Νικόλας Σεβαστάκης: Χαύνωση, σύγχυση και (κακή) ιδιώτευση- Για την κριτική του ατομικισμού

67B9DFCC6D35F9696CA0721DBE4C73A1

Η ομιλία του Νικόλα Σεβαστάκη με τίτλο:   «Χαύνωση, σύγχυση και (κακή) ιδιώτευση- Για την κριτική του ατομικισμού» πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της συνεδρίας Κριτικές αναγνώσεις της μεταπολιτευτικής ατομικότητας του Επιστημονικού Συμποσίου με τίτλο «Περιπέτειες του ιδιωτικού στη μεταπολιτευτική Ελλάδα», το οποίο διοργάνωσε η Εταιρεία Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας (Ιδρυτής: Σχολή Μωραΐτη) στις 13 & 14 Οκτωβρίου 2017.

Για να παρακολουθήσετε την ομιλία κάντε κλικ στον παρακάτω σύνδεσμο:

http://www.blod.gr/lectures/Pages/viewlecture.aspx?LectureID=3746#.Wf7K1zi4rfs.facebook

Νικόλας Σεβαστάκης, Πολιτικές της νοσταλγίας

Πηγή: Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ

02_high

«Ενώ η αρχαιότητα είναι κάτι που υφίσταται για μας, εμείς δεν υπάρχουμε για κείνη. Δεν υπήρχαμε ποτέ ούτε θα υπάρξουμε». Έτσι αρχίζει το δοκίμιό του «Φόρος Τιμής στον Μάρκο Αυρήλιο» ο Ρώσος ποιητής και νομπελίστας Γιόζεφ Μπρόντσκι.

 Εδώ και εβδομάδες στην επικαιρότητά μας έχει θρονιαστεί ένα κομμάτι αρχαιότητας, ένας τύμβος ή ένα μνημειακό πλέγμα. Ζητούμε άραγε να αντλήσουμε ζωή από τους ένδοξους που κείτονται, πιθανόν, εκεί; Ή μήπως αυτό το ζωηρό ενδιαφέρον για ένα μεγάλο μνημείο είναι η «συμβολική μας αναχώρηση από τη γενική οριζοντίωση», η στιγμιαία έξοδός μας από την κύφωση και την κατάπτωση των καιρών;

Είτε έτσι είτε αλλιώς, η σχέση μας με το μνημειακό έχει παραπάνω από έναν μεσολαβητές: έναν ματαιωμένο εθνικισμό με δόσεις περασμένων μεγαλείων αλλά και την ανάγκη για σταθερές στον χρόνο, για κάποιες υπερβαίνουσες (δεν λέω υπερβατικές) αναφορές. Ο Μπρόντσκι γράφει ότι οι Ελληνες παθιάζονταν για την καταγωγή και οι Ρωμαίοι για την προαγωγή. Και στις δύο περιπτώσεις η ματαιοδοξία μπορεί πάντως να δημιουργεί μορφές που προορίζονται να διαρκέσουν.

 Σύμφωνα επίσης με μια ορισμένη ποιητική του τόπου, το «μεγαλειώδες» είναι εν γένει ύποπτο. Αν αυτό που έχει χτιστεί υπερβαίνει το μέτρο του, αν γλιστράει στην υπερβολή και στην κυριαρχική περικύκλωση του γύρω χώρου, χάνει τη μεταφυσική ποιότητα του τόπου. Διαβάζοντας το μικρό κείμενο «Κτίζειν, κατοικείν, σκέπτεσθαι» του Χάιντεγκερ, έρχεται κανείς κοντά σε αυτή την ιδέα ταύτισης του κτίσματος και της κατοικίας με τη φειδώ και την αυτοσυγκράτηση.

 Μιλώντας όμως για μεγάλα μνημεία και τύμβους όπως αυτόν της Αμφίπολης, μεταβαίνουμε εις άλλο γένος: τύμβος εδώ είναι αυτό που υψώνεται πάνω από τη μοίρα των κοινών θνητών, πάνω από τις κατοικίες και τα μικρά έργα των καθημερινών ανθρώπων. Ο τύμβος που γέννησε τον τάφο (the tomb), συμβολίζει το αναντίρρητο γεγονός ότι από τους αναρίθμητους κεκοιμημένους του παρελθόντος, ελάχιστοι αποκτούν το δικαίωμα στο μεγαλείο και βεβαίως στον θαυμασμό. Ακόμα και στο βασίλειο της ισότητας όλων με όλους, εκεί όπου, όπως έγραφε ο Καρούζος, «τι να τρών’ τον Αισχύλο τα σκουλήκια/ τι τον Λάμπρο Πορφύρα», υπάρχουν νεκροί που διεκδίκησαν τη διάρκεια και εν τέλει την αθανασία.

Από αυτή την αθανασία δανειζόμαστε και τώρα για να μπαλώσουμε τις τρύπες του παρόντος. Πέρα δηλαδή από τις προφανείς ιδεολογικές και πολιτικές χρήσεις της αρχαιολογίας (αρχαίες και αυτές με τη σειρά τους), ο άνθρωπος δεν μπορεί παρά να εντυπωσιάζεται από τα λαμπρά εργόχειρα της Ιστορίας. Όσο περισσότερο δεσπόζει αυτό που ο Γάλλος ιστορικός François Hartog ονομάζει παροντισμό τόσο πιο πυρετικά θα πολιτευόμαστε με τη νοσταλγία. Οχι μόνον όσοι ενστερνίζονται τη νοσταλγία ως ρομαντικοί εθνικιστικές αλλά και οι άλλοι, όσοι, ας πούμε, λέμε ότι θέλουμε να αντιστεκόμαστε στους αρχαιοκάπηλους πειρασμούς της ελληνικής ιδεολογίας.

http://www.efsyn.gr/?p=244665

Νικόλας Σεβαστάκης, Το τίμημα του αντικομματισμού

Πηγή: Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ, 20-4-2014

Ο αντικομματισμός είναι δημόσιο συναίσθημα το οποίο προϋπάρχει της κρίσης και τoυ καιρού της οργής. Ακόμα και στα χρόνια της κραταιής δικομματικής κυριαρχίας, η επίδραση των κομμάτων στη δημόσια ζωή και στα ήθη των πολιτών αντιμετωπιζόταν με μεγάλη δόση καχυποψίας. Ο «πονηρός πολιτευτής» του Σαββόπουλου σκιτσάριζε τη συνέχεια μιας παλιάς καταγγελίας με σκωπτικούς τόνους. Και ήδη από τη δεκαετία του ’80, η κομματοκρατία θα θεωρηθεί από πολλούς σύμπτωμα θεσμικής υπανάπτυξης της ελληνικής Δημοκρατίας.

Από εκείνα, για παράδειγμα, τα χρόνια οι αμήχανοι φοιτητές στο πανεπιστήμιο θα απαντούν διαχωρίζοντας τα πολιτικά ενδιαφέροντα από την κομματική ένταξη. Η περίφημη αντιδιαστολή μεταξύ μιας κακής κομματικοποίησης και μιας καλής και επαινετής πολιτικοποίησης πάει έτσι πίσω στον χρόνο.

Είναι πολυσυζητημένοι οι λόγοι της δυσφορίας με τα κόμματα και το πολιτικό σύστημα. Τα δύο παραδοσιακά κόμματα εξουσίας λειτούργησαν ως επί το πλείστον ως μηχανισμοί σύνδεσης με το κράτος και τις προσόδους του. Υφαίνοντας δίχτυα επιρροής σε όλο το μήκος και το πλάτος του κοινωνικού μας σχηματισμού, εγκαταστάθηκαν στις δομές της διοίκησης, στις κοινωνικές οργανώσεις, στους θεσμούς. Η έλευση της δημοσιονομικής χρεοκοπίας του ελληνικού κράτους θα ωθήσει στην αποσκίρτηση εκατοντάδων χιλιάδων πολιτών από τα «κόμματα του κράτους».

Η άλλη διάσταση της ίδιας ιστορίας: πίσω από τα κόμματα υπάρχουν οι παρατάξεις, οι πολιτικές κληρονομιές, οι συμβολισμοί. Με όλες τις μεταλλαγές και τις μεταμορφώσεις των κομματικών οργανισμών στο πέρασμα του χρόνου. Εκτός δηλαδή από πελατειακές διευθετήσεις ή προφανή εξουσιαστικά κίνητρα, η δημοκρατία των κομμάτων καλλιέργησε συλλογικές ταυτίσεις και περίπλοκα συναισθήματα έλξης και απώθησης. Πέρα από τα γραφικά κι ενίοτε αποκρουστικά ήθη των παλαιάς κοπής φανατισμών, οι οργανωμένες αποκρυσταλλώσεις της Δεξιάς, του Κέντρου και της Αριστεράς κινητοποίησαν εκατομμύρια ανθρώπους. Για τα ποταπά και τα ευγενή, τα σημαντικά και τα ασήμαντα μαζί. Ιδιαίτερα στην Κεντροαριστερά και στην Αριστερά, ένας ολόκληρος κόσμος είχε επί δεκαετίες μια ενσώματη σχέση με την κομματική πολιτική, τις αγωνίες και τις «αρρώστιες της».

Τα τελευταία χρόνια γιγαντώθηκε ο αντικομματισμός. Κυρίως όμως η κρίση τον έκανε πιο επιθετικό και ωμό. Η κριτική στις κομματικές τυφλώσεις έχασε τις σκωπτικές και σατιρικές της ποιότητες. Μετατράπηκε σε ένα εκδικητικό μαύρο σύννεφο στο μυαλό των Ελλήνων που αισθάνθηκαν προδομένοι. Τέσσερα χρόνια μετά μπορούμε να πούμε ότι αυτός ο ωμός αντικομματισμός δεν συμβάλλει καθόλου στην υπέρβαση των πολιτικών αδιεξόδων μας.

Η απέχθεια για τα κόμματα παγιώνεται απλώς σε μια, α λα social media, ηθικολογία σύμφωνα με την οποία οτιδήποτε «κομματικό» πρέπει, σώνει και καλά, να είναι παρωχημένο, αντινεωτερικό και σάπιο. Το αποτέλεσμα είναι ότι άνθρωποι με δεκαετίες πασίγνωστης κομματικής ένταξης σπεύδουν να δηλώσουν σε φυλλάδια και οθόνες ανεξάρτητοι και ανέκαθεν υπερκομματικοί. Και ο αρχηγός, ιδρυτής, βασικός spokesman κ.λπ. της κίνησης που τιτλοφορείται «Το Ποτάμι» διαφημίζει την πρωτοβουλία του μαστιγώνοντας -απαλά, είναι αλήθεια- όλους τους άλλους στην Κεντροαριστερά και στην Αριστερά ως «κομματικές νομενκλατούρες».

Την ίδια στιγμή, σε δύο σημαντικούς δήμους της χώρας εμφανίζονται ψηφοδέλτια ποδοσφαιρικών παραγόντων που αναγκάζουν τους άλλους υποψήφιους σε γελοίους και αναξιοπρεπείς τεμενάδες στις αντίστοιχες φίλαθλες κοινότητες και στα «δίκαια αιτήματά» τους.

Αυτή η χαοτική κινητικότητα γύρω από τις μετεξελίξεις του πολιτικού μας συστήματος δεν κινείται σε μία προβλέψιμη πολιτική κατεύθυνση. Το γεγονός είναι όμως ότι ο αντικομματισμός ενισχύει τον κατακερματισμό του δημόσιου πολιτικού χώρου. Οι αντικομματικές κινήσεις δεν θέλουν σχέσεις με καμιά παραταξιακή μήτρα. Δυσφορούν με κάθε δεσμό με τις ιστορικές διαδρομές των πολιτικών διαιρέσεων.

Διακηρύσσουν απλώς τη διαφορά τους από το «παλαιό σύστημα» ως εάν τούτη η διαφορά να σημαίνει, από μόνη της, κάτι θετικό και υγιές. Και ως προς τα περιεχόμενα που συναντούμε στο τωρινό παζάρι των άφθαρτων αντικομματικών, αυτά δεν είναι καθόλου πρωτότυπα: κλασικές ωδές στην αξιοκρατία, στον δημιουργικό Ελληνα, στους «ανθρώπους με ένσημα» και στις αυτοφυείς επιχειρήσεις οι οποίες αποτελούν, όπως ξέρουμε, την τελευταία λέξη της μόδας.

Όσο όμως κάποια κόμματα αποτελούν «αποσπάσματα» παρατάξεων και όχι άμορφα αντικείμενα, θα συνεχίσουν να είναι τα βασικά υποκείμενα της πολιτικής. Δεν μπορεί να έχουν πλέον το παλιό τους στάτους ούτε να διατηρούν τις αλλοτινές φιλοδοξίες σε έναν θρυμματισμένο κόσμο που ζητεί πιο σύνθετες αποκρίσεις. Πρέπει όμως να επεξεργαστούν τα σχέδιά τους, να λένε την «αλήθεια τους» και να αντιμετωπίσουν το ζήτημα των κατάλληλων κοινωνικοπολιτικών συμμαχιών, προσβλέποντας πολύ πέρα από τους άμεσους εκλογικούς ορίζοντες. Ο αντικομματισμός θα γεννήσει πιθανόν νέα δημοσκοπικά και εκλογικά φαινόμενα. Το αν αυτά θα αποτελέσουν μονιμότερα στοιχεία του νέου πολιτικού τοπίου είναι ίσως λιγότερο πιθανό.

http://www.efsyn.gr/?p=191099

Νικόλας Σεβαστάκης,Σχολικά πάθη

Πηγή: Η ΑΥΓΗ, 15-9-2013

02_high

Μια μέρα πριν τον αγιασμό, τηλεφωνώ στο δημοτικό σχολείο της κόρης μου. Ο διευθυντής, συμπαθής και καλοπροαίρετος άνθρωπος, πάντα πρόθυμος να μιλήσει χωρίς βιασύνες, με ενημερώνει για τα σχετικά. Τον ρωτάω για την έναρξη του ολοήμερου. «Α, δυστυχώς δεν θα ξεκινήσει ακόμα και, για να είμαι ειλικρινής, δεν έχουμε ιδέα πότε ακριβώς θα έχουμε δασκάλους για το ολοήμερο». Αυτό σημαίνει φυσικά ότι στις εντεκάμιση για τις πρώτες μέρες και στις δωδεκάμιση από Δευτέρα -σε κανονικές συνθήκες- πρέπει να έχει βρει κανείς τον μαγικό τρόπο να παραλάβει το παιδί του.

Προχθές τώρα, στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών, στο Αριστοτέλειο, λάβαμε την απόφαση να μεταθέσουμε τις εξετάσεις εισαγωγής των μεταπτυχιακών φοιτητών για τις αρχές Οκτωβρίου. Πώς, διάολε, να γίνει εξεταστική διαδικασία με κλειστή τη γραμματεία, με μια κατάσταση όπου εκατοντάδες μέλη του διοικητικού προσωπικού δεν ξέρουν πού θα βρίσκονται σε δεκαπέντε μέρες;

Οι αναπόφευκτες «αναταράξεις» των αλλαγών και των μεταρρυθμίσεων, θα πουν κάποιοι. Οι ίδιοι, πάνω – κάτω, που εγκωμιάζουν ως στάση ευθύνης την αγόγγυστη αποδοχή των τετελεσμένων από τους διαθέσιμους και εν κινήσει (προς το άγνωστο) εργαζόμενους.

Είναι όμως έτσι; Ή μήπως όλα αυτά τα «κλάσματα εμπειρίας» προδιαγράφουν μια κατάσταση κατά το οποία γίνεται όλο και πιο δύσκολο να προγραμματίσει κανείς στοιχειωδώς τα του βίου του; Αυτή τη διάσταση όμως φαίνεται ότι δεν την υπολογίζουν καθόλου στις αποφάσεις τους. Καθώς έχουν πια ταυτίσει τη μεταρρύθμιση και τον εξορθολογισμό με μια διαδικασία δίχως υποκείμενο, με έναν αυτοματισμό μέτρων, γίνονται τυφλοί απέναντι στην ίδια την πραγματικότητα. Προχωρούν, ας πούμε, με το αντισηπτικό των λέξεων στις εγκυκλίους, στα νομοσχέδια και στις αλλεπάλληλες τροπολογίες τους αδιαφορώντας, όπως φαίνεται, για το βασικό ερώτημα: πως μπορούν οι άνθρωποι να είναι στοιχειωδώς λειτουργικοί μέσα στη διαρκή αβεβαιότητα, να είναι ορθολογικοί μέσα στους παραλογισμούς, να είναι υπεράνω και νηφάλιοι σε συνθήκες καταθλιπτικού μετεωρισμού;

Σκέφτομαι, όμως, ότι αυτές οι διαστάσεις της πραγματικότητας θα συρρικνωθούν πάλι τις επόμενες μέρες στα πρωτοσέλιδα και στα ρεπορτάζ για τις απεργίες των εκπαιδευτικών. Τηλεοράσεις και κοινωνικά μέσα θα πιαστούν με βουλιμία από τις τυχόν άκομψες πλευρές, τις αριστερίστικες μεγαλοστομίες, το ένα ή το άλλο χοντροκομμένο σύμπτωμα. Και φυσικά, η δύσκολη θέση του γονιού ή του παιδιού θα γίνουν αφορμή για μια άλλη επιστράτευση: όχι τη γνωστή διαδικασία της επιστράτευσης των απεργούντων από την κυβέρνηση αλλά την επιστράτευση των κοινωνικών αντανακλαστικών, την ενορχήστρωση συναισθημάτων και αντιδράσεων.

Αυτοματισμός των «μέτρων» και κοινωνικοί αυτοματισμοί πάνε πάντα μαζί. Και αυτό βέβαια υπερβαίνει τα συγκεκριμένα παραδείγματα και τις προσωπικές εμπειρίες που μεταφέρουμε στο χαρτί. Γιατί, από αυτή τη μοιραία αλληλοτροφοδότηση μέτρων και αυτοματισμών ενισχύεται ακόμα περισσότερο το μάγμα της καχυποψίας και των φόβων. Διαμορφώνεται πλέον η ολέθρια συνειρμική σύνδεση της έννοιας μεταρρύθμιση με την ένταση της ανασφάλειας, με την εργασιακή διακινδύνευση και τη απίσχναση δικαιωμάτων. Οι αλλαγές, οι αναπροσαρμογές, ο «ανασχεδιασμός των δομών», θα ερμηνεύονται όλο και συχνότερα από τους πολίτες ως κολπάκια για επιπλέον δυσάρεστες εκπλήξεις και πρόσθετες βιοτικές ταλαιπωρίες.

Η οικεία και από το παρελθόν υπόθεση εργασίας των κυβερνώντων είναι ότι αυτή η ανησυχαστική ερμηνεία είναι έργο των συνδικαλιστών και των πολιτικών της Αριστεράς. Αλλά αυτή η υπόθεση εργασίας φαίνεται να υποτιμά τα γεγονότα, θεωρώντας ότι τα πάντα είναι ή μπορούν να είναι «πολιτικώς υποκινούμενα». Πρόκειται για αφελή αντίληψη, αν δεν ήταν επικίνδυνη, όπως όλες οι απλουστεύσεις…

Ο Νικόλας Σεβαστάκης είναι Καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών ΑΠΘ

http://www.avgi.gr/article/928783/sxolika-pathi

Νικόλας Σεβαστάκης, O νέος παλιός αντισημιτισμός

Σεβαστάκης_high

[Αναδημοσίευση από την Αυγή, 24-3-2013]

Εβδομήντα χρόνια μετά τον πρώτο συρμό για το Άουσβιτς, η Θεσσαλονίκη τίμησε τη μνήμη των εκτοπισμένων, των δολοφονημένων παιδιών της. Tο γεγονός έχει ιδιαίτερη σημασία για τον ελληνικό εβραϊσμό, την πόλη και τη δημόσια μνήμη. Έστω κι αν γνωρίζουμε καλά πως η εργασία της μνήμης και ιδιαίτερα η μνήμη των μεγάλων και απαράγραπτων καταστροφών είναι υπόθεση που υπερβαίνει τελετές και εκδηλώσεις, όσο βαθιά συγκινητικές και απαραίτητες κι αν είναι.

Έγινε φυσικά πολύς λόγος αυτές τις μέρες για τον κίνδυνο του ρατσισμού και του φασισμού. Η ζοφερή επικαιρότητα της Χρυσής Αυγής υπενθυμίζει την ανάγκη αφύπνισης απέναντι σε ένα κακό που ορισμένοι, όπως ο Έλληνας πρωθυπουργός, το παρουσιάζουν ως περιθωριακό στη χώρα. Είναι όμως έτσι; Άραγε ο αντι-εβραϊκός λόγος και τα αντίστοιχα συναισθήματα αποτελούν περιθωριακό φαινόμενο στη σημερινή Ελλάδα; Ή μήπως πρέπει να αναγνωρίσουμε μια διάσταση με μεγαλύτερη έκταση;

Ειδικά με τον αντισημιτισμό τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Το άθλιο νεοναζιστικό ριμέικ δεν είναι το μοναδικό πρόβλημα. Λέμε συχνά ότι το κακό δημιουργείται από τη συνθήκη της κρίσης. Υπάρχει ωστόσο κάτι προγενέστερο της κρίσης, που σήμερα ωστόσο βρίσκει ευκαιρίες άνθισης στους κόμβους της δημοσιότητας και της κοινωνικής επικοινωνίας. Αυτό το «άνθος» είναι παλιά ιστορία, αλλά στα συναισθήματα της κρίσης ξαναγεννιέται και προβάλλει ως περισπούδαστη ερμηνεία των τεκτονικών σεισμών στον καπιταλισμό: μιλώ για τον οικονομικό και κοινωνικό αντι-εβραϊσμό, ο οποίος δεν ταυτίζεται με τον βιολογικό ρατσισμό του αίματος. Οι κουβέντες που φτιάχνουν και διασπείρουν αυτόν τον αντισημιτισμό δεν είναι λόγια περί ράτσας, αλλά αφορισμοί για το «χρήμα» και τους επί γης «εκπροσώπους του». Στη βάση μάλιστα αυτών των αφορισμών βρίσκουμε τις αναφορές στη συνωμοσία των μεγάλων εναντίον του απλού ανθρώπου.

Αν λογαριάσουμε στα σοβαρά την παραπάνω διάσταση, είναι σαφές ότι η αντι-εβραϊκή εκτροπή δεν αφορά αποκλειστικά τους φορείς της φυλετικής εχθροπάθειας και του ναζιστικού μίσους. Ο αντι-εβραϊσμός μπορεί αντίθετα να διεισδύει, ανεπαίσθητα, στην αγανάκτηση για τις αδικίες και τις ανισότητες που συνδέονται με τον χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό. Η φιγούρα του Εβραίου «τραπεζίτη και χρηματιστή» αναστήθηκε μαζί με αυτόν τον άλλον αντισημιτισμό, ο οποίος σπεύδει βεβαίως να διαχωρίσει τη θέση του από τη μυθολογία του αίματος και της τιμής.

Δεν πάει πολύς καιρός που είδαμε πώς λειτούργησαν οι άθλιοι συνειρμοί με τα ονόματα της λίστας Λαγκάρντ. Εδώ και χρόνια ταξιδεύει επίσης ακλόνητη και η φιλολογία περί του Σόρος και της παντοδυναμίας του στα «παρασκήνια» των εθνών. Είναι βέβαιο πως δεν θα λείψουν οι αφορμές για το ξαναζέσταμα της ίδιας δαιμονολογικής φοβίας.

Η μάχη επομένως εναντίον του σύγχρονου αντισημιτισμού δεν πρέπει να περιορίζεται στην απόκρουση των ρατσισμών του αίματος, που ούτως ή άλλως έχουν χάσει προ πολλού το παιχνίδι. Ο σύγχρονος αντισημιτισμός είναι μια ολική δημαγωγία και όχι ένα υποκεφάλαιο του ρατσισμού. Κατά κάποιον τρόπο, η μάχη αυτή είναι αγώνας εναντίον κοινών τόπων που απλώνονται πολύ μακρύτερα από τον λαό της άκρας Δεξιάς.

Για εκείνους τους αριστερούς που δεν βλέπουν την κρίση ως συνωμοσία ή εργόχειρο κάποιων σατανικών «λεσχών» (Μπίλτεμπεργκ κ.λπ.), η επαγρύπνηση για τις αντισημιτικές εκτροπές είναι ηθικά και πολιτικά ζωτικής σημασίας. Για έναν κυρίως λόγο: μια ριζοσπαστική απάντηση στο κοινωνικό ζήτημα του καιρού μας περνάει από την πιο δραστική απόκρουση του «αντικαπιταλισμού των ηλιθίων». Και κάτι τέτοιο αποτελεί, σε μεγάλο βαθμό, ο κρυφός-φανερός αντισημιτισμός των ημερών μας.

———

Ο Νικόλας Σεβαστάκης είναι Αναπληρωτής Καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ.

Πηγή άρθρου:

http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=761607

Νικόλας Σεβαστάκης,Στον αστερισμό της ευελιξίας

02_highΑνάμεσα στα γεγονότα κάθε βδομάδας υπάρχουν εκείνα που τραβούν σχεδόν όλη την προσοχή της δημοσιότητας και άλλα που αποκτούν μια κάποια θεσούλα στις ειδήσεις δίχως τον ανάλογο θόρυβο. Σε αυτή την τελευταία κατηγορία ανήκει και η τελευταία έκθεση του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας (Σ.ΕΠ.Ε) για την επέκταση των μορφών «ευέλικτης και εκ περιτροπής απασχόλησης». Στη συγκεκριμένη περίπτωση, τα στοιχεία που μαθαίνουμε δεν είναι απλώς ύλη για το ρεπορτάζ του υπουργείου Εργασίας ή για ένα ακόμα πρόχειρο σχόλιο των οικονομικών του Μνημονίου: τα στοιχεία μαρτυρούν την πιο βαθιά πλευρά μιας ανώμαλης μετάβασης, μιας εκ βάθρων αλλαγής στους όρους της καθημερινότητας και στη δομή των κοινωνικών σχέσεων. Αν τούτες τις μέρες η παντομίμα με τις «αντιδράσεις» της τρόικας καταπίνει τον βασικό χρόνο της ενημέρωσης, η έκθεση του ΣΕΠΕ δεν προσφέρεται ούτε για θεατρικές διασκευές ούτε για έξυπνες κουβεντούλες στο twitter.
Η συγκεκριμένη εξέλιξη την οποία καταγράφει η έκθεση εξηγεί, ώς ένα βαθμό, τους αποπροσανατολισμούς και τις αδράνειες που επικρατούν. Και αυτό γιατί πίσω από τις επίσημες ονομασίες, πίσω από τη φράση «ευέλικτες ή εκ περιτροπής συμβάσεις», προβάλλει πια το φάντασμα της μη σύμβασης, της αποθεσμοποίησης της εργασίας. Με πολύ γρήγορους ρυθμούς, η εργασία χάνει τη νομική της προστασία αφού ήδη έχει αποσυνδεθεί από την έννοια του αξιοπρεπούς εισοδήματος. Έχουμε έτσι τη σκληρή διάψευση μιας ιδεολογίας και της συναφούς ρητορικής: το τσαλάκωμα της ιδεολογίας των ελεύθερων επιλογών που υποτίθεται ότι βρίσκονται στη βάση της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Οι ατομικές επιλογές γίνονται, εκ νέου, προνόμιο της τύχης ή, όπως το θέλει η γλώσσα της εποχής, μια πολυτέλεια. Για όσους προσέρχονται στην αγορά εργασίας ως ικέτες, ο «αστικός ατομικισμός» δεν έχει κανένα νόημα. Με αυτό τον τρόπο και η κληρονομημένη ελληνική ιδεολογία της ανεξάρτητης ή δίχως αφεντικό εργασίας συναντά σήμερα την ακραία, την πιο βάναυση ακύρωσή της: μια κοινωνική πραγματικότητα όπου τα αποθέματα ανεξαρτησίας και η διαπραγματευτική ισχύς των πιο αδύναμων συρρικνώνονται αν δεν εξαφανίζονται πλήρως.
Ποιες συνέπειες θα έχει τούτη η διάψευση στα χρόνια που έρχονται; Κανένας δεν είναι ασφαλώς σε θέση να το γνωρίζει. Αλλά η εικόνα μιας κοινωνίας με περισσότερους αδύναμους ανθρώπους, με ευτελισμούς και αχαρτογράφητες ματαιώσεις, δεν υπόσχεται τίποτα καλό για τη δημοκρατία. Αυτή η τελευταία, η δημοκρατία, προϋποθέτει ισχυρούς δημόσιους θεσμούς. Αλλά η αποθεσμοποίηση της εργασίας και η μαζική παραγωγή ανταγωνιζόμενων ικετών φτιάχνει το αντίθετο: μεγαλύτερη πολιτική αποξένωση και ψυχικό ξεχαρβάλωμα των ανθρώπων.
Πέρα από όλα τα άλλα, η ρήξη με τις συμβάσεις υπονομεύει τη στοιχειώδη εμπιστοσύνη η οποία εκπολιτίζει, έστω ατελώς και πάντα προσωρινά, τις αστικές κοινωνίες. Ο εκ περιτροπής εργαζόμενος είναι ήδη λειψός πολίτης, πολίτης που άγεται και φέρεται από τις ανάγκες του. Το ερώτημα είναι αν μια άλλη πολιτική μπορεί να ανακόψει τη δυναμική της αγοραίας επισφάλειας χωρίς την αυταπάτη της επανόδου στις βεβαιότητες της ελληνικής ιδεολογίας. Και είναι, βέβαια, κι αυτό ένα ερώτημα υψηλής δυσκολίας όπως όλα τα ερωτήματα που πάνε πέρα από τους καβγάδες των δελτίων και τα λακτίσματα των social media.
http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=759706 
Published in: on 17/03/2013 at 11:30  Σχολιάστε  

Νικόλας Σεβαστάκης, Μια γενιά σε αναστολή…

02_high
Η πιο βαριά συνέπεια της κρίσης την οποία ζούμε, τουλάχιστον ως προς τα μακροπρόθεσμα αποτυπώματα που θα αφήσει, είναι το τείχος που υψώνει στους νεότερους: η παρεμπόδιση των επιλογών, το μπλοκάρισμα των επιθυμιών, η ακύρωση στην πράξη σχεδίων και προγραμματισμών. Το σκέφτομαι αυτό και το γράφω διότι πρόσφατα έτυχε να βρεθώ στην επταμελή επιτροπή κρίσης δυο διδακτορικών διατριβών.
Διαβάζοντας λοιπόν αυτές τις μελέτες είχα ανάμικτα συναισθήματα: χάρηκα για τις υψηλές ποιότητες που συνάντησα και συγχρόνως ένιωσα θλίψη για τις αχάριστες και σκληρές συνθήκες όπου αυτοί οι άνθρωποι θα κληθούν να επιβιώσουν και να υπηρετήσουν την υπόθεση της γνώσης.
Χιλιάδες μορφωμένοι τριαντάρηδες βρίσκονται αυτή τη στιγμή καθηλωμένοι και αδρανοποιημένοι ή στην καλύτερη περίπτωση σε έναν βιοπορισμό χαμηλών πτήσεων. Είναι ωστόσο, σε μεγάλο βαθμό, η γενιά που μπορεί να στηρίξει έμπρακτα την αλλαγή του κοινωνικού και οικονομικού μοντέλου, μια πραγματική και όχι ιδεοληπτική νέα μεταπολίτευση. Η αδρανοποίηση για την οποία μιλώ τους έρχεται απ’ έξω, από την απίστευτη γήρανση των δομών και τον δημοσιονομικό τους στραγγαλισμό. Από αυτό που, όπως και αν το ονοματίσουμε, είναι μια μορφή βαναυσότητας. Οι ίδιοι το παλεύουν, αξιοποιούν τα μικρά ρήγματα και τις χαραμάδες, συνομιλούν με τα διεθνή ρεύματα και χτίζουν γέφυρες επικοινωνίας με τις ερευνητικές κοινότητες άλλων χωρών.
Όλα αυτά ωστόσο τα προσπαθούν ορφανοί, δίχως αναγνώριση, σε συνθήκες αποτροπής κάθε ενθουσιασμού: δίχως καμιά ουσιαστική ενθάρρυνση, πέρα από τα φαιδρά μεγάλα λόγια περί κοινωνίας της γνώσης και κινητικότητας. Και όσο οι καλωπιστικές ρητορικές θα συνεχίζονται αδιαφορώντας για την πραγματικότητα, τόσο πιο ασύντακτη και τρελή θα μοιάζει αυτή η τελευταία.
Σε αυτή την περίπτωση, το πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε είναι διακριτό από τη σαρωτική ανεργία και την υποαπασχόληση. Αφορά κατά βάθος τη διαδικασία ανανέωσης των εργαλείων με τα οποία μια κοινωνία κατανοεί τον εαυτό της και προχωρεί ή δεν προχωρεί σε επιθυμητές αλλαγές και ανατροπές.
Ο αυτοματισμός των «προσαρμογών στη λιτότητα» είναι φυσικά το αντίθετο μιας τέτοιας επιλεγμένης αλλαγής: δεν μεταβάλλει το προηγούμενο παράδειγμα, απλώς το τσαλακώνει και το αποσυναρμολογεί διαχέοντας ανασφάλεια. Πώς αλλάζεις όμως κάτι χωρίς υποκείμενο των αλλαγών; Με ποιο τρόπο μπορεί να συγκροτηθεί το οτιδήποτε δίχως εμπιστοσύνη;
Από την άλλη, ξέρουμε ότι η ελληνική κοινωνία δεν ανταμείβει γενικά την πνευματική προσπάθεια. Παρά την παραδοσιακή «μορφωσιολατρεία» που συνδέθηκε στο παρελθόν με την άνοδο των μικροαστικών στρωμάτων, η κοινωνία αντιμετωπίζει την έρευνα και τη θεωρία ως αντικείμενα πολυτελείας. Το πιο ανησυχητικό είναι ότι η κρίση επιτείνει αυτό το είδος στενόμυαλου υπολογιστικού πνεύματος.
Όταν ωστόσο η απουσία ανταμοιβών και αναγνώρισης γίνεται κανόνας, το ίδιο το κράτος μετατρέπεται σε σπόνσορα της στασιμότητας και της παρακμής. Στερώντας από μια ολόκληρη γενιά τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τα προσόντα της, το παρόν «σύστημα» μπορεί να εξαγγέλλει μόνο, με γλώσσα διαφημιστή, το επερχόμενο βασίλειο των αρίστων. Και τούτη η διαφήμιση που δεν θέλει να δει την πραγματικότητα είναι πια το σύμβολο αυτών των τελευταίων τριών χρόνων.

http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=758453

Published in: on 10/03/2013 at 12:14  Σχολιάστε  

Νικόλας Σεβαστάκης,Η ενάρετη επιφοίτηση των ελίτ ή για την ελαφρότητα της νέας ηθικοφροσύνης

Πηγή: Red NoteBook, 17-8-2011

Μέρες μετά τις «οχλοκρατικές» ταραχές στη Βρετανία, ο Ντέιβιντ Κάμερον μίλησε όπως θα μιλούσε ένας  αυθεντικός Τόρυ, ένας Βρετανός συντηρητικός πολιτικός. Τα όσα είπε έχουν ειπωθεί αναρίθμητες φορές από τις πρώτες δεκαετίες του δέκατου ένατου αιώνα. Το λεξιλόγιο το οποίο χρησιμοποίησε είναι επίσης οικείο και στους Έλληνες αναγνώστες πολλών από τις επιφυλλίδες και αναλύσεις που γράφτηκαν με αφορμή τον δικό μας Δεκέμβρη του 2008. Η μεγάλη κρίση αξιών – η οποία υποτίθεται ότι τροφοδότησε τις «εγκληματικές συμμορίες» των πλιατσικολόγων- συνδέεται με μια κοινωνική κουλτούρα της ελαστικότητας απέναντι στην ανομία, με την έλλειψη πειθαρχίας και τις εύκολες ανταμοιβές. Πολλές ανταμοιβές και λίγες ποινές, υπερβολικό κανάκεμα και πλημμελείς κυρώσεις. Η λαϊκότροπη μετάφραση της άποψης αυτής είναι η εκτίμηση περί μπαχαλοποίησης ή περί της χαλάρωσης του κράτους και των μηχανισμών που θα πρέπει να αναλάβουν τις ευθύνες τους απέναντι στους «αληταράδες», στα μικρά καθάρματα, όπως είχε αποκαλέσει ο Νικολά Σαρκοζύ τους ταραξίες των γαλλικών προαστίων.

Δεν είναι βέβαια παράδοξη αυτή η προσέγγιση στα πράγματα από μια ορισμένη δεξιά και τους θεσμικούς εκπροσώπους της. Η μετατόπιση των παθολογιών από τους θεσμούς και τις κοινωνικές πρακτικές στα ήθη ή στις ατομικές συμπεριφορές είναι, όπως είπαμε, μια πολύ παλιά ιστορία. Το ίδιο μπορούμε να πούμε και για την μετάθεση της αιτίας των κοινωνικών ρηγμάτων στο επίπεδο μιας νεφελώδους διαταραχής του πολιτισμού που εμφανίζεται μετέωρη και μυστηριώδης. «Χάσαμε την κοσμιότητα», οι «νέοι που τα θέλουν όλα και γρήγορα», η επικράτηση του «υλισμού», όλα αυτά τα θέματα μπορεί να επανέρχονται στην επικαιρότητα κατά τακτά διαστήματα.

Το αξιοθαύμαστο δεν είναι η περιοδική επιστροφή της ηθικοφροσύνης στον δημόσιο λόγο και στις προσφιλείς εξηγήσεις των κρότων της επικαιρότητας. Αξιοθαύμαστο είναι ότι αυτή η ηθικοφροσύνη διαδίδεται και γιγαντώνεται εν μέσω του πολιτισμού των διαφόρων Μέρντοχ, εν μέσω της κουλτούρας των οίκων αξιολόγησης και των  πιο κυνικών κερδοσκοπικών παιχνιδιών ανά την υφήλιο. Ο λόγος περί ηθικής κρίσης εκπορεύεται κυρίως από φωνές οι οποίες συμμετέχουν ευθέως στην εγκαθίδρυση ενός σύγχρονου οικονομικού δεσποτισμού ο οποίος δεν έχει προηγούμενο στο παρελθόν των φιλελεύθερων ή «κοινωνικών» καπιταλισμών.

Και αυτό δεν είναι το μοναδικό θαύμα. Υπάρχει και το αξιοπερίεργο που αφορά την αβάσταχτη ελαφρότητα κάποιων που δεν είναι δεξιοί αλλά μιλούν από τη σκοπιά της προόδου και της σύγχρονης κεντροαριστεράς. Δεν υπάρχει ίσως πιο τρανή απόδειξη για την απόλυτη παρακμή αυτού του χώρου από τις αφοριστικές δηλώσεις ενός Άντονι Γκίντενς περί εξέγερσης του shopping ή από επιχειρήματα του τύπου: «αν έκλεβαν ψωμί μπορεί να τους συμπαθούσαμε, αλλά αυτοί ήθελαν τηλεοράσεις plasma και αθλητικά παπούτσια». Mε άλλα λόγια: η νοσταλγία για τους γαβριάδες και τον Γιάννη Αγιάννη ως τελευταία λέξη της φωτισμένης κοινωνικής ανάλυσης.

Σε αυτή την περίπτωση, η φωνή των “προοδευτικών” δανείζεται εξολοκλήρου το πνεύμα της πιο συντηρητικής ηθικοφροσύνης. Η ανάλυση φοράει ξαφνικά το φωτοστέφανο μιας νέας νόστιμης εγκράτειας που σκανδαλίζεται από τον χυδαίο υλισμό των ταραχοποιών. Θεωρητικοί όπως ο Γκίντενς έχουν επιπλέον τεράστια προσωπική πολιτική ευθύνη για την «αριστερή» προώθηση των νεοφιλελεύθερων ιδεών και αξιών. Τώρα όμως, επειδή έχει έλθει η ώρα κάποιων αναγκαίων αναθεωρήσεων και αναπροσαρμογών, προβάλλουν το προσωπείο του επικριτή του «άγριου» καταναλωτισμού των νέων.

Στην ουσία το μοναδικό στοιχείο διαφοροποίησης μεταξύ του Κάμερον και τέτοιου τύπου προοδευτικών βρίσκεται στο περίφημο μίγμα πολιτικής: περισσότερη αστυνόμευση λέει ο πρώτος, δεν αρκεί αυτό από μόνο του συμπληρώνουν οι δεύτεροι: χρειάζονται και ‘ευκαιρίες’, ‘εκπαίδευση’ , ‘ανάπτυξη’.

Ποινικός κολασμός και δακρύβρεχτος παιδαγωγισμός, αστυνομική πυγμή και κενή θεραπευτική ρητορεία πορεύονται μαζί και ανταγωνίζονται για το ποιος θα είναι περισσότερο αποτελεσματικός απέναντι στην απειλή του όχλου. Επειδή δεν διανοούνται καμιά πραγματική αναδιανομή, μπορούν να σκανδαλίζονται, με όλη τους την άνεση, όταν αυτή η αναδιανομή πραγματοποιείται άτακτα και χαοτικά από κομμάτια της κοινωνίας. Επειδή δεν πιστεύουν στην ηθική αντίσταση στις κανονικότητες της «δημοκρατίας των αγορών», συνηθίζουν να μειώνουν απλώς ηθικά τους εκάστοτε εξεγερμένους ως μια απολίτιστη υπο-τάξη ή ως λούμπεν μικροαστικό κατακάθι…

Το πρόβλημα φυσικά υπερβαίνει το παράδειγμα της Βρετανίας του 2011. Είναι ένας οιωνός για τη γενικότερη στάση των ελίτ απέναντι σε όλους τους κοινωνικούς σπασμούς, στις παραδοσιακές και στις «βρώμικες» μορφές αντίδρασης, στις διεκδικητικά προσανατολισμένες και στις δίχως αιτήματα κοινωνικές ταραχές. Η στάση άλλωστε είναι μία και απαράλλαχτη από χώρα σε χώρα: μετακύλιση της ηθικής ενοχής σε όλη την κοινωνία και ακόμα γενικότερα στον σύγχρονο πολιτισμό ή στους εγωιστικούς τρόπους της ζωής των μεν και των δε. Και έπειτα έρχεται η στιγμή του ιδιαίτερου στιγματισμού των αντιδρώντων ως των κατεξοχήν αντιδραστικών, των φορέων μιας ψυχοκοινωνικής παρέκκλισης η οποία χρειάζεται την κινητοποίηση των υγιών δυνάμεων.

Είτε έτσι είτε αλλιώς, με ανανεωμένες ψυχολογίες του όχλου ή πρόχειρη κοινωνιολογία των “υποτάξεων”, με ανακύκλωση της βικτωριανής φιλοσοφίας περί κοινωνικής αλητείας ή με την λεπτή ειρωνεία περί shopping, ο αναλυτικός ορίζοντας των ελίτ φαίνεται να ξορκίζει τα κοινωνικά φαινόμενα: μπροστά στη σκληρότητα των καιρών η “έγκριτη γνώμη” στρέφεται σε δοκιμασμένα και μάλλον ατυχή υλικά του παρελθόντος. Περιμένοντας να εφαρμόσει ξανά και ξανά τις ίδιες λέξεις της ατίμωσης και της φτηνής διακωμώδησης σε κάθε νέα ευκαιρία…

Αρέσει σε %d bloggers: