Θεολογία και φυσικές επιστήμες: Από την καχυποψία στη συνύπαρξη

Poster-Synedreio_mini
Θεολογία και φυσικές επιστήμες: 
Από την καχυποψία στη συνύπαρξη[1]

 

Μετά από ένα μεγάλο διάστημα αντιπαράθεσης και αμοιβαίας καχυποψίας η σχέση φυσικών επιστημών και ορθόδοξης θεολογίας έχει περάσει στη φάση του διαλόγου και των διακριτών ρόλων. Συνέδρια, ημερίδες και άλλες εκδηλώσεις έχουν ενισχύσει το διάλογο των δυο πλευρών.
Είναι σαφές ότι η επιστημονική γλώσσα και ορολογία διαφοροποιείται από την αντίστοιχη θεολογική. Ο επιστημονικός λόγος ερείδεται επί της εμπειρικής επαλήθευσης (παρατήρηση, πείραμα, μαθηματικός λογισμός κλπ)· είναι με ένα λόγο θετική γνώση.
Η θεολογική γλώσσα από την άλλη πλευρά είναι γλώσσα αποφατική και εικονολογική. Αποφατική γλώσσα δεν σημαίνει σε καμιά περίπτωση αρνητική γλώσσα. Δεν προσδιορίζει απλά η αποφατική γλώσσα το «τι δεν είναι». Αντίθετα σημαίνει ότι η αλήθεια δεν εξαντλείται σε μια απλή λεκτική διατύπωση. Η εικονολογική γλώσσα δίνει νόημα και έμφαση στην υπαρξιακή προοπτική. Συνεπώς τη γλώσσα της Βίβλου δεν θα πρέπει να την αντιμετωπίζουμε ούτε κατά γράμμα αλλά ούτε και στο πλαίσιο του «μύθου». Σ’ αυτή τη βάση έχουν ιδιαίτερη σημασία τα λόγια του John Gray: «Μια ζωή χωρίς μύθο αποτελεί η ίδια υλικό μύθου»[2].
Για να κατανοήσουμε το πνεύμα της ορθόδοξης θεολογίας θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας τη διαλεκτική κτιστού-ακτίστου. Ο κόσμος κατά την ορθόδοξη θεολογία έχει αρχή: το Θεό. Είναι πολύ σημαντική εδώ η διαφοροποίηση Θεού και κόσμου σε σχέση με προγενέστερες παραδόσεις που έκαναν λόγο για αιώνια ανακύκληση ή αυτονομία του σύμπαντος.
Φυσικά, όπως ήδη τονίσαμε, οι ρόλοι είναι διακριτοί και δεν θα πρέπει σε καμιά περίπτωση να συγχέουμε την επιστημονική γλώσσα και ορολογία με την αντίστοιχη θεολογική. Μόλις που χρειάζεται στο σημείο αυτό να αναφερθεί ότι πάμπολλες έριδες του παρελθόντος οφείλονται στις θεολογικές προϋποθέσεις της δυτικής θεολογίας (νομιναλισμός, νοησιαρχία, σύγχυση μεταξύ δόγματος και επιστημονικής γνώσης κλπ). Κατά συνέπεια δεν αφορούν την ορθόδοξη θεολογία. Αλλά και σύγχρονες εκφάνσεις ενός ακραιφνούς προτεσταντικού φονταμενταλισμού στην Αμερική (δημιουργισμός κλπ) δεν αφορούν την ορθόδοξη θεολογία που «δεν συμμετείχε ενεργά στο γίγνεσθαι της νέας επιστήμης, η οποία γεννήθηκε στην Ευρώπη από τον 16ο έως τον 18ο αιώνα», σύμφωνα με τον Ευθύμιο Νικολαΐδη, διευθυντή Ερευνών του Ινστιτούτου Ιστορικών Ερευνών του ΕΙΕ[3].
Ο ίδιος ερευνητής τονίζει ότι: «η διδασκαλία της νέας ευρωπαϊκής επιστήμης (όπως η νευτώνεια φυσική) στις Ορθόδοξες κοινότητες έγινε από Ορθόδοξους κληρικούς όπως ο Ευγένιος Βούλγαρις ή ο Νικηφόρος Θεοτόκης. Η σύγκρουση σχετικά με τις επιστήμες στον Ορθόδοξο κόσμο του 18ου αιώνα δεν ήταν μεταξύ Εκκλησίας και επιστημόνων, αλλά μεταξύ διαφορετικών ρευμάτων μέσα στην Εκκλησία[4]».
Η νεωτερικότητα σε μεγάλο βαθμό προέβαλε το αίτημα της απομάγευσης του κόσμου και ταυτόχρονα την πίστη στην πρόοδο. Ωστόσο τα συγκεκριμένα προτάγματα είχαν χριστιανικές ρίζες, όπως έδειξε ο σπουδαίος άγγλος στοχαστής John Gray:

Οι σύγχρονοι φιλόσοφοι καυχώνται ότι είναι αδαείς όσον αφορά τη θεολογία. Εξαιτίας αυτού σπάνια κατανοείται η χριστιανική προέλευση του κοσμικού ανθρωπισμού.
Εντούτοις, αυτή ήταν απολύτως σαφής στους ιδρυτές της. Στις αρχές του δέκατου ένατου αιώνα οι Γάλλοι θετικιστές Ανρι ντε Σεν-Σιμόν και Ογκίστ Κοντ επινόησαν την Θρησκεία της Ανθρωπότητας, το όραμα ενός οικουμενικού πολιτισμού βασισμένου στην επιστήμη, που είναι το πρότυπο για τις πολιτικές θρησκείες τους εικοστού αιώνα. Μέσω του αντίκτυπου τους στον Τζον Στιούαρτ Μιλ κατέστησαν τον φιλελευθερισμό το κοσμικό φρόνημα που είναι σήμερα. Μέσω της βαθιάς επίδρασης που άσκησαν στον Καρλ Μάρξ συνέβαλαν στη διαμόρφωση του «επιστημονικού σοσιαλισμού». Κατά ειρωνικό τρόπο, ενώ ο Σεν- Σιμόν και ο Κοντ άσκησαν δριμεία κριτική στην οικονομική αρχή του laissez- faire, συνάμα ενέπνευσαν την λατρεία του ύστερου εικοστού αιώνα για την παγκόσμια ελεύθερη αγορά(…)
(…)Ο ανθρωπισμός δεν είναι επιστήμη αλλά θρησκεία – η μεταχριστιανική πίστη ότι οι άνθρωποι μπορούν να δημιουργήσουν ένα κόσμο καλύτερο από κάθε άλλον στον οποίον έχουν ζήσει μέχρι στιγμής. Στην προχριστιανική Ευρώπη θεωρούνταν δεδομένο ότι το μέλλον θα έμοιαζε με το παρελθόν. Η γνώση μπορεί να αυξανόταν και οι εφευρέσεις να πλήθαιναν, η ηθική όμως θα παρέμενε εν πολλοίς η ιδία. Η ιστορία ήταν μια σειρά κύκλων δίχως συνολικό νόημα.
Ενάντια σε αυτήν την παγανιστική άποψη, οι χριστιανοί κατανοούσαν την ιστορία ως μια αφήγηση αμαρτίας και λύτρωσης. Ο ανθρωπισμός είναι ο μετασχηματισμός αυτού του χριστιανικού δόγματος της σωτηρίας σε ένα πρόγραμμα οικουμενικής ανθρώπινης χειραφέτησης. Η ιδέα της προόδου είναι η κοσμική εκδοχή της χριστιανικής πίστης στη Θεία Πρόνοια. Για αυτό το λόγο η πρόοδος ήταν άγνωστη στους αρχαίους παγανιστές.
Η πίστη στην πρόοδο έχει και άλλη προέλευση. Στην επιστήμη, η αύξηση της γνώσης είναι σωρευτική. Όμως η ανθρώπινη ζωή στο σύνολο της δεν είναι μια σωρευτική δραστηριότητα· ό,τι κερδίζεται σε μια γενιά μπορεί να χαθεί στην επόμενη. Στην επιστήμη, η γνώση είναι ένα αμιγές αγαθό· στην ηθική και στην πολιτική, η γνώση είναι εξίσου καλή και κακή. Η επιστήμη αυξάνει την ανθρώπινη δύναμη- και μεγεθύνει τα ψεγάδια της ανθρώπινης φύσης. Μας δίνει τη δυνατότητα να ζούμε περισσότερο και να έχουμε ανώτερο βιοτικό επίπεδο απ’ ό,τι στο παρελθόν.
Η έννοια της προόδου βασίζεται στην πεποίθηση ότι η αύξηση της γνώσης και η προαγωγή του είδους συμβαδίζουν- αν όχι τώρα, τότε στο απώτερο μέλλον. Ο βιβλικός μύθος της Πτώσης του Ανθρώπου εμπεριέχει την απαγορευμένη αλήθεια. Η γνώση δεν μας απελευθερώνει. Μας αφήνει όπως ήμασταν ανέκαθεν, θύματα κάθε είδους μωρίας
(…)[5]

Στη σύγχρονη περίοδο στοχαστές του ύψους του Charles Taylor θα πιστοποιήσουν τη σημασία της ενδεχομενικότητας στο φυσικό γίγνεσθαι και θα αποκλείσουν την απόλυτη εμμένεια. Φιλοσοφικά λοιπόν ο απολύτου χαρακτήρας θετικισμός υποχωρεί. Ας δούμε τον τρόπο που το διατυπώνει ο Taylor:

(…)Ἡ αἴσθηση ὅτι ἔχουμε φθάσει στὴν ὡριμότητα παραμερίζοντας τὴν πίστη μπορεῖ νὰ ἐκφραστεῖ στὸ ἐπίπεδο τοῦ ἀποδεσμευμένου λόγου καὶ τῆς ἀνάγκης νὰ ἀποδεχτοῦμε τὰ πορίσματα τῆς ἐπιστήμης, ὅποια καὶ ἄν εἶναι αὐτά. […] Μπορεῖ ὅμως νὰ ὑπάρξει συνάμα ἡ αἴσθηση ὅτι ἡ ἐνηλικίωση πάνω ἀπὸ ὅλα σημαίνει τὸ νὰ εἶναι ἱκανὸς κανεὶς νὰ ἀντιμετωπίσει τὴν ἀπώλεια τοῦ νοήματος τῶν πραγμάτων, τὸ νὰ εἶναι ἕτοιμος νὰ βρεῖ ἤ νὰ προβάλει νόημα ἔναντι ἑνὸς σύμπαντος ποὺ τὸ ἴδιο εἶναι ἄλογο. Ἐδῶ οἱ ἀρετὲς ἐνδέχεται νὰ μὴν εἶναι (ἤ νὰ μὴν εἶναι μόνο) ἐκεῖνες τοῦ ἀποδεσμευμένου λόγου καὶ τῆς ἐπιστημονικῆς ὑπευθυνότητας. Μάλιστα, ἡ αἴσθηση μπορεῖ νὰ εἶναι ὅτι στὴν ἀναζήτηση νοήματος πρέπει νὰ ἀποφεύγουμε τὴν ὑπερβολικὰ ἁπλὴ ἐμπιστοσύνη στὴν ἐπιστήμη. Ἡ βασικὴ ἀρετὴ ποὺ τονίζεται ἐδῶ εἶναι τὸ εὐφάνταστο θάρρος νὰ ἀντιμετωπίσουμε τὸ κενὸ καὶ ἡ ἐνεργοποίηση μας ἀπὸ αὐτὸ γιὰ τὴν δημιουργία νοήματος. (…)[6]

Πέραν όμως από τις καθαρά φιλοσοφικές προσεγγίσεις η άμβλυνση της απόλυτης εμμένειας καταφαίνεται και από τα πορίσματα της σύγχρονης φυσικής (θεωρία της σχετικότητας, αρχή απροσδιοριστίας, εντροπία κλπ). Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει ο γνωστός φυσικός Paul Davies:

Η επιστήμη, μέσω της κβαντικής μηχανικής, έχει σχεδόν διαψεύσει τον ισχυρισμό ότι «κάθε συμβάν έχει μια αιτία». (…) Η συμπεριφορά των υποατομικών σωματιδίων είναι γενικά απρόβλεπτη. Δεν γίνεται να είστε σίγουροι τι πρόκειται να κάνει ένα σωματίδιο από τη μια στιγμή στην άλλη[7].

Αλλού o Davies αναφέρει: «Το κβαντικό κύμα είναι κύμα πιθανότητας. Μας λέει που αναμένεται να βρεθεί το σωματίδιο και τι πιθανότητα υπάρχει να έχει την τάδε ιδιότητα(…)Οπότε το κύμα εμπεριέχει την εγγενή αβεβαιότητα και το απρόβλεπτο του κβαντικού παράγοντα»[8].
Από τα παραπάνω τηλεγραφικά εκτεθέντα γίνεται νομίζω σαφές ότι υπάρχουν πολλά περιθώρια διαλόγου μεταξύ φυσικών επιστημών και ορθόδοξης θεολογίας. Στη ρευστή, γεμάτη προκλήσεις εποχή μας είναι οπωσδήποτε χρήσιμος ο διάλογος, θεμιτή η διαφωνία, δυνατή η ενδεχόμενη σύνθεση σε κάποια θέματα. Αυτό προϋποθέτει βέβαια καλή προαίρεση εκατέρωθεν χωρίς τις αντιπαραθέσεις και τους φονταμενταλισμούς του παρελθόντος. Έχει περάσει ανεπιστρεπτί η εποχή της καχυποψίας, γεγονός ιδιαίτερα θετικό.
Ως μια μικρή συμβολή στον εν λόγω διάλογο θα εξετάσουμε τη σχέση επιστημονικής γνώσης και αποφατικής γνωσιολογίας. Όπως υποστηρίζει ο αναπληρωτής καθηγητής στο τμήμα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης Γ. Π. Παύλος:

Η θετική επιστημονική γνώση, μας θέτει ενώπιον μερικών πολύ κρίσιμων και αποφασιστικών επιτευγμάτων της ανθρώπινης νόησης. Πρώτα πρώτα, κατά μια κύρια εκδοχή της κβαντικής κοσμολογίας, το φυσικό σύμπαν στην ολότητα του (χώρος, χρόνος, υλικές μορφές ύπαρξης) έρχεται στο είναι από το απόλυτο τίποτε ή το απόλυτο μηδέν (κβαντικό κενό) και αρχίζει να υπάρχει, ενώ «πριν» δεν υπήρχε απολύτως τίποτε, αν το κβαντικό κενό το εκλαμβάνουμε ως την απουσία κάθε μορφής ύπαρξης. Ακόμη και αυτό το «πριν» ορίζεται εκ των υστέρων και δεν υφίσταται ή κατανοείται από μόνο του παρά μόνο στα όρια του υπαρκτού κόσμου. Όμοια ο φυσικός χώρος αρχίζει να υπάρχει όχι μέσα σε έναν προϋπάρχοντα άδειο φυσικό χώρο, αλλά ως μια εκδήλωση των βαθύτερων δυναμικών μορφοποιητικών λειτουργιών του φυσικού σύμπαντος. Αποτελεί ουσιαστική πρόοδο της επιστήμης ότι τα σύγχρονα μαθηματικά μας δίδουν τη δυνατότητα να ορίζουμε τον χώρο και τον χρόνο στα όρια του ιστορικού φυσικού κόσμου, χωρίς να απαιτείται η υπόθεση ενός προαιώνιου απόλυτου χώρου ή χρόνου μέσα στους οποίους εντάσσεται το κοσμικό γίγνεσθαι. (…)
Ο ισχυρισμός της κβαντικής κοσμολογίας περί εμφάνισης του κόσμου από το απόλυτο μηδέν αποτελεί οριακή πρόταση. Διότι κάθε επιστημονική ερμηνεία προϋποθέτει μια προηγούμενη κατάσταση, πράγμα αδύνατο για την περίπτωση του απόλυτου μηδενός ή του απόλυτου τίποτα, αν αυτό εννοηθεί κυριολεκτικά. Κατά βάθος το προϊστορικό απόλυτο μηδέν, δεν ορίζεται επιστημονικά. Αυτό είναι οριακή έννοια κατανοούμενη αφαιρετικά, ως η απουσία κάθε κοσμικής-κτιστής μορφής ύπαρξης.
Η ίδια αυτή οντολογική πιθανοκρατία είναι συνυφασμένη με μια ανοικτή οντολογία, σύμφωνα με την οποία το φυσικό σύμπαν αποτελεί μια ιστορική λειτουργία που το εμπλουτίζει με νέα οντολογία αφού η σύγχρονη φυσική καταργεί τον αυτονομημένο αναγωγισμό.[9] (…)

Από τα παραπάνω, νομίζω, γίνεται σαφής η ελλειπτικότητα ενός ακραιφνούς ρασιοναλιστικού θετικισμού και μάλιστα με πρόσημο απόλυτης οντολογικής αρχής. Η αναζήτηση νοήματος από τη μια και η οντολογική αλήθεια από την άλλη εκβάλλουν σε ένα άδηλο μέλλον. Συνεπώς σε επίπεδο φιλοσοφικής οντολογίας η καθολικότητα της αλήθειας δεν εξαρτάται από απλές λεκτικές διαπιστώσεις. Και εδώ είναι το σημείο που η συμβολή του αποφατικού τρόπου σκέψης είναι ιδιαίτερα σημαντική σε δυο επίπεδα: α) στο επίπεδο της συνάντησης με την ετερότητα και της συνειδητοποίησης ότι οντολογικά δεν μπορούμε να κάνουμε λόγο για απόλυτη εμμένεια, β) στη σημασία της ενδεχομενικότητας στο φυσικό γίγνεσθαι και στη διαμόρφωση μιας πολυπρισματικής μετά-γνωσιολογίας. Ίσως χρειάζεται να θυμηθούμε στο σημείο αυτό τη γνωστή ρήση του T. Adorno: «Η γνώση δεν έχει φως άλλο από εκείνο που φωτίζει τον κόσμο μέσα από τη λύτρωση»[10].
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Εισήγηση στο 1ο συνέδριο του Συλλόγου Φυσικών Κρήτης με τίτλο «Φυσικής Δρώμενα», Ηράκλειο Κρήτης, Σάββατο 1 Απριλίου 2017.
2. Παρατίθεται στο βιβλίο των Z. Bauman, Carlo Bordoni, Η νεωτερικότητα σε κρίση, εκδ. Ύψιλον/βιβλία, Αθήνα 2016, σελ.40.
3. Βλ. τη συνέντευξη του Ευθυμίου Νικολαΐδη στη Λίνα Κονομάρα στην ιστοσελίδα του περιοδικού «ο αναγνώστης» με τίτλο: «Σύγχρονη Επιστήμη και Ορθόδοξη Παράδοση. Μια άβολη σχέση;», http://www.oanagnostis.gr (ημερομηνία πρόσβασης 11/3/2017)
4. Βλ. ό.π.
5. John Gray, Αχυρένια σκυλιά, εκδόσεις Οκτώ, Αθήνα 2008, σελ. 15-16.
6. Charles Taylor, Μια κοσμική εποχή, εκδόσεις Ίνδικτος, Αθήνα 2015, σελ. 885.
7. Paul Davies, Θεός και μοντέρνα φυσική, β’ έκδοση, εκδόσεις Κάτοπτρο, Αθήνα 2009, σελ. 67.
8. Paul Davies, ό.π., σελ. 176-177.
9. Γ. Π. Παύλος, Νόστος ασύμμετρος προσώπου, τόμος Α’, εκδόσεις Δόμος, Αθήνα 1994, σελ.92-93.
10. T.W.Adorno, Minima moralia, Frankfurt 1951, σελ 480 (Το παραθέτει ο Γ. Χάμπερμας στο βιβλίο Το μέλλον της ανθρώπινης φύσης: Πίστη και γνώση, εκδόσεις Scripta, Αθήνα 2004, σελ. 184). Ο Χόρκχαϊμερ είπε για τον Αντόρνο και την Κριτική Θεωρία: «Γνωρίζει πως δεν υπάρχει Θεός, κι ωστόσο πιστεύει σ’ αυτόν» (βλ. Γ. Χάμπερμας, αυτόθι).

Παγκόσμιο συνέδριο για τον Αριστοτέλη (23-28/5/2016 στη Θεσσαλονίκη)

banner1

 

Στις 23 – 28 Μαΐου 2016 θα πραγματοποιηθεί στη Θεσσαλονίκη, στα αρχαία Στάγειρα και στην αρχαία Μίεζα, το Παγκόσμιο Συνέδριο «Αριστοτέλης 2.400 Χρόνια» και αποτελεί μια δυναμική συμβολή του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου Θεσσαλονίκης στο «Επετειακό Έτος Αριστοτέλη».

 

Δείτε το πρόγραμμα εδώ:
Ιστοσελίδα του συνεδρίου:

World Congress “Aristotle 2400 Years” (23-28 MAY 2016, THESSALONIKI, GREECE)

banner1

 

CONGRESS PROGRAMME

http://aristotleworldcongress2016.web.auth.gr/?q=en

Χρ.Σταμούλης, Εκκλησία και Αριστερά

[πηγή: ΑΥΓΗ/ΕΝΘΕΜΑΤΑ,20-1-2013]

PROSKLISI-SYNEDRIOU-ARISTERA1

Οι  σχέσεις της Εκκλησίας με την Αριστερά στην Ελλάδα έρχονται από μια σκοτεινή μήτρα. Στηρίζονται σε αδιάψευστες ιστορικές πράξεις, σε ανομίες και αστοχίες, που έχουν χαράξει ανεπανόρθωτα το κοινό σώμα, αλλά και σε ένα πλήθος προκαταλήψεων και παρεξηγήσεων –αποτέλεσμα  απουσίας διάθεσης ανοικτού διαλόγου–, που μεγιστοποιεί το χάσμα που επέβαλε η αγριότητα της Ιστορίας. Κάποιες ενδιαφέρουσες και σημαντικές προσπάθειες του νεότερου παρελθόντος κινήθηκαν καθαρά σε θεωρητικό επίπεδο και άφησαν τους λογαριασμούς με την εναρκτήρια διάθεση  ανοικτούς. Μαζί, όμως, και μια παρακαταθήκη για συνέχεια.

Το Τμήμα Θεολογίας του ΑΠΘ, στο πλαίσιο μιας ανειλημμένης ευθύνης απομάκρυνσης από οποιαδήποτε στανική και ως εκ τούτου «ειδωλολατρική» εσωστρέφεια, αποφάσισε, σε συνέχεια άλλων δραστηριοτήτων του, ομόφωνα, τη διοργάνωση επιστημονικού Συνεδρίου με γενικό τίτλο Εκκλησία και Αριστερά. Πράξη που αποδεικνύει τη διαλογική φύση του Πανεπιστημίου γενικότερα, αλλά και της θεολογίας ειδικότερα. Μια πράξη παρεμβατική, η οποία στηρίζεται στην βαθιά πεποίθηση, πως από τον διάλογο κανείς δεν κινδυνεύει. Τουναντίον, η αδυναμία διαλόγου, η άρνηση της συνάντησης, είναι εκείνη η διαβρωτική πραγματικότητα, που ισχυροποιεί τη δαιμονοποίηση και ανακηρύσσει τον δογματισμό σε κυρίαρχο παράγοντα της ενορχηστρωμένης καθημερινότητας. Στον αντίποδα, η γνώση που προκύπτει από την άμεση συνάντηση με τα πρόσωπα και τα πράγματα αποτελεί τον οντολογικό πυρήνα που επιτρέπει την ανοικοδόμηση κοινού οίκου. Επιτρέπει, με άλλα λόγια, την αξιοποίηση των διαφορετικών υλικών, προκειμένου να πραγματωθεί μια φυσιολογία ελεύθερη, λειτουργική και ρεαλιστική. Σε μια τέτοια περίπτωση, ο απέναντι, ο ξένος, ο διαφορετικός, ο οποιοσδήποτε άλλος, δεν αποτελεί απειλή, αλλά τόπο συνάντησης, τόπο διάνοιξης του κλειστού εαυτού στον πληθυντικό αριθμό. Μια πραγματικότητα, που επιτρέπει τη διάλυση της  ιδιώτευσης, αλλά και της μοναξιάς των τσαλακωμένων του κόσμου, με το χτίσιμο του μυστηρίου της αξιοπρέπειας και της κοινωνίας.

Βέβαια, μια τέτοια προσπάθεια δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να θεωρεί δεδομένη τη φωνή της πανεπιστημιακής θεολογίας, η οποία κρατά το αυτονόητο δικαίωμα και την ευθύνη της κριτικής διάθεσης με την οποία αντιμετωπίζει τα δεδομένα του διαλόγου. Η πρόσκληση του Τμήματος Θεολογίας προς τη θεσμική Εκκλησία, δηλαδή την Ιεραρχία, αλλά και τη θεσμική, δηλαδή την κοινοβουλευτική, Αριστερά, δεν έχει ουδεμία σχέση με «λήψεις του ζητούμενου». Πολύ περισσότερο, δεν προδικάζει προαποφασισμένες συγκλίσεις ή αποκλίσεις. Σε καμία περίπτωση δεν υπάρχουν προσυμφωνημένα υπονοούμενα. Μοναδικό  προσύμφωνο η διάθεση ουσιαστικής γνωριμίας και η ψηλάφηση συγκεκριμένων πρακτικών θεμάτων, όπως η Βασιλεία του Θεού και η λαϊκή εξουσία, τα θρησκευτικά σύμβολα και η θρησκευτικότητα στο δημόσιο χώρο, η εκκλησιαστική περιουσία και η μισθοδοσία του κλήρου, τα κοινωνικά προβλήματα και το μεταναστευτικό ζήτημα, τα οποία κομματιάζουν την ενότητα του τρόπου μας. Δοκιμή, με άλλα λόγια, αντοχής των υλικών, που συνιστούν το νεότερο ελληνικό πολιτισμό. Και είναι σαφές πως η Ορθοδοξία «δεν είναι απλώς κάποιες χρηστομάθειες ή μια απλή θρησκευτική πίστη, ιδιωτικής υπόθεσης» (Ν. Ματσούκας), αλλά αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι αυτού του πολιτισμού, συνεπώς της κοινωνικής πράξης — χωρίς βέβαια να εξαντλείται σε αυτόν, καθώς ο χαρακτήρας της ήταν και παραμένει, σε πείσμα πολλών, οικουμενικός.

Η συζήτηση, στον δημόσιο χώρο, πραγματικοτήτων με δημόσιο χαρακτήρα, καθώς εντός αυτού αναπτύσσονται, με αυτόν διαλέγονται, από αυτόν επηρεάζονται και αυτόν συνδιαμορφώνουν, δεν αποτελεί πολυτέλεια, πολύ περισσότερο δεν αποτελεί ύποπτη υπερβολή, απερισκεψία, αλλά βαθιά αναγκαιότητα η οποία κυρίως και πάνω από όλα συνδέεται με την ιστορική στιγμή. Τόσο η Εκκλησία, όσο και η Αριστερά, αποτελούν  σημεία αναφοράς μεγάλων τμημάτων του ελληνικού λαού, από τα οποία απαιτείται τολμηρή και ξεκάθαρη κατάθεση θέσεων. Βέβαια, μια τέτοια προσπάθεια προϋποθέτει κατάφαση στην αλλαγή ενός κόσμου που αλλάζει και μας αλλάζει, τη στιγμή που όσο εμείς αλλάζουμε τον αλλάζουμε. Ένα πέρασμα, δηλαδή, από την ανεύθυνη παρακολούθηση-ενοχοποίηση της ζωής των άλλων, στην έμπονη ζωή με τον άλλο, ζωή για τον άλλο, ζωή στον άλλο. Μια αναχώρηση από την εργαλειακή-συστημική κατανόηση του ανθρώπου και μια αυτοπαράδοση στο θαύμα του κοινού, όχι κατ’ ανάγκην ταυτόσημου, βηματισμού.

Σκοπός του Συνεδρίου δεν είναι να πείσει η Εκκλησία την Αριστερά για τη θεότητα του Χριστού. Ούτε, βέβαια, η Αριστερά την Εκκλησία για το αντίθετο. Μπορεί, όμως, αυτή η συνάντηση να αξιοποιήσει τις συνέπειες ενός πολιτισμού της σάρκωσης, ο οποίος συγκροτείται στη βάση της κένωσης του  εαυτού και στην πρόσληψη του εντελώς διαφορετικού. Στο άδειασμα, δηλαδή, των ιστορικών ατομικών ή συλλογικών βεβαιοτήτων, προκειμένου να μείνει χώρος για τη συνάντηση με το ελάχιστο. Και είναι σαφές, πως τούτο το Συνέδριο δεν  αναζητά το ανέφικτο, αλλά το εφικτό. Εξάπαντος δεν θέλει να σώσει τον κόσμο και πολύ περισσότερο δεν θέλει, καταπώς γράφει ο Τάσος Λειβαδίτης, να τον σώσει την  ερχόμενη Τρίτη. Θέλει, απλά και μόνο, να δώσει μια ευκαιρία στην έκπληξη. Σαν εκείνη που ένιωσαν εκπρόσωποι της Αριστεράς, όταν σε ερώτησή τους για τη διάθεση της θεολογίας να υποστηρίξει την ανέγερση τζαμιού στον τόπο μας, τους είπαμε ότι στη Θεολογική Σχολή, εδώ και τριάντα περίπου χρόνια, λειτουργεί χώρος προσευχής των μουσουλμάνων. Έτσι, ίσως να έχουμε μια δυνατότητα να δούμε αυτό που  «χρόνια πολεμάει μέσα στη σκοτεινή μήτρα» των ανομιών της Ιστορίας, «να ξετυλιχθεί και να καρπίση» (Ν. Καζαντζάκης).

———————————————-

Ο Χρυσόστομος Α. Σταμούλης διδάσκει στο Τμήμα Θεολογίας του ΑΠΘ, του οποίου είναι και πρόεδρος.

Το συνέδριο «Εκκλησία και Αριστερά», που οργανώνει το Τμήμα Θεολογίας του ΑΠΘ, σε συνεργασία με την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος, πραγματοποιείται τη Τρίτη 22 και την Τετάρτη 23 Ιανουαρίου (ώρες 10.00-22.00), στην αίθουσα τελετών της Παλιάς Φιλοσοφικής. Αναλυτικά το πρόγραμμα στο goo.gl/cgezZ.

http://enthemata.wordpress.com/2013/01/20/ekklisia/