Γιώργος Μερτίκας, Χριστιανισμός και ναζισμός

πηγή: ΑΥΓΗ/ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ

Paul Tillich (1886-1965)

Η άνοδος του ναζισμού, του φασισμού και του φαλαγγιτισμού στην Ευρώπη του μεσοπολέμου ήταν ασφαλώς ένα φαινόμενο που διείσδυσε σ’ όλες τις σφαίρες της κοινωνικής ζωής: πολιτικές, πολιτιστικές, θρησκευτικές και παραγωγικές. Σε κάθε σφαίρα της κοινωνικής ζωής εκδηλώθηκαν ρεύματα αντίστασης και συμπόρευσης με τον ναζισμό ή τον φασισμό. Ειδικότερα όμως το ζήτημα του χριστιανισμού, όντας μια βασική συνιστώσα της ευρωπαϊκής κουλτούρας ακόμη και στον αθεϊσμό της, απετέλεσε ένα μείζον ζήτημα συγκρούσεων μεταξύ ρευμάτων και τάσεων στους κόλπους του κάθε επιμέρους δόγματος. Οι συγκρούσεις αυτές οφείλονταν στη σύμπλευση των θεσπισμένων εκκλησιών για καιροσκοπικούς ή ιδεολογικούς λόγους (η αντιπαλότητα με το σοσιαλιστικό κίνημα) με τον ναζισμό και τον φασισμό, όπως συνέβη για παράδειγμα με τον πάπα Πίο ΧΙΙ.

Μεταξύ των επιφανών χριστιανών θεολόγων που αντιστάθηκαν στον ναζισμό είναι ο σοσιαλιστής Paul Tillich ο οποίος στις «Δέκα Θέσεις» του απηύθυνε το 1932 μία ρητή έκκληση στους προτεστάντες να αποκηρύξουν τον ναζισμό. Με την ελπίδα ότι οι Γερμανοί Λουθηρανοί θα μπορούσαν να αποστασιοποιηθούν από την παραδοσιακή υπακοή τους στην εγκόσμια εξουσία, ο Tillich θα υποστηρίξει ότι εάν δεν αντισταθούν στον ναζισμό το μέλλον του χριστιανισμού είναι σε κίνδυνο. Το 1933 θα μεταναστεύσει στις ΗΠΑ όπου θα συνεχίσει την ακαδημαϊκή του σταδιοδρομία και τον αγώνα του κατά των ναζί, με σειρά διαλέξεων και ραδιοφωνικών εκπομπών.

Οι «Δέκα Θέσεις» του Tillich, διαφυλάσσοντας τον χριστιανικό οικουμενισμό και ανθρωπισμό, αποτελούν ένα χαρακτηριστικό δείγμα της αντίστασης ριζοσπαστικών θεολογικών κύκλων στη συμπόρευση επίσημων εκκλησιών με τον ναζισμό και τον φασισμό, αλλά και μια διακήρυξη για το κοινωνικό-πολιτικό πνεύμα που οφείλει να διακατέχει τα χριστιανικά δόγματα.

***

PAUL TILLICH

Δέκα θέσεις

  1. Ένας προτεσταντισμός που είναι ανοιχτός στον εθνικισμό και αποκηρύσσει τον σοσιαλισμό ετοιμάζεται για μία ακόμη φορά να προδώσει την αποστολή του στον κόσμο.
  2. Φαινομενικά συμμορφούμενος με την αρχή ότι το Βασίλειο του Θεού δεν είναι επίγειο, αποδεικνύεται, όπως συχνά έχει συμβεί στην ιστορία του, ότι συμμορφώνεται με τις νικηφόρες εξουσίες και τον δαίμονά τους.
  1. Στον βαθμό που αυτό δικαιολογεί τον εθνικισμό και την ιδεολογία της φυλής και του αίματος μέσω ενός δόγματος για τη θεϊκή τάξη της δημιουργίας, θυσιάζει την προφητική βάση του υπέρ ενός νέου παγανισμού, είτε ανοιχτού είτε συγκαλυμμένου, και προδίδει την αποστολή του να μαρτυρήσει για τον ένα Θεό και τη μία ανθρωπότητα.
  2. Στον βαθμό που δίνει στην καπιταλιστική-φεουδαλική μορφή κυριαρχίας την προστασία την οποία στην πραγματικότητα υπηρετεί ο εθνικοσοσιαλισμός, την καθαγίαση μιας θεϊκά διατεταγμένης εξουσίας, βοηθά να διατηρηθεί ο ταξικός αγώνας και προδίδει την αποστολή του να μαρτυρήσει κατά της βίας και υπέρ της δικαιοσύνης ως το κριτήριο μιας κοινωνικής τάξης.
  3. Ο προτεσταντισμός βρίσκεται σε θανάσιμο κίνδυνο ακολουθώντας αυτό το μονοπάτι που, μακροπρόθεσμα, θα τον καταστρέψει. Από τις απαρχές του στερήθηκε μία σταθερή ομάδα, ανεξάρτητη από τις εγκόσμιες εξουσίες και τις εθνικές διαιρέσεις. Στερείται μία κοινωνικά κριτική αρχή θεμελιωμένη στην προφητεία. Στερείται στο λουθηρανικό έδαφος τη βούληση να διαμορφώσει την πραγματικότητα κατ’ εικόνα του Βασίλειου του Θεού. Στη Γερμανία τώρα υποστηρίζεται κοινωνιολογικά σχεδόν αποκλειστικά από τις ομάδες που συμπορεύονται με τον εθνικοσοσιαλισμό, και άρα είναι δεσμευμένος απ’ αυτές ιδεολογικά μα και πολιτικά.
  4. Οι επίσημες διακηρύξεις περί ουδετερότητας εκ μέρους των εκκλησιαστικών αρχών δεν αλλάζει σε τίποτα την πραγματική στάση των ευρύτερων προτεσταντικών κύκλων, θεολόγων και λαϊκών. Απαξιώνονται εντελώς όταν η εκκλησία την ίδια στιγμή θεσπίζει μέτρα κατά σοσιαλιστών κληρικών και εκκλησιασμάτων και όταν θεολόγοι οι οποίοι αντιτίθενται στον παγανιστικό εθνικοσοσιαλισμό δεν βρίσκουν κανένα καταφύγιο στην εκκλησία.
  5. Ο προτεσταντισμός οφείλει να διαφυλάξει τον προφητικό χριστιανικό χαρακτήρα του αντιτιθέμενος στον παγανισμό της σβάστικας με τον χριστιανισμό του σταυρού. Πρέπει να καταμαρτυρήσει ότι το έθνος, το αίμα, και η κυρίαρχη εξουσία υποτάσσουν την ιερότητά τους στον σταυρό και άγονται στη δικαιοσύνη.
  6. Είναι στη φύση του προτεσταντισμού να μην υπάρχει πιθανότητα να συμμορφωθεί με κάποια ιδιαίτερη πολιτική τάση. Οφείλει να διαφυλάξει την ίδια την ελευθερία δίνοντας τη δυνατότητα στους προτεστάντες να ανήκουν σε οποιοδήποτε πολιτικό κόμμα, ακόμη και σ’ εκείνα που μάχονται τον προτεσταντισμό στη θεσμική του ενσάρκωση. Πρέπει, όμως, να κρίνει το κάθε κόμμα -όπως και κάθε ανθρώπινο και δη εκκλησιαστικό θέσπισμα- σε συμφωνία με την ελπίδα της χριστιανικής προφητείας για το βασίλειο του Θεού επί της γης.
  7. Μ’ αυτόν τον τρόπο μπορεί να διαμορφώσει τα πολιτικά ιδεώδη όσων ομάδων συμπορεύονται με τον εθνικοσοσιαλισμό με βάση έναν αληθινό και δίκαιο σκοπό που θα προσιδιάζει στις κοινωνικές τους ανάγκες, και θα τις απελευθερώσει από την εθνικά και οικουμενικά καταστροφική δαιμονολογία στην οποία υποτάσσονται σήμερα.
  8. Μια ανοιχτή ή κρυφή συμμαχία των προτεσταντικών εκκλησιών με το εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα για την καταστολή του σοσιαλισμού και την καταπολέμηση του καθολικισμού, με δεδομένη τη σημερινή αύξηση της εξουσίας των εκκλησιών, θα οδηγήσει στη μελλοντική διάλυση του γερμανικού προτεσταντισμού.

http://avgi-anagnoseis.blogspot.gr/2016/10/blog-post_99.html

Advertisements

Τεχνολογία: η νέα «λαϊκή θρησκεία»;

πηγή: ΑΥΓΗ/ ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ, 22-9-2013

ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΕΡΤΙΚΑ

ΖΑΚ ΕΛΛΥΛ, Το τεχνικό σύστημα, μτφρ. Γιάννης Δ. Ιωαννίδης, εκδ. Αλήστου Μνήμης, σελ. 445

b185400

Η απάντηση στο ερώτημα «κατά πόσον ο Θεός όταν έπλασε τον κόσμο είχε κάποιο plan b, ένα σχέδιο β, ή μήπως αυτός ο κόσμος είναι ο καλύτερος δυνατός που θα μπορούσε να δημιουργήσει;» συνοψίζει σε αδρές γραμμές την ιστορία των κύκλων που διέγραψε η χριστιανική ανθρωπότητα, στην προοπτική του παρόντος. Από τις καταστροφικές εισβολές των βαρβάρων στη ρωμαϊκή οικουμένη τον τέταρτο αιώνα ίσαμε τους θρησκευτικούς εμφυλίους πολέμους του δέκατου έκτου αιώνα, η κατεστημένη χριστιανοσύνη και τα αιρετικά κινήματα μάχονταν είτε για την αναχαίτιση του αντίχριστου μέσω της μαχόμενης εκκλησίας είτε για την πραγμάτωση του βασίλειου του Θεού, χωρίς να δοθεί τελική απάντηση στο αρχικό ερώτημα. Στον αγώνα αυτό η θεολογία και η μεταφυσική βρίσκονται άλλοτε σε αντιπαράθεση κι άλλοτε η μία συντρέχει την άλλη είτε υπέρ της στήριξης των κατεστημένων εξουσιών είτε για την ανατροπή τους.
Στο αιματηρό αδιέξοδο αυτών των αγώνων η εξημέρωση του Θεού και η καθυπόταξή του στον ανθρώπινο Λόγο ήταν μια λύση, που εκφράστηκε με την έποψη ότι ναι μεν ο Θεός έπλασε τον κόσμο αλλά δεν επεμβαίνει σ’ αυτόν. Έκτοτε, με στήριγμα τον Λόγο ο άνθρωπος θέτει σταδιακά στο περιθώριο τον Θεό για να αναλάβει ο ίδιος την πραγμάτωση του σχεδίου β το οποίο επανερχόταν με άλλους όρους, δηλαδή σαν ένας ανθρωποποίητος κόσμος όπου ο παντοδύναμος Θεός αντικαθίσταται από τον παντοδύναμο Λόγο.

Το σχέδιο που καταστρώνει ο δυτικός άνθρωπος για ν’ απαντήσει στο κορυφαίο ερώτημα είναι η ολοκλήρωση της κυριαρχίας πάνω στην εξωτερική φύση μέσω της επιστήμης και της τεχνικής και πάνω στην εσωτερική φύση μέσω της ηθικής-παιδαγωγικής δύναμης του Λόγου. Η αισιοδοξία του Διαφωτισμού στηριζόταν στα σπουδαία επιστημονικά επιτεύγματα των φυσικών επιστημών, κι ούτε ο σεισμός της Λισαβόνας τον δέκατο όγδοο αιώνα δεν στάθηκε ικανός να τη διαψεύσει. Αντιθέτως∙ η απάντηση του Βολταίρου στον Λάιμπνιτς ότι αυτός δεν είναι ο καλύτερος δυνατός κόσμος, έστω κι αν γίνεται αφορμή για να αμφισβητηθεί η αισιόδοξη οπτική του Διαφωτισμού, απορροφάται από την φυσικο-επιστημονική κοσμοθεωρία που με πρόμαχο τον Καντ αντιμετωπίζει τον σεισμό σαν ένα φυσικό φαινόμενο∙ στην καταστροφική του δύναμη αντιπαραθέτει την κυριαρχία του ανθρώπου πάνω στη φύση χάρη στην ισχύ του Λόγου.
Ο δέκατος ένατος αιώνας συνδύασε την οικονομία με τη μεταφυσική, μια και πίστευε ότι έχει ξεμπερδέψει με την κριτική της θρησκείας ως ψευδούς συνείδησης, ως ιδεολογικού προσκόμματος για την ανθρώπινη πρόοδο και την απελευθέρωση του ανθρώπου από τις φυσικές και κοινωνικές αναγκαιότητες. Η ανατίμηση  του εμπειρικού κόσμου θέτει στο περιθώριο την ηθική-παιδαγωγική πρόοδο∙ τη θέση των θρησκευτικών και διαφωτιστικών ιερατείων καλούνται να αναλάβουν οι επιστήμονες-τεχνικοί που υποτίθεται ότι βρίσκονται υπεράνω των κάθε λογής εξουσιαστικών αξιώσεων. Αυτό το σχέδιο αντανακλάται στο σχήμα του Αύγουστου Κομτ για τα τρία στάδια που διανύει η ανθρωπότητα: το θεολογικό, το μεταφυσικό και το θετικιστικό (επιστημονικό-τεχνικό)∙ αντανακλάται επίσης στην ουτοπική πλευρά του μαρξισμού για τον κομμουνιστικό άνθρωπο –όταν οι πολιτικές αποφάσεις θα έχουν γίνει απλά τεχνικά ζητήματα και θα μπορεί να τα λύσει ένας ψαράς. Στο δικό του σχήμα, προϋπόθεση για την κομμουνιστική κοινωνία γίνεται η σάρωση όλων των παραδοσιακών πολιτισμών και ο χωρισμός του πλανήτη σε δύο αντίπαλες τάξεις έτοιμες να δώσουν την τελική μάχη. Σ’ αυτήν θα κριθεί η απελευθέρωση των παραγωγικών δυνάμεων της ανθρωπότητας, και με την κυριαρχία του ανθρώπου πάνω στις σχέσεις παραγωγής θα ολοκληρωθεί η κυριαρχία πάνω στη φύση.
Ο εικοστός αιώνας επιβεβαίωσε και συνάμα διέψευσε αυτές τις προσδοκίες. Επιβεβαίωσε την πλανητική εξάπλωση της τεχνο-επιστήμης χάρη στη συνύφανσή της με την οικονομία και διέψευσε το χειραφετησιακό δυναμικό της. Συνοπτικά, θα λέγαμε ότι εάν η βιομηχανική επανάσταση είναι ο καθοριστικός παράγοντας της εποχής του ιμπεριαλισμού η τεχνολογία είναι ο καθοριστικός παράγοντας της παγκοσμιοποίησης. Πριν από το τέλος της εποχής των επαναστάσεων και των αντεπαναστάσεων, πριν από τους δύο παγκοσμίους πολέμους και τη καθιέρωση ενός νέου πλανητικού statusquo μετά τον ψυχρό πόλεμο, οι επικριτές  του δυτικού πολιτισμού είχαν ήδη στρέψει τα πυρά τους εναντίον της τεχνο-επιστήμης∙ εκεί διέβλεπαν τον καθοριστικό παράγοντα για ένα νέο κύκλο αναχαίτισης του απελευθερωτικού προτάγματος.
Ο Ζακ Ελλύλ (1912-1994) εντάσσεται σ’ αυτήν τη συντροφιά στρατευμένων στοχαστών∙ στη σκέψη του συγκλίνουν ο μαρξισμός, η διαλεκτική θεολογία του KarlBarth-του σπουδαιότερου θεολόγου στον εικοστό αιώνα-, και ασφαλώς ο γαλλικός υπαρξισμός. Ο συγκρητισμός του ριζώνει στην προάσπιση του υπερβατικού, εκείνης της θεϊκής παντοδυναμίας που συμπίπτει με τις προσδοκίες των ανθρώπων να λυτρωθούν από έναν κόσμο με άδικους νόμους. Γι’ αυτό ο θορυβώδης θάνατος του Θεού συνταυτίζεται με τον θάνατο της προσδοκίας να υπερβούμε αυτόν τον κόσμο εν γένει και η εξημέρωσή του από τη φιλελεύθερη θεολογία υποδηλώνει την απόρριψη της δυνατότητας ενός άλλου κόσμου -ή ορθότερα τη δυνατότητα της λύτρωσης από αυτόν τον κόσμο- και δικαιώνει την προσαρμογή στο υπαρκτό. Γλίσχρο αναπλήρωμα του θεολογικού και μεταφυσικού εκείθεν είναι μια μετριοπαθής ηθικολογική μεταφυσική, καθώς εκείνη του Χάμπερμας, η οποία θέλει να ελέγξει όσες στοιχειακές δυνάμεις μάχονται για κυριαρχία με επικοινωνιακές διακηρύξεις.
Το τεχνικό σύστημα (1977), που παρουσιάζεται στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό χάρη στην προσωπική αγωνία του εξαίρετου μεταφραστή κι επιμελητή Γιάννη Ιωαννίδη, είναι για τον Ελλύλ η εξέλιξη της τεχνικής από καθοριστικό παράγοντα της παγκοσμιοποίησης σε σύστημα το οποίο καθορίζει με τη δική του ορθολογικότητα την κοινωνική τάξη και συνοχή στο σύνολο του πλανήτη. Είναι το ανθρώπινο τεχνητό περιβάλλον που αντικατέστησε το φυσικό κι έρχεται να επικαλύψει όλα τα άλλα συστήματα, όπως ένα καρκίνωμα καταλαμβάνει έναν οργανισμό. Το τεχνικό σύστημα έρχεται να αντικαταστήσει τον άνθρωπο και την ανθρώπινη πράξη καθυποτάσσοντάς τα στις επιταγές της αποτελεσματικότητας κι έχοντας γίνει μια αυτόνομη –ιερή- δύναμη.
Ωστόσο,  σ’ αυτό ακριβώς το σημείο αρχίζουν να προκύπτουν μια σειρά προβλημάτων ή και αντιφάσεων στο συλλογισμό του Ελλύλ. Γιατί εάν ισχυριστούμε μαζί του ότι η τεχνολογία επιτελεί τη λειτουργία του ιερού, ότι λειτουργεί σαν μια λαϊκή θρησκεία, θα πρέπει να ακολουθήσουμε την πορεία της κριτικής του ιερού κόσμου και να αποκαλύψουμε όσες κοινωνικές σχέσεις και δυνάμεις κρύβονται πίσω από αυτήν τη θρησκεία ή να κάνουμε ένα βήμα παραπέρα και να διαγνώσουμε τις ανθρωπολογικές ρίζες του θρησκευτικού βιώματος, το οποίο αφορά κάθε γνωστή κοινωνία.
Ο Ελλύλ αντί να ακολουθήσει αυτήν την πορεία πλεύσης δοκιμάζει ακριβώς την αντίθετη, κι επιλέγει την αναγωγή αυτού του βιώματος σε ιερό σύστημα. Και μάλιστα υποστηρίζει ότι το τεχνολογικό σύστημα είναι ανοικτό, καταβροχθίζει δηλαδή ότι βρεθεί μπροστά του. Εδώ προκύπτουν δύο δυσκολίες. Κατά πρώτον ένα σύστημα ή είναι συνεκτικό και μας παρέχει μια ολοκληρωμένη περιγραφή ενός όλου (με τις υποχρεωτικές αφαιρέσεις δευτερευόντων όψεων) ή δεν είναι σύστημα. Για να επικυρώσει την έποψη του ανοικτού τεχνικού συστήματος ο Ελλύλ επικαλείται την πολυπλοκότητα των σύγχρονων κοινωνιών, η οποία προέρχεται σε μεγάλο βαθμό από το ίδιο το τεχνικό σύστημα και όσες ανάγκες το ίδιο δημιουργεί. Όμως αυτήν ακριβώς την πολυπλοκότητα καλείται ένα σύστημα να περιστείλει ώστε να μπορεί να την περιγράψει στα βασικά της στοιχεία. Εδώ, η παγίδα της ανοικτότητας γίνεται εμφανής όταν περιγράφονται τα βασικά συστατικά του τεχνικού συστήματος: ορθολογικότητα, απόδοση, μεγέθυνση, αυτοματισμός και τέλος αυτονομία. Αυτά ακριβώς τα συστατικά που για τον Ελλύλ απαρτίζουν το τεχνικό σύστημα προέρχονται από μιαν άλλη σφαίρα, εκείνη της οικονομίας και μάλιστα συνδέουν την τεχνολογία με τον εν γένει οικονομισμό: το (τεχνολογικό) σύστημα υφίσταται επειδή ο κάθε παράγοντας σχετίζεται μ’ έναν άλλο, ενώ η ορθολογικότητα του όλου κρίνεται με βάση την απόδοση (τον σκοπό). Αυτή ακριβώς η ορθολογικότητα όμως είναι η ορθολογικότητα της οικονομίας, καθορίζει όλες τις υπόλοιπες λειτουργίες της και ανά πάσα στιγμή αποκαθίσταται από ένα αόρατο χέρι.
Έστω κι αν αφήσουμε κατά μέρος το ακανθώδες ζήτημα της αντιστροφής του σχήματος βάση-εποικοδόμημα που δοκιμάζει ο Ελλύλ και συναντάμε σε όσους εκτελούν αυτόν τον πλου, η πυξίδα μας δείχνει ότι κατευθυνόμαστε ακριβώς στην αντίπερα όχθη από εκείνη της απομάγευσης του κόσμου (ή της καταστροφής των ειδώλων). Κοντολογίς, ακολουθούμε τον πλου της μαγικής σκέψης όταν επειδή η μέθοδος είναι σωστή συμπεραίνουμε ότι και το αντικείμενο της σκέψης, δηλαδή η τεχνολογία, έχει πράγματι μεταλλαχθεί σε σύστημα. (Ας θυμηθούμε εδώ ότι στη θεολογία το ίδιο συμβαίνει με τις λογικά άψογες αποδείξεις για την ύπαρξη του Θεού που ασφαλώς δεν έχουν καμία σχέση με την πίστη στην ύπαρξή του). Γεννιέται έτσι το ερώτημα: μήπως αυτή η περιγραφή του τεχνικού συστήματος δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια αυτοπεριγραφή, μια ιδεολογία εκείνης της κοινωνίας κι εκείνων των κοινωνικών δυνάμεων που θέλουν να εμφανίζονται ως τεχνικό σύστημα;
Ο Ελλύλ υποστηρίζει ορθά ότι η τεχνολογία  δεν είναι μια ουδέτερη δύναμη. Αυτό όμως το συμπεραίνει επειδή την οντοποιεί σαν τεχνικό σύστημα, σαν μια δαιμονιακή δύναμη που κατέχει την ανθρωπότητα. Θα μπορούσαμε βέβαια να πούμε ότι στις μεταμοντέρνες κοινωνίες η τεχνολογία ορίζεται από την αισθητική κατηγορία του υψηλού. Το υψηλό είναι εκείνο που γεννά φόβο και τρόμο, ελπίδα και σαγήνη. Το υψηλό είναι τα τρομακτικά φυσικά συμβάντα όπως ένας σεισμός ή μια τρικυμία στο πέλαγος μα και το ανθρωποποίητο περιβάλλον της τεχνολογίας. Ακριβώς επειδή είναι ένα ανθρώπινο τεχνούργημα, κι όχι επειδή έχει γίνει ανεξάρτητη οντότητα, η τεχνολογία δεν είναι ουδέτερη. Ουδετερότητα σημαίνει αθωότητα κι αυτή δεν υφίσταται από την στιγμή που ο άνθρωπος έχει την ελευθερία να αποφασίζει. Και είναι ακριβώς η ελευθερία της βούλησής του που τον ώθησε να κυριαρχήσει πάνω στη φύση μέσω της τεχνολογίας. Εάν η ελευθερία του πράττειν, η ελευθερία των κινήσεών του περιορίζεται από το τεχνικό περιβάλλον αυτό δεν είναι ένα ειδοποιό γνώρισμα της τεχνολογίας. Εξ ίσου μεγάλοι περιορισμοί υφίστανται όταν ο άνθρωπος σαν κυνηγός πρέπει να επιβιώσει με το τόξο ή σαν γεωργός να οργώσει με το άροτρο.
Η αντιθρησκεία της τεχνολογίας είναι ένα προϊόν του ανθρώπινου πνεύματος και τούτο το πνεύμα οδήγησε στην πίστη ότι το σχέδιο β είναι η εγκόσμια δράση για την κυριαρχία πάνω στη εξωτερική φύση, καθώς και κυριαρχία πάνω στην ανθρώπινη τέτοια. Σήμερα ο πόλεμος διεξάγεται με τεχνικά μέσα, από ανθρώπους που διευρύνουν την ισχύ τους. Συνάμα, ο οικονομικός πόλεμος καλλιεργεί, με την τρομακτική δύναμη της προπαγάνδας των μαζικών μέσων επικοινωνίας, την ελπίδα ότι η οικονομική κρίση θα αντιμετωπιστεί με τις τεχνικές λύσεις ενός υψηλά εξειδικευμένου τεχνικού προσωπικού.

Ο Ζακ Ελλύλ ανήκει στο ίδιο στρατόπεδο όπου αποφασίσαμε να στρατευτούμε και αντιπαλότητα μ’ ένα τέτοιο ριζοσπαστικό πνεύμα δεν σημαίνει κι έχθρα. Η γραμμή της σκέψης του συμπίπτει με τον αναρχικό χιλιασμό για τον οποίο η κάθε Νέα Ιερουσαλήμ, η κάθε ουτοπία, δημιουργεί μια νέα εξουσία, μια νέα αναγκαιότητα που αρνείται την ελευθερία και αλλοτριώνει τον άνθρωπο.  Από τη σκοπιά του υπαρξισμού, από τον οποίο ο ίδιος αντλεί, ας συγκρατήσουμε τον ξένο του Καμύ, ο οποίος βρίσκεται πάντα ως άνθρωπος σε απόσταση από τον εκάστοτε ρόλο του. Γι’ αυτό, όπως έκαμε ο ίδιος ο Ελλύλ, ακόμη και μια απαισιόδοξη ανθρωπολογία δεν μας εμποδίζει κάθε φορά να στρατευτούμε για την κοινωνική δικαιοσύνη. Μολονότι ο κύκλος της τεχνολογικής φενάκης φαίνεται να κλείνει με τους χειρότερους οιωνούς, ένας νέος κύκλος για την κοινωνική δικαιοσύνη, ίσως σε χειρότερες συνθήκες, ανοίγει και πάλι.

http://avgi-anagnoseis.blogspot.gr/2013/09/blog-post_872.html

***

Δείτε επίσης:

Τ. Τύμπα, Τεχνική και κοινωνία (ΑΥΓΗ: ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ)