ΘΕΣΕΙΣ, ΑΝΤΙΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΥΝΘΕΣΕΙΣ: ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ Θ. Ι. ΡΗΓΙΝΙΩΤΗ «ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΣΚΕΠΤΟΜΕΝΟ ΑΘΕΟ»

Του Γ. Μ. Βαρδαβά

Θεολόγου 3ου ΓΕΛ Ηρακλείου

 

[Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Χανιώτικα Νέα»αρ. φ. 15808/13-7-2019, σελ. 42]

Θ. Ι. Ρηγινιώτης, Επιστολή προς τον σκεπτόμενο άθεο: Δοκίμιο πνευματικής και κοινωνικής αναζήτησης, εκδόσεις Λεξίτυπον, Αθήνα 2019, σσ. 250, ISBN: 978-960-597-204-2.

Πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Λεξίτυπον» το νέο πόνημα του γνωστού θεολόγου εκ Ρεθύμνης Θ. Ι. Ρηγινιώτη με τίτλο: «Επιστολή προς τον σκεπτόμενο άθεο». Η προβληματική που απασχόλησε το συγγραφέα στο μυθιστόρημα του Εναντίον του Θεού (εκδόσεις Όμορφος Κόσμος, Ρέθυμνο 2006, βλ. σχετικό σημείωμα μας για το βιβλίο στην εφημερίδα «Πατρίς», αρ. φ. 17991/20-12-2006, σελ. 16) εδώ επεκτείνεται και διευρύνεται σε μια εξαντλητική διαπραγμάτευση. Στόχος του συγγραφέα είναι να πραγματώσει έναν οιονεί διάλογο με τον «σκεπτόμενο άθεο» της εποχής μας. Ο παραπάνω όρος δεν χρησιμοποιείται τυχαία από το συγγραφέα, δοθέντος του γεγονότος, ότι υπάρχουν άτομα που αυτοπροσδιορίζονται ως «άθεοι» αλλά εμφορούνται από τέτοιο βαθμό φανατισμού και καχυποψίας που καθιστούν απαγορευτική κάθε καλοπροαίρετη απόπειρα διαλόγου. Τα άτομα αυτά εμμένοντας με δογματισμό στις αθεϊστικές τους βεβαιότητες ουσιαστικά εγκλωβίζονται στην «απόλυτη αλήθεια» της «πίστης» τους στην ανυπαρξία του Θεού. Το οντολογικό ερώτημα, ωστόσο, είναι διαχρονικό και δεν προσφέρεται για επιδερμικές προσεγγίσεις ή ιδεολογικοποιημένες απολυτοποιήσεις του τύπου «άσπρο-μαύρο». Πέραν τούτου, σαφώς υπάρχουν και καλοπροαίρετοι άνθρωποι που μπορεί να δηλώνουν άθεοι, άθρησκοι, άπιστοι, αγνωστικιστές, σχετικιστές, σκεπτικιστές κ.α.π. (δικαίωμα τους βεβαίως, ελεύθεροι άνθρωποι είμαστε, δεν είναι εδώ Ιράν, όπως διατείνονται ορισμένοι) αλλά είναι ανοικτοί έμπρακτα στο διάλογο και τη γόνιμη ανταλλαγή επιχειρημάτων και απόψεων. Οι συγκεκριμένοι έχουν μια αρετή: έχουν μάθει να ακούνε και να σέβονται τη γνώμη του άλλου, ακόμα κι αν διαφωνούν· είναι με άλλα λόγια απροκατάληπτοι,γεγονός καθόλου αυτονόητο στους χαλεπούς καιρούς μας. Για να μην παρεξηγηθούμε, οι ανωτέρω παρατηρήσεις ισχύουν ενίοτε και για όσους δηλώνουν «ένθεοι», «πιστοί» κ.α.π., που δεν έχουν διάθεση να ακούσουν την αντίθετη άποψη αλλά θωρακίζονται πίσω από τις «βεβαιότητες» τους. Είναι σχεδόν σίγουρο ότι οι εν λόγω έχουν κατασκευάσει έναν χριστιανισμό «κατ’ εικόνα και ομοίωσιν» τους, έναν χριστιανισμό φονταμενταλιστικό και παραδοσιαρχικό, που δεν έχει καμιά σχέση με τον αυθεντικό χριστιανισμό.

Ο συγγραφέας προσπάθησε με τρόπο τω όντι εξαντλητικό να παρουσιάσει στα δοκίμια του την αυθεντική ορθοδοξία (αποστασιοποιούμενος επιτυχημένα από τις πολυποίκιλλες παραφθορές της), δίδοντας τη ζωντανή μαρτυρία της στους ρευστούς μετανεωτερικούς καιρούς μας. Είναι νομίζουμε γνωστό ότι λάθος εικόνα περί ορθοδοξίας έχουν διαμορφώσει τόσο οι «ένθεοι», όσο και οι «άθεοι». Οι πρώτοι εμμένουν σε μια παραδοσιαρχία που εκβάλλει στη λογική των αλήστου μνήμης θρησκευτικών οργανώσεων ή σε έναν πιετισμό προτεσταντικού τύπου ή σε έναν υφέρποντα φονταμενταλισμό που εγγίζει τα όρια του παλαιοημερολογητισμού. Φαίνεται, ωστόσο, να απουσιάζει η μέση οδός αφού από την άλλη πλευρά υπάρχει η λεγόμενη «εκσυγχρονιστική» μερίδα που εμμένει σε μια ελιτίστικη πρόσληψη της θεολογίας, καθιστώντας την τελευταία «θεολογία του σαλονιού», μια θεολογία για λίγους και εκλεκτούς θεολογίζοντες, στα όρια της σέκτας, μη έχουσα σχέση με τα προβλήματα, τα βάσανα, τις ανάγκες και τις πνευματικές ανησυχίες του λαού μας. «Αλλά ταύτα περιττά», καθότι γνωστά για να θυμηθώ την εισαγωγή του βιβλίου (σελ. 11). Από την άλλη πλευρά, η μερίδα των «αθέων» προσλαμβάνει στη συντριπτική της πλειοψηφία το χριστιανισμό με τους όρους της δυτικής σκέψης και διανόησης αγνοώντας το κοσμοσυστημικό ελληνικό παράδειγμα: αγνοούν πεισματικά και με ιδεολογική προκατάληψη το γεγονός ότι στον ελληνικό χώρο ποτέ δεν βιώσαμε φεουδαρχία, ιερά εξέταση, θρησκευτικούς πολέμους κ.α.π. αλλά αντιθέτως κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας άκμασαν οι ελληνικές κοινότητες, τα λεγόμενα κοινά, που όπως επαρκώς έχει αποδείξει ο καθηγητής Γιώργος Κοντογιώργης ήταν αυτοδιοίκητες, ήταν «κοινωνίες εν ελευθερία». Όλα αυτά αγνοούνται παντελώς και υιοθετούνται μεταπρατικά τα δυτικά ιδεολογήματα (E. Hobsbawm, B. Anderson, J. P.Fallmerayer κλπ)

Ο συγγραφέας δεν αγνοεί ότι ζούμε σε καιρούς μεταχριστιανικούς (βλ. σελ. 11) αλλά εκείνο που θέλει να μεταδώσει στον αναγνώστη είναι η αυθεντική ορθοδοξία, η πνευματική κληρονομιά της καθ’ ημάς Ανατολής, η παρακαταθήκη της νηπτικής και ασκητικής θεολογίας των αγίων, των οσίων και όλων όσοι διέβησαν τη χαρισματική οδό μέσω των τριών σταδίων (κάθαρση, φωτισμός, θέωση, βλ. μεταξύ πολλών, σελ. 221 κ.ε.), που όμως δεν πρέπει να απολυτοποιούνται, ούτε να ιδεολογικοποιούνται.

Eνθυμούμενος τις πολυποίκιλλες παραφθορές του χριστιανισμού ο συγγραφέας παραθέτει τα παρακάτω σοφά λόγια του π. Ι. Ρωμανίδη στο οπισθόφυλλο του βιβλίου: «Αν η Ορθοδοξία ήταν αυτή που διδάσκουν τα νεοελληνικά εγχειρίδια, εγώ σήμερα θα ήμουν άθεος».Αξίζει στο σημείο αυτό να θυμηθούμε τις καίριες επισημάνσεις του Χρήστου Γιανναρά: «Ἄν ὁ Θεὸς ὁριζόταν μὲ τοὺς κανόνες τῆς συλλογιστικῆς τῶν Σχολαστικῶν, μὲ τὶς ἐπιταγὲς ἀναγκαιότητας τοῦ νευτώνειου κοσμοειδώλου, μὲ τὶς κανονιστικὲς ἀπαιτήσεις ἤ ἠθικὲς σκοπιμότητες τῶν Διαφωτιστῶν, θὰ ἦταν «θεὸς» ὑποδεέστερος καὶ τῆς ἔκπληξης τοῦ ὑποατομικοῦ πεδίου. Τὸ συμπαντικὸ θαῦμα καὶ δράμα τῆς ἐλευθερίας μεταγραμμένο σὲ ψευδαισθήσεις εἰδωλοποιημένης αὐτάρκειας. Κι ὁ ἔρωτας κενὸ στολισμένο αἰσθήματα». (Χρ. Γιανναρά, Σχόλιο στο Άσμα Ασμάτων, εκδόσεις Δόμος, Αθήνα 2003, σελ.101)

Το βιβλίο περιλαμβάνει δοκίμια του συγγραφέα που έχουν δημοσιευθεί κατά καιρούς σε διάφορα έντυπα και ιστοσελίδες στο διαδίκτυο αλλά έχουν ξαναδουλευθεί και πήραν την τελική τους μορφή στο εν λόγω έργο.

Στο Α’ μέρος του βιβλίου (σελ. 15-125) με τίτλο «Η περί Θεού επιστήμη» ο συγγραφέας προσπαθεί να προσεγγίσει το περί Θεού ερώτημα μέσα από την ορθόδοξη προοπτική. Αναλύονται εξαντλητικά πλήθος συναφών θεμάτων εκ των οποίων σταχυολογούμε ελάχιστα μόνο εν συνεχεία: α) Ο νεώτερος αθεϊσμός (σελ. 18-22), β) Η γνώση του Θεού (σελ. 19, 45 κ.ε. και αλλ.), γ) Ορθοδοξία και Δύση (σελ. 22-28), δ) Περί αγάπης (σελ. 28 κ.ε., σελ. 40 κ.ε. και αλλ.), ε) Ήθος και ηθικισμός (σελ. 30-39), στ) Το ασκητικό βίωμα στο χριστιανισμό (σελ. 50 κ.ε., σελ. 59 κ.ε.), ζ) Η αποφατική θεολογία (σελ. 52), η) Η θεολογία ως θεοπτία (σελ. 55), θ) Ψευδείς πνευματικές εμπειρίες στην ορθοδοξία (σελ. 73 κ.ε.), ι) Η διάκριση των πνευμάτων (σελ. 90 κ.ε.), ια) Περί πίστεως (σελ. 105 κ.ε.).

Στο Β΄ μέρος του βιβλίου (σελ. 129-232) με τίτλο «Ιχνηλασίες σε μύθους και αλήθεια» ο συγγραφέας αναφέρεται σε ορισμένους αντιχριστιανικούς μύθους, τους οποίους και ανατρέπει τεκμηριωμένα, ενώ παράλληλα τον απασχολούν δογματικά και λειτουργικά θέματα. Ο πιο κλασικός εξ αυτών των μύθων, που επανέφερε στο προσκήνιο προ ετών η -ήδη ξεπερασμένη- μόδα του «ντανμπραουνισμού», αναφέρει ότι δήθεν ο χριστιανισμός που ξέρουμε πήρε την τελική του μορφή στην Α’ Οικουμενική σύνοδο της Νικαίας (325) από τον Μ. Κωνσταντίνο. Ο συγγραφέας ανατρέπει με πλήρη τεκμηρίωση τον εν λόγω μύθο (σελ. 129-134).

Τα ζητήματα της τριαδολογίας και της χριστολογίας, που αποτελούν την πεμπτουσία της ορθοδόξου διδασκαλίας, απασχολούν ιδιαίτερα το συγγραφέα (σελ. 135-162). Αναφέρεται αναλυτικά στις μαρτυρίες για την Αγία Τριάδα της Βίβλου (Παλαιάς και Καινής Διαθήκης) και στις μαρτυρίες των πατέρων και εκκλησιαστικών συγγραφέων της μεταποστολικής εποχής.

Το ακανθώδες ζήτημα των σχέσεων θρησκείας και επιστήμης απασχολεί ιδιαίτερα το συγγραφέα (βλ. σελ. 162-182), ο οποίος αναφέρεται στην εικονολογική γλώσσα του βιβλίου της Γενέσεως, στους ποικίλλους ανθρωπομορφισμούς αλλά και στις σχετικές αναφορές της πατερικής ερμηνευτικής, χωρίς να παραλείπει να αναφερθεί στο απαράδεκτο του δημιουργισμού και του εξ ΗΠΑ ορμώμενου «ευφυούς σχεδιασμού» (σελ. 179). Παράλληλα τονίζει ότι θρησκεία και επιστήμη έχουν διακριτούς ρόλους και δεν πρέπει να εμπλέκεται η μια στα ζητήματα της άλλης. Διαπιστώνει ότι δεν υπάρχει απόλυτη εμμένεια στις επιστημονικές διατυπώσεις (πρβλ π.χ. κβαντομηχανική, εντροπία, απροσδιοριστία κλπ): «(…) ο επιστημονικός κόσμος συνειδητοποιεί ότι υπάρχει μια πλευρά της πραγματικότητας -η πιο θεμελιώδης- απρόσιτη στην ανθρώπινη κατανόηση, καθότι εντελώς διαφορετική από την καθημερινή μας εμπειρία(…)» (σελ. 171). Κατά συνέπεια η ενδεχομενικότητα και η πιθανότητα αμβλύνουν τις όποιες θετικιστικές βεβαιότητες, όπως χαρακτηριστικά έχει επισημάνει ο γνωστός φυσικός Paul Davies: «Η επιστήμη, μέσω της κβαντικής μηχανικής, έχει σχεδόν διαψεύσει τον ισχυρισμό ότι «κάθε συμβάν έχει μια αιτία». (…) Η συμπεριφορά των υποατομικών σωματιδίων είναι γενικά απρόβλεπτη. Δεν γίνεται να είστε σίγουροι τι πρόκειται να κάνει ένα σωματίδιο από τη μια στιγμή στην άλλη» (Paul Davies, Θεός και μοντέρνα φυσική, β’ έκδοση, εκδόσεις Κάτοπτρο, Αθήνα 2009, σελ. 67).

Το συγγραφέα απασχολούν ακόμη καίρια θέματα λειτουργικής θεολογίας (σελ. 182-197), ιεραποστολικής στην Αφρική (Ουγκάντα- Κένυα, σελ. 197-207) και σωτηριολογίας (ένα σημαντικό δοκίμιο που δημοσιεύεται στις σελ. 208-232). Σχετικά με τη «μέση κατάσταση των ψυχών» (σελ. 225 κ.ε.) υπενθυμίζουμε ότι συνιστά θεολογούμενο για την ορθόδοξη εκκλησία.

Στον Επίλογο του βιβλίου δημοσιεύεται μια λίαν ενδιαφέρουσα «Επιστολή σε γονιό, που η έφηβη κόρη του είναι έγκυος» (σελ. 233-237) και ακολουθεί αναλυτική Βιβλιογραφία.

Συνελόντι ειπείν, το βιβλίο αποτελεί ένα εξαιρετικό οδηγό για τον αυθεντικό χριστιανισμό μακριά από παραφθορές, παραναγνώσεις, «ιδιωτικές θεολογίες», θεολογισμούς, ηθικισμούς και εστετισμούς. Θα κλείσουμε με μια σπουδαία φράση του συγγραφέα: «(…) ο άνθρωπος καθώς γίνεται άγιος, είναι ουσιαστικά ελεύθερος, άσχετα από τις εξωτερικές συνθήκες ζωής του» (σελ. 33, υποσημείωση 24). Τεράστιο το διακύβευμα. Αντέχετε;

Ηράκλειο, 10 Ιουλίου 2019

[πηγή]

 

Γιώργος Μερτίκας, Χριστιανισμός και ναζισμός

πηγή: ΑΥΓΗ/ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ

Paul Tillich (1886-1965)

Η άνοδος του ναζισμού, του φασισμού και του φαλαγγιτισμού στην Ευρώπη του μεσοπολέμου ήταν ασφαλώς ένα φαινόμενο που διείσδυσε σ’ όλες τις σφαίρες της κοινωνικής ζωής: πολιτικές, πολιτιστικές, θρησκευτικές και παραγωγικές. Σε κάθε σφαίρα της κοινωνικής ζωής εκδηλώθηκαν ρεύματα αντίστασης και συμπόρευσης με τον ναζισμό ή τον φασισμό. Ειδικότερα όμως το ζήτημα του χριστιανισμού, όντας μια βασική συνιστώσα της ευρωπαϊκής κουλτούρας ακόμη και στον αθεϊσμό της, απετέλεσε ένα μείζον ζήτημα συγκρούσεων μεταξύ ρευμάτων και τάσεων στους κόλπους του κάθε επιμέρους δόγματος. Οι συγκρούσεις αυτές οφείλονταν στη σύμπλευση των θεσπισμένων εκκλησιών για καιροσκοπικούς ή ιδεολογικούς λόγους (η αντιπαλότητα με το σοσιαλιστικό κίνημα) με τον ναζισμό και τον φασισμό, όπως συνέβη για παράδειγμα με τον πάπα Πίο ΧΙΙ.

Μεταξύ των επιφανών χριστιανών θεολόγων που αντιστάθηκαν στον ναζισμό είναι ο σοσιαλιστής Paul Tillich ο οποίος στις «Δέκα Θέσεις» του απηύθυνε το 1932 μία ρητή έκκληση στους προτεστάντες να αποκηρύξουν τον ναζισμό. Με την ελπίδα ότι οι Γερμανοί Λουθηρανοί θα μπορούσαν να αποστασιοποιηθούν από την παραδοσιακή υπακοή τους στην εγκόσμια εξουσία, ο Tillich θα υποστηρίξει ότι εάν δεν αντισταθούν στον ναζισμό το μέλλον του χριστιανισμού είναι σε κίνδυνο. Το 1933 θα μεταναστεύσει στις ΗΠΑ όπου θα συνεχίσει την ακαδημαϊκή του σταδιοδρομία και τον αγώνα του κατά των ναζί, με σειρά διαλέξεων και ραδιοφωνικών εκπομπών.

Οι «Δέκα Θέσεις» του Tillich, διαφυλάσσοντας τον χριστιανικό οικουμενισμό και ανθρωπισμό, αποτελούν ένα χαρακτηριστικό δείγμα της αντίστασης ριζοσπαστικών θεολογικών κύκλων στη συμπόρευση επίσημων εκκλησιών με τον ναζισμό και τον φασισμό, αλλά και μια διακήρυξη για το κοινωνικό-πολιτικό πνεύμα που οφείλει να διακατέχει τα χριστιανικά δόγματα.

***

PAUL TILLICH

Δέκα θέσεις

  1. Ένας προτεσταντισμός που είναι ανοιχτός στον εθνικισμό και αποκηρύσσει τον σοσιαλισμό ετοιμάζεται για μία ακόμη φορά να προδώσει την αποστολή του στον κόσμο.
  2. Φαινομενικά συμμορφούμενος με την αρχή ότι το Βασίλειο του Θεού δεν είναι επίγειο, αποδεικνύεται, όπως συχνά έχει συμβεί στην ιστορία του, ότι συμμορφώνεται με τις νικηφόρες εξουσίες και τον δαίμονά τους.
  1. Στον βαθμό που αυτό δικαιολογεί τον εθνικισμό και την ιδεολογία της φυλής και του αίματος μέσω ενός δόγματος για τη θεϊκή τάξη της δημιουργίας, θυσιάζει την προφητική βάση του υπέρ ενός νέου παγανισμού, είτε ανοιχτού είτε συγκαλυμμένου, και προδίδει την αποστολή του να μαρτυρήσει για τον ένα Θεό και τη μία ανθρωπότητα.
  2. Στον βαθμό που δίνει στην καπιταλιστική-φεουδαλική μορφή κυριαρχίας την προστασία την οποία στην πραγματικότητα υπηρετεί ο εθνικοσοσιαλισμός, την καθαγίαση μιας θεϊκά διατεταγμένης εξουσίας, βοηθά να διατηρηθεί ο ταξικός αγώνας και προδίδει την αποστολή του να μαρτυρήσει κατά της βίας και υπέρ της δικαιοσύνης ως το κριτήριο μιας κοινωνικής τάξης.
  3. Ο προτεσταντισμός βρίσκεται σε θανάσιμο κίνδυνο ακολουθώντας αυτό το μονοπάτι που, μακροπρόθεσμα, θα τον καταστρέψει. Από τις απαρχές του στερήθηκε μία σταθερή ομάδα, ανεξάρτητη από τις εγκόσμιες εξουσίες και τις εθνικές διαιρέσεις. Στερείται μία κοινωνικά κριτική αρχή θεμελιωμένη στην προφητεία. Στερείται στο λουθηρανικό έδαφος τη βούληση να διαμορφώσει την πραγματικότητα κατ’ εικόνα του Βασίλειου του Θεού. Στη Γερμανία τώρα υποστηρίζεται κοινωνιολογικά σχεδόν αποκλειστικά από τις ομάδες που συμπορεύονται με τον εθνικοσοσιαλισμό, και άρα είναι δεσμευμένος απ’ αυτές ιδεολογικά μα και πολιτικά.
  4. Οι επίσημες διακηρύξεις περί ουδετερότητας εκ μέρους των εκκλησιαστικών αρχών δεν αλλάζει σε τίποτα την πραγματική στάση των ευρύτερων προτεσταντικών κύκλων, θεολόγων και λαϊκών. Απαξιώνονται εντελώς όταν η εκκλησία την ίδια στιγμή θεσπίζει μέτρα κατά σοσιαλιστών κληρικών και εκκλησιασμάτων και όταν θεολόγοι οι οποίοι αντιτίθενται στον παγανιστικό εθνικοσοσιαλισμό δεν βρίσκουν κανένα καταφύγιο στην εκκλησία.
  5. Ο προτεσταντισμός οφείλει να διαφυλάξει τον προφητικό χριστιανικό χαρακτήρα του αντιτιθέμενος στον παγανισμό της σβάστικας με τον χριστιανισμό του σταυρού. Πρέπει να καταμαρτυρήσει ότι το έθνος, το αίμα, και η κυρίαρχη εξουσία υποτάσσουν την ιερότητά τους στον σταυρό και άγονται στη δικαιοσύνη.
  6. Είναι στη φύση του προτεσταντισμού να μην υπάρχει πιθανότητα να συμμορφωθεί με κάποια ιδιαίτερη πολιτική τάση. Οφείλει να διαφυλάξει την ίδια την ελευθερία δίνοντας τη δυνατότητα στους προτεστάντες να ανήκουν σε οποιοδήποτε πολιτικό κόμμα, ακόμη και σ’ εκείνα που μάχονται τον προτεσταντισμό στη θεσμική του ενσάρκωση. Πρέπει, όμως, να κρίνει το κάθε κόμμα -όπως και κάθε ανθρώπινο και δη εκκλησιαστικό θέσπισμα- σε συμφωνία με την ελπίδα της χριστιανικής προφητείας για το βασίλειο του Θεού επί της γης.
  7. Μ’ αυτόν τον τρόπο μπορεί να διαμορφώσει τα πολιτικά ιδεώδη όσων ομάδων συμπορεύονται με τον εθνικοσοσιαλισμό με βάση έναν αληθινό και δίκαιο σκοπό που θα προσιδιάζει στις κοινωνικές τους ανάγκες, και θα τις απελευθερώσει από την εθνικά και οικουμενικά καταστροφική δαιμονολογία στην οποία υποτάσσονται σήμερα.
  8. Μια ανοιχτή ή κρυφή συμμαχία των προτεσταντικών εκκλησιών με το εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα για την καταστολή του σοσιαλισμού και την καταπολέμηση του καθολικισμού, με δεδομένη τη σημερινή αύξηση της εξουσίας των εκκλησιών, θα οδηγήσει στη μελλοντική διάλυση του γερμανικού προτεσταντισμού.

http://avgi-anagnoseis.blogspot.gr/2016/10/blog-post_99.html

Αρέσει σε %d bloggers: