Πέτρος Θεοδωρίδης- Δημήτρης Σταματόπουλος: Χρόνος και Ιστορία (Θεσσαλονίκη, 28/9/2017-βίντεο)

[πηγή]

 

***

[update 2/10/2017]: Βίντεο του Β. Βέτσου από την ίδια εκδήλωση:

Α’ μέρος

Β’ μέρος

Γ’ μέρος

Δ’ μέρος

Ε’ μέρος

ΣΤ’ μέρος

Advertisements

Ανοικτή συζήτηση με θέμα: «Χρόνος και Ιστορία: έθνος και ταυτότητες στη νεωτερικότητα και μετανεωτερικότητα» στις 28/9/2017, ώρα 20:30, στη Θεσσαλονίκη

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης, Ομιλία για το Ολοκαύτωμα (4ο Λύκειο Θεσσαλονίκης, 27/1/2017)

Ομιλία του Πέτρου Π. Θεοδωρίδη για το Ολοκαύτωμα στο 4ο Λύκειο Θεσσαλονίκης (27/1/2017)

1ο μέρος [πηγή]

2ο μέρος [πηγή]

3ο μέρος [πηγή]

4ο μέρος [πηγή]

5ο μέρος [πηγή]

6ο μέρος [πηγή]

7ο μέρος [πηγή]

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης, Ομιλία για το Πολυτεχνείο (Εργατικό Κέντρο Θεσσαλονίκης, 17/11/2016)

Ομιλία του Πέτρου Π. Θεοδωρίδη στο πλαίσιο του εορτασμού της επετείου του Πολυτεχνείου (4ο Λύκειο Θεσσαλονίκης)

πηγή

«Ριβερισμοί» (ή περι της άκριτης χρήσης του όρου «εθνολαϊκισμός»)

10255665_576805812416849_7615641540929829734_n

Όταν δεν υπάρχουν επιχειρήματα η εύκολη λύση είναι η επίκληση του εθνολαϊκισμού. Αφού λοιπόν ο όρος χρησιμοποιείται τόσο άκριτα, όπως ορθά έχει επισημάνει ο Δ. Χλωπτσιούδης[1], τουλάχιστον ας επισημάνουμε ότι τον όρο εισήγαγε στην ελληνική πολιτική επιστήμη ο Πέτρος Π. Θεοδωρίδης. Παραθέτουμε στη συνέχεια απόσπασμα από την ομιλία του Πέτρου Π. Θεοδωρίδη με τίτλο «Εθνολαϊκισμός και Θεσσαλονίκη»:

(…)Ο εθνικισμός κατέληξε να σημαίνει την υπερβατική σχεδόν λατρεία του έθνους ως φετίχ. Ο λαϊκισμός από την άλλη πλευρά ως ιδεολογία ενέχει ως κεντρικό σημείο αναφοράς τον λαό, όχι με την νομική, την ιστορική, ή την ταξική του έννοια αλλά μάλλον ως μια συναισθηματική έννοια πού αφορά όσους αισθάνονται τον εαυτό τους ως μη προνομιούχοι και αδικημένοι.

Όπως βλέπουμε και οι δυο όροι κατέληξαν πια να σημαίνουν όχι κάτι που αναλύεται με πολιτική ορολογία αλλά κυρίως με αισθήματα:Το αίσθημα της υπέρμετρης αγάπης για την πατρίδα στον εθνικισμό, το αίσθημα της πικρίας και μνησικακίας στον λαϊκισμό.

Ετσι, με τον όρο εθνολαϊκισμός προσπαθούμε να δείξουμε την συνάντηση αυτών των δυο ιδεολογιών, των δυο ρητορικών. (…)

Ολόκληρη η ομιλία εδώ: https://pontosandaristera.wordpress.com/2007/07/01/16-6-2007/

—————————–
[1]. Βλ. Δήμος Χλωπτσιούδης, Ταξιδεύοντας στη σύγχρονη ελληνική πολιτική επιστήμηhttp://tovivlio.net/%CF%84%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CE%B4%CE%B5%CF%8D%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%82-%CF%83%CF%84%CE%B7-%CF%83%CF%8D%CE%B3%CF%87%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%B7-%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CF%80/

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης, Ιστορίες για τον Χρόνο: 4. Μνήμη και αναμνήσεις (I)

sxetikothta

Υπάρχει η Μνήμη: σαν το ατελείωτο πάντα παζλ, θαμπή και απροσδιόριστη, άλλοτε φωτεινή και ολόασπρη, άλλοτε μισοσκότεινη, άλλοτε διάτρητη από μαύρες τρύπες, από τις δίνες τραυμάτων και  απωθήσεων. Και υπάρχουν και οι Μνήμες -ή μάλλον οι ενθυμήσεις- πάντα στον πληθυντικό: Μνήμες αφής, ερωτικών αγγιγμάτων, μνήμες συνάντησης με άλλα σώματα, όπως το δείχνει το ποίημα Επέστρεφε του Καβάφη : «Επέστρεφε συχνά και παίρνε με, / αγαπημένη αίσθησις/ επέστρεφε και παίρνε με — όταν ξυπνά του σώματος η μνήμη,/ κι επιθυμία παλιά ξαναπερνά στο αίμα· / όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται, κι αισθάνονται τα χέρια σαν ν’ αγγίζουν πάλι./ Επέστρεφε συχνά και παίρνε με την νύχτα,/ όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται».

Μνήμες έντασης, μνήμες  χαλάρωσης: ενθυμήσεις  γεύσεων -άλλοτε πικρών,  άλλοτε στιφών,  άλλοτε γλυκύτατων- μνήμες που αναδύονται  αίφνης σαν μέσα από Ρωσικές  κούκλες, ή σύμφωνα με την μεταφορά του Προυστ (στο Αναζητώντας   τον χαμένο χρόνο):  «σαν το παιχνίδι που διασκεδάζει τους Ιάπωνες, όταν μουσκεύουν σε μια κούπα πορσελάνης γεμάτη νερό μικρά κομμάτια  χαρτί, αξεχώριστα ως τότε, μα που μόλις βραχούν τεντώνονται, στρίβουν, χρωματίζονται, διαφοροποιούνται, γίνονται  λουλούδια , σπίτια, πρόσωπα  στέρεα  και που αναγνωρίζεις». Μνήμες συνοδευόμενες από  ανεξιχνίαστα  αισθήματα  ευδαιμονίας, πλήρωσης  σαν κι αυτή που ο Προυστ περιγράφει να  αναδύεται μέσα από τη γεύση της Μαντλέν, ενός  μπισκότου  με γεύση  λεμονιού και σχήμα αχιβάδας :«Αλλά  τη στιγμή που η γουλιά, ανακατεμένη με τα ψίχουλα του γλυκού άγγιξε τον ουρανίσκο μου, σκίρτησα, προσέχοντας κάτι καταπληκτικό που συνέβαινε μέσα μου. Μια γλυκιά απόλαυση με είχε κυριεύσει, απομονωμένη, χωρίς να ξέρω την  αιτία της. Μου είχε κάνει  ξαφνικά τις περιπέτειες της ζωής αδιάφορες,  ακίνδυνες τις καταστροφές της,  ανύπαρκτη τη συντομία της,[….]: ή μάλλον η ουσία αυτή   δεν ήταν μέσα μου, ήμουν  εγώ». Μνήμες  όσφρησης, μνήμες γεύσης : «Όταν όμως από ένα μακρινό παρελθόν τίποτα  δεν επιζεί, αφού πεθάνουν οι άνθρωποι,  αφού καταστραφούν τα άψυχα, μόνες, πιο φθαρτές , αλλά πιο μακρόβιες , πιο άυλες, πιο επίμονες, πιο πιστές , η όσφρηση και η γεύση ζουν για καιρό ακόμα  σαν τις ψυχές , για να θυμούνται, να περιμένουν, να ελπίζουν, πάνω σ’ όλα αυτά  τα ερείπια, να βαστούν  χωρίς να λυγίζουν, πάνω στην μικρή  σχεδόν άυλη σταγόνα τους , το τεράστιο οικοδόμημα της ανάμνησης» (Προυστ).

Ενθυμήσεις σκέψεων που τις θυμόμαστε πλέον αμυδρά, που όταν τις κάναμε, φάνταζαν ακλόνητες, ορθολογικές  και  στέρεες. Αναμνήσεις  πραγματικές  ή αναμνήσεις-προκάλυμμα, δηλαδή παιδικές αναμνήσεις  που χαρακτηρίζονται ταυτόχρονα από την ιδιαίτερη  καθαρότητα τους και από την φαινομενική ασημαντότητα του περιεχομένου τους – και που  ο Φρόυντ ονομάζει προκαλύμματα με την έννοια ότι επικαλούνται απωθημένες  σεξουαλικές  εμπειρίες ή φαντασιώσεις – ασήμαντες λεπτομέρειες που θυμόμαστε  για να κρύψουμε κάτι  άλλο, κάτι τραυματικό που απωθήσαμε, κάτι που ίσως ποθήσαμε και δεν αποκτήσαμε.

Αναμνήσεις ονείρων. Αναμνήσεις  πραγματικές  και αναμνήσεις φανταστικές, μνήμες πραγμάτων που ζήσαμε και πραγμάτων που επινοήσαμε, αναμνήσεις τραυμάτων επίσης, ουλών που μόλις που τολμάμε να αγγίζουμε  κι όμως και πάλι ψαχουλεύουμε· ο νους μας γυρνά  και γέρνει εκεί, όπως η γλώσσα  στη ουλή  ενός βγαλμένου  δοντιού– μνήμες απώλειας· αυτές, ίσως,   είναι οι πιο οδυνηρά ηδονικές μνήμες. Και τι άλλο είναι οι μνήμες (ως αναμνήσεις/ ξανα-κοιτάγματα) παρά προσπάθεια να δώσουμε μορφή και σχήμα στα  εκάστοτε σπαράγματα  του χρόνου, στα ίχνη από το πέρασμα του πραγματικού, στο αδιάκοπο  διάβα του παρόντος  που γίνεται παρελθόν και παρέρχεται μόλις το ακουμπάμε και που μπορεί να γίνει υποφερτό μόνο μέσα από επεξεργασίες νοήματος; Όπως τα όνειρα υφίστανται πάντα μια πρωτογενή και δευτερογενή επεξεργασία -τις στιγμές που ξυπνάμε -έτσι και τα αδιάκοπα παρόντα αποκτούν  νόημα   μέσα  από την  ακατάπαυστη, αξεδιάλυτη συγχώνευση τους με τις δικές μας προβολές και εκλογικεύσεις.

Μνήμη  και αναμνήσεις: Είναι διαφορετική η μνήμη από την ανάμνηση, μας λέει ο Αριστοτέλης: «όχι μόνο σχετικά με το χρόνο αλλά και γιατί, ενώ μνήμη έχουν πολλά  κι από τα αλλά ζώα, ανάμνηση δεν έχουν κανένα ας πούμε  από τα γνωστά ζώα, εκτός από τον άνθρωπο. Αιτία δε είναι ότι η ανάμνηση είναι σαν συλλογισμός· γιατί αυτός που αναθυμάται, συλλογίζεται  ό,τι  προηγουμένως  είδε   ή  άκουσε ή  έπαθε  κάτι  τέτοιο και είναι σαν κάποια αναζήτηση. Και αυτό  είναι  φυσικό να συμβαίνει μόνο στα όντα  που σκέπτονται για ν’ αποφασίσουν · γιατί η διάσκεψη  αυτή  είναι ένα είδος συλλογισμού».

Και είναι οι Μνήμες μας πάντα  επιλεκτικές και πάντα συνυφαίνονται  με την λησμονιά ,την Λήθη , όπως η Μέρα με την νύχτα ή, όπως ο θάνατος υποβαστάζει και (περι)ορίζει τη ζωή μας, αλλιώς θα χανόμασταν στην απειρία των πραγμάτων, καταστάσεων και συναισθημάτων που νιώσαμε, αντιληφθήκαμε, είδαμε, πονέσαμε, φανταστήκαμε, σαν τον  Ιρενέο Φούνες (ήρωα ιστορίας του Χ. Λ. Μπόρχες) που όταν ήταν παιδί, έπεσε από το άλογο και έμεινε ανάπηρος και «σχεδόν ανίκανος να συλλάβει καθολικές, πλατωνικές ιδέες», δηλαδή τη διαδικασία της αφαίρεσης: να εστιάζει σε συγκεκριμένες όψεις των όσων έβλεπε με το να παραβλέπει τα υπόλοιπα. Αντίθετα μπορούσε να βλέπει «το κάθε σταφύλι που είχε πατηθεί για να γίνει το κρασί και όλους τους μίσχους και τα ακροβλάσταρα του αμπελιού», εκεί που εσείς κι εγώ «με μια γρήγορη ματιά θα βλέπαμε τρία ποτήρια  με κρασί πάνω στο τραπέζι». Δυο – τρεις φορές ο Φούνες, «ανασυγκρότησε στη μνήμη του μια μέρα ολόκληρη» χωρίς κανένα δισταγμό και κανένα λάθος, «αλλά η ίδια η ανασυγκρότηση του είχε πάρει μια ολόκληρη μέρα». Στην πραγματικότητα, ο Φούνες όχι μόνο θυμόταν κάθε φύλλο κάθε δέντρου, κάθε δάσους αλλά και καθεμιά από τις φορές που το είχε δει ή το είχε φανταστεί. Έχοντας ανακαλύψει πως όχι μόνο το έργο που είχε αναθέσει στον εαυτό του δεν είχε τελειωμό, αλλά και πως η όλη ιδέα ενός τέτοιου έργου ήταν άσκοπη, ο Φουνες παραπονιόταν :«η μνήμη μου κύριε είναι ένας σωρός από σκουπίδια».

Έτσι οι μνήμες δεν μπορούν αν επιβιώσουν χωρίς την εναλλαγή τους με την λήθη: η Λήθη είναι αναπόσπαστο κομμάτι της Μνήμης. Έτσι οι αναμνήσεις είναι πάντα επιλεκτικές: άλλοτε σκόπιμα επιλεκτικές  αλλά τις περισσότερες  φορές αθέλητα. Φανερώνουμε πράγματα  σκεπάζοντας, αλλά και σε κάθε ηλικία,  ξεσκεπάζουμε καλά φυλαγμένα ακόμη κι από μας  μυστικά  που κρύβει η κουβέρτα της Λήθης. Γιατί δεν μπορούμε να αντιμετωπίσουμε το παρόν  χωρίς το προστατευτικό κέλυφος του παρελθόντος μας: χωρίς το παρελθόν μας που να ερμηνεύει το παρόν, το τελευταίο θα έμοιαζε  με βύθισμα στη κόλαση  που το μαρτύριο της  θα στάλαζε μέσα μας σαν ένα  επαναλαμβανόμενο αγωνιώδες ερώτημα : Τι έγινε πριν;

http://nosferatos.blogspot.gr/2015/05/4-i.html

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης, Ιστορίες για τον Χρόνο: 3. Η στιγμή ως αιωνιότητα

ρολοι

«Για να γίνει ορατός  ο Χρόνος» -έγραφε ο Μαρσέλ Προυστ- αναζητά «ανθρώπινα σώματακαι όπου τα συναντήσει τα ιδιοποιείται  για να προβάλλει πάνω τους τον μαγικό φανό.»

Υπάρχουν πολλοί  χρόνοι: υπάρχει ο εξωτερικός χρόνος· τον νιώθουμε κάθε μέρα, όταν συγχρονιζόμαστε με τους άλλους σε ωράρια εργασίας, δρομολόγια, ώρες τάξης και διαλειμμάτων, ώρες αναψυχής, ώρες έντασης και χαλάρωσης· υπάρχει και ο εσωτερικός χρόνος: αυτός δεν έχει χρόνο. Είναι ο χρόνος της ρέμβης και της φαντασίωσης…Πολλές φορές οδηγεί σε γκρεμούς και ακηδία: ένα τμήμα του εσωτερικού χρόνου είναι ο χρόνος του Ονείρου…

Τι είναι το Νόημα; Είναι η απεγνωσμένη προσπάθεια όλων μας να τιθασεύσουμε το αδάμαστο άλογο του χρόνου.

«Το μέγεθος   του χρόνου αλλάζει  -έγραφε ο Μαξ Σέλερ – και άλλοτε συμπυκνώνεται  άλλοτε διευρύνεται: Το  ίδιο διάστημα χρόνου φαίνεται μικρότερο όσο μεγαλώνουμε.  Για το παιδί το παρόν   είναι μια  πλατιά  επιφάνεια  με τεράστια ποικιλία. Μόνο που αυτή επιφάνεια μειώνεται  σε κάθε  προωθητικό  βήμα  της  ζωικής  διαδικασίας, καθίσταται  ολοένα και πιο στενή, ολοένα και  πιο συμπιεσμένη  ανάμεσα  στο βάρος  του παρελθόντος  και στην προειλημμένη  δράση του μέλλοντος.» Μας κάνει εντύπωση  όταν  θυμόμαστε  ποσό απέραντα μακρύ  φαινόταν το πέρασμα του χρόνου  στην παιδική μας ηλικία, ποσό αργά   περνούσε ο καιρός όταν έπρεπε να περιμένουμε για κάτι, ακόμα κι αν ήταν υπόθεση αναμονής ολίγων λεπτών.

«Το φαινόμενο αυτό βασίζεται στις εξής προϋποθέσεις», εξηγεί ο Πέτρος Χαρτοκόλλης: «η συναίσθηση της διάρκειας   εξαρτάται από τον αριθμό των αλλαγών ή ατομικών γεγονότων που  εντυπωσιάζουν το υποκείμενο  μέσα σε μια ορισμένη περίοδο του  αντικειμενικού χρόνου. Καθώς  προχωρεί η ηλικία, αλλαγές ή γεγονότα  που κάνουν εντύπωση γίνονται όλο και πιο σπάνια. οι ορμέμφυτες  ανάγκες και  οι αντίστοιχες επιθυμίες  μας γίνονται  λιγότερο επιτακτικές, κι αυτό μας κάνει λιγότερο ικανούς να απολαύσουμε σωματικές χάρες  ή ενέργειες  που προκαλούν μια άμεση, απτή, αισθητήρια  ευχαρίστηση. Καθώς βασικές  επιθυμίες  λιγοστεύουν σε ένταση, γίνεται πιο εύκολο να περιμένει κάνεις την εκπλήρωση τους κι όταν τελικά  βρίσκουν διέξοδο, το γεγονός  δεν έχει πια την ιδία φρεσκάδα  και ενέργεια που μας έκανε  να επιθυμούμε να το ξαναζήσουμε όσο  το δυνατόν γρηγορότερα  και, επομένως  να αισθανόμαστε  πως ο χρόνος είναι αργός.»

 Η αίσθηση  του χρόνου  που περνά,  συνεπώς,  συναρτάται με την ένταση της επιθυμίας : Όσο ισχυρότερη είναι η επιθυμία τόσο πιo αργά φαίνεται πως περνά ο χρόνοςκαι  αντιστρόφως όταν η επιθυμία χάνει στην ενέργεια της και στο μέτρο που  υπάρχει ακόμα επιθυμία, τόσο πιο  γρήγορα φαίνεται να περνά ο καιρός Ο χρόνος θα συνειδητοποιηθεί ως κάτι που κινείταιπου κινείται πιο γρήγορα όσο η πρωταρχική επιθυμία γίνεται πιο ασθενής, που κινείται πιο αργά όσο η επιθυμία γίνεται πιο ισχυρή και επείγουσα

 «Στα μάτια  του εφήβου –γραφεί πάλι ο Μαξ Σέλερ- το μέλλον  εμφανίζεται  σαν ένας πλατύς, φωτεινός, λαμπερός δρόμος που εκτείνεται  ατελεύτηταείναι  ένα απεριόριστο  πεδίο όπου εκδηλώνονται   ελεύθερα  οι «εμπειρικές   δυνατότητες»  και όπου η επιθυμία και η φαντασία παίρνουν άπειρες  μορφές.  Αλλά με κάθε θραύσμα  εμπειρίας που βιώνεται,  αυτό το περιθώριο της ζωής που απομένει  συστέλλεται αισθητά. Το πεδίο  των δυνατοτήτων  ζωής  χάνει σε πλούτο και πληρότητα, ενώ η πίεση που ασκεί άμεσα το παρελθόν  πάνω στο παρόν  ογκούται. Ιδού λοιπόν γιατί τα γεράματα, δέχονται  πολύ πιο εύκολα την αιτιοκρατία πάρα την θεωρία της ελευθερίας, και τούτο  ανεξάρτητα  από τα λογικά επιχειρήματα που είναι υπέρ ή κατά. Το ίδιο λέγει και ο Μπερξόν όταν  καταφεύγει σε αυτή την οιονεί σκοτεινή   εικόνα  σύμφωνα με την όποια  το παρελθόν βαραίνει  ολοένα και περισσότερο στο μέλλον.»

Και τι γίνεται  με την  αίσθηση της αιωνιότητας;   Κατ’ αρχάς να πούμε πως είναι  η αίσθηση  πως  ο χρόνος  έχει πάψει να κινείται· αυτή  άλλοτε είναι ευχάριστη άλλοτε δυσάρεστη, άλλοτε συνδέεται με ένα  συναίσθημα  ευτυχίας και πλήρωσης, άλλοτε με συνείδηση  ενός εσωτερικού κενού. Το συναίσθημα πως ο χρόνος έχει σταματήσει ως εντύπωση ότι το άτομο  έχει χάσει  εντελώς την ικανότητα να  αισθάνεται- να αγαπά, να λυπάται, να χαίρεται ή να αγωνιά – περιγράφει  ένα γράμμα μιας σχιζοφρενούς  γυναίκας: «(…)Έχω μείνει  αποπροσανατολισμένη,  εκτός τόπου και χρόνου. Η ημέρα μου  είναι  ένα εκατομμύριο χρόνια μεγάλη, μ’ άλλα λόγια είμαι καταδικασμένη να ζήσω για πάντα.(…) Ο χρόνος είναι υποκειμενικός  και αν η ψυχή  σου είναι νεκρή στέκεσαι ακίνητος. Θυμάσαι τον Conrad  στη καρδιά  του Σκότους;  Είμαι αιώνια, μα χωρίς  κανένα   ευχάριστο συναίσθημα

Αυτή η αίσθηση του κενού μάταιου χρόνου έξαλλου συνδέεται και με την ακηδία, την πλήξη,τη βαρεμάρα· η μονοτονία,  όπου  η βίωση του χρόνου αλλάζει, με το παρελθόν και το μέλλον να εξαφανίζονται και όλα να γίνονται ένα ανελέητο τώρα. Είναι, λες και το άπειρο ήρθε σε αυτό τον κόσμο από το υπερπέραν  και, όπως γράφει η Simon Weil: «Η μονοτονία είναι ταυτόχρονα το πιο όμορφο και το πιο αποκρουστικό πράγμα που υπάρχει. Είναι το πιο όμορφο αν αντανακλά την αιωνιότητα και το πιο αποκρουστικό αν είναι ένδειξη κάτι ατέλειωτου και απαράλλακτου[…] Το σύμβολο της όμορφης μονοτονίας είναι ο κύκλος. Το σύμβολο της άσπλαχνης μονοτονίας είναι ο χτύπος του εκκρεμούς »

Αντίθετα  έχουμε κάποιες   φορές  την εισβολή ενός αισθήματος του περασμένου  χρόνου, μέσα μας   ως αισθήματος ευτυχίας, πλήρωσης  σαν κι αυτό που μας προσφέρει  ο Προυστ : την γεύση της Μαντλέν ενός  μπισκότου  με γεύση  λεμονιού και σχήμα αχιβάδας : «Αλλά  τη στιγμή –έγραφε  ο Προυστ –που η γουλιά, ανακατεμένη με τα ψίχουλα του γλυκού  άγγιξε τον ουρανίσκο μου, σκίρτησα, προσέχοντας κάτι καταπληκτικό που συνέβαινε μέσα μου. Μια γλυκεία απόλαυση με είχε κυριεύσει, απομονωμένη, χωρίς να ξέρω την αιτία της. Μου είχε κάνει  ξαφνικά τις περιπέτειες της ζωής αδιάφορες,  ακίνδυνες τις καταστροφές της,  ανύπαρκτη τη συντομία της, με τον ίδιο τρόπο που επενεργεί ο έρωτας, πλημμυρίζοντας με με μια πολύτιμη ουσία : ή μάλλον η ουσία αυτή   δεν ήταν μέσα μου, ήμουν  εγώ. Είχα πάψει  να νιώθω  τον εαυτό μου, μέτριο, τυχαίο, θνητό.  Από πού μπορούσε να μου έρχεται  αυτή η έντονη χαρά;  Αισθανόμουν πως ήταν συνυφασμένη με τη γεύση του τσαγιού και του γλυκού, αλλά και πως  την ξεπερνούσε  απεριόριστα, πως δεν μπορούσε να είναι της  ίδιας φύσης. Από που ερχόταν;  Τι σήμαινε;  Που θα την συλλάβω;   Πίνω μια δεύτερη γουλιά  και δεν βρίσκω σ’ αυτήν  τίποτε περισσότερο  από την πρώτη, πίνω μια τρίτη και μου προσφέρει κάτι λιγότερο από την δεύτερη.  Είναι καιρός να σταματήσω, η ενέργεια του πότου  φαίνεται να μειώνεται.   Είναι φανερό  πως  η αλήθεια που γυρεύω δεν βρίσκεται σε αυτό, αλλά μέσα μου»

Η  απουσία του χρόνου ή το συναίσθημα της αιωνιότητας  είναι χαρακτηριστικά γνωρίσματα  της εκστατικής  εμπειρίας  που περιγράφουν  οι μυστικοί συγγραφείς  της Δύσης, όπως ο  Meister Ecκhart:«(…)δεν  υπάρχει (για το  Θεό) παρά η παρούσα στιγμή. Ο άνθρωπος  που μπορεί  και τη ζει κατοικεί στο ίδιο φως  με τον Θεό.  Αυτός είναι ο λόγος που δεν υπάρχει μέσα του ούτε πόνος, ούτε διαδοχή (γεγονότων) παρά μόνο μια αιωνιότητα, πάντα ίδια.  Αυτός ο άνθρωπος, στα αλήθεια, είναι ικανός  να μην εκπλήσσεται με  τίποτα.  Μέσα  του  όλα τα  πράγματα  υπάρχουν  στην αιώνια τους ουσία. Έτσι , δεν υπόκειται σε τίποτα  καινούριο ή Τυχαίο, γιατί κατοικεί σ’ ένα Παρόν που, παντοτινά και χωρίς τέλος, είναι   αυτό καθ’ εαυτό καινούργιο».

Ας σκεφτούμε επίσης πως ένα πολύ γνωστό συναίσθημα της ψυχολογίας του ερωτευμένου είναι το συναίσθημα πως δεν υπάρχει πια χρόνος, πως η ζωή κυλά μέσα σε ένα διαρκές, ικανοποιητικό παρόν, που συνειδητοποιείται ως   αιωνιότητα, ως μια κατάσταση μακαριότητας  χωρίς την αίσθηση του χρόνου:  «ο  έρως –έγραφε ο  Δημητρίου Καπετανάκης ως  ορμή προς  το απόλυτο, είναι και ορμή προς το αιώνιο. Αιώνια πρέπει να  συνδεθούμε με τον ερώμενο, κι αυτό πρέπει να γίνει στην πραγματικότητα , μέσα στον χρόνο της ύπαρξης  μας» .

 Στην ταινία  του Αλεχάντρο Χοδορόφσκι, « Ο Χορός της Πραγματικότητας»  ένα  παιδί   μιλά  για τους γονείς του, την μικρή πόλη όπου μεγάλωσε, μέσα από κινηματογραφικές, μαγικές ποιητικές εικόνες. Η Μητέρα, ο Πατέρας,  η αυλή των θαυμάτων  ενώνονται ως μορφές με την φαντασία. Η πραγματικότητα αλλάζει   και  γίνεται μαγεία, άλλοτε τρομαχτική, άλλοτε  αστεία, άλλοτε πελώρια.  Μήπως όλοι δεν κουβαλάμε μέσα μας ένα φορτίο από μαγικές, τρομαχτικές, αβάσταχτα όμορφες εικόνες; Στην  ταινία  του Χοδορόφσκι, ο χρόνος γίνεται όπως τον βλέπει ένα παιδί, διευρύνεται, γίνεται μαγικός, πελώριος: ο χρόνος ως αιωνιότητα.  Το παρελθόν υπάρχει· πλάι  στο παρόν, μέσα μας, στη Μνήμη. Το παρελθόν  είναι  η μέσα μας αιωνιότητα, ίσως η μόνη δυνατή αιωνιότητα.

 

http://nosferatos.blogspot.gr/2015/05/3.html