Giorgio Agamben, Η ιατρική ως θρησκεία

Giorgio Agamben
Η ιατρική ως θρησκεία
πηγή: ΑΝΤΙΦΩΝΟ
Μετάφραση: Αναστάσιος Θεοφιλογιαννάκος

Ότι η επιστήμη έχει γίνει η θρησκεία της εποχής μας, αυτό στο οποίο οι άνθρωποι πιστεύουν ότι πιστεύουν, είναι πρόδηλο εδώ και καιρό. Στη σύγχρονη Δύση, έχουν συνυπάρξει και, σε κάποιο βαθμό, συνυπάρχουν ακόμα,  τρία μεγάλα συστήματα πεποιθήσεων: ο χριστιανισμός, ο καπιταλισμός και η επιστήμη. Στη νεωτερική ιστορία, αυτές οι τρεις “θρησκείες” διασταυρώθηκαν αναγκαστικά κατ’ επανάληψη, ερχόμενες από καιρού εις καιρόν σε σύγκρουση και, στη συνέχεια, με διάφορους τρόπους, πάλι σε συμφιλίωση, έως ότου, προοδευτικά, να επιτευχθεί ένα είδος ειρηνικής και αρμονικά διαρθρωμένης συνύπαρξης, αν όχι πραγματικής συνεργασίας στο όνομα του κοινού συμφέροντος.

Το νέο γεγονός είναι ότι μεταξύ της επιστήμης και των άλλων δύο θρησκειών έχει αναζωπυρωθεί χωρίς να το αντιληφθούμε μια υπόγεια και αδυσώπητη σύγκρουση, της οποίας τα νικηφόρα αποτελέσματα για την πρώτη, την επιστήμη, εμφανίζονται σήμερα μπροστά στα μάτια μας και καθορίζουν με τρόπο πρωτοφανή όλες τις πτυχές της ζωής και της ύπαρξής μας. Αυτή η σύγκρουση δεν αφορά, όπως στο παρελθόν, τη  θεωρία και τις γενικές αρχές, αλλά, κατά κάποιο τρόπο, τη λειτουργική πρακτική. Ακόμα και η επιστήμη, στην πραγματικότητα, όπως κάθε θρησκεία, διακρίνεται σε διαφορετικά επίπεδα και μορφές, μέσω των οποίων ρυθμίζει και οργανώνει τη δική της δομή: στις λεπτές και ακριβείς διατυπώσεις μιας αυστηρής δογματικής αντιστοιχεί, στην πράξη, τo εξαιρετικά ευρύ και εκτενώς δικτυωμένo πεδίο λατρείας που συμπίπτει με αυτό που ονομάζουμε τεχνολογία.

Δεν προκαλεί έκπληξη ότι ως πρωταγωνιστής αυτού του νέου θρησκευτικού πολέμου εμφανίζεται εκείνος ο κλάδος της επιστήμης του οποίου η δογματική είναι λιγότερο αυστηρή και η πραγματιστική πτυχή του υπερισχύει: η ιατρική, της οποίας άμεσο αντικείμενο είναι το ζωντανό σώμα των ανθρώπων. Ας προσπαθήσουμε να προσδιορίσουμε τα βασικά χαρακτηριστικά αυτής της νικηφόρας πίστης με την οποία θα πρέπει να αναμετριόμαστε ολοένα και περισσότερο.

1) Το πρώτο χαρακτηριστικό είναι ότι η ιατρική, όπως και ο καπιταλισμός, δεν χρειάζεται ειδική δογματική, αλλά περιορίζεται στον δανεισμό των θεμελιωδών εννοιών της από τη βιολογία. Σε αντίθεση με τη βιολογία, ωστόσο, διατυπώνει αυτές τις έννοιες με τρόπο γνωστικο-μανιχαϊστικό, δηλαδή σύμφωνα με μίαν ακραία δυαλιστική αντίθεση. Υπάρχει ένας θεός ή μια κακοήθης αρχή, κατ’ ακρίβειαν η ασθένεια, της οποίας οι ειδικοί νοσογόνοι παράγοντες είναι τα βακτήρια και οι ιοί, και ένας θεός ή μια ευεργετική αρχή, που δεν είναι η υγεία, αλλά η ανάρρωση, της οποίας οι παράγοντες λατρείας είναι οι γιατροί και το σύστημα θεραπείας. Όπως και σε κάθε Γνωστική πίστη, οι δύο αρχές είναι σαφώς διαχωρισμένες, αλλά στην πράξη είναι δυνατόν να βεβηλωθούν η μία από την άλλη, εφόσον η ευεργετική αρχή, καθώς και ο γιατρός που την εκπροσωπεί, μπορούν να κάνουν λάθος και να συνεργαστούν ασυνείδητα με τον εχθρό τους, χωρίς αυτό βέβαια να καθιστά άκυρη την πραγματικότητα του δυαλισμού και την ανάγκη της λατρείας, μέσω της οποίας η ευεργετική αρχή δίνει τη μάχη της. Και είναι σημαντικό ότι οι θεολόγοι που πρέπει να καθορίσουν τη στρατηγική της είναι οι εκπρόσωποι μιας επιστήμης, της ιολογίας, η οποία δεν έχει τον δικό της χώρο, αλλά βρίσκεται στα σύνορα μεταξύ βιολογίας και ιατρικής.

2) Αν η λατρευτική πρακτική ήταν έως τώρα, όπως κάθε λειτουργία, επεισοδιακή και περιορισμένη στο χρόνο, το αναπάντεχο φαινόμενο του οποίου γινόμαστε σήμερα μάρτυρες είναι ότι αυτή έχει καταστεί μόνιμη και πανταχού παρούσα. Δεν τίθεται πλέον ζήτημα λήψης φαρμάκων ή υποβολής, όταν είναι απαραίτητο, σε ιατρική εξέταση ή χειρουργική επέμβαση: ολόκληρη η ζωή των ανθρώπων πρέπει να γίνεται κάθε στιγμή,  ο τόπος μιας αδιάκοπης λατρευτικής τελετουργίας. Ο εχθρός, ο ιός, είναι πάντα παρών και πρέπει να καταπολεμείται ακατάπαυστα και χωρίς ανακωχή. Ακόμα και η χριστιανική θρησκεία γνώρισε παρόμοιες ολοκληρωτικές τάσεις, οι οποίες όμως αφορούσαν μόνο σε ορισμένα  άτομα —ιδίως τους μοναχούς— που επέλεξαν ως έμβλημα ολόκληρης της ύπαρξής τους το «αδιαλείπτως προσεύχεσθε». Η ιατρική ως θρησκεία υιοθετεί το παράγγελμα του Παύλου και, ταυτόχρονα, το αντιστρέφει: η λατρεία πρέπει να ασκείται σήμερα με την ίδια επιμέλεια με την οποία οι μοναχοί συγκεντρώνονταν στα μοναστήρια για να προσευχηθούν, πλην όμως με τον όρο ότι θα παραμένουμε χωρισμένοι και σε απόσταση.

3) Η πρακτική λατρείας δεν είναι πλέον ελεύθερη και εθελοντική, εκτιθέμενη μόνο σε κυρώσεις πνευματικής τάξεως, αλλά πρέπει να καταστεί υποχρεωτική με κανονιστικές ρυθμίσεις. Η συμπαιγνία μεταξύ θρησκείας και μη ειδήμονος εξουσίας δεν είναι ασφαλώς κάτι νέο· εντελώς νέο, ωστόσο, είναι το γεγονός ότι αυτή δεν αφορά πλέον τη διακήρυξη των δογμάτων, όπως συνέβαινε για τις αιρέσεις, αλλά αποκλειστικά την  τέλεση της λατρείας. Η μη ειδήμων εξουσία οφείλει να επαγρυπνεί ώστε η λειτουργία της θρησκείας της ιατρικής, η οποία συμπίπτει πλέον με ολόκληρη τη ζωή, να τελείται πράγματι με ακρίβεια και χωρίς καμία παρέκκλιση. Ότι πρόκειται εν προκειμένω για μια λατρευτική πρακτική και όχι για μια ορθολογική επιστημονική απαίτηση είναι εξόφθαλμο. Οι καρδιοαγγειακές παθήσεις αποτελούν μακράν την πιο συχνή αιτία θνησιμότητας στη χώρα μας και είναι γνωστό ότι αυτές θα μπορούσαν να μειωθούν εάν εφαρμοζόταν ένας πιο υγιεινός τρόπος ζωής και εάν ακολουθούσαμε μια συγκεκριμένη δίαιτα. Αλλά δεν πέρασε ποτέ από το μυαλό κανενός γιατρού ότι ο τρόπος ζωής και δίαιτας που συμβούλευε στους ασθενείς του, θα αποτελούσε αντικείμενο νομικών ρυθμίσεων, που θα επέβαλαν ex lege τι θα πρέπει να τρώμε και πώς θα πρέπει να ζούμε, μεταμορφώνοντας ολόκληρη την ύπαρξη σε υγειονομική υποχρέωση. Ακριβώς αυτό έγινε και, τουλάχιστον προς το παρόν, οι άνθρωποι έχουν αποδεχθεί, σαν να ήταν αυτονόητο, να παραιτηθούν από την ελευθερία των κινήσεών τους, από την εργασία, τις φιλίες, τους έρωτες, τις κοινωνικές σχέσεις, τις θρησκευτικές και πολιτικές πεποιθήσεις τους.

Παρατηρούμε εδώ σε ποιο βαθμό οι δύο άλλες θρησκείες της Δύσης, η θρησκεία του Χριστού και η θρησκεία του χρήματος, παραχώρησαν την πρωτοκαθεδρία, καταφανώς χωρίς μάχη, στην ιατρική και την επιστήμη. Η Εκκλησία αρνήθηκε τις αρχές της ξεκάθαρα και απερίφραστα, ξεχνώντας ότι ο άγιος, του οποίου το όνομα φέρει ο σημερινός ποντίφηκας, αγκάλιαζε τους λεπρούς, ότι ένα από τα έργα του ελέους ήταν η επίσκεψη στους αρρώστους, ότι τα ιερά μυστήρια τελούνται μόνο με φυσική παρουσία. Ο καπιταλισμός από την πλευρά του, αν και με κάποιες διαμαρτυρίες, δέχτηκε απώλειες παραγωγικότητας που ποτέ δεν είχε τολμήσει να υπολογίσει, ίσως ευελπιστώντας ότι  αργότερα θα επιτύχει κάποια συμφωνία διακονισμού με τη νέα θρησκεία, η οποία, ως προς τούτο, φαίνεται διατεθειμένη να συμβιβαστεί.

4) Η θρησκεία της ιατρικής έχει αρυσθεί χωρίς επιφύλαξη από τον Χριστιανισμό την εναγώνια εσχατολογική προοπτική του που ο ίδιος άφησε να εκπέσει στο περιθώριο. Ήδη ο καπιταλισμός, εκκοσμικεύοντας το θεολογικό παράδειγμα της σωτηρίας, είχε εξαλείψει την ιδέα του τέλους του χρόνου, υποκαθιστώντας την με μια κατάσταση μόνιμης κρίσης, χωρίς λύτρωση ή τέλος. Η λέξη  «Κρίσις» έχει αρχικά, εκ προελεύσεως, μία ιατρική έννοια, η οποία προσδιορίζει, στον Ιπποκράτειο Κώδικα, τη στιγμή που ο γιατρός αποφαινόταν εάν ο ασθενής θα ανέκαμπτε από την ασθένεια. Οι θεολόγοι έχουν προσλάβει τον όρο αυτό για να υποδηλώσουν την τελική κρίση που λαμβάνει χώρα την τελευταία ημέρα του κόσμου. Εάν παρατηρήσουμε την κατάσταση εξαίρεσης που βιώνουμε σήμερα, φαίνεται ότι η θρησκεία της ιατρικής συνδυάζει τη διαρκή κρίση του καπιταλισμού με τη χριστιανική ιδέα ενός τέλους του χρόνου, με το «έσχατον», κατά το οποίο η οριστική απόφαση είναι πάντα σε εξέλιξη και το τέλος καταπίπτει και αναβάλλεται ταυτόχρονα, σε μια ακατάπαυστη προσπάθεια να μπορέσει να το διαχειριστεί και να το ελέγξει, χωρίς ποτέ, ωστόσο, να το αντιμετωπίσει ουσιαστικά και να κατορθώσει να το αποτρέψει άπαξ και δια παντός. Είναι η θρησκεία ενός κόσμου που αισθάνεται ότι έχει φθάσει στο τέλος του και όμως δεν είναι σε θέση, όπως ο ιπποκρατικός γιατρός, να αποφασίσει εάν θα επιβιώσει ή θα πεθάνει.

5) Όμοια με τον καπιταλισμό και ανόμοια με τον Χριστιανισμό, η θρησκεία της ιατρικής δεν προσφέρει καμία προοπτική σωτηρίας και λύτρωσης. Αντίθετα, η ανάρρωση στην οποία στοχεύει μπορεί να είναι μόνο προσωρινή, εφόσον ο κακοήθης Θεός, ο ιός, δεν μπορεί να εξαλειφθεί οριστικά, αλλά αλλάζει συνεχώς και λαμβάνει πάντα νέες μορφές, ενδεχομένως πιο επικίνδυνες. Η επιδημία, όπως υποδεικνύει η ετυμολογία του όρου («δήμος» είναι στην ελληνική  ο λαός ως πολιτικό σώμα και «πόλεμος επιδήμιος» είναι στον Όμηρο η ονομασία του εμφύλιου πολέμου) είναι προπαντός μία πολιτική έννοια, η οποία προετοιμάζεται να γίνει το νέο έδαφος της πολιτικής — ή της μη πολιτικής—παγκοσμίως. Είναι πιθανό, μάλιστα, η επιδημία που βιώνουμε να είναι η πραγματοποίηση του παγκόσμιου εμφυλίου πολέμου που, σύμφωνα με τους πιο προσεκτικούς πολιτικούς επιστήμονες, έχει υποκαταστήσει τους παραδοσιακούς παγκόσμιους πολέμους. Όλα τα έθνη και όλοι οι λαοί είναι τώρα σε διηνεκή πόλεμο με τον εαυτό τους, γιατί ο αόρατος και ασύλληπτος εχθρός με τον οποίο πολεμούν βρίσκεται μέσα στον καθένα από εμάς.

Όπως έχει συμβεί πολλές φορές στο διάβα της ιστορίας, οι φιλόσοφοι θα πρέπει και πάλι να έρθουν σε σύγκρουση με τη θρησκεία, η οποία δεν είναι πλέον ο Χριστιανισμός, αλλά η επιστήμη ή ο επιμέρους κλάδος της που έχει λάβει τη μορφή θρησκείας. Δεν ξέρω εάν θα επανέλθουν οι πυρές  και εάν κάποια βιβλία θα περιληφθούν σε λίστα απαγορευμένων, αλλά η σκέψη εκείνων που συνεχίζουν να αναζητούν την αλήθεια και να αρνούνται το κυρίαρχο ψέμα, θα είναι, σαφώς, όπως συμβαίνει ήδη μπροστά στα μάτια μας, περιθωριοποιημένη και θα κατηγορείται ότι διασπείρει ειδήσεις ψευδείς —ειδήσεις, όχι ιδέες, επειδή η είδηση είναι πιο σημαντική από την πραγματικότητα! Όπως σε όλες τις περιόδους έκτακτης ανάγκης, είτε αυτές είναι πραγματικές είτε είναι προσομοιωμένες, θα ξαναδούμε ανίδεους να συκοφαντούν τους φιλόσοφους και απατεώνες να γυρεύουν τρόπο να επωφεληθούν από τις συμφορές που οι ίδιοι έχουν προκαλέσει. Όλα αυτά έχουν ήδη συμβεί και θα εξακολουθήσουν να συμβαίνουν, αλλά εκείνοι που μαρτυρούν για την αλήθεια, δεν θα σταματήσουν να το κάνουν, γιατί κανένας δεν μπορεί να μαρτυρήσει για τον μάρτυρα.

2 Μαΐου 2020

Giorgio Agamben

https://www.quodlibet.it/giorgio-agamben-la-medicina-come-religione

Giorgio Agamben, Φάση 2

πηγή: ΑΝΤΙΦΩΝΟ

 

 

Giorgio Agamben

Φάση 2 (20.4.2020)

Μετάφραση: Αναστάσιος Θεοφιλογιαννάκος

Όπως ήταν προβλεπόμενο και όπως είχαμε προσπαθήσει να υποψιάσουμε όσους προτιμούσαν να κλείσουν τα μάτια και τα αυτιά τους, η λεγόμενη φάση 2 ή η επιστροφή στην κανονικότητα θα είναι ακόμη χειρότερη από όσα έχουμε ζήσει έως σήμερα. Δύο σημεία μεταξύ εκείνων που προετοιμάζονται (στα υπό εκπόνηση διατάγματα) είναι ιδιαίτερα αποτρόπαια και συνιστούν κατάφωρη παραβίαση των αρχών του Συντάγματος: η περιορισμένη, με βάση την ηλικιακή ομάδα, δυνατότητα μετακίνησης, δηλαδή η υποχρέωση για άτομα άνω των 70 ετών να παραμείνουν κλεισμένοι στο σπίτι τους και η υποχρεωτική ορολογική χαρτογράφηση για το σύνολο του πληθυσμού. Όπως έχει επισταμένως επισημανθεί σε μία έκκληση που κυκλοφορεί τώρα στην Ιταλία, αυτή η διάκριση είναι αντισυνταγματική γιατί αφενός μεν δημιουργεί μια ομάδα πολιτών δεύτερης κατηγορίας (ενώ όλοι οι πολίτες πρέπει να είναι ίσοι ενώπιον του νόμου), αφετέρου δε τους στερεί de facto την ελευθερία τους με μία εντελώς αδικαιολόγητη επιβολή άνωθεν, η οποία θέτει μάλλον σε κίνδυνο την υγεία των εν λόγω ατόμων αντί να τα προστατέψει. Τούτο μαρτυρείται από τις πρόσφατες ειδήσεις για την αυτοκτονία δύο ανθρώπων ηλικίας άνω των εβδομήντα ετών, οι οποίοι δεν άντεχαν πλέον να ζουν σε απομόνωση. Εξίσου παράνομη είναι η υποχρέωση της ορολογικής χαρτογράφησης, δοθέντος ότι το άρθρο 32 του Συντάγματος ορίζει πως κανείς δεν υποχρεώνεται να υποβληθεί σε ιατρική εξέταση παρά μόνο κατ’ εφαρμογή διατάξεως νόμου, ενώ για μία ακόμα φορά, όπως συμβαίνει κατά την τελευταία περίοδο, τα μέτρα φέρεται ότι θα θεσπιστούν με κυβερνητικό διάταγμα.

Παραμένουν επίσης οι περιορισμοί αναφορικά με τις τηρητέες αποστάσεις και τις απαγορεύσεις συναντήσεων, πράγμα που συνεπάγεται τον αποκλεισμό οιασδήποτε δυνατότητας πραγματικής πολιτικής δραστηριότητας.

Είναι απαραίτητο να εκφράσουμε χωρίς επιφυλάξεις τη διαφωνία μας για το μοντέλο της κοινωνίας που βασίζεται στην κοινωνική απόσταση και στον απεριόριστο έλεγχο που βούλονται να επιβάλουν.

***

[Το κείμενο του Giorgio Agamben δημοσιεύθηκε στο Quodlibet με τίτλο Fase 2: https://www.quodlibet.it/giorgio-agamben-fase-2]

Giorgio Agamben, Ένα ερώτημα

 

Giorgio Agamben
Ένα ερώτημα
 
Μετάφραση: Γιώργος Πινακούλας
«Πρῶτόν τε ἦρξε καὶ ἐς τἆλλα τῇ πόλει ἐπὶ πλέον ἀνομίας τὸ νόσημα […] καὶ τὸ μὲν προσταλαιπωρεῖν τῷ δόξαντι καλῷ οὐδεὶς πρόθυμος ἦν, ἄδηλον νομίζων εἰ πρὶν ἐπ’ αὐτὸ ἐλθεῖν διαφθαρήσεται»
[Και από άλλες απόψεις ο λοιμός έγινε αφορμή για μεγαλύτερη ανομία στην πόλη […] Κανένας δεν είχε διάθεση να επιμένει περισσότερο σε κάτι που το θεωρούσε καλό, αφού δεν ήταν βέβαιος ότι δεν θα πέθαινε προτού να το πραγματοποιήσει]
Θουκυδίδης, Ιστορίαι 2,53 (μετάφρ.:  Νίκος Σκουτερόπουλος)

Θα ήθελα να μοιραστώ με όσους το επιθυμούν ένα ερώτημα επί του οποίου δεν έχω πάψει εδώ και πάνω από ένα μήνα να στοχάζομαι. Πώς είναι δυνατόν μια ολόκληρη χώρα να μη συνειδητοποιεί ότι κατέρρευσε ηθικά και πολιτικά ενώπιον μιας ασθένειας; Οι λέξεις που χρησιμοποίησα για να διατυπώσω αυτό το ερώτημα ζυγίστηκαν προσεκτικά μία προς μία. Το μέτρο της παραίτησης από τις ηθικές και πολιτικές αρχές μας είναι, στην πραγματικότητα, πολύ απλό: πρέπει ν’ αναρωτηθούμε ποιο είναι το όριο πέρα απ’ το οποίο δεν είμαστε διατεθειμένοι να υποχωρήσουμε. Πιστεύω ότι ο αναγνώστης που θα κάνει τον κόπο να εξετάσει τα ακόλουθα σημεία δε θα μπορέσει παρά να συμφωνήσει –αν δεν το έχει ήδη συνειδητοποιήσει ή αν προσποιείται ότι δεν το έχει συνειδητοποιήσει– ότι το κατώφλι που χωρίζει την ανθρωπιά από τη βαρβαρότητα ξεπεράστηκε.

1) Το πρώτο σημείο, ίσως το πιο σοβαρό, αφορά τις σορούς των νεκρών. Πώς μπορέσαμε να δεχτούμε, με την επίκληση και μόνο ενός απροσδιόριστου κινδύνου, όχι μόνο να πεθαίνουν μόνοι τους οι αγαπημένοι μας άνθρωποι και γενικά τα ανθρώπινα όντα, αλλά –πράγμα που δεν είχε ξανασυμβεί ποτέ στην ιστορία, από την Αντιγόνη μέχρι σήμερα– οι σοροί τους να καίγονται χωρίς κηδεία;

2) Δεχτήκαμε έπειτα, χωρίς να φέρουμε πολλά προσκόμματα, με την επίκληση και μόνο ενός απροσδιόριστου κινδύνου, να περιορίσουμε σε βαθμό που δεν είχε συμβεί ποτέ πριν στην ιστορία της χώρας, ούτε κατά τη διάρκεια των δύο Παγκόσμιων Πολέμων (η απαγόρευση κυκλοφορίας κατά τη διάρκεια του πολέμου περιοριζόταν σε ορισμένες ώρες) την ελευθερία μετακίνησής μας. Δεχτήκαμε, συνεπώς, με την επίκληση και μόνο ενός απροσδιόριστου κινδύνου, να αναστείλουμε κατ’ ουσίαν τις σχέσεις φιλίας και αγάπης, επειδή ο πλησίον μας έγινε πιθανή πηγή μόλυνσης.

3) Αυτά μπόρεσαν να συμβούν –και εδώ φτάνουμε στη ρίζα του φαινομένου– διότι έχουμε διαχωρίσει την ενιαία βιοτική μας εμπειρία, που είναι πάντα αδιαχώριστα σωματική και πνευματική, αφενός σε μια καθαρά βιολογική ύπαρξη και αφετέρου σε μια αισθηματική και πολιτισμική ζωή. Ο Ιβάν Ίλιτς έχει δείξει, και ο Ντέιβιντ Κέιλυ το ανέφερε πρόσφατα, την ευθύνη της σύγχρονης ιατρικής γι’ αυτό το διαχωρισμό, ο οποίος θεωρείται δεδομένος, ενώ είναι, αντίθετα, η μεγαλύτερη αφαίρεση. Ξέρω καλά ότι αυτή η αφαίρεση πραγματοποιήθηκε από τη σύγχρονη επιστήμη μέσω συσκευών ανάνηψης, οι οποίες μπορούν να διατηρήσουν ένα σώμα σε κατάσταση καθαρά φυτικής ζωής.

Αν όμως αυτή η κατάσταση επεκτείνεται πέρα από τα αναγκαία χωρικά και χρονικά όριά της, όπως προσπαθούμε να κάνουμε σήμερα, και γίνεται ενός είδους αρχή της κοινωνικής συμπεριφοράς, πέφτουμε σε αντιφάσεις απ’ τις οποίες δεν υπάρχει διέξοδος.

Ξέρω ότι κάποιοι θα σπεύσουν να μου απαντήσουν πως πρόκειται για μια κατάσταση χρονικά περιορισμένη, μετά την οποία όλα θα επανέλθουν στην πρότερη κατάσταση. Είναι πραγματικά παράδοξο ότι μπορούν και το επαναλαμβάνουν, εκτός αν το κάνουν με κακή πίστη, αφού η ίδια η εξουσία που κήρυξε την έκτακτη ανάγκη δεν παύει να μας υπενθυμίζει πως, όταν η έκτακτη ανάγκη ξεπεραστεί, οφείλουμε να συνεχίσουμε να τηρούμε τις ίδιες οδηγίες και ότι η «κοινωνική αποστασιοποίηση», όπως ονομάστηκε μ’ έναν εύγλωττο ευφημισμό, θα είναι η νέα αρχή οργάνωσης της κοινωνίας. Και, σε κάθε περίπτωση, αυτό που, με καλή ή κακή πίστη, έχουμε δεχτεί να μας επιβληθεί δε θα είναι δυνατόν να ακυρωθεί.

Δεν μπορώ, σε αυτό το σημείο, αφού απέδωσα ευθύνες σε καθέναν από μας, να μην αναφερθώ επίσης στις βαρύτερες ευθύνες εκείνων που έχουν το καθήκον να διαφυλάσσουν την αξιοπρέπεια του ανθρώπου. Πρώτα απ’ όλα, η Εκκλησία, έχοντας μετατραπεί σε θεραπαινίδα της επιστήμης, η οποία έχει γίνει πλέον η αληθινή θρησκεία της εποχής μας, αρνήθηκε ριζικά τις θεμελιωδέστερες αρχές της. Η Εκκλησία, υπό έναν Πάπα με το όνομα Φραγκίσκος, ξέχασε ότι ο Φραγκίσκος αγκάλιαζε τους λεπρούς. Ξέχασε ότι ένα από τα έργα του ελέους είναι να επισκέπτεσαι τους ασθενείς. Ξέχασε ότι οι μάρτυρες διδάσκουν πως πρέπει να είμαστε έτοιμοι να θυσιάσουμε τη ζωή και όχι την πίστη και πως η εγκατάλειψη του πλησίον μας σημαίνει εγκατάλειψη της πίστης. 

Μια άλλη κατηγορία που απέτυχε στα καθήκοντά της είναι εκείνη των νομικών. Είμαστε εδώ και καιρό συνηθισμένοι στην απερίσκεπτη χρήση των διαταγμάτων έκτακτης ανάγκης μέσω των οποίων η εκτελεστική εξουσία αντικαθιστά στην ουσία τη νομοθετική, καταργώντας την αρχή της διάκρισης των εξουσιών στην οποία θεμελιώνεται η δημοκρατία. Στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως ξεπεράστηκε κάθε όριο, και έχει κανείς την εντύπωση ότι τα λόγια του πρωθυπουργού και του επικεφαλής της πολιτικής προστασίας αποκτούν, όπως είχε ειπωθεί για τα λόγια του Φύρερ, άμεση ισχύ νόμου. Και δεν είναι σαφές πώς θα διατηρηθούν, όταν εξαντληθεί το όριο χρονικής ισχύος των διαταγμάτων έκτακτης ανάγκης, οι περιορισμοί της ελευθερίας, όπως ανακοινώθηκε. Με ποιες νομικές ρυθμίσεις; Με μια διαρκή κατάσταση εξαίρεσης; Είναι καθήκον των νομικών να ελέγχουν ότι τηρούνται οι διατάξεις του συντάγματος, αλλά οι νομικοί σωπαίνουν. Quare siletis, iuristae, in munere vestro? [Γιατί σωπαίνετε, νομομαθείς, για τα πράγματα που σας αφορούν;]*

Ξέρω πως θα υπάρξουν εκείνοι που θα απαντήσουν ότι, αν και βαριά, η θυσία έγινε στο όνομα ηθικών αρχών. Σε αυτούς θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι ο Άιχμαν, απ’ ό,τι φαίνεται καλή τη πίστει, δεν κουραζόταν να επαναλαμβάνει πως έκανε όσα έκανε ακολουθώντας τη συνείδησή του, υπακούοντας σε αυτό που πίστευε ότι είναι οι επιταγές της καντιανής ηθικής. Ένας κανόνας που διακηρύσσει ότι πρέπει να παραιτηθούμε από το καλό για να διασώσουμε το καλό είναι εξίσου ψευδής και αντιφατικός μ’ εκείνον που, προκειμένου να προστατεύσουμε την ελευθερία, μας επιβάλλει να παραιτηθούμε απ’ την ελευθερία.

13 Απριλίου 2020

Giorgio Agamben

[Το κείμενο του Giorgio Agamben δημοσιεύθηκε στο Quodlibet με τίτλο Una domandahttps://www.quodlibet.it/giorgio-agamben-una-domanda]

———————————–

* Πρόκειται για μια φράση με μεγάλη ιστορία. Το 1558 ο Αλμπερίκο Τζεντίλι γράφει: «Silete, theologi, in munere alieno» (Σωπάστε, θεολόγοι, για πράγματα που δε σας αφορούν), καλώντας τους θεολόγους να παραδώσουν τα ηνία των υποθέσεων του κόσμου στους νομομαθείς. Το 1946 ο Καρλ Σμιτ γράφει, με τη σειρά του: «Silete, iurisconsulti, in munere alieno» (Σωπάστε, νομομαθείς, για πράγματα που δε σας αφορούν), διαπιστώνοντας ότι τώρα καλούνται οι νομικοί να παραδώσουν τα ηνία στους τεχνοκράτες. Αυτή την προτροπή προς τους νομικούς να σωπάσουν αρνείται ο Αγκάμπεν, στο βιβλίο του Stato di eccezione (Κατάσταση εξαίρεσης)· τους καλεί να μην εγκαταλείψουν τη νομοθέτηση και την οργάνωση της κοινωνικής ζωής στους τεχνοκράτες. Γιατί σωπαίνετε, νομομαθείς, για τα πράγματα που σας αφορούν; [Σ.τ.Μ.]

Giorgio Agamben, Μολυσματική νόσος

πηγή: ΑΝΤΙΦΩΝΟ
Μετάφραση: Αναστάσιος Θεοφιλογιαννάκος

Μολυσματική νόσος

Ο μιαρός! ούστ! ούστ! Διώξτε μακριά τον μιαρό! 

Alessandro Manzoni, Οι αρραβωνιασμένοι

Μια από τις πιο απάνθρωπες συνέπειες του πανικού που επιδιώκεται με κάθε τρόπο να εξαπλωθεί στην Ιταλία με την ευκαιρία της επονομαζόμενης επιδημίας του κορωνοϊού είναι απτή στην ίδια ιδέα της μόλυνσης, βάσει της οποίας διαμορφώθηκαν τα έκτακτα μέτρα που υιοθέτησε η κυβέρνηση. Η ιδέα αυτή, η οποία ήταν ξένη προς την ιατρική του Ιπποκράτη, είχε τον πρώτο ανύποπτο πρόδρομό της κατά τη διάρκεια των λοιμών που κατέστρεψαν ορισμένες ιταλικές πόλεις μεταξύ του 1500 και του 1600. Αυτή είναι η μορφή του μιαρού, του πανουκλιασμένου, που αποθανατίζεται από τον Manzoni τόσο στο μυθιστόρημά του, όσο και στο δοκίμιο για την Ιστορία της μιαρής στήλης. Μια μιλανέζικη “κραυγή” για την πανούκλα του 1576, τους περιγράφει κατ’ αυτόν τον τρόπο, καλώντας τους πολίτες να τους καταγγείλουν:

«Έχοντας ενημερωθεί από τον κυβερνήτη ότι μερικοί άνθρωποι με λιγοστό ζήλο φιλανθρωπίας προκειμένου να τρομοκρατήσουν και να τρομάξουν τους ανθρώπους και τους κατοίκους αυτής της πόλης του Μιλάνου και να τους παρακινήσουν σε κάποια αναταραχή, αλείφουν με ουσίες που λέγεται ότι είναι λοιμώδεις και μολυσματικές, τις πόρτες και τις κλειδαριές των σπιτιών και τις γωνιές των συνοικιών αυτής της πόλης και άλλες περιοχές, πράγμα που έχει ως αποτέλεσμα να συμβαίνουν πολλά ανάρμοστα και να παρατηρείται όχι μικρή αλλοίωση στις σχέσεις των ανθρώπων, περισσότερο μάλιστα σε όσους πείθονται εύκολα να πιστεύουν τέτοια πράγματα, κάθε άνθρωπος, ανεξαρτήτως τάξης, κατάστασης, βαθμού, ας εννοήσει για λογαριασμό του ότι αν μέσα σε σαράντα ημέρες θα είναι εφικτό να εντοπίσει το πρόσωπο ή τα πρόσωπα που έχουν ευνοήσει, βοηθήσει ή πληροφορηθεί για αυτήν την υβριστική πράξη, θα του δοθούν πεντακόσια σκούντα … ».

Δοθέντων των αναντίρρητων διαφοροποιήσεων, οι πρόσφατες αποφάσεις (οι οποίες ελήφθησαν από την κυβέρνηση με διατάγματα που θα θέλαμε να ελπίζουμε –  ματαίως ωστόσο- ότι δεν θα επιβεβαιωθούν από το κοινοβούλιο με νόμο εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας) μετατρέπουν πραγματικά το κάθε άτομο σε δυνητικό μολυσματικό φορέα, ακριβώς όπως εκείνες οι αποφάσεις που αφορούν στην τρομοκρατία, υπολαμβάνουν κάθε πολίτη ως εν δυνάμει τρομοκράτη.  Η αναλογία είναι τόσο ξεκάθαρη, ώστε ο δυνητικός μολυσματικός φορέας που δεν συμμορφώνεται με τις υποδείξεις τιμωρείται με φυλακή. Ιδιαίτερα αποτρόπαιη είναι η μορφή του υγιούς ή πρώιμου φορέα, ο οποίος μολύνει μια πληθώρα ατόμων χωρίς να είναι κανένας σε θέση να αμυνθεί εναντίον του, όπως κάποιος θα μπορούσε να προστατέψει τον εαυτό του από έναν πραγματικό μολυσματικό φορέα.

Ακόμη πιο λυπηρός από τους περιορισμούς των ελευθεριών, που συνεπάγονται οι πρόσφατες αποφάσεις, είναι, κατά τη γνώμη μου, ο εκφυλισμός των σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων που δύνανται αυτές να προκαλέσουν. Ο άλλος άνθρωπος, όποιος κι αν είναι, ακόμα και ένας αγαπημένος, δεν πρέπει να πλησιαστεί ή να αγγιχθεί και μάλιστα προκρίνεται να τεθεί, ανάμεσα σε εμάς και σε εκείνον, μια απόσταση, που σύμφωνα με ορισμένους είναι ένα μέτρο, αλλά σύμφωνα με τις τελευταίες υποδείξεις των λεγόμενων εμπειρογνωμόνων θα πρέπει να είναι 4,5 μέτρα (ενδιαφέροντα τα πενήντα εκατοστά!). Η έννοια του πλησίον έχει καταργηθεί. Είναι δυνατόν, δεδομένης της ηθικής ασυνέπειας των κυβερνώντων, αυτές οι αποφάσεις να απευθύνονται σε εκείνους που τις εκλαμβάνουν και τις εφαρμόζουν με τον ίδιο φόβο που είναι θεμιτό να προκαλέσουν, αλλά είναι δύσκολο να μην σκεφτεί κανείς ότι η κατάσταση που δημιουργούν είναι ακριβώς εκείνη που όποιος μας κυβερνά προσπάθησε -όχι λίγες φορές- να πραγματοποιήσει: τα πανεπιστήμια και τα σχολεία να κλείνουν και τα μαθήματα να γίνονται μόνο διαδικτυακά, να πάψουμε, μια και καλή, να συναντιώμαστε και να μιλάμε για πολιτικά ή πολιτιστικά θέματα, να ανταλλάσσουμε μόνο ψηφιακά μηνύματα και, οπουδήποτε είναι εφικτό, τα μηχανήματα να αντικαθιστούν κάθε επαφή – αποτρέποντας οποιαδήποτε μολυσματική ασθένεια – μεταξύ των ανθρώπων.

11 Μαρτίου 2020

Giorgio Agamben

https://www.quodlibet.it/giorgio-agamben-contagio

***

Διασαφηνίσεις

Ένας Ιταλός δημοσιογράφος καταπιάστηκε, σύμφωνα με την καλή συνήθεια του επαγγέλματός του, να παραμορφώσει και να παραποιήσει τις σκέψεις μου για τη σύγχυση, ηθικής τάξεως, στην οποία η επιδημία ρίχνει τη χώρα, όπου δεν έχουμε πλέον σεβασμό ούτε για τους νεκρούς. Όπως ακριβώς δεν κρίνει απαραίτητο να αναφέρει το όνομά του, δεν μπαίνει ομοίως στον κόπο να διορθώσει τα αυτονόητα και δεδομένα που διατυπώνει με έκδηλες χειριστικές προθέσεις. Όποιος θέλει  μπορεί να διαβάσει το κείμενο του άρθρου μου με τίτλο “Μολυσματική νόσος” στον ιστότοπο του εκδοτικού οίκου Quodlibet. Δημοσιεύω εδώ ορισμένες άλλες σκέψεις, οι οποίες, παρά τη σαφήνεια τους, πιθανότατα θα παραποιηθούν και αυτές.

Ο φόβος είναι κακός σύμβουλος, αλλά φανερώνει πολλά πράγματα που προσποιούμαστε ότι δεν βλέπαμε. Το πρώτο πράγμα που αποκαλύπτει το κύμα πανικού που παραλύει τη χώρα είναι ότι η κοινωνία μας δεν πιστεύει πλέον σε τίποτα εκτός από τη γυμνή ζωή. Είναι σαφές ότι οι Ιταλοί είναι πρόθυμοι να θυσιάσουν σχεδόν τα πάντα, τις συνήθεις συνθήκες διαβίωσης, τις κοινωνικές σχέσεις, την εργασία, ακόμα και τις φιλίες, τα συναισθήματα και τις θρησκευτικές και πολιτικές πεποιθήσεις, μπροστά στον κίνδυνο να αρρωστήσουν. Η γυμνή ζωή -και ο φόβος της απώλειάς της- δεν είναι κάτι που ενώνει τους ανθρώπους, αλλά τους τυφλώνει και τους χωρίζει. Τα άλλα ανθρώπινα όντα, όπως στον λοιμό που περιγράφεται από τον Manzoni, θεωρούνται τώρα μόνον ως πιθανοί μολυσματικοί φορείς (“πανουκλιασμένοι”), οι οποίοι πρέπει να αποφεύγονται πάση θυσία και οι οποίοι πρέπει να διατηρούνται σε απόσταση τουλάχιστον ενός μέτρου. Οι νεκροί – οι νεκροί μας – δεν έχουν δικαίωμα σε κηδεία και δεν μας είναι σαφές τι συμβαίνει στα πτώματα των αγαπημένων μας. Η έννοια του πλησίον ακυρώνεται και είναι περίεργο ότι οι εκκλησίες σωπαίνουν γι’ αυτό. Τι γίνονται οι ανθρώπινες σχέσεις σε μια χώρα που συνηθίζει να ζει με αυτόν τον τρόπο χωρίς να γνωρίζει κανείς για πόσο καιρό; Και τι είναι μια κοινωνία που δεν έχει άλλη αξία από την επιβίωση;

Το άλλο πράγμα, όχι λιγότερο ανησυχητικό από το πρώτο, που η επιδημία καθιστά ολοφάνερο είναι ότι η έκτακτη κατάσταση, στην οποία οι κυβερνήσεις μάς έχουν συνηθίσει εδώ και καιρό, έχει γίνει πραγματικά η φυσιολογική κατάσταση. Υπήρξαν πιο σοβαρές επιδημίες στο παρελθόν, αλλά κανείς δεν είχε σκεφτεί ποτέ να δηλώσει γι’ αυτό μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης, όπως η σημερινή, η οποία μας εμποδίζει ακόμη και τη μετακίνηση. Οι άνθρωποι έχουν τόσο εθιστεί να ζουν σε συνθήκες πολυετούς κρίσης και πολυετούς έκτακτης ανάγκης που δεν φαίνεται να αντιλαμβάνονται ότι η ζωή τους έχει μειωθεί σε καθαρά βιολογική κατάσταση και έχει χάσει κάθε διάσταση όχι μόνο κοινωνική και πολιτική, αλλά και ανθρώπινη και συναισθηματική. Μια κοινωνία που ζει διηνεκώς σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης δεν μπορεί να είναι μια ελεύθερη κοινωνία. Στην πραγματικότητα ζούμε σε μια κοινωνία που έχει θυσιάσει την ελευθερία στους λεγόμενους «λόγους ασφαλείας» και, ως εκ τούτου, καταδικάστηκε να ζήσει σε μια μόνιμη κατάσταση φόβου και ανασφάλειας.

Δεν μας εκπλήσσει που αναφορικά με τον ιό μιλάμε για πόλεμο. Τα μέτρα έκτακτης ανάγκης μας υποχρεώνουν να ζούμε σε συνθήκες απαγόρευσης κυκλοφορίας. Αλλά ένας πόλεμος με έναν αόρατο εχθρό, που μπορεί να κρύβεται σε οποιονδήποτε άλλον άνθρωπο, είναι ο πιο παράλογος των πολέμων. Είναι, μάλιστα, ένας εμφύλιος πόλεμος. Ο εχθρός δεν είναι έξω, είναι μέσα μας.

Εκείνο που προκαλεί ανησυχία δεν είναι τόσο ή όχι μόνο το παρόν, αλλά το μετά. Ακριβώς όπως οι πόλεμοι έχουν αφήσει μια σειρά δυσοίωνων και επιτευγμάτων ως κληρονομιά στην ειρήνη, από αγκαθωτά σύρματα έως πυρηνικούς σταθμούς, είναι πολύ πιθανό ότι θα καταβληθούν προσπάθειες να συνεχιστούν, ακόμη και μετά την έκτακτη ανάγκη για την υγεία, τα πειράματα που οι κυβερνήσεις δεν είχαν πραγματοποιήσει πρωτύτερα, ώστε τα πανεπιστήμια και τα σχολεία να κλείνουν και τα μαθήματα να γίνονται μόνο διαδικτυακά ή, μια και καλή πλέον, να πάψουμε να συναντιώμαστε και να μιλάμε για πολιτικά ή πολιτιστικά θέματα και να ανταλλάσσουμε μόνο ψηφιακά μηνύματα και, οπουδήποτε είναι εφικτό, τα μηχανήματα να αντικαθιστούν κάθε επαφή – αποτρέποντας οποιαδήποτε μολυσματική ασθένεια – μεταξύ των ανθρώπων.

17 Μαρτίου 2020

Giorgio Agamben

https://www.quodlibet.it/giorgio-agamben-chiarimenti

https://antifono.gr/agamben2

ΜΕ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΔΕΝ ΚΑΝΕΙΣ «ΠΛΑΚΙΤΣΑ»

Οἱ ὀβιδιακοῦ τύπου μεταμορφώσεις ἔνιων lifestyle καὶ πρώην ἀπολιτὶκ δημοσιολογούντων σὲ κανονικὲς συνθῆκες δὲν θὰ ἀφοροῦσαν κανέναν, παρὰ μόνον τοὺς ἴδιους καὶ τοὺς ὀπαδοὺς τους. Ὡστόσο, μὲ τὸ θάνατο δὲν παίζεις, δὲν κάνεις “πλακίτσα”, δὲν κάνεις “ἠλίθια ἀστεῖα”. Τὸ νὰ μὴ σέβεσαι τὸ θάνατο τοῦ ἄλλου συνιστᾶ ἀμετροέπεια.

 

Γ.Μ.Β.
Ἡράκλειο 30/6/2019
[πηγή]
Αρέσει σε %d bloggers: