Πέτρος Θεοδωρίδης, Αναμνήσεις της εσωτερικής ζωής: Για το βιβλίο του Νικόλα Σεβαστάκη «Γυναίκα με ποδήλατο»

ex_Sev_podilato1

Νικόλας Σεβαστάκης, Γυναίκα με ποδήλατο, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2014, ISBN 978-960-435-438-2.

του Πέτρου Π. Θεοδωρίδη

Αναμνήσεις  εσωτερικής  ζωής αλλά θα μπορούσαν να ονομαστούν και αφηγήσεις  εσωτερικής  ζωής: θραύσματα  μνήμης περιβεβλημένης με  σκέψεις του συγγραφέα που καθώς διαθέτει εσωτερική ζωή διαθέτει και μια δική του, εντελώς  δική του, διάσταση του χρόνου: το παρελθόν εισβάλλει στο παρόν –όπως συμβαίνει πάντα μέσα μας – σαν κεραμίδια που χώνονται σε αλλά  κεραμίδια- χωρίς κενά και απουσίες .

 Η εσωτερική ζωή είναι συμπαγής …

Ατέλειωτες αναμνήσεις  ανθρωπίνων αρχετυπικών μορφών όπως εκείνη της Δώρας, που βρέθηκε έξω από τον καιρό της, ένα σώμα  «που  επιπλέει  ακόμα κάτω από στρώματα  του χρόνου, όπως ένας νεκρός που δεν υποψιάζεται τον ίδιο του τον θάνατο»,  «που πας περήφανη και ωραία Δώρα;  Σε ποια  γωνία της  μοίρας μας κοιμάσαι τώρα;  Όπως του εξόριστου, όχι πια γέρου ούτε νέου, με κινήσεις αποφασιστικές  και τον ηθικό εγωισμό  του αμετανόητου που έγραφε γράμματα σε συνθηματική γλώσσα. Πολύ στεναχωρήθηκα  που η γιαγιά μίλησε  τόσο άσχημα στο εγγονάκι της  εννοώντας  ότι, με την εισβολή των σοβιετικών αρμάτων στην Τσεχοσλοβακία, η γιαγιά Ρωσία μάλλον το παράκανε».

Αναμνήσεις αισθημάτων αμηχανίας και παρεξηγήσεων όπως  με  τον οικονομολόγο που πέρασε  τον συγγραφέα μας για τον οικονομολόγο  Κώστα Μαρκάκη και του’  λεγε παράξενα πράγμα για ποσοτικές μεθόδους και συναθροιστικές μεταβολές    για τα όποια ο  συγγραφέας μας δεν καταλάβαινε γρυ’   κι έτσι »συμφιλιωμένοι με το γεγονός ότι δεν είχαμε να πούμε τίποτε οι δυο μας, χαμογελάσαμε ευγενικά στους φοιτητές  που είχαν επωμιστεί με ζήλο τον ρολό του ταξιθέτη».

Αφηγήσεις σκέψεων όπως εκείνη για τα ειδή αναγνωστών τους ψυχαναγκαστικούς  και αδηφάγους: «Οι πρώτοι κατατρύχονται διαρκώς  από την αγωνία  μη φανούν ασυνεπείς, μην παρατήσουν τον αγώνα στη μέση. Οι άλλοι, αντίθετα, πέφτουν με τα μούτρα στα πολλά διαβάσματα αναστατώνοντας  το μυαλό τους με  διαφορετικά φίλτρα και μυρουδιές, ενώ σκορπίζουν γύρω τους  αποφάγια και συχνά ολόκληρα πιάτα ανέγγιχτα. Οι πρώτοι υπακούν σε όλη τους τη ζωή  στην επιθυμία της μητέρας  να τρώνε όλο το φαγητό τους, ακόμα και όταν αισθάνονται πια χορτασμένοι  και αηδιασμένοι. Οι δεύτεροι ζουν με την σπάταλη και τρέχουν από βιβλίο σε βιβλίο χωρίς υπομονή, χωρίς τάξη και συνοχή».

Ο συγγραφέας ομολογεί  ότι «στα διαβάσματα  βρισκόταν σταθερά από την πλευρά του έλους  της λασπωμένης πεδιάδας». Αυτοχαρακτηρίζεται ως  «Έλληνας  μικροαστός διανοούμενος με ροπή στη μελαγχολική αδηφαγία» . Ομολόγει πως » το όλο  συστροφές και αχρήστους  σταθμούς  διάβασμα γίνεται με τα χρόνια μια  μορφή συνείδησης»..

Αφηγήσεις όπως  εκείνη της ιστορίας του Ιωσήφ  που ‘’έκλαιγε με τον ίδιο τρόπο που έπαιρνε πίσω ολόκληρα κομμάτια από τις ιστορίες του’’, όπως εκείνη για  την γυναίκα του αδελφού  του που κομματιάστηκε από τη βόμβα καθώς ‘’έπινε τον καφέ της έξω από τα μαγαζί, και εκεί τους πήραν όλους τα σιδερά είκοσι ανθρώπους»  με κλάμα που «ερχόταν από την πλευρά του γραφείου  με την  μορφή πνιγμένων σημάτων, μικρών ηχητικών σπασμών και γόων»  και που –λίγο πριν τον πάρουν- «είχε απομείνει μόνο  μια φωνή, ένα βραχνό σύρσιμο που έμοιαζε με τον ήχο χαρτιού που καίγεται στο τζάκι’’.

Ή ιστορίες σαν κι αυτή του Νικηφόρου: παρατηρήσεις σε ‘ένα  εντελώς κοινότοπο άνθρωπο, δίχως ορατές αδυναμίες και περιττές αντιπάθειες» που «στον Γάμο της κόρης του ναι εκεί θα δακρύζει. Το επιβάλλει έξαλλου η  στιγμή και η φύση της σχέσης πατέρα και κόρης» ..  Ή του φίλου του Υφαντή  – «που του έδινε ραντεβού σε άχρωμα μέρη  όπως  το ‘’Plaza ‘’  στους Αμπελοκήπους  που έβαζε  αγγελίες για  μαθήματα  οικονομικών λογιστικών σε φοιτητές των ΤΕΙ  και αίφνης  βρέθηκε ερωτευμένος ….  «

Η  γραφή του  Σεβαστάκη  είναι  σκέψη, το απόσταγμα  σκέψης, μια προσπάθεια  διήθησης  του χρόνου, μια απόπειρα αιχμαλώτισης  της   αιωνιότητας ..
Γιατί αυτή είναι η μονή δυνατή αιωνιότητα, η αιωνιότητα της σκέψης , της εσωτερικής  ζωής και ο Σεβαστάκης  κατοικεί σε αυτήν….

http://nosferatos.blogspot.gr/2015/01/blog-post_50.html

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΜΑΝΤΖΟΥΦΑ,ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΓΜΑ

αρχείο λήψης

 

Π. Μαντζούφας, Οικονομική κρίση και Σύνταγμα:Συνταγματικές και ενωσιακές διαστάσεις της οικονομικής κρίσης στο ελληνικό παράδειγμα. Μορφές και τεχνικές δικαστικού ελέγχου των εφαρμοστικών νόμων των μνημονίων στο πεδίο των δικαιωμάτων, εκδ. Σάκκουλα

Του Πέτρου Π. Θεοδωρίδη

Στο  βιβλίο αυτό  του επίκουρου καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου στο Α.Π.Θ, Παναγιώτη Μαντζούφα, αναλύονται οι επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης στην λειτουργία του Συντάγματος. Στο πρώτο μέρος, παρουσιάζονται κυρίως οι θεσμικές παρεμβάσεις  που πραγματοποίησαν τα όργανα της ΕΕ. Το δεύτερο μέρος είναι αφιερωμένο στο τρόπο με τον οποίο η ελληνική δικαιοσύνη και ειδικότερα το ΣτΕ αντιμετώπισε τις αμφισβητήσεις των βασικών ρυθμίσεων που περιείχαν οι σημαντικότεροι εφαρμοστικοί νόμοι των μνημονίων στο πεδίο των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Ειδικότερα το ενδιαφέρον επικεντρώθηκε α)στους νόμους που εκδόθηκαν από το 2010 μέχρι σήμερα και που αφορούν σε μισθολογικές και ασφαλιστικές περικοπές και αλλαγές και β)σε δικαστικές αποφάσεις, που εντάσσονται στο κλίμα της οικονομικής κρίσης και που δικαιολογούν τη λήψη μέτρων που περιορίζουν δικαιώματα.

Στο τρίτο μέρος της μονογραφίας η συζήτηση μεταφέρεται στο πεδίο της λεγόμενης «απελευθέρωσης των επαγγελμάτων».

Σύμφωνα με τον Μαντζούφα, η προσχηματική επίκληση του Συντάγματος, πολύ συχνά, υποκρύπτει ένδεια εναλλακτικών προτάσεων, που θα αντικαθιστούσαν τα επώδυνα μέτρα με ισοδύναμα του αυτού αποτελέσματος, ενώ δημιουργείται η εσφαλμένη εντύπωση ότι, μέσω του Συντάγματος και όχι της πολιτικής πρωτοβουλίας, μπορεί να δοθεί βιώσιμη λύση στο οικονομικό και πολιτικό αδιέξοδο. Ο Μαντζούφας μας θυμίζει πως  ένα Σύνταγμα δεν μπορεί να αντιμετωπίσει μια οικονομική κρίση: τα μνημονιακά μέτρα βρίσκονταν εκτός του αξιακού πλαισίου του Συντάγματος  και είναι λάθος να φορτίζεται  το Σύνταγμα με προσδοκίες και ελπίδες, που δεν θα μπορούσε να εκπληρώσει.

Ο συγγραφέας μας θυμίζει  επίσης ότι η απώλεια της νομισματικής και δημοσιονομικής αυτονομίας της χώρας είναι αποτέλεσμα της ένταξης στην ΟΝΕ, [η οποία πραγματοποιήθηκε επί τη βάσει των συνταγματικών ρυθμίσεων (άρθρα 28 παρ. 2 και 3 Σ)]και δεν προέκυψε με την επιβολή των μνημονίων και  των δανειακών συμβάσεων. Η δημοσιονομική εκτροπή της χώρας και η ένταξή της προέκυψε από την  ανάγκη να αποτραπεί τόσο η πτώχευσή της, όσο και η κατάρρευση της ευρωζώνης. Αυτές οι εξελίξεις δύσκολα θα μπορούσαν να προβλεφθούν ή/και να αφομοιωθούν από ένα Σύνταγμα, που έρχεται αντιμέτωπο, αφενός, με τους ανεπαρκείς θεσμούς της ΕΕ και την πολιτική αβελτηρία των ηγετών της και, αφετέρου, με τις εξαρτήσεις που δημιουργεί η παγκοσμιοποιημένη κυριαρχία των αγορών.

Σύμφωνα με τις ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις  του Μαντζούφα, το εθνικό και το διεθνές επίπεδο αλληλεπιδρούν και αλληλοεξαρτώνται διαρκώς ανοίγοντας συνεχώς ρωγμές σε ένα Σύνταγμα, που οικοδομήθηκε πάνω στο ιστορικό έδαφος των εθνών κρατών (συνταγματισμός) και που αντιλαμβανόταν τη διεθνή παρουσία ως απλή συμμετοχή της χώρας σε διεθνείς οργανισμούς, και όχι ως ένα πεδίο, όπου διακυβεύεται αδιαλείπτως η εθνική της κυριαρχία. Από την άλλη, οι πολίτες αναμένουν από το Σύνταγμα να επιτελέσει τον συμβολικό και εγγυητικό του ρόλο, να διασφαλίσει τα δικαιώματά τους μέσω των δικαιοδοτικών μηχανισμών και, εν τέλει να αισθανθούν ασφαλείς. Το Σύνταγμα μοιάζει με το έσχατο καταφύγιο και η αποτυχία του στον συγκεκριμένο ρόλο προκαλεί καθολική απώλεια πίστης στους συνταγματικούς θεσμούς. Από την πλευρά τους, οι πολιτικές δυνάμεις προσδοκούν από το Σύνταγμα να τις διευκολύνει στην πολιτική τους δράση και να είναι αποτελεσματικό. Το πολιτικό σύστημα προσβλέπει στο Σύνταγμα, για να αντιμετωπίσει την οικονομική κρίση και για να στείλει το μήνυμα στη διεθνή κοινότητα ότι υπάρχουν όρια, που, αν κανείς τα υπερβεί, διαρρηγνύεται η κοινωνική συνοχή και ανατρέπεται η συνταγματική τάξη. Όλα αυτά τα ενδεχόμενα δοκιμάστηκαν και δοκιμάζονται τα χρόνια της οικονομικής κρίσης πάνω σε ένα εκκρεμές, που κινούνταν ανάμεσα σε διαπιστώσεις, όπως το: «Σύνταγμα δεν είναι τίποτα» μέχρι το «Σύνταγμα είναι τα πάντα», δηλαδή ανάμεσα σε έναν εργαλειακό λόγο μνημονιακής προέλευσης, που αντιμετωπίζει τις συνταγματικές ενστάσεις για παραβίαση δικαιωμάτων ως δευτερεύοντα ζητήματα, και μιας αντιμνημονιακής ρητορικής, που απαξιώνει κάθε μέτρο ως εκ προοιμίου αντισυνταγματικό, καθιστώντας ανέφικτη οποιαδήποτε προοπτική εύρεσης κοινού τόπου.

Ο  Μαντζούφας  θεωρεί ότι  τόσο η ΕΕ όσο και η Ευρωζώνη δεν ήταν κατάλληλα προετοιμασμένες να αντιμετωπίσουν την κρίση, καθώς δεν έχει υπάρξει ιστορικό προηγούμενο επιτυχημένης νομισματικής ένωσης χωρίς προηγούμενη πολιτική ένωση. Επιπλέον δεν λειτούργησαν και οι, προϋφιστάμενοι της κρίσης, μηχανισμοί πολυμερούς εποπτείας. Κατά τον συγγραφέα απαιτείται μια ριζική τομή στο οικοδόμημα της νομισματικής ένωσης, με την πρόβλεψη ενός είδους ευρωομολόγου, που θα επιμερίζει και θα εγγυάται, υπό προϋποθέσεις, τα χρέη στο σύνολο των κρατών μελών, με ένα μηχανισμό εξισορρόπησης των διαφορών στην ανταγωνιστικότητα μεταξύ των κρατών μελών, με τη μεταβίβαση πόρων από το Βορρά προς το Νότο και με τις αντίστοιχες προσαρμογές των τραπεζικών συστημάτων.

Ο  συγγραφέας παρατηρεί ότι   περάσαμε σε μια εποχή αποσυνταγματοποίησης, όπου οι θεσμικές αδυναμίες σηματοδοτούν μια παρακμή της Ευρώπης, η οποία αναζητεί την ταυτότητά της, ανάμεσα σε οίκους αξιολόγησης και σε τεχνοκρατικές υποδείξεις του ΔΝΤ. Παραλληλα συντελείται και μια ουσιώδης μεταβολή της έννοιας του δημοσίου συμφέροντος, το οποίο δεν γίνεται αντιληπτό πλέον ως εθνικό συμφέρον ενός κράτους, αλλά ως δημόσιο συμφέρον, που πρέπει να συνεκτιμά και τα κοινά συμφέροντα των κρατών μελών της ευρωζώνης, Έτσι τα μνημόνια αποτελούν ένα νέο πεδίο, στο οποίο μετατοπίστηκε το πολιτικό σύστημα, το οποίο καλείται να συναποφασίζει για το μεγαλύτερο μέρος των εσωτερικών πολιτικών της χώρας, υπό τα δεσμευτικά όρια που θέτει το άτυπο διεθνές «όργανο» της τρόικα και η εκάστοτε ελληνική κυβέρνηση.

Όπως παρατηρεί ο Μαντζούφας, η σημερινή κρίση δεν προέκυψε, επειδή οι συνταγματικοί θεσμοί παραβιάστηκαν και το πνεύμα της μεταπολίτευσης για εκδημοκρατισμό και ευρωπαϊκή πορεία νοθεύτηκε, αλλά, αντίστροφα, επειδή η σχετικά απρόσκοπτη και ομαλή λειτουργία των θεσμών του πολιτεύματος ανέδειξε τη βαθιά αδυναμία του πολιτικού προσωπικού να αναλάβει την ευθύνη για ένα πραγματικό εκσυγχρονισμό της κοινωνίας. Αποτέλεσμα είναι το κομματικό και πολιτικό σύστημα να απονομιμοποιηθούν, η αναξιοπιστία της πολιτικής εξουσίας να ενταθεί και η κρίση εμπιστοσύνης να αγγίξει τον βασικό αντιπροσωπευτικό θεσμό, τη Βουλή. Έτσι η πολιτική και οικονομική κρίση, μολονότι δεν ανέτρεψε τις βάσεις του συνταγματικού πολιτεύματος, απαξίωσε το πολιτικό και κομματικό σύστημα. Συνεπώς ούτε μια εκτεταμένη αναθεώρηση του Συντάγματος ούτε μια πανηγυρική «ανάκτηση» της εθνικής μας κυριαρχίας, με κατάργηση όλων των μέτρων των μνημονίων, θα φέρει την ποθούμενη αλλαγή. Όπως καταλήγει ο συγγραφέας, στο μέτρο που η οικονομική κρίση ξεπερνάει τις εθνικές δυνατότητες αντιμετώπισης, η προσφυγή στο Σύνταγμα σαν σωτήρια λέμβο αποδεικνύεται ανεπαρκής και παραπλανητική: το Σύνταγμα θα ανακτήσει τα νομιμοποιητικά και εγγυητικά του χαρακτηριστικά και το κύρος τους, εφόσον εγκαθιδρυθεί μια νέα σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ πολιτών και κυβερνώντων και εφόσον οι πολιτικοί ανακτήσουν με τη σειρά τους τη χαμένη τους αξιοπιστία.

http://nosferatos.blogspot.gr/2014/12/418.html

Πέτρος Θεοδωρίδης, Για την «πολυπολιτισμικότητα», τον Ξένο και την εποχή μας

http://nosferatos.blogspot.gr/2014/09/tvxs_9.html

CAB7D0993457749D17387005A54E3AC0

Η «πολυπολιτισμικότητα» ως επιστημονική έννοια διακρίνεται σαφώς από την «πολυπολιτισμικότητα» ως ιδεολογία. Την πρώτη την καθιέρωσε ο μεγάλος κοινωνικός ανθρωπολόγος C. Levi Strauss σε μια μελέτη που πρώτο κυκλοφόρησε το 1952 από την Unesco (σε μια σειρά μελέτες αφιερωμένες στο πρόβλημα του ρατσισμού). Η δεύτερη καθιερώθηκε τη δεκαετία του 1990 ως το κομβικό σημείο αιχμής του -τότε κυρίαρχου ιδεολογικού σχήματος- η οποία παράλληλα εμφανιζόταν ως το τέλος των ιδεολογιών κατά το περίφημο άρθρο του Φουκουγιάμα.

Η υπεράσπιση της πολυπολιτισμικότητας από τον C. Levi Strauss αποτελούσε και συστηματική κριτική στις θεωρίες του Γκομπινώ που θεωρείται και πατέρας της ρατσιστικής ιδεολογίας. Το 1853 ο Κόμης ντε Γκομπινώ[1] είχε δημοσιεύσει το «Δοκίμιο για την ανισότητα των ανθρώπινων φυλών«. Για τον Γκομπινώ ο θεμελιώδης παράγων προόδου η παρακμής μιας κοινωνίας είναι ο φυλετικός. Η πτώση των πολιτισμών οφείλεται στην παρακμή της φυλής και αυτή με τη σειρά της στην επιμειξία με τις άλλες φυλές. Αντίθετα από την φυλετική θεωρία του Γκομπινώ, σύμφωνα με τον C. Levi Strauss. η ανθρωπότητα εξελίσσεται με αφάνταστα μεγάλη ποικιλία κοινωνικών και πολιτιστικών μορφών. Είναι δυνατόν δυο πολιτισμοί που αναπτύχθηκαν από ανθρώπους της αυτής φυλής να διαφέρουν τόσο μεταξύ τους όσο διαφέρουν και δυο άλλοι που ανήκουν σε διαφορετικές φυλές. Η διαφορά των πολιτισμών είναι, αποτέλεσμα των αμοιβαίων, άμεσων ή έμμεσων σχέσεων των κοινωνιών. Κατά τον Λέβι Στρως «όταν κλείνουμε έξω από την ανθρωπότητα αυτούς που μας φαίνονται οι πιο «βάρβαροι», πιο «άγριοι» μέσα σε αυτήν το μόνο που κατορθώνουμε είναι να μιμούμαστε ένα χαρακτηριστικό τρόπο συμπεριφοράς αυτών των άγριων: βάρβαρος πρώτα απ όλα είναι αυτός που πιστεύει στην βαρβαρότητα».

Ο Levi Strauss αποποιείται «την εξίσωση ιστορίας και ανθρωπότητας»[2] «η πρόοδος -κατ’ αυτόν- δεν είναι ούτε απαραίτητη ούτε συνεχής, προχωρεί με μικρά πηδήματα ή άλματα ή όπως λένε οι βιολόγοι με μεταλλάξεις». Αυτά τα πηδήματα και τα άλματα δεν σημαίνουν ότι προχωρούμε πάντα προς την ιδία κατεύθυνση. «Υπάρχουν άλλες κατευθύνσεις σαν τα άλογα του σκακιού που έχουν πολλούς δυνατούς δρόμος αλλά ποτέ δεν προχωρούν προς την ίδια κατεύθυνση». Ο χαρακτηρισμός ως στάσιμου ενός πολιτισμού είναι συνήθως απόρροια της οπτικής του εθνοκεντρισμού: «έτσι θα θεωρούσαμε ως προοδευτική κάθε κοινωνία που εξελίσσεται προς μια κατεύθυνση ανάλογη με τη δική μας, ενώ άλλες κοινωνίες θα μας φαίνονταν στάσιμες γιατί η κατεύθυνση της εξέλιξης τους, δεν έχει νόημα για μας». Ο Levi Strauss θεώρησε, εντέλει, ότι «κανένα μέρος της ανθρωπότητας δε διαθέτει κανόνες που ισχύουν για το σύνολό της και ότι μια ανθρωπότητα που ζει με έναν και μοναδικό τρόπο ζωής είναι αδιανόητη γιατί θα ήταν μια απολιθωμένη ανθρωπότητα»[3].

b79219

Αντίθετα από την πολυπολιτισμική θεωρία του Levi Strauss, η «πολυπολιτισμικότητα» υπήρξε ένα ιδεολόγημα της δεκαετίας του ’90. Δεν αφορούσε πολιτισμούς αλλά φολκλόρ, δεν αφορούσε κοινωνίες ή φυλές αλλά άτομα. Κατά την δεκαετία του 1990 είχαμε και την κορύφωση αυτού που ο Ζυλ Λιποβέτσκι αλλά και άλλοι ονόμασαν «δεύτερη ατομιστική επανάσταση» όπου «ο πειθαρχικός και μαχητικός, ηρωικός και ηθικολογικός ατομικισμός είχε αντικατασταθεί από έναν ατομικισμό ala carte, ηδονιστικό και ψυχολογικό[…] Πανωλεθρία των μεγάλων προσταγμάτων της κοινωνίας, διάβρωση των κοινωνικών ταυτοτήτων και των καταναγκαστικών νορμών, λατρεία της ελεύθερης διάθεσης του εαυτού, στην οικογένεια, την θρησκεία, την σεξουαλικότητα, τον αθλητισμό, η δεύτερη ατομικιστική επανάσταση ήταν αυτή που συγκεκριμενοποίησε, στην καθημερινή ζωή το φιλελεύθερο ιδεώδες της αυτοκυβέρνησης του εαυτού»[4]. Έτσι η «πολυπολιτισμικότητα» της δεκαετίας του 1990 πήρε τη μορφή, κυρίως, μιας ατομικιστικής–φιλελεύθερης «πολυπολιτισμικότητας» και η αποτυχία της -αν υπάρχει σήμερα αποτυχία- είναι και αποτυχία του (νεο)φιλελευθερισμού και των ατομικιστικών του ιδεολογημάτων και όχι της θεωρίας της πολυπολιτισμικότητας, όπως την εννόησε και θεμελίωσε ο Levi Strauss.

Στο άρθρο που ακλουθεί, θα προσπαθήσω να δείξω την πορεία της σχέσης με τον Άλλο, το Ξένο που δεν υπήρξε διαχρονικά ενιαία, αλλά μετασχηματίζεται καθώς διαπέρνα τρεις τύπους κοινωνιών: την Παραδοσιακή, τη Νεωτερική και την Υστερονεωτερικη κοινωνία[5], αυτή δηλαδή που βιώνουμε σήμερα.

Ο Ξένος στην Παραδοσιακή κοινωνία: Η «σωστή» απόσταση

Ο κανόνας στις παραδοσιακές κοινωνίες ήταν η εμφανής, ιεραρχημένη, συστηματική, και νομικά επιβεβλημένη κοινωνική ανισότητα. Επιπλέον στην παραδοσιακή κοινωνία (στο μεγαλύτερο κομμάτι της ιστορίας της και κυρίως στην Μεσαιωνική Ευρωπαϊκή της ιστορία), οι θρησκευτικές διαφοροποιήσεις επικάλυπταν όλες τις άλλες. Για τον προνεωτερικό άνθρωπο, η αλήθεια και η πραγματικότητα, αποτελούσαν το προϊόν της πρόθεσης του Θεού. Η δοθείσα, προφανής, αναλλοίωτη φύση της θέσης του ανθρώπου, στην αλυσίδα της ύπαρξης[6], υπέβαλλε και την κατανόηση του κόσμου ως εκπλήρωση μιας θεϊκής πρόθεσης[7].

Στην παραδοσιακή νοοτροπία, η ανισότητα υποτίθεται ότι εξέφραζε «φυσικές» διαφορές: η παραδοσιακή ταυτότητα, βρισκόταν σε ασφαλή απόσταση από τον «άλλο», η ιεραρχημένη, συστηματική, νομικά επιβεβλημένη ανισότητα, έκανε τον άλλο να εμφανίζεται ως εντελώς διαφορετικός και γι αυτό ανεκτός[8]. Η ίδια η λειτουργικότητα για παράδειγμα του δικαιώματος στη φιλοξενία, στηριζόταν σε αυτή την θεμελιακή ανισότητα. Αν ο ξένος, είναι από τη φύση του διαφορετικός από μας, δεν διεκδικεί την ισότητα και δεν αποτελεί απειλή: μπορεί να φιλοξενηθεί. Έτσι στην περίφημη του παρέκβαση για τον Ξένο ο Ζίμμελ θεωρούσε ότι η κύρια ιδιότητα του ξένου -στις προνωτερικές κοινωνίες- σημαίνει ότι «ο μακρινός βρίσκεται κοντά». «Ο ξένος παρουσιάζεται μέσα σε ολόκληρη τη (προνεωτερική) ιστορία της οικονομίας -συνεχίζει ο Ζίμμελ- ως έμπορος που πρέπει απαραίτητα να είναι «ξένος» μιας και κανένας άλλος δεν έχει την ευκαιρία να ζήσει από αυτή την δραστηριότητα […] Ο ξένος από τη φύση του δεν κατέχει έδαφος ούτε με την κυριολεκτική σημασία αλλά ούτε και με τη μεταφορική ενός περιεχομένου ζωής, το οποίο είναι εδραιωμένο, αν όχι στο χώρο πάντως σε μια ιδεατή θέση του κοινωνικού περίγυρου. Ακόμη κι αν, στις πιο οικείες διαπροσωπικές σχέσεις ο ξένος μπορεί να ξεδιπλώσει τη γοητεία και τη σημασία του όσο θεωρείτο ξένος παραμένει στη συνείδηση του αλλού ως «ακτήμονας». Η εξάρτησή του από το διαμεσολαβητικό εμπόριο, αλλά συχνά και από τη μετουσιωμένη μορφή του, τις καθαρά χρηματοοικονομικές συναλλαγές, προσδίδει στον ξένο το ιδιαίτερο γνώρισμα της κινητικότητας. Καθώς αυτή εκδηλώνεται μέσα σε μια οροθετημένη ομάδα, εμπεριέχει τη σύνθεση της εγγύτητας και της απόστασης, η οποία και διαμορφώνει την τυπική θέση του ξένου μέσα στην ομάδα»[9].

  1. Νεωτερική κοινωνία και ξένος: η εξόντωση

Στη νεωτερική εποχή δεν παύουν να υπάρχουν κοινωνικές ανισότητες, αντίθετα αυτές γενικεύονται και βαθαίνουν. Όμως οι ανισότητες αυτές προβάλλουν σε ένα εξισωτικό ιδεολογικό τοπίο καθώς συνυπάρχουν με μια γενικευμένη προσδοκία ισότητας. «Η νεωτερική επανάσταση της ισότητας έθεσε τέλος στο σύστημα της περιχαράκωσης των ανθρώπων στις διάφορές τους και εγκαινίασε την αμοιβαία δεκτικότητα, της μιας ταυτότητας στην άλλη»[10]. Στη νεωτερικότητα, ο άλλος έγινε (σταδιακά), αντιληπτός ως κάτι όμοιο, ως υποκείμενο ίσο με κάθε άλλο υποκείμενο και προικισμένο με τα ίδια δικαιώματα με αυτό. Η θεμελιώδης αρχή, ήταν η ισότητα των συνθηκών: το υποκείμενο είναι αυτό που είναι και έχει τα δικαιώματα που του αναγνωρίζονται, όχι λόγω της συμμετοχής του σε μια ομάδα, αλλά λόγω της καθεαυτής ατομικότητάς του. Μόνιμο χαρακτηριστικό σχέδιο της νεωτερικότητας ήταν (και σε μεγάλο βαθμό είναι ακόμα) η εγκαθίδρυση μιας συνέχειας στο κοινωνικό πεδίο, στην οποία, κανένα άτομο δεν αποκλειόταν λόγω της φύσης του ή της συμμετοχής του σε μια ομάδα. Αντίθετα, το αμετάβλητο των παραδοσιακών κοινωνιών, συνίστατο στο γεγονός ότι η θέση του καθενός, προσδιοριζόταν αμετάκλητα από τη συμμετοχή του σε κάποια ομάδα[11].

Σαν συνέπεια, η κεντρική ιδέα του μηχανισμού, στον οποίο στηρίχθηκε ο νεωτερικός ανθρωπισμός για την αντιμετώπιση του άλλου, δεν ήταν η ανεκτική αποδοχή της φυσικής του διαφορετικότητας, αλλά αντίθετα η οριοθέτηση, η περιχαράκωση, ο περιορισμός ή η εξολόθρευση της ετερότητας. «Ο τυπικός σύγχρονος ξένος» -γράφει ο Ζygmunt Bauman- υπήρξε το απόρριμμα του ταξινομητικού ζήλου του (νεωτερικού) κράτους. «Οι νεωτερικοί ξένοι δεν ταίριαζαν στο όραμα της τάξης […]. Η οικοδόμηση μιας τέτοιας τάξης σήμαινε συντριπτικό πόλεμο κατά των ξένων και του ξένου στοιχείο»[12]. «Σε αυτόν τον πόλεμο -συνεχίζει ο Bauman- εφαρμόσθηκαν, κατά περιόδους δυο εναλλακτικές αλλά και συμπληρωματικές μεταξύ τους στρατηγικές: η μια ήταν ανθρωποφαγική: […]στρατηγική της αφομοίωσης, που είχε στόχο να εξομοιώσει το διαφορετικό[…]. Η άλλη στρατηγική ήταν ανθρωποεμετική: το σχέδιό της ήταν να «ξεράσει» τους ξένους, να τους εκτοπίσει πέρα από τα όρια του τακτοποιημένου κόσμου[…], να περιορίσει τους ξένους μέσα στα ορατά τείχη των γκέτο ή να τους απαγορεύσει τη συμβίωση, την επιγαμία και τις εμπορικές συναλλαγές[…]. Κι αν, κανένα από τα δυο μέτρα δεν μπορούσε να εφαρμοσθεί, τότε ακολουθούσε η φυσική εξόντωση των ξένων»[13].

Η εξόντωση των ιθαγενών

Τη νεωτερική στάση εξόντωσης του Ξένου μπορούμε να τη διακρίνουμε σε τρεις χαρακτηριστικές περιπτώσεις: στη συστηματική εξόντωση των Ινδιάνων της Αμερικής, στη δημιουργία της φυλετικής θεωρίας και του ρατσισμού ως αποτέλεσμα της μαύρης δουλείας και στη μετατροπή του θρησκευτικού αντισημιτισμού στο νεωτερικό βιολογικό αντισημιτισμό που κατέληξε στο Ολοκαύτωμα.

Η εξόντωση του ξένου, ξεκινά μαζί με τα πρώτα βήματα της Νεωτερικότητας, την συμβολική αρχή της, την κατάληψη της Αμερικής από τους Ισπανούς και συνοδεύεται από την συστηματική, επίμονη σφαγή. Σύμφωνα με κάποιους υπολογισμούς, γύρω στα 30 έως 50 εκατομμύρια ιθαγενείς «προνεωτερικών» χωρών (δηλαδή περίπου το 80% του πληθυσμού τους), εξολοθρεύτηκαν, στο διάστημα μεταξύ των πρώτων αφίξεων και εποικισμών από Ευρωπαίους στρατιώτες και εμπόρους και των αρχών του 20ου αιώνα. Ο Κάρολος Δαρβίνος συνόψισε ως εξής το έπος της καθοδηγούμενης από την Ευρώπη διαδικασίας «εκπολιτισμού των αγρίων»: «Όπου πατάει πόδι Ευρωπαίος, ο θάνατος καταδιώκει τον ιθαγενή»[14]. Η εξόντωση ξεκινά με τα πρώτα βήματα της Νεωτερικότητας, τη συμβολική αρχή της, την κατάληψη της Αμερικής από τους Ισπανούς. Και φυσικά συνοδεύεται από τη συστηματική, επίμονη σφαγή, όπως φαίνεται στην έκθεση (γράφτηκε γύρω στα 1546) του Βαρθολομαίου ντε λας Κάζας που απευθύνεται στον «Δον Φίλιππο τον πρίγκιπα της Ισπανίας». «Κανείς δε θα μπορούσε να διηγηθεί τις σκληρότητες που έγιναν» γράφει ο Βαρθολομαίο ντε λας Κάζας «Σ’ αυτά τα σαράντα χρόνια περισσότερα από δώδεκα εκατομμύρια ψυχές, άνδρες γυναίκες και παιδιά, πέθαναν άδικα από την τυραννία και τη μοχθηρία των χριστιανών[…]. Οι άθλιοι Ισπανοί αναζητούσαν τους Ινδιάνους, άντρες ή γυναίκες, και τους απειλούσαν με τα άγρια σκυλιά τους. Μια άρρωστη Ινδιάνα, βλέποντας ότι δεν θα μπορούσε να ξεφύγει από τα σκυλιά και ότι θα κατακομματιαζόταν, όπως οι άλλοι, πήρε ένα σκοινί, έδεσε στο πόδι της, το μωρό της που ήταν ενός χρόνου και κρεμάστηκε σε ένα δοκό. Δεν τα κατάφερε πολύ γρήγορα και ήρθαν τα σκυλιά και κατασπάραξαν το μωρό της»[15]. Πολύ αργότερα ένας «λαμπρός» Πρόεδρος των ΗΠΑ, ο Θεόδωρος Ρούζβελτ, παρουσίασε την εξολόθρευση των Ινδιάνων της Αμερικής, ως «ανιδιοτελή πράξη» στην υπηρεσία του πολιτισμού, γιατί «οι πρωτοπόροι και οι έποικοι κατά βάθος είχαν το δίκιο με το μέρος τους: η μεγάλη αυτή ήπειρος δεν θα μπορούσε να παραμείνει ένα απλό καταφύγιο θηραμάτων για βρώμικους άγριους»[16].

Ο ρατσισμός και η μαύρη δουλεία

Η «βιολογικά» θεμελιωμένη κατώτερη θέση του μαύρου στην ιεραρχία των φυλών υπήρξε και αυτή προϊόν της νεωτερικότητας. Πού οφειλόταν αυτός ο βίαιος υποβιβασμός της θέσης των Νέγρων; Ο (μαρξιστής κοινωνιολόγος) Άλεξ Καλλίνικος[17] δε δέχεται ότι η χρησιμοποίηση των Αφρικανών σκλάβων στηρίχθηκε στον ήδη προϋπάρχοντα ρατσισμό. Αντίθετα, όπως γράφει «ο ρατσισμός υπήρξε συνέπεια της δουλείας» και αναπτύχθηκε στο έδαφος που δημιούργησε η συστηματική δουλεία στο Νέο Κόσμο. Η ιδέα ότι οι Αφρικανοί ήταν βιολογικά κατώτεροι από τους λευκούς, δικαιολογούσε τη στέρηση από τα δικαιώματα και την μετατροπή τους σε δούλους[18].

Γιατί ήταν αναγκαίος ο ρατσισμός για να δικαιολογηθεί η δουλεία; Η φύση της εκμετάλλευσης, στις προνεωτερικές κοινωνίες -γράφει ο Καλλίνικος- είχε την αντανάκλασή της στην ιεραρχική οργάνωση και τη διαίρεση του πληθυσμού σε νομικά άνισες ομάδες. Σε τόσο ιεραρχημένες κοινωνίες, η δουλεία ήταν απλώς πλευρά των άνισων κοινωνικών καταστάσεων. «Δεν ισχύει το ίδιο στην καπιταλιστική κοινωνία[…] Οι εργάτες είναι απόλυτα ελεύθεροι να μην πουλήσουν την εργατική τους δύναμη»[19]. Έτσι, «η στήριξη του καπιταλισμού στην εργασία των δούλων εμφανιζόταν σαν μια ανωμαλία που απαιτούσε ιδεολογική στήριξη[…] Ήταν σε αυτό το πλαίσιο, που άρχιζε να κερδίζει έδαφος η ιδέα ότι, οι μαύροι ήταν κατώτεροι άνθρωποι, και γι’ αυτό δεν άξιζαν τα αντίστοιχα δικαιώματα, που ολοένα και περισσότερο αναγνωρίζονταν στα ανθρώπινα όντα»[20].

Βέβαια, η ιδεολογική εκλογίκευση-φυσικοποίηση της κατωτερότητας των μαύρων, βρίσκει την επεξεργασία της σε μεγάλο βαθμό και μέσα από τις ψευδοβιολογικές θεωρίες, που κατακλύζουν την Ευρώπη και Αμερική σε όλη σχεδόν τη διάρκεια του 19ου αιώνα και ένα μεγάλο μέρος του 20ου. Σύμφωνα με αυτόν υπάρχει μια υποτιθέμενη ιεραρχία φυλών, ράτσες που «συμπτωματικά» αντιστοιχούσαν στον τότε παγκόσμιο καταμερισμό εργασίας.

Ο νεωτερικός αντισημιτισμός

Στην αντικατάσταση των θρησκευτικών επικαλύψεων των ταυτοτήτων και της ετερότητας από τις νεωτερικές, μπορούμε να αποδώσουμε και τον νεωτερικό αντισημιτισμό που δεν ταυτίζεται με τον παραδοσιακό χριστιανικό αντισημιτισμό. Οι Εβραίοι διώκονται βέβαια στην μεσαιωνική Ευρώπη όχι όμως για κάποιες εγγενείς φυλετικές τους ιδιότητες αλλά ως προαιώνιοι εχθροί των Χριστιανών. Είναι βέβαια, πολύ διαδεδομένη η άποψη ότι «ο αντισημιτισμός είναι μια προαιώνια προκατάληψη» και συνεπώς «οι διωγμοί δεν χρειάζονται ιδιαίτερη εξήγηση τη στιγμή που είναι η φυσική συνέπεια ενός προαιώνιου προβλήματος»[21].

Όμως οι εντάσεις που καθόριζαν τη θέση των Εβραίων στη φεουδαρχική Ευρώπη, ήταν στην πραγματικότητα πολύ στενά συνδεδεμένες με την συγκεκριμένη τους οικονομική δραστηριότητα. «Αν και στη μεσαιωνική Ευρώπη οι Εβραίοι ήταν σε ιδιαίτερη ευάλωτη θέση εξαιτίας της θέσης τους ως θρησκευτική μειονότητα, αυτό δεν τους απέκλειε ολοκληρωτικά από την ενσωμάτωση στις κυρίαρχες κοινωνικές συνθήκες. Σε μια κοινωνία χωρισμένη σε φεουδαρχικές τάξεις, οι Εβραίοι ήταν απλά μια απ’ όλες»[22].

Ο σύγχρονος αντισημιτισμός αναπτύχθηκε, κυρίως, κατά τον 19ο αιώνα, στο φόντο της κατάρρευσης της ιεραρχικής δομής των φεουδαρχικών τάξεων, και η αντιμετώπιση των Εβραίων δεν ήταν πλέον η δίωξη μιας θρησκευτικής μειονότητας, αλλά η συστηματική καταπίεση μιας, υποτίθεται επικίνδυνης βιολογικά φυλής. Η εμφάνιση του φυλετικού αντισημιτισμού έκανε δυνατή την φρικτή ιδέα της Ναζιστικής «τελικής λύσης». Τη διαφορά του φυλετικού από τον θρησκευτικό αντισημιτισμό την αποδίδει με μεγάλη σαφήνεια η Hannah Arrendt. «Οι Εβραίοι μπορούσαν να γλιτώσουν από τις διακρίσεις με το θρησκευτικό κριτήριο του Ιουδαϊσμού, αν άλλαζαν πίστη. Από την εξόντωση, με το φυλετικό κριτήριο του εβραϊσμού, δεν υπήρχε καμία διαφυγή»[23].

Για την «πολυπολιτισμικότητα», τον Ξένο και την εποχή μας

Μετανεωτερική πολυπολιτισμικότητα: ο «καλός» ξένος

Η σύγχρονη μετανεωτερικότητα συνδέεται και με μια σειρά από κοσμοϊστορικές αλλαγές συνέβησαν στη δεκαετία του 1990 και που σφραγίσθηκε από αυτό που κάποιοι αποκάλεσαν «παγκόσμια κοσμική θρησκεία» με ιερό κείμενο την Οικουμενική Σιακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Τα ανθρώπινα δικαιώματα έγιναν το κύριο άρθρο πίστης μιας κοσμικής κουλτούρας, η lingua franca της παγκόσμιας ηθικής σκέψης[24].

Αρχικά, η δεκαετία του 1990, φαινόταν να είναι η δεκαετία της πολυπολιτισμικής αρμονικής συμφωνίας εθνών κάτω από την μπαγκέτα ενός μεγάλου μαέστρου -του παγκοσμιοποιημένου κεφαλαίου- που, ως »γενικό ισοδύναμο» εξισώνει τις διαφορές μέσα και από την αποδοχή της κυριαρχίας του. Η παγκοσμιοποιημένη εκδοχή της πολυπολιτισμικότητας αναδείκνυε ως κυριότερη ηθική αρετή την ανεκτικότητα η οποία εύκολα γλίστρησε στην αδιαφορία. Όλοι είναι ίσοι! Καμία ηθική στάση δεν είναι καλύτερη από την άλλη! Και έτσι, υπηρετώντας τάχα την ανοχή μπαίνουμε σε απαγορεύσεις που επιβάλλονταν στο όνομα της συμπόνιας, σε μια κατάσταση παράφορης μισαλλοδοξίας. Το μυθιστόρημα του Φίλιπ Ροθ «Το Ανθρώπινο στίγμα»[25] μας δίνει ένα παράδειγμα: ο κοσμήτορας Σίλκ χάνει τη θέση του και η ζωή του καταστρέφεται όταν χαρακτηρίζει δυο διαρκώς απόντες φοιτητές με μια λέξη που ενείχε και μια δευτερεύουσα σημασία ως προσβλητικός όρος που χρησιμοποιείται ενίοτε γα τους μαύρους. Οι φοιτητές που χαρακτηρίσθηκαν έτσι και ήταν πράγματι ασυνεπείς και άφαντοι έτυχε να είναι και έγχρωμοι.

Αν κάτι χαρακτήριζε την ιδεολογία και ηθική του Δικαίου, κατά τη δεκαετία του 1990, ήταν η αντίφαση ανάμεσα στη θεωρία της κυριαρχίας του κράτους και στην ιδέα τωνανθρωπίνων δικαιωμάτων ως φυσικών και αναπαλλοτρίωτων που αναβίωσαν την ιδεολογία του φυσικού δικαίου του 18ου αιώνα. Αυτό συνδυαζόταν με μια ιδεολογική θεώρηση της Δημοκρατίας ως απόλαυσης δικαιωμάτων[26]. Αυτή η καταναλωτική δημοκρατία συνοδεύτηκε και από έναν πολλαπλασιασμό δικαιούχων υποκείμενων και από μια διάσπαση της ιδιότητας του πολίτη. Ως πολίτης πια, έπαυε να θεωρείται μόνο ο άνδρας, αρχηγός οικογενείας-συμμέτοχος μιας εθνικής, ανεξάρτητης, συλλογικότητας. Τα δικαιώματα πολλαπλασιάζονταν επ’ άπειρον ως δικαιώματα του (των) ανθρώπου(ων) στον πληθυντικό. Όμως μια τέτοια επ’ άπειρον επέκταση, τόσο του αριθμού των δικαιωμάτων όσο και των υποκειμένων αυτών των δικαιωμάτων δε θα μπορούσε να αντέξει σε καιρό κρίσης. Όπως έγραφε (σχεδόν προφητικά) ήδη από το 1991 ο Π. Κονδύλης «τα ανθρώπινα δικαιώματα θα μπορούσαν να γίνουν υπόθεση εκρηκτική, αν π.χ. κάτω από δύσκολες οικολογικές συνθήκες εμπεριείχαν και το δικαίωμα για αέρα και νερό»[27]. Καθώς η σύγχρονη ρευστή νεωτερικότητα εγκαλεί, με ένα πλήθος λόγων, δυνητικά άπειρων, το έθνος-κράτος παύει να γίνεται η πηγή και το όριο των δικαιωμάτων: τα δικαιώματα τα απολαμβάνουν θεωρητικά όλοι/ες, είτε εντός είτε εκτός, είτε πάρα το έθνος-κράτος Έτσι, ενώ την ιδεολογική εκλογίκευση της πηγής των δικαιωμάτων, κατά τον Μεσαίωνα και κατά τον 18ο αιώνα ανελάμβανε το θεωρητικό οικοδόμημα του Φυσικού Δίκαιου, στη νέα αντίληψη των ανθρώπινων δικαιωμάτων η επέκταση επ’ άπειρον σε πλάτος (όλη η ανθρωπότητα), ή σε βάθος (πολυπολιτισμικότητα) δημιουργούσε ένα νέο πρόβλημα: ποιος θα ήταν ο κοινός παρονομαστής που θα διένεμε στην πολλαπλότητα υποκειμένων τα «ανθρώπινα δικαιώματα»[28]; Η απάντηση δόθηκε από την ιδιότητά τους ως καταναλωτές.

 Σύμφωνα με τον Φράνσις Φουκουγιάμα «αυτό που αφήνει να εννοηθεί το αίτημα για ισότητα στην αναγνώριση είναι ότι αν αφαιρέσουμε από ένα πρόσωπο όλα τα ενδεχομενικά και τυχαία χαρακτηριστικά του, παραμένει κάποια ουσιώδης ανθρώπινη ιδιότητα από κάτω που αξίζει κάποιον ελάχιστο σεβασμό –ας την αποκαλέσουμε Παράγοντα Χ[….] Στο πολιτικό πεδίο έχουμε την υποχρέωση να σεβόμαστε όλους τους ανθρώπους εξίσου, επειδή έχουν στην κατοχή τους τον Παράγοντα Χ»[29].

Ποιος είναι αυτό ο απροσδιόριστος παράγοντας Χ.; Ο Zizek μας δίνει την απάντηση με ένα απροσδόκητο παράδειγμα: το σοκολατένιο αυγό Κίντερ-έκπληξη. Όταν ξετυλίγεις το σοκολατένιο κέλυφος, βρίσκεις στο εσωτερικό του ένα μικρό πλαστικό παιχνίδι. Το παιδί συχνά το ξετυλίγει νευρικά και απλώς σπάει τη σοκολάτα, χωρίς να μπαίνει στον κόπο να τη φάει, ενδιαφερόμενος μόνο για το παιχνίδι στο εσωτερικό του. Έτσι «το αυγό της Κίντερ μας παρέχει τη φόρμουλα για κάθε προϊόν που υπόσχεται «περισσότερα». Γιατί το εμπόρευμα είναι ένα συγκεκριμένο αντικείμενο που ικανοποιεί μια συγκεκριμένη ανάγκη, αλλά ταυτόχρονα υπόσχεται και «κάτι περισσότερο» μια απύθμενη απόλαυση που ο αληθινός της τόπος είναι η φαντασίωση»[30].

Τι άλλο μπορεί να είναι αυτός ο απροσδιόριστος Παράγοντας Χ του Φουκουγιάμα, αυτό το γενικό ισοδύναμο που εξισώνει τις διαφορές, παρά η κρυμμένη, μυστική ουσία του εμπορεύματος, δηλαδή αυτή που παράγει πλεόνασμα, υπεραξία;

Η ανοχή, στη δεκαετία του 1990, επιδεικνυόταν σε ό,τι εθεωρείτο «πολιτισμικό», δηλαδή γραφικό και ακίνδυνο. Το ιδεολογικό οικοδόμημα της πολυπολιτισμικότητας θα μπορούσε να σταθεί μόνο με την αφαίρεση της υπαρκτής, ριζικής Διαφοράς (δηλαδή της Αντίθεσης). Όπως λέει ο S Zizek, «στη σημερινή αγορά(…) βρίσκουμε ένα σωρό προϊόντα από τα οποία έχουν αφαιρεθεί οι βλαβερές τους συνέπειες: καφέ χωρίς καφεΐνη, μπίρα χωρίς αλκοόλ[….], εικονικό σεξ ως σεξ χωρίς σεξ, για πόλεμο χωρίς απώλειες (από την πλευρά μας φυσικά)[…] μέχρι και για τον σημερινό ανεκτικό φιλελεύθερο πολυπολιτισμό ως μια εμπειρία του Άλλου στερημένου από την Ετερότητά του (του εξιδανικευμένου Άλλου) που χορεύει συναρπαστικούς χορούς[31].

Όμως οι «άλλοι» πολιτισμοί δεν αποτελούν απλά φολκλόρ, αποτελούν συχνά συμπυκνωμένες πολιτικές πρακτικές, παράγονται από και παράγουν πολιτική. Και όπως παρατηρεί ο Alain Badiou, «οι δηλωμένοι απόστολοι της ηθικής και του «δικαιώματος στη διαφορά» είναι εμφανώς τρομαγμένοι από τις κάπως εντονότερες διαφορές[..] Για να πούμε την αλήθεια αυτός ο περιβόητος »άλλος» δεν είναι εμφανίσιμος παρά μόνο εάν είναι ένας «καλός άλλος», που σημαίνει τι, αν όχι ότι είναι ο ίδιος με εμάς»[32].

Μετά το 2001, το ιδεολογικό τσιμέντο της πολυπολιτισμικότητας έχασε τη συγκολλητική του ισχύ (με τον ίδιο εκκωφαντικό κρότο που κατέρρευσαν οι Δίδυμοι Πύργοι). Οι ταυτότητες ξεκόλλησαν και η αίσθηση της οικειότητας αντικαταστάθηκε από ένα σχεδόν καθολικό αίσθημα ξενότητας. Οι άνθρωποι έχουν αρχίσει να βιώνουν αυτό που μπορεί να θεωρήσουμε ως μια ζωή χωρίς ξεκάθαρα σύνορα. Η διαφορά είναι, κατά κάποιο τρόπο διάσπαρτη, ώστε την αντιμετωπίζουμε παντού, καθημερινά. Στη σημερινή εποχή όλοι είμαστε εν δυνάμει «ξένοι στη κοινωνία των ξένων», ως υπεράριθμοι, πλεονάζον πληθυσμός, όλοι είμαστε νομάδες.

Σήμερα όλοι είμαστε νομάδες. Αυτό που βιώνουμε στην Ευρώπη -γράφει ο φιλόσοφος Waldenfels- είναι μια περίεργη αύξηση και μείωση της ξενότητας, μια αύξηση καθώς το Ξένο μας πλησιάζει όλο κα περισσότερο, μια μείωση, καθώς το Ξένο κινδυνεύει να μειωθεί σε κάτι καθημερινό και να αμβλυνθεί στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης μέχρι το σημείο που δεν θα διακρίνεται. Αλλά μαζί με το Ξένο θα καταργούσαμε και το ίδιο»[33]. Στην εποχή μας, στην καθημερινή ζωή είμαστε συνεχώς εκτεθειμένοι στο σοκ της διαφοράς: η διάκριση του οικείου από το ξένο, το διαφορετικό ή το αλλότριο έχει γίνει περισσότερο εύθραυστη παρά ποτέ. Έτσι σήμερα δε θα ήταν ο συγκεκριμμένος «άλλος», ο «εχθρός», αλλά εν δυνάμει κάθε άλλος, αντικείμενο βίαιων ενεργειών στην βαθμό που είναι ασθενέστερος από τον επιτιθέμενο και θεωρείται κατώτερος και ανυπεράσπιστος

Στην εποχή μας, η κοινωνική κατασκευή της εικόνας του εχθρού αποτελεί ξανά τη συγκολλητική ουσία των ταυτοτήτων και το αλλότριο ανακατασκευάζεται διαρκώς ως ένας τρόπος επανοριοθέτησης του οικείου.

 Κατά την δεκαετία του ’90 ο δυτικός κόσμος θεώρησε ότι η διαφορά μπορούσε να εξημερωθεί. Έτσι δοκίμασε να την αιχμαλωτίσει στο «ζαχαρωμένο κλουβί» της κατανάλωσης, να την οικειοποιηθεί ως κατοικίδιο στην αυλή του. Όμως καθώς η παγκοσμιοποίηση αγκάλιασε και ενσωμάτωσε σχεδόν όλο τον πλανήτη, καθώς δεν απέμεινε πια πολιτισμός που να μην έχει ενσωματωθεί ή έστω αλλοιωθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό από την επίδραση της Δύτης, δεν απέμεινε πλέον (προνεωτερικός) Ξένος, Άλλος, ριζική ετερότητα. Ή μάλλον γίναμε όλοι «ξένοι» στο εσωτερικό του κήτους του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, της ύστερης (μετά)νεωτερικότητας.

Στην ταινία «Οι άλλοι» (The Others) η ηρωίδα (Νικόλ Κίντμαν), μια μητέρα που ζει με τα δυο μικρά παιδιά της σε ένα στοιχειωμένο σπίτι στο Jersey Island ανακαλύπτει στο τέλος ότι όλοι οι οικείοι, κι αυτή η ίδια, είναι οι πραγματικοί ξένοι, φαντάσματα: ένα δυο χρόνια πριν στραγγάλισε πρώτα τα παιδιά της και μετά αυτοπυροβολήθηκε. Οι «εισβολείς» που διαταράσσουν που και που την ησυχία της είναι οι πραγματικοί άνθρωποι, πιθανοί αγοραστές που ενδιαφέρονται για το σπίτι τους[34].

Σήμερα καθώς η ανοχή γίνεται σχεδόν αβάσταχτη στις συνθήκες της ύστερης νεωτερικότητας, της παγκοσμιοποίησης και των μεγάλων κρατικών μορφωμάτων καθώς οι κοινότητες πολλαπλασιάζονται διαρκώς, καθώς εγείρουν διαφορετικές και συχνά αντιφατικές απαιτήσεις πίστης, το άτομο βρίσκεται διαρκώς σε μια κατάσταση αμφιθυμίας. Έτσι συχνά βρίσκει καταφύγιο στην «κατασκευασμένη, ενεργητική, συνειδητή εγκατάλειψη της αμφιβολίας»[35]. Εγκαταλείπει την ανοχή, που σε συνθήκες διαρκούς αβεβαιότητας μοιάζει να μετατρέπεται σε κινούμενη άμμο, και βυθίζεται στη θαλπωρή είτε του εθνικισμού είτε του θρησκευτικού φανατισμού για να ανακουφισθεί κατά κάποιο τρόπο ή ένταση των διλημμάτων που αντιμετωπίζει. Η σύγχρονη αναβίωση εθνικισμών και φονταμενταλισμών μοιάζει να σφραγίζεται από αυτή την εγκατάλειψη[36].

Και η διαφορά -η ριζική διαφορά, η εχθρότητα, το μίσος- επανέρχεται πια, αλλά από μέσα. Όπως και στην ταινία Alien, ο Ξένος, είναι ένα «Πράγμα» μέσα μας, ένα κομμάτι μας αλλά και ριζικά ξένος, η απωθημένη ετερότητα, ο Άλλος που βγαίνει από μέσα μας .

———————————————-

[1] Για τη φυλετική σκέψη του Gobineau, βλ. κυρίως D. Biddiss, Father of Racist Ideology, The social and Political Thought of Count Gobineau, Weybright and Talley, New York 1970, επίσης George L. Mosse, Toward The Final Solution, A History of European Racism, Wisconsin Press, New York 1978 σ. 50-62. Ακόμα Γεωργίου Κυβελου Φυλετικές Θεωρίες, Ελεύθερη σκέψη, Αθήνα 1986, σελ. 9-13.

[2] Βλ. και το κλασσικό πια βιβλίο Claude Levi Strauss, Άγρια Σκέψη, μτφ. Εύα Καλπυρτζή, πρόλ.- επιμ. Άλκη Κυριακίδου Νεστορος, εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα (1962) 1977, σ. 362-363.

[3] Τα αποσπάσματα από το C Levi Strauss, Φυλές και ιστορία, μτφ. Γ. Λόγγος Γ’ έκδοση, Μπάιρον xx (σελ: 13, 17, 21, 34-35, 71).

[4] Βλ Ζυλ Λιπβετσκί, Επίμετρο 1993, στο Ζυλ Λιποβετσκί, Η εποχή του κενού, Δοκίμια για τον σύγχρονο ατομικισμό (1983) μτφ. Βασίλης Τομανάς, x.x σ. 185 κε.

[5] Βλ και Πέτρου Θεοδωρίδη , Ταυτότητες και Ξένοι , στο  Πέτρου Θεοδωρίδη, Η  απατηλή υπόσχεση της αγάπης , εκδ ΕΝΕΚΕΝ .Θεσσαλονίκη ,2012. σ 133-155

[6] Για την αντίληψη της αλυσίδας της ύπαρξης που ήταν κυρίαρχη στη μεσαιωνική δύση βλ το περίφημο Α. Lovejoy The Greatchain of being, Cambridge, Harvard University Press(1936)1964.

[7] Ζygmunt Bauman, Η Μετανεωτερικότητα και τα δεινά της, μτφ. Γιώργος Ίκαρος Μπαμπασάκης. Εκδ. Ψυχογιός, Αθήνα (1997) 2002,σ. 230.

[8] Sylvie Mesure/Alain Renaut, Alter Ego Τα παράδοξα της Δημοκρατικής ταυτότητας, μτφ. Φροσύνη Στεφοπούλου, εκδ. Πόλις 2005, σ. 86.

[9] Georg Simmel, Περιπλάνηση στη Νεωτερικότητα, επιμ. Σπ. Γαγγας- Κ. Θ. Καλφόπουλος, μτφ Γιώργος Σαγκριώτης – Όλγα Σταθάτου, εκδ. Αλεξάνδρεια 2004, σ. 170-171.

[10] Sylvie Mesure / Alain Renaut ό.π, σ. 87,88.

[11] Sylvie Mesure / Alain Renaut, ό.π. σ. 88.

[12] Ζygmunt Bauman,Η  Μετανεωτερικότητα ο.π,σ. 46.

[13]Ζygmunt Bauman, Η Μετανεωτερικότητα, ό.π, σ. 48 .

[14] Zygmunt Bauman, Σπαταλημένες ζωές, Οι απόβλητοι της Νεωτερικότητας, μτφ. Μάρκος Καρασαρίνης, εκδ. Κατάρτι, 2005, σ. 66.

[15] Βαρθολομαίος Ντε Λας Κάζας, Σύντομη ανασκόπηση της καταστροφής των Ινδιών, μτφ. Πηνελόπη Μαξίμου, εκδ. Αίολος, 1982, σ. 70-71.

[16] Zygmunt Bauman, Σπαταλημένες ζωές, ό.π, σ. 67.

[17] Άλεξ Καλλίνικος, Ρατσισμός, Τι είναι και πως παλεύετε, εκδ. Εργατική Δημοκρατία, Αθήνα 1993, σ. 26 κ.ε.

[18] Άλεξ Καλλίνικος, Ρατσισμός, ό.π, σ. 27.

[19] Άλεξ Καλλίνικος, Ρατσισμός, ό.π, σ. 29.

[20] Άλεξ Καλλίνικος, Ρατσισμός, ό.π, σ. 30.

[21] Hannah Arrendt The Origins of Totalitarianism, Harvest/ HBJ Book, San Diego, New York, London (1951) 1986, p. 7

[22] Ζ. Bauman, Modernity and the Holocaust, Cambridge University Press, 1991, p. 35.

[23] Hannah Arrendt The Origins ο.π, p. 87.

[24] Αναφ. στο Μάικλ Ιγκνάτιεφ, Τα ανθρώπινα δικαιώματα ως πολιτική και ως ειδωλολατρία, μτφ Ελένη Αστερίου, εκδ. Καστανιώτη, (2001) 2004, σ. 100.

[25] Philip Roth, Το ανθρώπινο στίγμα, εκδ. Πόλις, επιμ. Η. Μαγκλίνης–Κ Μποτοπουλος, (2000) 2003.

[26] Για το γρήγορο πέρασμα από την καταναλωτική δημοκρατία των Δικαιωμάτων στην σύγχρονη κατάσταση έκτακτης ανάγκης και στο Ποινικό δίκαιο του εχθρού, βλ Παντελή Θεοδωρίδη.

[27] Παναγιώτης Κονδύλης, Η Παρακμή του Αστικού Πολιτισμού, Από τη μοντέρνα στη μεταμοντέρνα εποχή κι από τον φιλελευθερισμό στη μαζική Δημοκρατία, Θεμέλιο, 1991, σ. 333, 334.

[28]   Για την προβληματική αυτή του περάσματος από την καταναλωτική   ιδεολογία των ‘’ανθρωπίνων δικαιωμάτων  στην σημερινή κατάσταση έκτακτης ανάγκης και στο  Ποινικό Δίκαιο του Εχθρού , βλ Παντελή Θεοδωρίδη    Δίκαιο και Ιδεολογία. Ανθρώπινα Δικαιώματα, Κατάσταση Εξαίρεσης και Ποινικό Δίκαιο του Εχθρού (2014).

[29] Francis Fukuyama, Our Posthuman Future, Profile Books, London 2002, pp. 149-150. Αναφορά στο Slavoj Zizek, η μαριονέτα και ο νάνος, ο διαστροφικός πυρήνας του Χριστιανισμού, μτφ. Κωνσταντίνος Περέζους, εκδ. Scripta, Αθήνα 2005, ό.π, σ. 224.

[30] Zizek, η μαριονέτα και ο νάνος, ό.π, σ. 218-219.

[31] S zizek, H Μαριονέτα…, ό.π, σ. 145.

[32] Α Βadiou, Ηθική, Δοκίμιο για τη συνείδηση του Κακού, μτφ. Β. Σκολίδης-Κ. Μπόμπας , Scripta, Αθήνα1998, σ. 33.

[33] Bernhard Waldenfels, Ξενότητα, φιλοξενία και, εχθρότητα, μτφ  Ανθή Βηδενμάιερ, περιοδικό ΕΝΕΚΕΝ τευχ 14 , σ.114

[34] The Others, Alejandro Amenabar, 2oo1. Αναφορά στο Zizek, η μαριονέτα, ό.π, σ. 149-150.

[35] Beck U., Η επινόηση του πολιτικού, μτφ Κ. Καβουλάκος, Αθήνα, Νέα Συνορα1996, σ. 142.

[36] βλ και Πέτρου Θεοδωρίδη, Οι μεταμορφώσεις της ταυτότητας, έθνος, νεωτερικότητα και εθνικιστικός λόγος, Αντιγόνη, 2004, σ. 134.

Πέτρος Π. Θεοδωρίδης: Τρεις τύποι κοινωνιών, τρεις αντιλήψεις του χρόνου

πηγή:  tvxs

ρολοι

Η τωρινή, παροντική, αγχωτική αίσθηση του χρόνου δεν υπήρξε “χρονικά” αμετάβλητη. Την προνεωτερική ‘’παραδοσιακή‘’ κοινωνία χαρακτήριζε η κυκλική, αντιστρεπτή αίσθηση του χρόνου ενώ στη νεωτερικότητα, ο χρόνος συνδέθηκε με τον ωροδείκτη και τον λεπτοδείκτη, μετατράπηκε σε αφαιρετικό, “άδειο” ομοιογενή χρόνο που μετριέται με το ρολόι και το ημερολόγιο.

Παραδοσιακή κοινωνία:

Στην παραδοσιακή κοινωνία κυρίαρχη μορφή οργάνωσης υπήρξε η κοινότητα. Χαρακτηριστικό της η εσωστρέφεια. Στην παραδοσιακή κοινωνία η επικοινωνία γινόταν κυρίως προφορικά. Όταν επικοινωνώ προφορικά βλέπω τον συν-ομιλητή μου στον ίδιο χώρο. Βρίσκομαι μαζί του στον ίδιο χρόνο. Στην παραδοσιακή -προφορική κοινωνία χώρος και χρόνος ταυτιζόταν.

Ο τύπος ανθρώπου που κυριαρχεί είναι ο «παραδοσιακά κατευθυνόμενος» άνθρωπος αυτός δηλαδή που θεωρεί σωστό να εξακολουθεί να πράττει ό,τι έπραττε ο πατέρας του και ο παππούς του.

Όσο και αν φαίνεται οξύμωρο, η παραδοσιακή κοινωνία, αγνοούσε την παράδοση ως έννοια, καθώς βρισκόταν ήδη εντός της1. Οι ορίζοντες του κόσμου της, οι ίδιες οι κοινωνικές συνθήκες έπειθαν τον παραδοσιακό άνθρωπο ότι το μέλλον θα είναι όμοιο με το παρόν. Για τον προνεωτερικό άνθρωπο η δοθείσα, προφανής, αναλλοίωτη φύση της θέσης του ανθρώπου, στην αλυσίδα της ύπαρξης2, υπέβαλλε την κατανόηση του κόσμου ως εκπλήρωση μιας θεϊκής πρόθεσης3.

Η περί χρόνου αντίληψη στις παραδοσιακές κοινωνίες ήταν η κυκλική: η ιστορία επαναλαμβάνεται. Στην παραδοσιακή κοινωνία ο χρόνος παρέμενε ’’αντιστρεπτός’’, ώστε να προσιδιάζει στον αγροτικό τρόπο παραγωγής, την επιστροφή του αγρότη στη γη σύμφωνα με τον ρυθμό των εποχών.

«Ο μεσαιωνικός χρόνος» -σύμφωνα με τον Jacques le Goff- είναι καταρχήν χρόνος της μακράς διάρκειας, χρόνος των αναμονών και της υπομονής, των καθυστερήσεων, της αντίστασης στην αλλαγή»4.Ο αγροτικός χρόνος είναι φυσικός χρόνος. Οι μεγάλες διαιρέσεις είναι η μέρα, η νύχτα και οι εποχές5. Διπλά στον αγροτικό χρόνο επιβάλλονται και άλλοι κοινωνικού χρόνοι: ο αρχοντικός και ο κληρικός. Ο αρχοντικός χρόνος είναι κατ’ αρχήν στρατιωτικός: «Ο στρατιωτικός χρόνος συνδέεται άμεσα με τον φυσικό χρόνο. Οι στρατιωτικές επιχειρήσεις δεν αρχίζουν πριν από το καλοκαίρι και τελειώνουν μαζί του. Μόλις περάσουν οι τρεις μήνες της στρατιωτικής υπηρεσίας τα φεουδαρχικά στρατεύματα διαλύονται»6. Ο μεσαιωνικός κλήρος κυρίως είναι ο κύριος των δεικτών του χρόνου. Οι καμπάνες σημαίνουν τον μεσαιωνικό χρόνο για «να μπορούν να πληροφορούν για την ώρα αλλά και να θυμίζουν στους ανθρώπους ότι είναι θνητοί και να φέρνουν στο μυαλό τους την ανάσταση νεκρών και την Έσχατη κρίση»7.

Νεωτερική κοινωνία και αφηρημένος χρόνος: Το ρολόι

Το δεύτερο παράδειγμα είναι οι νεωτερικές κοινωνίες. Στη νεωτερικότητα κυριαρχεί ο έντυπος γραπτός λόγος: το βιβλίο,η εφημερίδα. Γίνεται δυνατή η επικοινωνία με ανθρώπους που βρίσκονται σε άλλο τόπο και σε άλλο χρόνο, διασπάται δηλαδή η προηγούμενη -«παραδοσιακή»- ενότητα χώρου και χρόνου που οφειλόταν στην κατά κύριο λόγο προφορική επικοινωνία.

Η νεωτερική κοινωνία απαιτεί από τους ανθρώπους να είναι «συμβατοί» και «ομοιογενείς» ώστε να προσαρμόζονται στις απαιτήσεις της έντονης κοινωνικής κινητικότητας8. Η νεωτερικότητα έτσι αποτελούσε (και αποτελεί) και μια επιπεδοχώρα όπου «όλα τα πράγματα, παρουσιάζουν στο βλέμμα μας την ίδια σχεδόν εμφάνιση, δηλαδή μιας ευθείας γραμμής»9.

Η νεωτερικότητα είναι η εποχή του ρολογιού: και γύρω στα τέλη του 16ου αιώνα, οι περισσότερες αγγλικές ενορίες είχαν από ένα ρολόι που σήμαινε δυνατά τις ώρες. Κατά την δεκαετία του 1790 στη Δυτική Ευρώπη, τα ρολόγια χεριού και τοίχου ήταν πολύ διαδομένα και άρχισαν να τα θεωρούν περισσότερο αντικείμενα πρώτης ανάγκης παρά είδη πολυτελείας. Ένα ρολόι τοίχου ή χεριού δεν ήταν μόνο κάτι χρήσιμο αλλά και κάτι που έδινε κύρος στον κάτοχό του10. Με το ρολόι ο χρόνος μετριέται πλέον μέσω των διαστημάτων που διανύει ο δείκτης. Έτσι ολοκληρώνεται «η αντικατάσταση του «οργανικού» χρόνου της άμεσης εμπειρίας από τον αφηρημένο μαθηματικό χρόνο, που μετριόταν με τις μονάδες μιας βαθμονομημένης κλίμακας»11.

Προοδευτικά η νεωτερικότητα συνοδεύτηκε από μια νέα αντίληψη του χρόνου ως προόδου. Αν χαρακτηριστική της παραδοσιακής αντίληψης ήταν η αξεδιάλυτη συνύφανση παρελθόντος και μέλλοντος, στη νεώτερη κατανόηση του χρόνου παρελθόν, παρόν και μέλλον σαφώς διαχωρίζονται, ως τμήματα μιας διαδοχικής προοδευτικής ανέλιξης. Επιπλέον ο νέος ομοιογενής, άδειος χρόνος εννοήθηκε ως χρόνος πραγμάτων, εμπορευμάτων πού παράγονται ομοιόμορφα, σε σειρές. Το άδειασμα όμως του χρόνου (και του χώρου) από το νόημα πού είχαν στην παραδοσιακή κοινωνία βιώθηκε(και βιώνεται) ως διαδικασία βίαιη και καταστροφική του κοινωνικού δεσμού12 προκαλεί συναισθήματα ανασφάλειας και άγχους.

Μετανεωτερικός Χρόνος

Το τρίτο παράδειγμα κοινωνίας αφορά στη σύγχρονη, μετανεωτερική κοινωνία που αποτελεί συνέχεια και εμβάθυνση και επιτάχυνση της νεωτερικότητας, σε βαθμό εξαΰλωσης, όπου κάθε τι το σταθερό -όπως έλεγε κάποτε ο Μαρξ- «εξαχνώνεται». Σήμερα «κάθε επίτευγμα δεν είναι παρά ένα ωχρό αντίτυπο του πρωτοτύπου. Το «σήμερα» δεν είναι παρά ένα ατελέστατο προμήνυμα του αύριο, η υποδεέστερη, παραμορφωμένη αντανάκλαση του. Αυτό που συμβαίνει ακυρώνεται προκαταβολικά από αυτό που θα συμβεί»13. Ό,τι χαρακτηρίζει τη σύγχρονη εποχή -γράφει ο Z. Bauman- είναι η «αδυνατότητα να παραμείνεις στη θέση σου». Δεν επιλέγεις να είσαι σε κίνηση. «Τίθεσαι σε κίνηση[…] Το να είσαι διαρκώς σε κίνηση σημαίνει να μην ανήκεις πουθενά»14. Την εποχή μας την χαρακτηρίζει η παροντική αίσθηση του χρόνου και η κοινωνική αμνησία. «Έχουμε πια να κάνουμε με ένα παρελθόν λησμονημένο η υπερβολικά μνημονευόμενο, μ’ ένα μέλλον που είτε έχει σχεδόν εξαφανιστεί από τον ορίζοντα ή είναι πρώτα και κύρια απειλητικό, μ’ ένα παρόν που είτε αναλώνεται αδιάκοπα στην αμεσότητα της στιγμής ή είναι σχεδόν στατικό κι ατέρμονο, σχεδόν αιώνιο»15.

H πρόσφατη ταινία «Σε Λάθος Χρόνο»16 (Locke, 2013, σκηνοθεσία–σενάριο Στίβεν Νάιτ) αναδεικνύει την τωρινή αίσθηση του εξατμιζόμενου χρόνου. Κάποιος ξεκινά με μια δουλειά και οικογένεια και στο τέλος του ταξιδιού δεν του έχει μείνει τίποτα -κι όλα αυτά σε «πραγματικό χρόνο». Ένας επιβλέπων μηχανικός οδηγεί το αυτοκίνητο του και ταυτόχρονα απαντά σε τηλεφωνικές κλήσεις και τηλεφωνεί: είναι πατέρας δυο παιδιών, είναι βράδυ, παραμονή ενός σημαντικού ματς, τα παιδιά του τον περιμένουν μαζί με την γυναίκα του για να δουν την αγαπημένη του ομάδα αλλά αυτός δεν μπορεί να είναι μαζί τους. Πηγαίνει σε άλλη πόλη, όπου θα γεννήσει το… παιδί του μια άλλη γυναίκα με την όποια έκανε έρωτα μόνο μια φορά. Ταυτόχρονα θα χάσει την δουλειά του.

Την άλλη μέρα πρόκειται να γίνει μια μεγάλη ροή σκυροδέματος για να μπουν τα θεμέλια ενός ουρανοξύστη και αυτός δεν θα είναι εκεί, θα δίνει τηλεφωνικά οδηγίες στον μισομεθυσμένο βοηθό του, το αφεντικό του θα τον απολύσει κατόπιν οδηγιών των μεγάλων αφεντικών από το Σικάγο ενώ η γυναίκα του -στην όποια θα έχει πει τα ..νέα- ξερνά ακατάπαυστα στην τουαλέτα και του λέει να μην ξαναπατήσει σπίτι, ενώ, η άλλη γυναίκα του λέει να κάνει γρήγορα για να την προλάβει στην γέννα -αλλά δεν μπορεί να υπερβεί το όριο ταχύτητας-, τα παιδιά του λένε για τα γκολ και παραπονούνται που δεν είναι μαζί τους να δει το ματς, ενώ ο ίδιος μιλά με το φάντασμα του πατέρα του. Ο πατέρας του δεν τον είχε αναγνωρίσει όταν είχε γεννηθεί κι αυτός τώρα τρέχει να φτιάξει τα πράγματα και να επανορθώσει: είναι εργοδηγός, μηχανικός σκυροδέματος σε μια ρευστή -εν κινήσει- υπερνεωτερικότητα.

Μοναχικός σα λύκος εν μέσω μιας σολιψιστικής φευγαλέας πραγματικότητας που την βλέπει να τρεμοσβήνει όπως τα φωτά των άλλων αυτοκίνητων ενώ είναι εν κινήσει, ενώ τα φαντάσματα του Υπερεγώ τον καλούν επιτακτικά να φτιάξει τα πράγματα, να θέσει θεμέλια από μπετόν. Μια ταινία για τους εαυτούς μας σήμερα,στην ρευστή υπερνεωτερικότητα. «Όταν ξεκίνησα πριν δυο ώρες –μονολογεί στο τέλος ο μοναδικός ηθοποιός της ταινίας– είχα σπίτι, δουλεία και οικογένεια τώρα έχω μόνο τον εαυτό μου και το αμάξι» και τον ρευστό χρόνο του παρόντος.

ariadni

Ο Πέτρος Θεοδωρίδης είναι συγγραφέας-δοκιμιογράφος.

Κατεβάστε ελεύθερα την τελευταία του συλλογή «Ακόμα και η Αριάδνη ήταν ψέμα» ή διαβάστε την online

12857_541646669195059_1409438088_n

————————————

1 Βλ Eric Hobsbawm: Introduction: Inventing Tradition in Eric Hobsbawm and Terence Ranger [ed] The Invention of Tradition, Cambridge University Press London (1983) 1984 p. 2.

2 Για την αντίληψη της αλυσίδας της ύπαρξης που ήταν κυρίαρχη στη μεσαιωνική δύση βλ. το περίφημο Α. Lovejoy, The Great chain of being, Cambridge, Harvard University Press(1936) 1964.

3 Ζygmunt Bauman, Η Μετανωτερικότητα και τα δεινά της, μτφ. Γιώργος Ίκαρος Μπαμπασάκης, εκδ. Ψυχογιός, Αθήνα 1992, σ. 230.

4 Jacques le Goff, Ο πολιτισμός της μεσαιωνικής δύσης, μτφ. Ρίκα Μπενβενίστε, Θεσσαλονίκη, Βάνιας 1993, σ. 248.

5 Jacques le Goff, Ο πολιτισμός. ό.π, σ. 248-249.

6 Jacques le Goff, Ο πολιτισμός ό.π σ 253, 254.

7 Ε.π. Τόμσον, Χρόνος εργασιακή πειθαρχία και βιομηχανικός καπιταλισμός, μτφ. Βασίλης Τομανάς, εκδ. Νησίδες, 1994 σ. 16,17.

8 Εrnest Gellner, Nations and Nationalism, Basil Blackwell, Oxford (1983) 1988 p 63, κ.ε.

9 Εντουιν Αμποτ, η Επιπεδοχώρα, Μυθιστορία πολλών διαστάσεων, εκδ. μτφ Τάσος Δαρβέρης, εκδ. Επιλογή, σ. 39.

10 Ε.π. Τόμσον, Χρόνος εργασιακή πειθαρχία και βιομηχανικός καπιταλισμός… μτφ. Βασίλης Τομάνας, εκδ. Νησίδες, 1994, σ. 25.

11 αναφέρεται στο Θόδωρος Κουτσούμπος, ο.π, σ 139.

12 βλ σχετικά Πέτρου Θεοδωρίδη, Οι μεταμορφώσεις της ταυτότητας, έθνος νεωτερικότητα και εθνικιστικός λόγος, Αντιγόνη 2004, εισαγωγή.

13 Z Bauman, η Μετανεωτερικότητα και τα δεινά της σ 140-141.

14 Z Bauman, η Μετανεωτερικότητα και τα δεινά της σ 141,153.

15 Francois Hartog Καθεστώτα Ιστορικότητας, Παροντισμός και εμπειρίες του χρόνου (2003) μτφ. Δημήτρης Κουσουρής, εκδ. Αλεξάνδρεια, 2014, σ. 33.

16 βλ Γιώργος Ρούσσος Ο Τομ Χάρντι οδηγεί μόνος και «Σε Λάθος Χρόνο», tvxs.gr, 28/07/2014.

  

Αρέσει σε %d bloggers: