίες, δέχτηκε απώλειες παραγωγικότητας που ποτέ δεν είχε τολμήσει να υπολογίσει, ίσως ευελπιστώντας ότι  αργότερα θα επιτύχει κάποια συμφωνία διακονισμού με τη νέα θρησκεία, η οποία, ως προς τούτο, φαίνεται διατεθειμένη να συμβιβαστεί.

4) Η θρησκεία της ιατρικής έχει αρυσθεί χωρίς επιφύλαξη από τον Χριστιανισμό την εναγώνια εσχατολογική προοπτική του που ο ίδιος άφησε να εκπέσει στο περιθώριο. Ήδη ο καπιταλισμός, εκκοσμικεύοντας το θεολογικό παράδειγμα της σωτηρίας, είχε εξαλείψει την ιδέα του τέλους του χρόνου, υποκαθιστώντας την με μια κατάσταση μόνιμης κρίσης, χωρίς λύτρωση ή τέλος. Η λέξη  «Κρίσις» έχει αρχικά, εκ προελεύσεως, μία ιατρική έννοια, η οποία προσδιορίζει, στον Ιπποκράτειο Κώδικα, τη στιγμή που ο γιατρός αποφαινόταν εάν ο ασθενής θα ανέκαμπτε από την ασθένεια. Οι θεολόγοι έχουν προσλάβει τον όρο αυτό για να υποδηλώσουν την τελική κρίση που λαμβάνει χώρα την τελευταία ημέρα του κόσμου. Εάν παρατηρήσουμε την κατάσταση εξαίρεσης που βιώνουμε σήμερα, φαίνεται ότι η θρησκεία της ιατρικής συνδυάζει τη διαρκή κρίση του καπιταλισμού με τη χριστιανική ιδέα ενός τέλους του χρόνου, με το «έσχατον», κατά το οποίο η οριστική απόφαση είναι πάντα σε εξέλιξη και το τέλος καταπίπτει και αναβάλλεται ταυτόχρονα, σε μια ακατάπαυστη προσπάθεια να μπορέσει να το διαχειριστεί και να το ελέγξει, χωρίς ποτέ, ωστόσο, να το αντιμετωπίσει ουσιαστικά και να κατορθώσει να το αποτρέψει άπαξ και δια παντός. Είναι η θρησκεία ενός κόσμου που αισθάνεται ότι έχει φθάσει στο τέλος του και όμως δεν είναι σε θέση, όπως ο ιπποκρατικός γιατρός, να αποφασίσει εάν θα επιβιώσει ή θα πεθάνει.

5) Όμοια με τον καπιταλισμό και ανόμοια με τον Χριστιανισμό, η θρησκεία της ιατρικής δεν προσφέρει καμία προοπτική σωτηρίας και λύτρωσης. Αντίθετα, η ανάρρωση στην οποία στοχεύει μπορεί να είναι μόνο προσωρινή, εφόσον ο κακοήθης Θεός, ο ιός, δεν μπορεί να εξαλειφθεί οριστικά, αλλά αλλάζει συνεχώς και λαμβάνει πάντα νέες μορφές, ενδεχομένως πιο επικίνδυνες. Η επιδημία, όπως υποδεικνύει η ετυμολογία του όρου («δήμος» είναι στην ελληνική  ο λαός ως πολιτικό σώμα και «πόλεμος επιδήμιος» είναι στον Όμηρο η ονομασία του εμφύλιου πολέμου) είναι προπαντός μία πολιτική έννοια, η οποία προετοιμάζεται να γίνει το νέο έδαφος της πολιτικής — ή της μη πολιτικής—παγκοσμίως. Είναι πιθανό, μάλιστα, η επιδημία που βιώνουμε να είναι η πραγματοποίηση του παγκόσμιου εμφυλίου πολέμου που, σύμφωνα με τους πιο προσεκτικούς πολιτικούς επιστήμονες, έχει υποκαταστήσει τους παραδοσιακούς παγκόσμιους πολέμους. Όλα τα έθνη και όλοι οι λαοί είναι τώρα σε διηνεκή πόλεμο με τον εαυτό τους, γιατί ο αόρατος και ασύλληπτος εχθρός με τον οποίο πολεμούν βρίσκεται μέσα στον καθένα από εμάς.

Όπως έχει συμβεί πολλές φορές στο διάβα της ιστορίας, οι φιλόσοφοι θα πρέπει και πάλι να έρθουν σε σύγκρουση με τη θρησκεία, η οποία δεν είναι πλέον ο Χριστιανισμός, αλλά η επιστήμη ή ο επιμέρους κλάδος της που έχει λάβει τη μορφή θρησκείας. Δεν ξέρω εάν θα επανέλθουν οι πυρές  και εάν κάποια βιβλία θα περιληφθούν σε λίστα απαγορευμένων, αλλά η σκέψη εκείνων που συνεχίζουν να αναζητούν την αλήθεια και να αρνούνται το κυρίαρχο ψέμα, θα είναι, σαφώς, όπως συμβαίνει ήδη μπροστά στα μάτια μας, περιθωριοποιημένη και θα κατηγορείται ότι διασπείρει ειδήσεις ψευδείς —ειδήσεις, όχι ιδέες, επειδή η είδηση είναι πιο σημαντική από την πραγματικότητα! Όπως σε όλες τις περιόδους έκτακτης ανάγκης, είτε αυτές είναι πραγματικές είτε είναι προσομοιωμένες, θα ξαναδούμε ανίδεους να συκοφαντούν τους φιλόσοφους και απατεώνες να γυρεύουν τρόπο να επωφεληθούν από τις συμφορές που οι ίδιοι έχουν προκαλέσει. Όλα αυτά έχουν ήδη συμβεί και θα εξακολουθήσουν να συμβαίνουν, αλλά εκείνοι που μαρτυρούν για την αλήθεια, δεν θα σταματήσουν να το κάνουν, γιατί κανένας δεν μπορεί να μαρτυρήσει για τον μάρτυρα.

2 Μαΐου 2020

Giorgio Agamben

https://www.quodlibet.it/giorgio-agamben-la-medicina-come-religione

Περί Χαμ και Ιάφεθ (χιουμοριστικό σχόλιο στην επικαιρότητα)

Τι λέγει η Παλαιά Διαθήκη για τον Χαμ: 

Γενέσεως 9,18-29

18 ῏Ησαν δὲ οἱ υἱοὶ Νῶε, οἱ ἐξελθόντες ἐκ τῆς κιβωτοῦ, Σήμ, Χάμ, ᾿Ιάφεθ· Χάμ δὲ ἦν πατὴρ Χαναάν. 19 τρεῖς οὗτοί εἰσιν υἱοὶ Νῶε· ἀπὸ τούτων διεσπάρησαν ἐπί πᾶσαν τὴν γῆν.

20 Καὶ ἤρξατο Νῶε ἄνθρωπος γεωργὸς γῆς καὶ ἐφύτευσεν ἀμπελῶνα. 21 καὶ ἔπιεν ἐκ τοῦ οἴνου καὶ ἐμεθύσθη καὶ ἐγυμνώθη ἐν τῷ οἴκῳ αὐτοῦ. 22 καὶ εἶδε Χὰμ ὁ πατὴρ Χαναὰν τὴν γύμνωσιν τοῦ πατρὸς αὐτοῦ καὶ ἐξελθὼν ἀνήγγειλε τοῖς δυσὶν ἀδελφοῖς αὐτοῦ ἔξω. 23 καὶ λαβόντες Σὴμ καὶ ᾿Ιάφεθ τὸ ἱμάτιον ἐπέθεντο ἐπὶ τὰ δύο νῶτα αὐτῶν καὶ ἐπορεύθησαν ὀπισθοφανῶς καὶ συνεκάλυψαν τὴν γύμνωσιν τοῦ πατρὸς αὐτῶν, καὶ τὸ πρόσωπον αὐτῶν ὀπισθοφανῶς, καὶ τὴν γύμνωσιν τοῦ πατρὸς αὐτῶν οὐκ εἶδον. 24 ἐξένηψε δὲ Νῶε ἀπὸ τοῦ οἴνου καὶ ἔγνω ὅσα ἐποίησεν αὐτῷ ὁ υἱὸς αὐτοῦ ὁ νεώτερος, 25 καὶ εἶπεν· ἐπικατάρατος Χαναάν· παῖς οἰκέτης ἔσται τοῖς ἀδελφοῖς αὐτοῦ. 26 καὶ εἶπεν· εὐλογητὸς Κύριος ὁ Θεὸς τοῦ  Σήμ, καὶ ἔσται Χαναὰν παῖς οἰκέτης αὐτοῦ. 27 πλατύναι ὁ Θεὸς τῷ ᾿Ιάφεθ, καὶ κατοικησάτω ἐν τοῖς οἴκοις τοῦ Σὴμ καὶ γενηθήτω Χαναὰν παῖς αὐτοῦ.

28 ῎Εζησε δὲ Νῶε μετὰ τὸν κατακλυσμὸν ἔτη τριακόσια πεντήκοντα. 29 καὶ ἐγένοντο πᾶσαι αἱ ἡμέραι Νῶε ἐννακόσια πεντήκοντα ἔτη, καὶ ἀπέθανεν.

Giorgio Agamben, Νέοι στοχασμοί

Giorgio Agamben
Nuove riflessioni
πηγή: ΑΝΤΙΦΩΝΟ

[Συνέντευξη του Giorgio Agamben σε ιταλική εφημερίδα αναδημοσιευμένη στον ιστότοπο Quodlibet στις 22 Απριλίου 2020]

Μετάφραση: Αναστάσιος Θεοφιλογιαννάκος

Με αυτόν τον καταναγκαστικό εγκλεισμό, ζούμε έναν νέο ολοκληρωτισμό;

«Ολοένα και περισσότεροι παραδέχονται πλέον ότι, στην πραγματικότητα, βιώνουμε το τέλος ενός κόσμου, εκείνου των αστικών δημοκρατιών, που βασίζεται στα δικαιώματα, τα κοινοβούλια και τη διάκριση των εξουσιών. Αυτός ο κόσμος δίνει τώρα τη θέση του σε έναν νέο δεσποτισμό και, όσον αφορά τo εύρος διείσδυσης των ελέγχων ή την παύση όλων των πολιτικών δραστηριοτήτων, θα είναι ο χειρότερος από τους ολοκληρωτισμούς που έχουμε γνωρίσει έως σήμερα. Οι Αμερικανοί πολιτειολόγοι το ονομάζουν Κράτος Ασφάλειας (Security State) – ο όρος ανακαλεί στη μνήμη μας τις διαβόητες “Επιτροπές Κοινής Σωτηρίας” κατά την περίοδο της “βασιλείας του Τρόμου” (1793-1794)- δηλαδή ένα κράτος το οποίο “για λόγους ασφάλειας” (εν προκειμένω, του “δημόσιου συστήματος υγείας”), δύναται να επιβάλλει κάθε στιγμή οποιοδήποτε όριο στις ατομικές ελευθερίες. Στην Ιταλία, εξάλλου, έχουμε εθιστεί εδώ και καιρό σε μια παρεκκλίνουσα νομοθετική διαδικασία με έκτακτα διατάγματα της εκτελεστικής εξουσίας, η οποία με αυτόν τον τρόπο αντικαθιστά τη νομοθετική εξουσία και καταργεί de facto την αρχή της διάκρισης των εξουσιών, πάνω στην οποία θεμελιώνεται η δημοκρατία. Και ο έλεγχος που ασκείται με βιντεοκάμερες και, όπως έχει προταθεί, μέσω κινητών τηλεφώνων, υπερβαίνει κατά πολύ οποιαδήποτε μορφή ελέγχου που ασκήθηκε στο παρελθόν από ολοκληρωτικά καθεστώτα, όπως ο φασισμός ή ο ναζισμός».

Αναφορικά με τα δεδομένα, εκτός από αυτά που θα συλλεχθούν μέσω κινητών τηλεφώνων, θα έπρεπε  να προβληματιστούμε ακόμα και για εκείνα που διαδίδονται στις πολυάριθμες συνεντεύξεις τύπου, συχνά ελλιπή  ή παρερμηνευμένα.

«Αυτό είναι ένα σημαντικό ζήτημα γιατί αγγίζει τη ρίζα του φαινομένου. Όποιος έχει κάποια γνώση της επιστημολογίας δεν είναι δυνατό να μην εκπλαγεί από το γεγονός ότι τα μέσα ενημέρωσης έχουν διαδώσει αριθμητικά στοιχεία, κατά τους τελευταίους μήνες, χωρίς κανένα επιστημονικό κριτήριο, όχι μόνο χωρίς να τα συσχετίσουν με την ετήσια θνησιμότητα για την αντίστοιχη περίοδο, αλλά και χωρίς να προσδιορίσουν την αιτία του θανάτου. Δεν είμαι ιoλόγος ή γιατρός, όμως περιορίζομαι να παραθέτω αυτολεξεί επίσημες αξιόπιστες πηγές. 21.000 θάνατοι από τον Covid-19 φαίνεται και είναι βέβαια ένα εντυπωσιακό νούμερο. Αλλά εάν το αντιπαραβάλλετε με τα ετήσια στατιστικά δεδομένα, τα πράγματα προσλαμβάνουν εύλογα διαφορετική όψη. Ο Πρόεδρος της Ιταλικής Στατιστικής Υπηρεσίας, Δρ. Gian Carlo Blangiardo, ανακοίνωσε, πριν από μερικές εβδομάδες, τον αριθμό θανάτων του περασμένου έτους: 647.000 θάνατοι (επομένως 1772 θάνατοι την ημέρα). Αν αναλύσουμε λεπτομερώς τις αιτίες, βλέπουμε ότι τα τελευταία διαθέσιμα δεδομένα, τα οποία αναφέρονται το έτος 2017, καταγράφουν 230.000 θανάτους από καρδιαγγειακές παθήσεις, 180.000 θανάτους από καρκίνο και τουλάχιστον 53.000 θανάτους από αναπνευστικές ασθένειες. Όμως ένα ζήτημα είναι εξαιρετικά σημαντικό και μας αφορά ιδιαίτερα».

 Ποιό;

«Παραθέτω τα λόγια του Δρ. Blangiardo: » Τον Μάρτιο του 2019 οι θάνατοι από αναπνευστικές ασθένειες ήταν 15.189 και το προηγούμενο έτος ήταν 16.220. Παρεμπιπτόντως, διαπιστώνεται ότι είναι περισσότεροι από τον αντίστοιχο αριθμό θανάτων λόγω Covid (12.352) που ανακοινώθηκαν τον Μάρτιο του 2020″. Αλλά εάν τούτο είναι αλήθεια, και δεν έχουμε κανένα λόγο να το αμφισβητήσουμε, χωρίς να θέλουμε να ελαχιστοποιήσουμε τη σπουδαιότητα της επιδημίας, πρέπει να αναρωτηθούμε εάν αυτή μπορεί να δικαιολογήσει μέτρα περιορισμού της ελευθερίας που δεν είχαν ληφθεί ποτέ στην ιστορία της χώρας μας, ούτε καν κατά τη διάρκεια των δύο παγκοσμίων πολέμων. Γεννιέται η υπόνοια ότι η διάδοση του πανικού και η απομόνωση των ανθρώπων στα σπίτια τους, εξυπηρετούσε τη βούληση να μετατεθούν στον πληθυσμό οι βαρύτατες ευθύνες των κυβερνήσεων που είχαν αποσαθρώσει πρώτα το Εθνικό Σύστημα Υγείας και στη συνέχεια, στη Λομβαρδία, διαπράξει  μια σειρά λαθών -όχι λιγότερο σοβαρών-  στην αντιμετώπιση της επιδημίας».

Ακόμα και οι επιστήμονες δεν παρουσίασαν, στην πραγματικότητα, καλή εικόνα. Φαίνεται ότι δεν ήταν σε θέση να μας δώσουν τις απαντήσεις που περιμέναμε ότι θα λαμβάναμε από αυτούς. Τι έχετε να πείτε σχετικά;

«Είναι πάντα επικίνδυνο να αναθέτουμε σε γιατρούς και επιστήμονες τη λήψη αποφάσεων που είναι τελικά ηθικές και πολιτικές. Βλέπετε, οι επιστήμονες, δικαίως ή αδίκως, επιδιώκουν με καλή πίστη την εφαρμογή της δικής τους συλλογιστικής, που ταυτίζεται με το συμφέρον της επιστήμης, στο όνομα της οποίας – η ιστορία το αποδεικνύει ευρέως – είναι διατεθειμένοι να θυσιάσουν οποιονδήποτε ενδοιασμό ηθικής τάξεως. Ας μη λησμονούμε ότι κάτω από το ναζιστικό καθεστώς, επιστήμονες μεγάλης υπόληψης ηγήθηκαν της ευγονικής πολιτικής και δεν δίστασαν να εκμεταλλευτούν τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως για να εκτελέσουν θανατηφόρα πειράματα, που θεωρούσαν χρήσιμα για την πρόοδο της επιστήμης και για τη θεραπεία των Γερμανών στρατιωτών. Στην προκειμένη περίπτωση, το θέαμα είναι άκρως ανησυχητικό, διότι, στην ουσία, ακόμη και αν το κρύβουν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, δεν υπάρχει συμφωνία μεταξύ των επιστημόνων,  ορισμένοι δε από τους πιο επιφανείς εξ αυτών, όπως ο Didier Raoult, ίσως ο μεγαλύτερος Γάλλος ιολόγος, έχουν διαφορετικές απόψεις αναφορικά με τη σπουδαιότητα της επιδημίας και την αποτελεσματικότητα των μέτρων απομόνωσης, τα οποία σε μια συνέντευξη χαρακτήρισε ως αποκύημα μεσαιωνικής δεισιδαιμονίας. Έχω γράψει αλλού ότι η επιστήμη έχει γίνει η θρησκεία της εποχής μας. Η αναλογία με τη θρησκεία πρέπει να ληφθεί κατά γράμμα: οι θεολόγοι δήλωναν ότι δεν μπορούν να ορίσουν με σαφήνεια τι είναι ο Θεός, αλλά στο όνομά Του υπαγόρευαν στους ανθρώπους δεοντολογικούς κανόνες συμπεριφοράς και εν γένει διαγωγής και δεν δίσταζαν να καίνε τους αιρετικούς. Οι ιολόγοι παραδέχονται ότι δεν γνωρίζουν ακριβώς τι είναι ο ιός, αλλά στο όνομά του αξιώνουν να αποφασίζουν οι ίδιοι πώς θα πρέπει να ζήσουν τα ανθρώπινα όντα».

Μας λένε –όπως συνέβη συχνά στο παρελθόν– ότι τίποτα δεν θα είναι πλέον όπως πριν και ότι η ζωή μας πρέπει να αλλάξει. Τι θα συμβεί κατά τη γνώμη σας;

«Έχω προσπαθήσει ήδη να περιγράψω τη μορφή του δεσποτισμού που προμηνύεται και ενάντια στον οποίο οφείλουμε να μην πάψουμε να επαγρυπνούμε και να αγωνιζόμαστε. Αλλά εάν για μια φορά αφήσουμε τη σφαίρα της επικαιρότητας και επιχειρήσουμε να εξετάσουμε τα πράγματα από τη σκοπιά της εξέλιξης του ανθρώπινου είδους στη Γη, έρχονται στο νου μου οι παρατηρήσεις ενός μεγάλου ολλανδού επιστήμονα, του Ludwig Bolk. Σύμφωνα με τον Bolk, το ανθρώπινο είδος χαρακτηρίζεται από την προοδευτική αναστολή των φυσικών ζωτικών διεργασιών προσαρμογής στο περιβάλλον, οι οποίες αντικαθίστανται από την υπερτροφική ανάπτυξη τεχνολογικών συσκευών για την προσαρμογή του περιβάλλοντος στους ανθρώπους. Όταν αυτή η διαδικασία ξεπεράσει ένα ορισμένο όριο, φθάνει στο σημείο όπου καθίσταται αντιπαραγωγική και μετατρέπεται σε αυτοκαταστροφή του είδους. Φαινόμενα όπως αυτό που βιώνουμε σήμερα, μου φαίνεται πως δείχνουν ότι έχουμε φθάσει στο σημείο εκείνο και ότι το φάρμακο που υποτίθεται πως θα θεραπεύσει τα δεινά μας κινδυνεύει να προκαλέσει  μεγαλύτερο κακό. Ακόμα και σε αυτόν τον κίνδυνο οφείλουμε να αντισταθούμε με κάθε τρόπο».

22 Απριλίου 2020

Giorgio Agamben

https://www.quodlibet.it/giorgio-agamben-nuove-riflessioni

Giorgio Agamben, Ένα ερώτημα

 

Giorgio Agamben
Ένα ερώτημα
 
Μετάφραση: Γιώργος Πινακούλας
«Πρῶτόν τε ἦρξε καὶ ἐς τἆλλα τῇ πόλει ἐπὶ πλέον ἀνομίας τὸ νόσημα […] καὶ τὸ μὲν προσταλαιπωρεῖν τῷ δόξαντι καλῷ οὐδεὶς πρόθυμος ἦν, ἄδηλον νομίζων εἰ πρὶν ἐπ’ αὐτὸ ἐλθεῖν διαφθαρήσεται»
[Και από άλλες απόψεις ο λοιμός έγινε αφορμή για μεγαλύτερη ανομία στην πόλη […] Κανένας δεν είχε διάθεση να επιμένει περισσότερο σε κάτι που το θεωρούσε καλό, αφού δεν ήταν βέβαιος ότι δεν θα πέθαινε προτού να το πραγματοποιήσει]
Θουκυδίδης, Ιστορίαι 2,53 (μετάφρ.:  Νίκος Σκουτερόπουλος)

Θα ήθελα να μοιραστώ με όσους το επιθυμούν ένα ερώτημα επί του οποίου δεν έχω πάψει εδώ και πάνω από ένα μήνα να στοχάζομαι. Πώς είναι δυνατόν μια ολόκληρη χώρα να μη συνειδητοποιεί ότι κατέρρευσε ηθικά και πολιτικά ενώπιον μιας ασθένειας; Οι λέξεις που χρησιμοποίησα για να διατυπώσω αυτό το ερώτημα ζυγίστηκαν προσεκτικά μία προς μία. Το μέτρο της παραίτησης από τις ηθικές και πολιτικές αρχές μας είναι, στην πραγματικότητα, πολύ απλό: πρέπει ν’ αναρωτηθούμε ποιο είναι το όριο πέρα απ’ το οποίο δεν είμαστε διατεθειμένοι να υποχωρήσουμε. Πιστεύω ότι ο αναγνώστης που θα κάνει τον κόπο να εξετάσει τα ακόλουθα σημεία δε θα μπορέσει παρά να συμφωνήσει –αν δεν το έχει ήδη συνειδητοποιήσει ή αν προσποιείται ότι δεν το έχει συνειδητοποιήσει– ότι το κατώφλι που χωρίζει την ανθρωπιά από τη βαρβαρότητα ξεπεράστηκε.

1) Το πρώτο σημείο, ίσως το πιο σοβαρό, αφορά τις σορούς των νεκρών. Πώς μπορέσαμε να δεχτούμε, με την επίκληση και μόνο ενός απροσδιόριστου κινδύνου, όχι μόνο να πεθαίνουν μόνοι τους οι αγαπημένοι μας άνθρωποι και γενικά τα ανθρώπινα όντα, αλλά –πράγμα που δεν είχε ξανασυμβεί ποτέ στην ιστορία, από την Αντιγόνη μέχρι σήμερα– οι σοροί τους να καίγονται χωρίς κηδεία;

2) Δεχτήκαμε έπειτα, χωρίς να φέρουμε πολλά προσκόμματα, με την επίκληση και μόνο ενός απροσδιόριστου κινδύνου, να περιορίσουμε σε βαθμό που δεν είχε συμβεί ποτέ πριν στην ιστορία της χώρας, ούτε κατά τη διάρκεια των δύο Παγκόσμιων Πολέμων (η απαγόρευση κυκλοφορίας κατά τη διάρκεια του πολέμου περιοριζόταν σε ορισμένες ώρες) την ελευθερία μετακίνησής μας. Δεχτήκαμε, συνεπώς, με την επίκληση και μόνο ενός απροσδιόριστου κινδύνου, να αναστείλουμε κατ’ ουσίαν τις σχέσεις φιλίας και αγάπης, επειδή ο πλησίον μας έγινε πιθανή πηγή μόλυνσης.

3) Αυτά μπόρεσαν να συμβούν –και εδώ φτάνουμε στη ρίζα του φαινομένου– διότι έχουμε διαχωρίσει την ενιαία βιοτική μας εμπειρία, που είναι πάντα αδιαχώριστα σωματική και πνευματική, αφενός σε μια καθαρά βιολογική ύπαρξη και αφετέρου σε μια αισθηματική και πολιτισμική ζωή. Ο Ιβάν Ίλιτς έχει δείξει, και ο Ντέιβιντ Κέιλυ το ανέφερε πρόσφατα, την ευθύνη της σύγχρονης ιατρικής γι’ αυτό το διαχωρισμό, ο οποίος θεωρείται δεδομένος, ενώ είναι, αντίθετα, η μεγαλύτερη αφαίρεση. Ξέρω καλά ότι αυτή η αφαίρεση πραγματοποιήθηκε από τη σύγχρονη επιστήμη μέσω συσκευών ανάνηψης, οι οποίες μπορούν να διατηρήσουν ένα σώμα σε κατάσταση καθαρά φυτικής ζωής.

Αν όμως αυτή η κατάσταση επεκτείνεται πέρα από τα αναγκαία χωρικά και χρονικά όριά της, όπως προσπαθούμε να κάνουμε σήμερα, και γίνεται ενός είδους αρχή της κοινωνικής συμπεριφοράς, πέφτουμε σε αντιφάσεις απ’ τις οποίες δεν υπάρχει διέξοδος.

Ξέρω ότι κάποιοι θα σπεύσουν να μου απαντήσουν πως πρόκειται για μια κατάσταση χρονικά περιορισμένη, μετά την οποία όλα θα επανέλθουν στην πρότερη κατάσταση. Είναι πραγματικά παράδοξο ότι μπορούν και το επαναλαμβάνουν, εκτός αν το κάνουν με κακή πίστη, αφού η ίδια η εξουσία που κήρυξε την έκτακτη ανάγκη δεν παύει να μας υπενθυμίζει πως, όταν η έκτακτη ανάγκη ξεπεραστεί, οφείλουμε να συνεχίσουμε να τηρούμε τις ίδιες οδηγίες και ότι η «κοινωνική αποστασιοποίηση», όπως ονομάστηκε μ’ έναν εύγλωττο ευφημισμό, θα είναι η νέα αρχή οργάνωσης της κοινωνίας. Και, σε κάθε περίπτωση, αυτό που, με καλή ή κακή πίστη, έχουμε δεχτεί να μας επιβληθεί δε θα είναι δυνατόν να ακυρωθεί.

Δεν μπορώ, σε αυτό το σημείο, αφού απέδωσα ευθύνες σε καθέναν από μας, να μην αναφερθώ επίσης στις βαρύτερες ευθύνες εκείνων που έχουν το καθήκον να διαφυλάσσουν την αξιοπρέπεια του ανθρώπου. Πρώτα απ’ όλα, η Εκκλησία, έχοντας μετατραπεί σε θεραπαινίδα της επιστήμης, η οποία έχει γίνει πλέον η αληθινή θρησκεία της εποχής μας, αρνήθηκε ριζικά τις θεμελιωδέστερες αρχές της. Η Εκκλησία, υπό έναν Πάπα με το όνομα Φραγκίσκος, ξέχασε ότι ο Φραγκίσκος αγκάλιαζε τους λεπρούς. Ξέχασε ότι ένα από τα έργα του ελέους είναι να επισκέπτεσαι τους ασθενείς. Ξέχασε ότι οι μάρτυρες διδάσκουν πως πρέπει να είμαστε έτοιμοι να θυσιάσουμε τη ζωή και όχι την πίστη και πως η εγκατάλειψη του πλησίον μας σημαίνει εγκατάλειψη της πίστης. 

Μια άλλη κατηγορία που απέτυχε στα καθήκοντά της είναι εκείνη των νομικών. Είμαστε εδώ και καιρό συνηθισμένοι στην απερίσκεπτη χρήση των διαταγμάτων έκτακτης ανάγκης μέσω των οποίων η εκτελεστική εξουσία αντικαθιστά στην ουσία τη νομοθετική, καταργώντας την αρχή της διάκρισης των εξουσιών στην οποία θεμελιώνεται η δημοκρατία. Στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως ξεπεράστηκε κάθε όριο, και έχει κανείς την εντύπωση ότι τα λόγια του πρωθυπουργού και του επικεφαλής της πολιτικής προστασίας αποκτούν, όπως είχε ειπωθεί για τα λόγια του Φύρερ, άμεση ισχύ νόμου. Και δεν είναι σαφές πώς θα διατηρηθούν, όταν εξαντληθεί το όριο χρονικής ισχύος των διαταγμάτων έκτακτης ανάγκης, οι περιορισμοί της ελευθερίας, όπως ανακοινώθηκε. Με ποιες νομικές ρυθμίσεις; Με μια διαρκή κατάσταση εξαίρεσης; Είναι καθήκον των νομικών να ελέγχουν ότι τηρούνται οι διατάξεις του συντάγματος, αλλά οι νομικοί σωπαίνουν. Quare siletis, iuristae, in munere vestro? [Γιατί σωπαίνετε, νομομαθείς, για τα πράγματα που σας αφορούν;]*

Ξέρω πως θα υπάρξουν εκείνοι που θα απαντήσουν ότι, αν και βαριά, η θυσία έγινε στο όνομα ηθικών αρχών. Σε αυτούς θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι ο Άιχμαν, απ’ ό,τι φαίνεται καλή τη πίστει, δεν κουραζόταν να επαναλαμβάνει πως έκανε όσα έκανε ακολουθώντας τη συνείδησή του, υπακούοντας σε αυτό που πίστευε ότι είναι οι επιταγές της καντιανής ηθικής. Ένας κανόνας που διακηρύσσει ότι πρέπει να παραιτηθούμε από το καλό για να διασώσουμε το καλό είναι εξίσου ψευδής και αντιφατικός μ’ εκείνον που, προκειμένου να προστατεύσουμε την ελευθερία, μας επιβάλλει να παραιτηθούμε απ’ την ελευθερία.

13 Απριλίου 2020

Giorgio Agamben

[Το κείμενο του Giorgio Agamben δημοσιεύθηκε στο Quodlibet με τίτλο Una domandahttps://www.quodlibet.it/giorgio-agamben-una-domanda]

———————————–

* Πρόκειται για μια φράση με μεγάλη ιστορία. Το 1558 ο Αλμπερίκο Τζεντίλι γράφει: «Silete, theologi, in munere alieno» (Σωπάστε, θεολόγοι, για πράγματα που δε σας αφορούν), καλώντας τους θεολόγους να παραδώσουν τα ηνία των υποθέσεων του κόσμου στους νομομαθείς. Το 1946 ο Καρλ Σμιτ γράφει, με τη σειρά του: «Silete, iurisconsulti, in munere alieno» (Σωπάστε, νομομαθείς, για πράγματα που δε σας αφορούν), διαπιστώνοντας ότι τώρα καλούνται οι νομικοί να παραδώσουν τα ηνία στους τεχνοκράτες. Αυτή την προτροπή προς τους νομικούς να σωπάσουν αρνείται ο Αγκάμπεν, στο βιβλίο του Stato di eccezione (Κατάσταση εξαίρεσης)· τους καλεί να μην εγκαταλείψουν τη νομοθέτηση και την οργάνωση της κοινωνικής ζωής στους τεχνοκράτες. Γιατί σωπαίνετε, νομομαθείς, για τα πράγματα που σας αφορούν; [Σ.τ.Μ.]

Ρώτησα το Χαρδαλιά που να κάνω Πασχαλιά

https://www.youtube.com/watch?v=Qyz4OAXQ044

 

Απολαύστε υπεύθυνα: Α. Λυμπεράκη, «Οι φτωχοί κάνουν λάθος επιλογές σε κρίσιμες στιγμές»

Ζύγκμουντ Μπάουμαν, Ευρώπη: το διαζύγιο εξουσίας και πολιτικής

Πηγή: ΕΝΘΕΜΑΤΑ

14515

Η διάγνωση για την ασθένεια που οδήγησε την Ευρωπαϊκή Ένωση στην εντατική έχει γίνει επιτυχώς: «δημοκρατικό έλλειμμα». Μάλιστα, κοντεύει να καταντήσει κοινός τόπος, αφού θεωρείται δεδομένη, και σχεδόν κανένας δεν την αμφισβητεί σοβαρά. Κάποιοι  αναλυτές αποδίδουν την ασθένεια σε κάποιο εκ γενετής ελάττωμα του οργανισμού, άλλοι αναζητούν φορείς της νόσου ανάμεσα στα μέλη του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και αυτά που εκπροσωπούν· κάποιοι πιστεύουν ότι η νόσος έχει φτάσει στο τελικό στάδιο και κατέστη πλέον ανίατη, ενώ άλλοι διατηρούν την πεποίθηση ότι μια τολμηρή χειρουργική επέμβαση μπορεί να σώσει τον ασθενή. Ωστόσο, σχεδόν κανένας δεν αμφισβητεί τη διάγνωση. Όλοι, ή περίπου όλοι, συμφωνούν ότι οι ρίζες της ασθένειας βρίσκονται στη διάρρηξη της επικοινωνίας ανάμεσα στους πολιτικούς ιθύνοντες (εκείνους που χαράσσουν πολιτική στις Βρυξέλες και/ή τους πολιτικούς του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου) που δίνουν τον ρυθμό, και στον λαό ο οποίος καλείται να χορέψει σ’ αυτά τα βήματα, χωρίς να έχει ερωτηθεί ή συναινέσει.

Τουλάχιστον δεν υπάρχει έλλειμμα επιχειρημάτων για να υποστηριχθεί η διάγνωση, το «έλλειμμα δημοκρατίας» δηλαδή, στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η κατάσταση της Ένωσης, χωρίς αμφιβολία, απαιτεί εντατική φροντίδα: το μέλλον της –ακόμα και η ίδια η πιθανότητα επιβίωσής της– είναι αμφίβολο. Μια τέτοια κατάσταση ονομαζόταν, από τις απαρχές της ιατρικής πρακτικής «κρίση». Ο όρος επινοήθηκε για να δηλώσει ακριβώς μια τέτοια στιγμή, στην οποία ο γιατρός είναι αναγκαίο να αποφασίσει επειγόντως σε ποιο συνδυασμό γνωστών και διαθέσιμων ιατρικών μέσων θα καταφύγει, προκειμένου να αρχίσει να αναρρώνει ο ασθενής. Όταν μιλάμε για κρίση οποιασδήποτε φύσης, συμπεριλαμβανομένης της οικονομικής, εκφράζουμε αφενός το αίσθημα της αβεβαιότητας, της άγνοιάς μας για την τροπή που θα πάρουν τα πράγματα — και, δευτερευόντως, την ανάγκη παρέμβασης: να επιλέξουμε τα σωστά μέτρα και να αποφασίσουμε να τα εφαρμόσουμε τάχιστα. Χαρακτηρίζοντας μια κατάσταση «κρίσιμη», εννοούμε ακριβώς αυτό: τον συνδυασμό της διάγνωσης και το κάλεσμα για δράση. Υπάρχει, βέβαια, μια εγγενής αντίφαση σε μια τέτοια ιδέα: σε κάθε περίπτωση, η είσοδος σε μια κατάσταση αβεβαιότητας και άγνοιας αποτελεί αρνητικό παράγοντα, όσον αφορά τη δυνατότητά μας να επιλέξουμε τα κατάλληλα μέτρα και να οδηγήσουμε τις υποθέσεις μας στην επιθυμητή κατεύθυνση.

***

H παρούσα κρίση διαφέρει από τα ιστορικά προηγούμενα της, στον βαθμό που βιώνεται ως ένα διαζύγιο μεταξύ εξουσίας και πολιτικής. Συνέπεια του διαζυγίου είναι η απουσία ενός οργανισμού που να μπορεί να κάνει εκείνο το οποίο απαιτεί εξ ορισμού κάθε «κρίση»: να επιλέξει τον δρόμο και τη θεραπεία που θα ακολουθήσει. Η απουσία αυτή, όπως φαίνεται, θα συνεχίσει να λειτουργεί παραλυτικά στην αναζήτηση μιας βιώσιμης λύσης, ώστε εξουσία και πολιτική να έλθουν ξανά σε γάμο. Ωστόσο, υπό τις συνθήκες της παγκόσμιας αλληλεξάρτησης το ενδεχόμενο ενός τέτοιου νέου γάμου δεν μοιάζει διόλου πιθανό στο εσωτερικό ενός κράτους, όσο μεγάλο και ισχυρό κι αν είναι αυτό. Ούτε και μέσα σε μια ένωση κρατών, αφού η εξουσία είναι ελεύθερη να εγκαταλείψει κατά βούληση και άνευ προειδοποιήσεως κάθε επικράτεια που την ελέγχουν πολιτικές οντότητες υπό τα φαντάσματα των μετα-βεστφαλιανών ψευδαισθήσεων. Μοιάζει τώρα να αντιμετωπίζουμε το τρομερό αλλά επιτακτικό καθήκον της ισχυροποίησης της πολιτικής και των θεσμών της σε παγκόσμιο επίπεδο. Όλες οι πιέσεις, από τις απολύτως γήινες μέχρι τις υψιπετείς φιλοσοφικές, είτε πηγάζουν από τα συμφέροντα της επιβίωσης είτε υπαγορεύονται από ηθικό καθήκον, τείνουν σήμερα προς την ίδια κατεύθυνση — παρότι έχουμε προχωρήσει πολύ λίγο προς τα εκεί. Στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενός πανδοχείου στα μισά αυτού του δρόμου, τούτες οι πιέσεις μοιάζουν πιο σοβαρές και πιο οδυνηρές από ό,τι σε άλλες περιοχές του παγκοσμιοποιημένου πλανήτη.

Το δημοκρατικό έλλειμμα δεν αποτελεί, με κανέναν τρόπο, ζήτημα που αφορά αποκλειστικά την Ευρωπαϊκή Ένωση. Κάθε δημοκρατικό κράτος, κάθε πολιτικό σώμα που έχει στόχο –ή διατείνεται ότι έχει– την πλήρη κυριαρχία στην επικράτειά του, εν ονόματι των πολιτών του και όχι της βούλησης ενός μακιαβελικού Ηγεμόνα ή σμιτιανού Führer, υπόκειται σήμερα σε μια διπλή δέσμευση: εκτίθεται στις πιέσεις εξωτερικών από την πολιτική δυνάμεων, αδιαπέραστων από την πολιτική βούληση και τις απαιτήσεις της ιδιότητας του πολίτη, στις οποίες δεν μπορεί ούτε στο ελάχιστο να ανταποκριθεί, λόγω του χρόνιου ελλείμματος εξουσίας. Με την εξουσία και την πολιτική να υπακούουν σε διαχωρισμένες και ανεξάρτητες μεταξύ τους ομάδες συμφερόντων, με τις κυβερνήσεις να βολοδέρνουν μεταξύ δύο πιέσεων που είναι αδύνατον να συμβιβαστούν, η εμπιστοσύνη στην ικανότητα και τη βούληση του πολιτικού κατεστημένου να εκπληρώσει τις υποσχέσεις του ξεθωριάζει γρήγορα — ενώ η επικοινωνία μεταξύ των κυρίαρχων ελίτ και του πλήθους έχει διαρραγεί πλήρως. Ολοένα και περισσότερο, στις εκλογές, την ψήφο την καθορίζει η απογοήτευση για τις ελπίδες του παρελθόντος, ελπίδες που είχαν επενδυθεί στους νυν κυβερνώντες. Αυτή η απογοήτευση των εκλογέων έχει τον πρώτο λόγο, και όχι η προτίμησή τους για μια συγκεκριμένη πολιτική ή η αφοσίωσή τους σε μια ιδεολογία.

Υπάρχει και κάτι άλλο που πρέπει να αναλογιστούμε, στο οποίο πρέπει να επικεντρώσουμε τη σκέψη και τη δράση μας. Είτε το γνωρίζουμε είτε όχι, ακούσια ή εκούσια, η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι σήμερα ένα εργαστήριο (αν όχι το μοναδικό, τότε σίγουρα ένα από τα πιο προηγμένα σε διεθνώς), στο οποίο σχεδιάζονται, ερευνώνται και τεστάρονται τρόποι αντιμετώπισης των αποτελεσμάτων που παράγει ο παρών διαχωρισμός εξουσίας και πολιτικής. Αυτή είναι, αναμφισβήτητα, η πιο σημαντική και αποτελεσματική εισφορά της Ευρώπης στις προοπτικές του πλανήτη· στην πραγματικότητα, στην επιβίωσή του. Το παρόν δίλημμα της Ευρώπης προδιαγράφει τις προκλήσεις που το υπόλοιπο του πλανήτη –το σύνολο του πλανήτη, όλοι οι κάτοικοί του– είναι βέβαιο ότι, αργά ή γρήγορα, θα νιώσει από πρώτο χέρι, θα αντιμετωπίσει και θα ζήσει. Οι πόνοι που νιώθουμε λοιπόν σήμερα, μπορεί να αποδειχθεί ότι είναι οι ωδίνες του τοκετού που θα γεννήσει μια ανθρωπότητα η οποία θα ζει εν ειρήνη με τον εαυτό της, βγάζοντας τα κατάλληλα συμπεράσματα από τις απαιτήσεις τής –αμετάκλητα παγκοσμιοποιημένης– συνθήκης της. Αυτό που σήμερα αισθανόμαστε σαν το αφόρητα οδυνηρό σφίξιμο μιας μέγγενης μπορεί να αποδειχθεί, εκ των υστέρων, ότι ήταν ο σοβαρός αλλά παροδικός πόνος που προξενεί μια δαγκάνα που μας αρπάζει από την επικείμενη καταστροφή και μας σώζει.

μετάφραση: Στρ. Μπουλαλάκης

[Το άρθρο του Zygmunt Bauman, «Εurope is trapped between power and politics», δημοσιεύθηκε στο Social Europe Journal, στις 14.5.2013. Εδώ δημοσιεύονται αποσπάσματα].

http://enthemata.wordpress.com/2013/12/28/zba/

Αρέσει σε %d bloggers: