Τα νέα θρησκευτικά και οι αντιδράσεις

Συνέντευξη του Γ. Στριλιγκά και του Ι. Λίλη στη δημοσιογράφο Ράνια Μωραΐτη (ΚΡΗΤΗ TV, 19/10/2018)

 

[πηγή]

Δ. Μόσχος, Το μάθημα των Θρησκευτικών και η Εκκλησία

Πηγή: ΤΟ ΒΗΜΑ
article_22974
Σε μια, ομολογουμένως, σπάνια στιγμή διάθεσης για άνοιγμα και διαβούλευση η Διαρκής Ιερά Σύνοδος δέχθηκε χθες 12.1.16 σε ειδική συνεδρίασή της τους επικεφαλής των Θεολογικών Σχολών και τους Προέδρους των δύο Πανελληνίων Συλλόγων Θεολόγων για να συζητήσει για το μάθημα των Θρησκευτικών. Έλειπαν, βέβαια, Σχολικοί Σύμβουλοι και σχεδιαστές των νέων Προγραμμάτων αλλά κι έτσι η προσπάθεια δεν πρέπει να αγνοηθεί. Στην εισήγησή του ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος έκανε τελικά φανερό σε όλους ότι ένα μάθημα Θρησκευτικών πρέπει να ξεκινά από την παράδοση με το μεγαλύτερο ιστορικό και πολιτιστικό αποτύπωμα στον τόπο, πού είναι ο Ορθόδοξος Χριστιανισμός, αλλά δεν μπορεί παρά να ανοίγεται και σε άλλα χριστιανικά δόγματα αλλά και άλλες θρησκείες είτε τις πιο κοντινές (Ιουδαϊσμός, Ισλάμ) είτε ανατολικές και έκανε κάποιες προτάσεις με βάση το τωρινό μάθημα. Ωστόσο, ο χρόνος οπωσδήποτε κυλά ασφυκτικός.
cshinese-phone-lane
Η κοινωνία πιέζει για απαλλαγές, για ένα άλλο μάθημα ή για εναλλακτικές επιλογές κι αυτά διακινδυνεύουν το μέλλον του ίδιου του μαθήματος. Ο Πανελλήνιος Θεολογικός Σύνδεσμος «ΚΑΙΡΟΣ για την αναβάθμιση της θρησκευτικής εκπαίδευσης» βλέπει τα πιλοτικά εφαρμοσμένα Προγράμματα Σπουδών ως μια ευκαιρία αλλαγής: συντάχθηκαν σ’ ένα σχολικό έτος από επιλεγμένους από μητρώο εμπειρογνωμόνων Πανεπιστημιακούς των δύο Θεολογικών Σχολών, Σχολικούς Συμβούλους και εκπαιδευτικούς όλων των βαθμίδων, με καινοτόμο παιδαγωγικό χαρακτήρα και περισσότερο ανοικτό περιεχόμενο, αξιολογήθηκαν με σταθμισμένα ερωτηματολόγια απ’ όσους τα εφάρμοσαν με αρκετά καλή αποδοχή, ενώ πρόσφατα κυκλοφόρησε επιστολή σχεδόν του συνόλου των Σχολικών Συμβούλων που προτρέπει στην εφαρμογή τους.
Πέραν των γνωστών «Λακεδαιμονίων», που πάντα υπάρχουν και βλέπουν προδοσία της πίστεως και συγκρητισμό, όσοι εκπαιδευτικοί έχουν την ευκαιρία να τα γνωρίσουν, τα αγκαλιάζουν. Τα μόνα πραγματικά εμπόδια είναι η έλλειψη συστηματικής επιμόρφωσης και η οργάνωση του διδακτικού υλικού για τον κάθε εκπαιδευτικό τόσο Α/θμιας (που είναι και το πιο δύσκολο), όσο και Β/θμιας εκπαίδευσης. Αν όλοι οι φορείς (υπηρεσίες εκπαίδευσης, ενώσεις και η ίδια η Εκκλησία, όπως ήδη κάνει σε διάφορες δράσεις) δραστηριοποιηθούν στην υποστήριξη αυτού του είδους, το μάθημα των Θρησκευτικών θα αποτελέσει πεδίο πραγματικής εκπαιδευτικής αλλαγής τόσο στην εμβάθυνση από τους μαθητές στην ίδια τη θρησκευτική τους ταυτότητα, όσο και στην κατανόηση και της ταυτότητας του διαφορετικού διπλανού τους και τη συνύπαρξη μαζί του.

Συλλογικό κείμενο 14 Σχολικών Συμβούλων Θεολόγων για τα Θρησκευτικά

πηγή: ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΚΡΗΤΗΣ
Με αφορμή την πρόσφατη συζήτηση για τη διαδικασία χορήγησης απαλλαγής από τα Θρησκευτικά αναθερμάνθηκε ο γενικότερος διάλογος γύρω από τη μορφωτική αποστολή και τον χαρακτήρα της σχολικής θρησκευτικής εκπαίδευσης, τις μαθησιακές ανάγκες που εξυπηρετεί, τη θέση της στο σύγχρονο σχολείο και το νομικό καθεστώς που τη διέπει.
Ο διάλογος αυτός γύρω από το μάθημα των Θρησκευτικών διαρκεί τώρα και μερικές δεκαετίες. Οι φάσεις του αποτυπώνονται σε συνέδρια, δημοσιεύματα, δημόσιες εκδηλώσεις και παρεμβάσεις. Πολύ συχνά, λόγω επίκαιρων αναγκών ή του ευρύτερου ενδιαφέροντος, ο διάλογος ξεπέρασε τα στενά όρια του θεολογικού κόσμου και ανοίχτηκε στον δημόσιο χώρο. Στο πλαίσιο αυτό, πήραν θέση ή κατέθεσαν απόψεις, εκτός από τους επίσημους θεσμούς της Εκπαίδευσης και τους εκπαιδευτικούς, η Εκκλησία και εκπρόσωποί της, οι αρμόδιες Ανεξάρτητες Αρχές της χώρας, οι θεολογικές σχολές, οι επιστημονικές ενώσεις των θεολόγων, σύλλογοι και ενώσεις πολιτών, μεμονωμένα πρόσωπα κ.ά. Στα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερη ώθηση στη διεξαγωγή του διαλόγου έδωσαν η δημοσίευση των Συστάσεων 1720 (2005) και (2008)12 του Συμβουλίου της Ευρώπης, η τροποποίηση του καθεστώτος χορήγησης απαλλαγής το 2008 και οι παλινωδίες της κεντρικής διοίκησης που ακολούθησαν, καθώς και η εκπόνηση νέων Προγραμμάτων Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού-Γυμνασίου και πρόσφατα του Λυκείου.
Οι Σχολικοί Σύμβουλοι Θεολόγων που υπογράφουμε αυτό το κείμενο, προσηλωμένοι στο καθήκον της επιστημονικής υποστήριξης των εκπαιδευτικών της ειδικότητάς μας, θεωρούμε χρήσιμο να συμβάλλουμε στον διεξαγόμενο διάλογο, καταθέτοντας την εμπειρία από την πολύχρονη συνεργασία μας με τους εκπαιδευτικούς, επισημαίνοντας προς όλες τις κατευθύνσεις τα παρακάτω:
1.Τα Θρησκευτικά είναι υποχρεωτικό μάθημα της σχολικής εκπαίδευσης, με σαφές πλαίσιο λειτουργίας και καθορισμένη σκοποθεσία, η οποία θεμελιώνεται στο Σύνταγμα της χώρας και τους βασικούς νόμους της Εκπαίδευσης. Στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, το μάθημα είναι ενιαίο και υποχρεωτικό για όλους τους μαθητές. Οι μαθητές δεν χωρίζονται με βάση τη θρησκευτική επιλογή τους, όπως γίνεται στο λεγόμενο «πολυ-ομολογιακό» μοντέλο σε διάφορες χώρες της Ευρώπης, στο οποίο λειτουργούν παράλληλα μαθήματα με διαφορετικές θρησκευτικές κατευθύνσεις. Αυτός ο τρόπος οργάνωσης της θρησκευτικής εκπαίδευσης στη χώρα μας έχει παιδαγωγικά πλεονεκτήματα, ενώ η τυχόν μεταβολή της εγκυμονεί κινδύνους. Μάλιστα, στην Ευρώπη, σήμερα, γίνεται πολλή συζήτηση για το κατά πόσον ο χωρισμός των παιδιών στο μάθημα των Θρησκευτικών θέτει σε κίνδυνο την κοινωνική συνοχή και δεν υπηρετεί τη δημοκρατικότητα, το δικαίωμα στη διαφορετικότητα, την καλλιέργεια της ανεκτικότητας και άρα την ειρηνική συμβίωση.
2.Ο εκπαιδευτικός σκοπός του μαθήματος των Θρησκευτικών συνδέεται με τον ευρύτερο σκοπό της Εκπαίδευσης, για τη δημιουργία ολοκληρωμένων πολιτών, μέσα από την ανάπτυξη αναγκαίων γνώσεων, στάσεων και δεξιοτήτων, που καλύπτουν ολόκληρο το φάσμα της μάθησης. Το μάθημα σέβεται τη θρησκευτική ελευθερία και την πολιτισμική ταυτότητα των μαθητών, καθώς επίσης κάθε ετερότητα. Δίνει στους μαθητές τη δυνατότητα να κατανοήσουν τη δική τους θρησκευτική ταυτότητα και των άλλων, προσφέροντας μαθησιακές ευκαιρίες για προσωπική ανάπτυξη και καλλιέργεια της θρησκευτικής συνείδησής τους. Ταυτόχρονα, με έγκυρο και υπεύθυνο τρόπο, τους προετοιμάζει να ζήσουν δημιουργικά στον σύγχρονο κόσμο, ο οποίος χαρακτηρίζεται από πολυπλοκότητα, αντινομίες και προκλήσεις.
3.Το ειδικό μορφωτικό ενδιαφέρον του μαθήματος των Θρησκευτικών έχει αφετηρία την επικρατούσα τοπική θρησκευτική παράδοση, δηλαδή την Ορθόδοξη πίστη και παράδοση, με τις ποικίλες πολιτιστικές και κοινωνικές εκφάνσεις της, επεκτείνεται στη διερεύνηση του φαινομένου της θρησκευτικότητας και περιλαμβάνει σε θεμιτό βαθμό τη μελέτη των κύριων θρησκευτικών παραδόσεων της Ευρώπης και του σύγχρονου κόσμου, με βάση τις μαθησιακές προσδοκίες και ανάγκες των προεφήβων και εφήβων μαθητών. Η προσέγγιση αυτή είναι συμβατή με το ισχύον νομικό καθεστώς, καθώς επίσης με το ευρωπαϊκό κεκτημένο και την κουλτούρα της διαπολιτισμικότητας και τεκμηριώνεται από τα πορίσματα της σύγχρονης θρησκειοπαιδαγωγικής επιστήμης. Η εφαρμογή μιας θρησκειολογικής εκπαίδευσης, άποψη η οποία υποστηρίζεται συνήθως από μη θεολόγους, θα περιορίσει το σύνολο του μαθήματος των Θρησκευτικών σε ένα μόνο τομέα της θεολογικής επιστήμης, δεν εξυπηρετεί τις μορφωτικές ανάγκες των μαθητών και δεν έχει παιδαγωγικό έρεισμα.
4.Το μάθημα των Θρησκευτικών, όπως και τα άλλα μαθήματα, αξιοποιεί σύγχρονες θεωρίες μάθησης και διδακτικής, σύμφωνα με τις αρχές της παιδαγωγικής επιστήμης. Η διδακτική μεθοδολογία, οι στρατηγικές μάθησης, οι τεχνικές διδασκαλίας και τα διδακτικά μέσα που χρησιμοποιεί έχουν παιδαγωγικό περιεχόμενο και μορφωτική αποστολή, η οποία διαφέρει από εκείνη της εκκλησιαστικής κατήχησης, η οποία αρμόζει να γίνεται σε άλλο χώρο, για άλλους σκοπούς και με άλλα μέσα. Αυτή η παιδαγωγική προσέγγιση είναι συνεπής και με τη θεολογική διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας ως προς τον σκοπό και το περιεχόμενο της κατήχησης. Αυτή τη θέση εκφράζουν τόσο τα τρέχοντα αναλυτικά προγράμματα όσο και τα νέα Προγράμματα Σπουδών. Τα τελευταία θεωρούμε ότι προάγουν με επιτυχία τη διερευνητική, βιωματική και συνεργατική μάθηση και οδηγούν στην ανάπτυξη κριτικής σκέψης, που ως παιδαγωγική τάση είναι κοινός τόπος στα σύγχρονα εκπαιδευτικά δρώμενα.
5.Τα Προγράμματα Σπουδών δεν μπορεί να είναι στατικά. Καθώς εξελίσσονται οι κοινωνικές συνθήκες, οι μορφωτικές ανάγκες και τα επιστημονικά δεδομένα, θεωρούμε επιβεβλημένο να αναμορφώνονται. Κατά την ανάπτυξη νέων προγραμμάτων ή την παραγωγή νέων διδακτικών μέσων πρέπει να αξιοποιούνται θετικές εμπειρίες και καλές πρακτικές από το παρελθόν και ταυτόχρονα να προωθούνται καινοτόμες ιδέες και προτάσεις από τους ειδικούς, με στόχο τη δημιουργική ανανέωση της διδακτικής διεργασίας. Στο πλαίσιο αυτό, θεωρούμε θετικό γεγονός την εκπόνηση των νέων Προγραμμάτων Σπουδών στα Θρησκευτικά, καθώς και την πιλοτική εφαρμογή τους στο Δημοτικό και το Γυμνάσιο. Η συγκροτημένη δόμησή τους, οι αναλυτικές αναφορές στην ιστορία και την παιδαγωγική θεμελίωση του μαθήματος, η διεξοδική ανάλυση των διδακτικών θεμάτων, η οργάνωσή τους σε μια ενιαία πορεία από το Δημοτικό μέχρι το Λύκειο, η εισαγωγή καινοτόμων διδακτικών και μαθησιακών προσεγγίσεων, η παρουσίαση πλήθους διδακτικών τεχνικών στην κατεύθυνση της διερευνητικής και βιωματικής μάθησης, καθώς και η ταυτόχρονη παραγωγή Οδηγών του Εκπαιδευτικού, με την παράθεση πλήθους δειγματικών σχεδίων-σεναρίων διδασκαλίας και τη μεθοδική καθοδήγηση του εκπαιδευτικού για την αξιοποίησή τους, είναι στοιχεία που αποτιμώνται θετικά. Τα στοιχεία αυτά απουσίαζαν ή ήταν ελλιπή στα μέχρι σήμερα υφιστάμενα αναλυτικά προγράμματα. Τα νέα Προγράμματα Σπουδών δεν είναι απλά διδακτικά εγχειρίδια. Η αξιολογική εκτίμησή τους, που δεν είναι εύκολη υπόθεση, πρέπει να γίνεται με επιστημονικούς όρους και κυρίως ύστερα από την εφαρμογή τους στη σχολική τάξη. Η αποτίμηση της πιλοτικής εφαρμογής τους στην υποχρεωτική Εκπαίδευση -Δημοτικό και Γυμνάσιο- είναι θετική και γι’ αυτό θεωρούμε ότι η καθολική εφαρμογή τους μπορεί να συντελέσει στην ανανέωση της θρησκευτικής εκπαίδευσης και την προαγωγή της σύγχρονης μαρτυρίας της, καθώς επίσης στην προάσπιση του μαθήματος των Θρησκευτικών στο δημόσιο σχολείο.
Για να είναι αποδοτική η εφαρμογή τους, θεωρούμε ότι είναι επιβεβλημένη η παραγωγή κατάλληλου διδακτικού υλικού για τους μαθητές, (εγχειριδίων κλπ.), όπως ακριβώς και για τα άλλα μαθήματα, καθώς επίσης η συνεχής και συστηματική επιμόρφωση και υποστήριξη των εκπαιδευτικών.
6.Ο δημόσιος διάλογος είναι πάντοτε ευπρόσδεκτος με όποια θεμιτή μορφή και εάν γίνεται, επειδή συμβάλλει στη δημόσια ενημέρωση, παρέχει τη δυνατότητα να αποτυπώνονται και να κρίνονται όλες οι απόψεις, να κατατίθενται προτάσεις, να υπερβαίνονται παρανοήσεις. Πέρα από την αυτονόητη αυτή διαπίστωση, ο διάλογος είναι αποτελεσματικός όταν διακρίνεται από νηφαλιότητα και σεβασμό στη διαφορετική άποψη, λειτουργεί χωρίς αποκλεισμούς, ευνοεί τη σύνθεση διαφορετικών προσεγγίσεων και στοχεύει στην εξαγωγή έγκυρων συμπερασμάτων. Αναμφίβολα, πάντοτε εμφιλοχωρούν κίνδυνοι όπως είναι η «ιδεολογικοποίηση» ζητημάτων με επιστημονικό χαρακτήρα, οι παροδικές εντυπώσεις, η υπερίσχυση προβληματικών προσεγγίσεων, ο εγκλωβισμός σε συγκρουσιακές καταστάσεις κ.ά.
Εκφράζουμε τη διαφωνία και την ανησυχία μας για ορισμένες παρεκτροπές που έχουν σημειωθεί στο πλαίσιο του διεξαγόμενου διαλόγου για τη φύση και το περιεχόμενο του μαθήματος των Θρησκευτικών. Οι απαξιωτικοί χαρακτηρισμοί, οι μειωτικές εκφράσεις, οι επιθετικές συμπεριφορές, η παραπληροφόρηση, ο αποκλεισμός της διαφορετικής άποψης, η άρνηση συμμετοχής στον διάλογο και οι διχαστικές τάσεις δεν συνάδουν με το θεολογικό και εκπαιδευτικό ήθος, ούτε ανταποκρίνονται στις ανάγκες των καιρών.
7.Αναμένουμε από τις επιστημονικές ενώσεις των θεολόγων να ηγηθούν στην προσπάθεια για συνεννόηση. Να επιδιώξουν ένα πλαίσιο διαλόγου το οποίο θα οδηγήσει στην εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων. Να λειτουργήσουν συνεργατικά και συνθετικά, απομονώνοντας ακραίες φωνές. Στους θρησκευόμενους πιστούς οι οποίοι εκφράζουν το ενδιαφέρον τους, τους πολίτες που δεν είναι εκπαιδευτικοί και όλους όσοι διατυπώνουν καλοπροαίρετα την άποψή τους προτείνουμε το αυτονόητο, δηλαδή να αναγνωρίσουν ότι η διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών είναι παιδαγωγική υπόθεση και είναι αρμοδιότητα καταρχήν των ειδικευμένων εκπαιδευτικών. Παρόμοια είναι η ευθύνη της διοικούσας Εκκλησίας η οποία μπορεί να συμβάλλει στην υπέρβαση τυχόν δυσκολιών κατά τη διεξαγωγή του διαλόγου, «εν τω συνδέσμω της ειρήνης», με απώτερο στόχο τη μορφωτική και πνευματική καλλιέργεια των παιδιών μας με τους καλύτερους δυνατούς όρους.
ΟΙ ΣΧΟΛΙΚΟΙ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΘΕΟΛΟΓΩΝ
Αργυρόπουλος Ανδρέας
Βαλλιανάτος Άγγελος
Δημακόπουλος Δημήτριος
Καλογεράκης Ευτύχιος
Μιχαλοπούλου Ελένη
Μπαλή Αικατερίνη-Μαρία
Μπιτσάκης Αντώνιος
Σταλίκα Φωτεινή
Στράντζαλης Πολύβιος
Στριλιγκάς Γεώργιος
Συργιάννη Μαρία
Τσάγκας Ιωάννης
Φύκας Δημήτριος
Χριστόπουλος Νικόλαος

Θ. Παπαθανασίου, Σάντσο Πάντσα, ο ασυγχώρητος! Είναι μπορετή μια συζήτηση για τα Θρησκευτικά σήμερα;

Πηγή: Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΜΕΣΟΠΕΛΑΓΑ

2014-06-04-06_10_47-ceb7-yoga-ceb1cf80cf8c-cf84ceb7-cf83cebacebfcf80ceb9ceac-cf84ceb7cf82-cebfcf81ceb8cebfceb4cebfcebeceafceb1cf82-ceb4cf81

Όταν ήμουν μαθητής διάβασα για πρώτη φορά κάτι θεολογικό, πέρα από τα σχολικά εγχειρίδια, στα τέλη του 1974. Ήμουν στη Δ΄ Γυμνασίου, η χούντα είχε πέσει πρόσφατα και τα πεζοδρόμια στο κέντρο της Αθήνας είχαν γεμίσει από πάγκους τίγκα στο πολιτικό βιβλίο. Το πρώτο, λοιπόν, θεολογικό, που διάβασα, βρισκόταν στο βιβλίο του Ένγκελς, Ουτοπικός Σοσιαλισμός και Επιστημονικός Σοσιαλισμός, το οποίο αγόρασα ο ίδιος, με το μαθητικό χαρτζιλίκι.

Στην πρώτη και δραματική ανάγνωση μού ξέφευγαν πολλά, όμως κράτησα κάτι που μου φάνηκε αποκαλυπτικό: αν νοιάζεσαι για την ανάγνωση της πραγματικότητας, δεν βγάζεις έξω από τον οπτικό σου ορίζοντα τη θρησκεία, ούτε αυταπατάσαι πως ανήκει τάχα στο ιδιωτικό, το οποίο δεν συμμετέχει στο φτιάξιμο της ιστορίας. Το βιβλίο είναι ριζικά αντιθρησκευτικό και πολύ παλιό, με κατακλυσμιαία γεγονότα και αναπροσανατολισμούς να έχουν λάβει χώρα από τότε. Αλλά δεν στέκομαι στα σημεία του που έκαναν τη χριστιανική συνείδησή μου να διαμαρτύρεται. Στέκομαι στο ότι προϋποθέτει διαβάσματα για θεολογικά ρεύματα (είτε φεουδαρχικών σκοπιμοτήτων είτε σοσιαλιστικών προθέσεων), δίχως τα οποία είναι αδύνατη η κατανόηση της ευρωπαϊκής πορείας.

Στον Πρόλογό του ο Έγκελς έγραψε μια φράση μεγάλης νοστιμιάς: Τους διάφορους «μορφωμένους» (δικά του τα σαρκαστικά εισαγωγικά) αστούς «τους κυριεύει η ασυγκράτητη ανάγκη να παρουσιάζουν κάθε φορά και πιο χτυπητά την τρομερή τους άγνοια και την κολοσσιαία τους, απ’ αυτό, παρεξήγηση του σοσιαλισμού. Όταν ο Δον Κιχώτης σήκωνε το δόρυ του ενάντια σε ανεμόμυλους ήταν μέσα στη δουλειά του και στο ρόλο του. Στο Σάντσο Πάντσα, όμως, είναι αδύνατο να συγχωρήσουμε κάτι τέτοιο».

Ναι, η άγνοια είναι πρόβλημα. Μα όταν ο φορέας της κομπάζει κι από πάνω, δεν έχουμε απλό πρόβλημα, έχουμε διαστροφή. Αν στο παράθεμα αντικαταστήσουμε τις λέξεις «του σοσιαλισμού», με τις λέξεις «της θεολογίας» ή «των Θρησκευτικών», θα έχουμε αυθωρεί μια πολύ πετυχημένη περιγραφή της ατμόσφαιρας Οκτωβρίου 2015 στην Ελλάδα. Ηθελημένα νόστιμος, άθελα προφητικός ο Ένγκελς!

Ποια πληροφόρηση έχουν άραγε όσοι μίλησαν για τις απαλλαγές από το μάθημα των Θρησκευτικών; Πόσοι γνωρίζουν (ή πόσοι παραδέχονται πως γνωρίζουν) ότι μεταξύ των θεολόγων έχει ενταθεί κατά την τελευταία δεκαπενταετία ένας δυναμικός αναστοχασμός για τη φυσιογνωμία του μαθήματος, τέτοιος που σε κανένα άλλο μάθημα δεν συμβαίνει; Τουλάχιστον όσοι βρίσκονται σε θέσεις ευθύνης (από τα υπουργεία και τις ενώσεις καθηγητών μέχρι τους δημοσιογράφους) οφείλουν να γνωρίζουν. Σάντσο Πάντσα, πρέπει να είμαστε αυστηροί μαζί σου.

Ο αναστοχασμός για τον οποίο μιλάω (και ο οποίος συνεπάγεται συγκρούσεις στο εσωτερικό του θεολογικού χώρου) εισηγείται ένα μάθημα Θρησκευτικών απαραίτητο προκειμένου ο νέος άνθρωπος να γνωρίσει την πραγματικότητα γύρω του, και άρα ένα μάθημα μη κατηχητικό και υποχρεωτικό για όλους. Ένα μάθημα στο οποίο ο μαθητής θα γνωρίσει την κοινή γλώσσα ετούτου του λαού, ώστε να δυνηθεί στη συνέχεια να αρθρώσει την δική του κατάφαση ή τη δική του άρνηση. Ένα μάθημα που τη γνωριμία με τον Άλλον θα την ζει ως πλουτισμό και θα τη χαίρεται ως επένδυση για κριτική ματιά. Ένα μάθημα που θα φέρνει τον νέο σε γνωριμία τόσο με τη γενεαλογία του σύγχρονου κόσμου (πώς θα προέκυπτε άραγε η πεποίθηση ότι ο κόσμος δύναται να αλλάξει, αν η βιβλική καινοτομία περί ευθύγραμμης πορείας προς το ανοιχτό μέλλον δεν υπερακόντιζε την αρχαία πίστη σε αιώνια κυκλική κίνηση της ιστορίας;), όσο και με σύγχρονα ερωτήματα της ανθρώπινης ύπαρξης, τα οποία χρειάζονται οραματικές προσεγγίσεις, με όλες τις δυνάμεις του ανθρώπου – της πίστης συμπεριλαμβανόμενης. Είναι τυχαίο, άραγε, ότι σήμερα την έννοια της Κυριακής αργίας την υπερασπίζονται ονειροπόλοι αριστεροί και θρησκευόμενοι, δηλαδή οι πιο ανορθολογικοί κατά τη γνώμη του ωμού νεοφιλελευθερισμού;

Επί χρόνια ο εν λόγω αναστοχασμός για τα Θρησκευτικά αποτυπώνεται πολυφωνικά σε κείμενα και μελέτες, σε ημερίδες και συνέδρια, κι έχει τεθεί υπόψη των κατεχόντων θέσεις ευθύνης. Αλλά και τα πολυάριθμα κείμενα υψηλού προβληματισμού που δημοσιεύτηκαν μόλις τον τελευταίο μήνα από θεολόγους αυτής της οπτικής, δείχνουν ότι στην Ελλάδα σήμερα, πέρα από την εκκλησιαστική γραφειοκρατία και τον θεολογικό φονταμενταλισμό, υπάρχει κι ένα θεολογικό δυναμικό αξιώσεων, με κατάρτιση ου την τυχούσα. Μια ματιά στη βιβλιογραφία που παράγεται και στα μεταπτυχιακά που εκπονούνται, θα δείξει ότι η αποδοχή της ετερότητας και ο κοινωνικός ριζοσπαστισμός είναι προνομιακά πεδία αυτών των θεολόγων. Πόση πια γνωσιομαχία χρειάζεται να διαθέτουν οι αυτόκλητοι εκπρόσωποι του Διαφωτισμού, για να μη δύνανται να διαβάσουν την πραγματικότητα;

Στον σημερινό κόσμο, ενάμιση αιώνα μετά τον Ένγκελς, πλήθος στοχαστών – Ταίηλορ, Γουόλζερ, Ήγκλετον, Βάτιμο, Μπαντιού, Αγκάμπεν, Ζίζεκ κ.ά. – συζητούν με τη θεολογία και αντλούν από την πανανθρώπινη εμπειρία. Αλλά για τον Σάντσο Πάντσα μας, σ’ αυτές τις στιγμές τους είναι πιο αόρατοι κι από τη Δουλτσινέα!

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Δρόμος της Αριστεράς», Σάββατο 24-10-2015, σ. 24

Σταύρου Γιαγκάζογλου, Απροϋπόθετες απαλλαγές στα Θρησκευτικά;

DSC_8960

Πηγή: http://frear.gr/?p=10888
1. Το δικαίωμα της απαλλαγής
Το άρθρο 16 παρ. 2 του Συντάγματος προβλέπει την καλλιέργεια και ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης των μαθητών στη δημόσια εκπαίδευση. Επειδή, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ. 1, «Η ελευθερία της θρησκευτικής συνείδησης είναι απαραβίαστη» και «Κάθε γνωστή θρησκεία είναι ελεύθερη…», για τη θρησκευτική αγωγή προβλέπονται απαλλαγές και εξαιρέσεις, όταν ορισμένοι μαθητές ή οι κηδεμόνες τους το αιτούνται. Η θρησκευτική ελευθερία, η οποία αποτελεί συνταγματική επιταγή αλλά και όρο του Ν. 1566, διασφαλίζεται στη δημόσια εκπαίδευση με τη γνώση και τον διάλογο. Κι αυτό γιατί συχνά η έλλειψη γνώσης υπονομεύει τη θρησκευτική ελευθερία, καθώς καθιστά τον απληροφόρητο για το εν γένει θρησκευτικό φαινόμενο μαθητή ευάλωτο σε θρησκευτική παραπλάνηση. Ωστόσο, οι γονείς έχουν το δικαίωμα να εξασφαλίζουν για τα παιδιά τους μόρφωση και εκπαίδευση, η οποία να συμφωνεί με τις δικές τους θρησκευτικές και φιλοσοφικές πεποιθήσεις (Προσθ. Πρωτ. 1, αρθρ. 2 ΕΣΔΑ).
2. Ποιοι και γιατί απαλλάσσονται
Η θρησκευτική ελευθερία διασφαλίζεται στην εκπαίδευση με τη γνώση και με τον διάλογο, αλλά και με το δικαίωμα της απαλλαγής από το μάθημα των Θρησκευτικών. Όπως πάντοτε γινόταν και συνεχίζει να γίνεται στο ελληνικό δημόσιο σχολείο, δικαίωμα απαλλαγής από το μάθημα έχουν οι αλλόθρησκοι, οι ετερόδοξοι και εκείνοι οι μαθητές που, για σοβαρούς λόγους θρησκευτικής συνείδησης, το επιθυμούν. Ωστόσο, το μέτρο της απαλλαγής δεν μπορεί να ισχύει για όλους τους μαθητές, δηλαδή και για τους ορθόδοξους. Γιατί όταν γενικεύεται η δυνατότητα απαλλαγής, χωρίς μάλιστα να απαιτείται εξήγηση ή άλλη τεκμηρίωση, τότε ένα μάθημα που ανήκει στον κορμό των μαθημάτων γενικής παιδείας, όπως είναι το μάθημα των Θρησκευτικών, καθίσταται αυτομάτως μάθημα προαιρετικό. Με την ίδια λογική, μια σειρά άλλων μαθημάτων, όπως η Ιστορία ή η Κοινωνική και Πολιτική Αγωγή θα ήταν δυνατό για ορισμένες ομάδες μαθητών του ελληνικού σχολείου να γίνουν προαιρετικά μαθήματα. Θα ήταν ακόμη δυνατό οποιοδήποτε θρησκευτικό στοιχείο ή αναφορά εμπεριέχεται στα διδακτικά βιβλία να ζητείται να αφαιρεθεί, εφόσον κάποιος μαθητής έχει διαφορετική άποψη ή πεποίθηση ανάλογα με τις θρησκευτικές, φιλοσοφικές ή ιδεολογικές τους προτιμήσεις.
Επισημαίνεται πάντως ότι αυτό που επιχειρεί η απροϋπόθετη και δίχως τεκμηρίωση δυνατότητα απαλλαγής να θεραπεύσει, δηλαδή, τη μη αποκάλυψη των ατομικών θρησκευτικών πεποιθήσεων, εντέλει επιτυγχάνονται τα εντελώς αντίθετα, δηλαδή, η απαλλαγή στην πράξη προκαλεί διαχωρισμό και διακρίσεις μεταξύ των μαθητών.
3. Η Ευρωπαϊκή πραγματικότητα και το δικαίωμα στη γνώση
Το μάθημα των Θρησκευτικών είναι ενταγμένο από συστάσεως του ελληνικού κράτους στον κορμό των μαθημάτων του σχολείου, τα δε αναλυτικά προγράμματα του μαθήματος, όπως και όλων των άλλων μαθημάτων, είναι νόμος του κράτους. Από τότε μέχρι σήμερα, το μάθημα έχει αλλάξει πολλές φορές ύφος και περιεχόμενο, ανάλογα με τις εκάστοτε απαιτήσεις και τα δεδομένα της κάθε εποχής. Όμως πάντοτε η ελληνική Πολιτεία είχε αυτή και όχι άλλος φορέας την εποπτεία, τον διαρκή έλεγχο, τον σχεδιασμό των προγραμμάτων σπουδών και των βιβλίων αλλά και τον διορισμό, την επιμόρφωση και αξιολόγηση των θεολόγων εκπαιδευτικών. Ακόμη, κατά το Σύνταγμα, η Πολιτεία μεριμνά ώστε, παρέχοντας θρησκευτική αγωγή, να μην παραβιάζεται η θρησκευτική ελευθερία κανενός.
Από τις βασικότερες επιδιώξεις της εκπαίδευσης στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι να εφοδιάσει τους μαθητές με τα στοιχεία εκείνα που είναι απαραίτητα, ώστε να ζήσουν αρμονικά στις πολυπολιτισμικές κοινωνίες της Ευρώπης και του κόσμου. Να γνωρίσουν, δηλαδή, οι μαθητές, όχι μόνο τη δική τους θρησκευτική κληρονομιά, αλλά και τις θρησκευτικές παραδόσεις και αξίες και άλλων ανθρώπων. Η επιδίωξη αυτή πέραν του ότι στοχεύει, με βάση τη γνώση, στον σχηματισμό μιας κοινωνίας ανεκτικότερης στην ετερότητα, υλοποιεί παράλληλα και το δικαίωμα του παιδιού στη γνώση.
Ασκώντας το έργο αυτό η Πολιτεία, μπορεί να προφυλάσσει το σχολείο από εκδηλώσεις θρησκευτικού φονταμενταλισμού και άλλες ακραίες εκδηλώσεις θρησκευτικής πίστης, αλλά και να αποτρέπει, στο μέτρο του δυνατού, την ανάπτυξη επικίνδυνων για το κοινωνικό σώμα θρησκευτικών ομάδων ή σεκτών.
4. Το ισχύον θρησκευτικό μάθημα
Το υφιστάμενο μάθημα των Θρησκευτικών, όπως και οι προσανατολισμοί και οι επιλογές της δημόσιας εκπαίδευσης, πέρασε από διάφορες φάσεις, με αποτέλεσμα να μην είναι πλέον μονοφωνικό ή κατηχητικό ή αυστηρά ομολογιακό. Σήμερα τείνει σταθερά να είναι ένα μάθημα ανοικτό και ανεκτικό προς τις άλλες χριστιανικές ομολογίες αλλά και τις άλλες θρησκείες με γνωσιακό και παιδαγωγικό χαρακτήρα.
Ως εκ τούτου, το μάθημα των Θρησκευτικών συνιστά γνωριμία με τα μορφωτικά αγαθά, τις αξίες και τον πολιτισμό που διαμόρφωσε ο Χριστιανισμός και η ορθόδοξη παράδοση, ενώ παράλληλα διδάσκεται το θρησκευτικό φαινόμενο γενικά και οι μεγάλες θρησκευτικές παραδόσεις των λαών. Ακόμη, στο πλαίσιο του μαθήματος, τα κοινωνικά και υπαρξιακά προβλήματα του ανθρώπου προσεγγίζονται με πνεύμα διαλόγου, ελευθερίας και καταλλαγής, χωρίς ομολογιακή εμμονή, κατηχητισμό, φανατισμό ή μισαλλοδοξία. Με άλλα λόγια, το σύγχρονο μάθημα των Θρησκευτικών βοηθά στην κατανόηση της παράδοσης και εκφράζει τον θρησκευτικό πολιτισμό μας με σεβασμό προς κάθε άλλη θρησκευτική ετερότητα.
Το μάθημα των Θρησκευτικών στη χώρα μας, ενταγμένο οργανικά στην παρεχόμενη από την Πολιτεία εκπαίδευση, διαλέγεται με τα άλλα μαθήματα στο πλαίσιο της διαθεματικής και διεπιστημονικής προσέγγισης της σχολικής γνώσης, η οποία αποσκοπεί στην καλλιέργεια ενός γνήσιου ανθρωπισμού. Η διαμόρφωση αξιών, στάσεων, η υπέρβαση των προκαταλήψεων, των στερεοτύπων και των διακρίσεων, η αποδοχή των διαφορών, η επίλυση των αντιπαλοτήτων, η ανάλυση και συζήτηση μεγάλων σύγχρονων προβλημάτων συνδέονται με τις αξίες και την υπαρξιακή στάση που προκύπτει από το ήθος της ελληνορθόδοξης παράδοσης.
Ως εκ της θέσεώς του στον κορμό των μαθημάτων, δεν μπορεί να είναι «μονοφωνικό» και «μονόπλευρο». Είναι γεγονός ότι ο διάλογος των μαθημάτων στην ελληνική σχολική πραγματικότητα, διαμόρφωσε τις τελευταίες δεκαετίες νέες δυνατότητες και νέους ορίζοντες στη διδασκαλία και του θρησκευτικού μαθήματος. Το θρησκευτικό μάθημα με σαφή τον γνωσιολογικό του χαρακτήρα και απελευθερωμένο από την παλαιά αντίληψη που το ήθελε στενά ομολογιακό, κατηχητικό και ηθοπλαστικό, εγκεντρίζεται, πολλές φορές κριτικά και αυτοκριτικά, κυρίως, στα μορφωτικά και πολιτιστικά αγαθά της ελληνικής ορθόδοξης παράδοσης και του βυζαντινού πολιτισμού. Δίνοντας έμφαση στην ιστορία και στον πολιτισμό, έχει συνάμα ανοικτούς ορίζοντες και διαλέγεται με τα ζητήματα και τις προτεραιότητες που θέτει ο ραγδαία μεταβαλλόμενος σύγχρονος κόσμος και πολιτισμός. Αναμφίβολα, λοιπόν, προσφέρει στην υπόθεση της παιδείας στον τόπο μας και έχει πολλά ακόμη να συνεισφέρει στο πλαίσιο της διαπολιτισμικής αγωγής.
Αν, λοιπόν, καθιερωθεί στο δημόσιο σχολείο προαιρετικό μάθημα Θρησκευτικών, τότε ελλοχεύει ο κίνδυνος το υπάρχον θρησκευτικό μάθημα να προσανατολισθεί προς μια απόλυτα ομολογιακή και κατηχητική έκφραση. Στην περίπτωση αυτή, είναι φανερό ότι θα υποβαθμιστούν οι υπάρχουσες Θεολογικές Σχολές των Πανεπιστημίων, ενώ οι εκπαιδευτικοί που θα διδάσκουν ένα αμιγώς ορθόδοξο κατηχητικό-ομολογιακό θρησκευτικό μάθημα, αλλά και το ίδιο το περιεχόμενο του μαθήματος, δεν θα εποπτεύονται και ελέγχονται από τα θεσμοθετημένα όργανα της Πολιτείας, αλλά απευθείας από την Εκκλησία. Εάν στο ελληνικό σχολείο προταθεί η διδασκαλία ενός καθαρά κλειστού κατηχητικού-ομολογιακού μαθήματος για τους ορθόδοξους μόνον, ή κάθε θρησκείας σε χωριστή τάξη, που θα είναι εκ των πραγμάτων προαιρετικό, ώστε να ικανοποιηθούν, ει δυνατόν, οι πάντες, τότε μπορεί να εμφανιστεί στα σχολεία ένα πρωτόγνωρο για την Ελλάδα φαινόμενο, αυτό της θρησκευτικής ομοσπονδοποίησης του σχολείου. Η θρησκευτική ομοσπονδοποίηση του σχολείου μπορεί να οδηγήσει μεσοπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα στην εκχώρηση της ευθύνης του θρησκευτικού μαθήματος από την Πολιτεία στις επιμέρους θρησκευτικές κοινότητες. Θα είναι η χειρότερη εξέλιξη, δεδομένης της μόνιμης ροπής των θρησκειών προς τον φονταμενταλισμό και την παραδοσιοκρατία. Αν τούτο συσχετιστεί με το δεδομένο ιστορικό γεγονός ότι στα Βαλκάνια και στην νοτιοανατολική Ευρώπη η θρησκεία υπήρξε σχεδόν πάντα παράγων εθνογένεσης, απαιτείται να μελετηθούν σε βάθος οι ποικίλες παράμετροι ενός τέτοιου εγχειρήματος.
Θεωρούμε σκόπιμο να αναφέρουμε εδώ ότι το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, όταν το 2004 ο τότε Αρχιεπίσκοπος Αθηνών εξεδήλωσε πρόθεση κηδεμονίας του μαθήματος (βλ. περ. Εκκλησία Δεκ. 2004-Ιαν. 2005), απάντησε ότι «το θρησκευτικό μάθημα δεν αντιμετωπίζεται ως ένα ειδικό μάθημα – με ό,τι αυτό συνεπάγεται – αλλά ως ένα κανονικό μάθημα του σχολικού προγράμματος». Ως εκ τούτου, το αναλυτικό πρόγραμμα και τα βιβλία των Θρησκευτικών, σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία, «είναι έργο του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, ως ανεξάρτητης δημόσιας υπηρεσίας, η οποία υπάγεται κατευθείαν στον Υπουργό Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων» και όχι της Εκκλησίας.
Θρησκευτική κατήχηση – όποιο κι αν είναι το θεματικό της περιεχόμενο – και δημόσιο σχολείο δεν μπορούν να συνδυαστούν στις σύγχρονες πολυπολιτισμικές και πλουραλιστικές κοινωνίες. Αυτό, κατά τη γνώμη μας, θα πλήξει καίρια ένα ανοικτό, πλουραλιστικό, διαπολιτισμικό και ανεκτικό προς την ετερότητα θρησκευτικό μάθημα που χωράει, ενδιαφέρει και απευθύνεται σε όλους.
5. Τα νέα Προγράμματα Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού, Γυμνασίου και Λυκείου
Τα νέα Προγράμματα Σπουδών (ΠΣ) στα Θρησκευτικά Δημοτικού, Γυμνασίου και Λυκείου αναδιατάσσουν το πλαίσιο και διευρύνουν τη νομιμοποιητική βάση του μαθήματος, ώστε ρητά και εκπεφρασμένα, τυπικά και ουσιαστικά, να μην θεωρείται πλέον θρησκευτική κατήχηση ή ομολογιακό μάθημα, αλλά ένα μάθημα με σαφώς ανοικτό, πλουραλιστικό και μορφωτικό-γνωσιολογικό περιεχόμενο. Ως βάση του χρησιμοποιείται το θρησκευτικό φαινόμενο γενικά, οι μεγάλες θρησκείες του κόσμου, ο Χριστιανισμός και η Ορθοδοξία ειδικότερα, με έμφαση στην ιστορία και στον πολιτισμό. Τούτο, άλλωστε, ισχύει εν πολλοίς και στα υπάρχοντα αναλυτικά προγράμματα και βιβλία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν περιθώρια για εκσυγχρονισμό και προσαρμογή στα σημερινά δεδομένα, τόσο του χαρακτήρα όσο και του περιεχομένου του μαθήματος, όπως άλλωστε οι ίδιοι οι θεολόγοι-εκπαιδευτικοί έχουν επισημάνει σε συνέδρια των τελευταίων ετών με κεντρικό άξονα τον παραπάνω προβληματισμό.
Οι μαθητές οφείλουν να προσεγγίζουν τα παραπάνω από ιστορική και πολιτισμική σκοπιά, όχι μόνο για να γνωρίζουν τη δική τους θρησκευτική παράδοση αλλά και τις θρησκευτικές παραδόσεις των άλλων ανθρώπων με τους οποίους διαβιούν στις σύγχρονες ανοικτές και πολυπολιτισμικές κοινωνίες. Με την εισαγωγή των νέων αυτών προγραμμάτων σπουδών, η θρησκευτική αγωγή δεν συνιστά επ’ ουδενί παραβίαση της θρησκευτικής ελευθερίας κανενός μαθητή. Αντίθετα, απευθύνεται και ενδιαφέρει όλους τους μαθητές, ανεξαρτήτως ομολογίας ή θρησκεύματος.
6. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, οι Εθνικές Ανεξάρτητες Αρχές και οι απροϋπόθετες απαλλαγές στα Θρησκευτικά
Με δεδομένο ότι κανείς δεν γνωρίζει καλύτερα τη σχολική καθημερινότητα από τους μαχόμενους εκπαιδευτικούς, σημειώνουμε τα εξής:
Οι δικαστικές αποφάσεις και οι γνωμοδοτήσεις των Ανεξάρτητων Αρχών ορίζουν ένα πλαίσιο δράσης. Η διοίκηση του Υπουργείου Παιδείας θα πρέπει με προσεκτικές από κάθε άποψη διαδικασίες να τις υλοποιήσει. Πάντως, ο σχεδιασμός και η στρατηγική της εκπαίδευσης, αλλά και η κατάρτιση των αναλυτικών προγραμμάτων και η σύνταξη των σχολικών βιβλίων είναι έργο και ευθύνη της επιστημονικής, παιδαγωγικής και εκπαιδευτικής κοινότητας, η οποία εκφράζεται από τα θεσμοθετημένα όργανα της Πολιτείας. Όπου, για κάθε ζήτημα της εκπαίδευσης, γίνεται ευρεία συζήτηση, αντιπαράθεση απόψεων, ουσιαστικά ένας εθνικός διάλογος. Οι αποφάσεις και τα πορίσματα που αφορούν κάθε μάθημα, άρα και το μάθημα των Θρησκευτικών, λαμβάνονται σε ολομέλειες θεσμοθετημένων οργάνων, τα οποία έχουν κύριο μέλημα την εφαρμογή των νόμων της Πολιτείας, την αναπλαισίωση της επιστημονικής γνώσης και την κοινωνική πραγματικότητα.
Με βάση την μέχρι τώρα σχολική εμπειρία, επισημαίνεται ότι οι απροϋπόθετες απαλλαγές στα Θρησκευτικά δημιουργούν ποικίλα προβλήματα, γιατί ακόμη και οι προβλεπόμενες ρυθμίσεις για την απασχόληση των απαλλαγέντων από τα Θρησκευτικά μαθητών με διαφορετικό διδακτικό αντικείμενο σε άλλο τμήμα δεν μπορούν να υλοποιηθούν στη σχολική πράξη και λειτουργία, με αποτέλεσμα οι μαθητές να παραμένουν τελικά εκτός μαθήματος.
Η διαδικασία απαλλαγής πρέπει ασφαλώς να ελέγχεται από τον Διευθυντή του σχολείου, όπως προέβλεπε και συνιστούσε και η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων και όπως προβλέπει η ισχύουσα πλέον εγκύκλιος του Υπουργείου Παιδείας (12773/Δ2/23.1.2015), ώστε πράγματι να απαλλάσσεται ο μαθητής που επικαλείται λόγους θρησκευτικής συνείδησης και να αποκλειστεί η περίπτωση απαλλαγής για λόγους «ευκολίας» (ένα μάθημα λιγότερο, κενό κ.ά.).
7. Το διοικητικό πλαίσιο δεν είναι ανεξάρτητο από το παιδαγωγικό
Στο δημόσιο σχολείο, ευαίσθητα ζητήματα, όπως είναι η ταυτότητα και η φυσιογνωμία ενός μαθήματος, ο υποχρεωτικός ή προαιρετικός του χαρακτήρας, δύσκολα αντιμετωπίζονται με υπηρεσιακές και γραφειοκρατικές αποφάσεις, δίχως να έχουν προηγουμένως αναλυθεί και ζυγιστεί οι επιπτώσεις τους στο παιδαγωγικό πλαίσιο και κλίμα του συγκεκριμένου μαθήματος, στην καθημερινή λειτουργία του σχολείου, στην εν γένει σχολική ζωή, στα λειτουργικά προβλήματα αλλά και τα νέα δεδομένα, τα οποία κατ’ ανάγκην θα συνεπιφέρουν στην εκπαιδευτική διαδικασία. Οποιαδήποτε παρέμβαση ή αλλαγή στο διοικητικό πλαίσιο της εκπαίδευσης έχει άμεσες επιπτώσεις και στο παιδαγωγικό.
Για όλους αυτούς τους λόγους θα έπρεπε, πριν αποφανθεί η ΑΠΠΔ περί των απαλλαγών στα Θρησκευτικά, χρειάζεται να προσεγγίσει το ζήτημα σε βάθος και από κάθε πλευρά, φροντίζοντας ώστε οι προτάσεις και οι προτεινόμενες λύσεις να είναι συμβατές με το Σύνταγμα, τον Ν. 1566, τις αποφάσεις των δικαστηρίων (αποφάσεις ΣτΕ, πρόσφατες αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου Χανίων (115/2012 & 1/2015) [1], τις συστάσεις του Συνηγόρου του Πολίτη, την ύπαρξη των νέων και εντελώς πρωτοποριακών προγραμμάτων σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού, Γυμνασίου και Λυκείου (2011, 2014, 2015), την αρχή της ανεξιθρησκίας, την πραγματικότητα των αλλοδαπών μαθητών στο ελληνικό σχολείο, αλλά και το όλο παιδαγωγικό πλαίσιο και τον υποχρεωτικό χαρακτήρα του μαθήματος.
8. Νέα δεδομένα στα σχολεία;
Με την απροϋπόθετη δυνατότητα απαλλαγής από το μάθημα των Θρησκευτικών, εισάγονται κυριολεκτικά νέα δεδομένα στο σχολείο και στον σχολικό πολιτισμό. Εισάγεται, στην κυριολεξία, ένα σύστημα για μαθητές δύο ταχυτήτων, εκείνων που θα έχουν λιγότερα μαθήματα και, άρα, θα έχουν περισσότερα κενά και όσων θα έχουν περισσότερα μαθήματα και δεν θα έχουν κενά κ.λπ. Επιπλέον, οι μαθητές, ούτως ή άλλως, στιγματίζονται με την απαλλαγή ή την μη απαλλαγή, ενώ διακυβεύεται η θέση και το παιδαγωγικό status του δημόσιου σχολείου. Όταν, όμως, ένα μάθημα αμφισβητείται πολλαπλώς, με τη δυνατότητα της εύκολης απαλλαγής από αυτό, πολλά μπορεί να συμβαίνουν σε κάθε σχολείο.
Κατά την διδακτική πράξη, π.χ. είναι δυνατό άλλοτε να σκληραίνει και να στενεύει φανατικά ο ομολογιακός του χαρακτήρας και, άλλοτε, για τους ίδιους λόγους, να διολισθαίνει σε μιαν ανεξέλεγκτη κατάσταση. Ακόμη, υπάρχει το ενδεχόμενο πολλοί γονείς για λόγους ευσέβειας, δηλαδή, εκ του αντιθέτου λόγου κινούμενοι, να ζητούν την απαλλαγή των παιδιών τους από τα Θρησκευτικά, γιατί, απλώς, δεν θα συμφωνούν με την μη ομολογιακή ή ακραιφνώς παραδοσιακή και ορθόδοξη γραμμή στη διδασκαλία του θεολόγου εκπαιδευτικού. Ένας σημαντικός αριθμός μαθητών, ενδεχομένως, να απαλλάσσεται από τα Θρησκευτικά, για να έχει ένα μάθημα λιγότερο, για να σχολάει νωρίτερα, για να έχει κενό κ.λπ.. Η τραγελαφική αυτή κατάσταση θα σημάνει γελοιοποίηση του μαθήματος, αλλά και των διδασκόντων με αρνητικές συνέπειες στο παιδαγωγικό κλίμα και στην καθημερινότητα του σχολείου.
Συνοψίζοντας, το υφιστάμενο μάθημα των Θρησκευτικών δεν αποτελεί μύηση σε μια εθνοκεντρική ή ομολογιακή ορθοδοξία, αλλά αποτελεί γνώση και μελέτη του Χριστιανισμού ως βιβλικής ιστορίας και βιβλικού λόγου, ως ορθόδοξης χριστιανικής παράδοσης και ως πολιτιστικής έκφρασης σε οικουμενικό πλαίσιο. Συνάμα, στις μεγαλύτερες τάξεις επιδιώκεται η γνωριμία με τη θρησκεία ως πανανθρώπινο φαινόμενο καθώς και με τα μεγάλα θρησκεύματα ανά τον κόσμο, αλλά και η σπουδή μιας σειράς από θέματα χριστιανικής ηθικής με επίκεντρο την ελευθερία, την ευθύνη και την ακεραιότητα του ανθρώπινου προσώπου και με κριτικές αναφορές στα σύγχρονα υπαρξιακά και κοινωνικά προβλήματα. Σε στενό σύνδεσμο με τη συνέχεια και την παράδοση του ελληνικού πολιτισμού, το μάθημα των Θρησκευτικών είναι, και οφείλει να συνεχίσει να είναι, κριτικό για κάθε μορφή θρησκευτικής παθολογίας, ανταποκρινόμενο στις ανάγκες μιας ελεύθερης πλουραλιστικής δημοκρατικής κοινωνίας.
Είναι βέβαιο ότι η μετατροπή του σε προαιρετικό ή και αμφισβητούμενο μάθημα θα υποβαθμίσει σε όλο το ελληνικό δημόσιο σχολείο τη γνωριμία, την αντίληψη και τη θέση της Ορθοδοξίας στην ελληνική παράδοση και πολιτιστική κληρονομιά. Αντίθετα, η εισαγωγή των νέων προγραμμάτων σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού, Γυμνασίου και Λυκείου, θα σηματοδοτήσει την οριστική απομάκρυνση από την κατήχηση. Τα νέα αυτά προγράμματα μπορούν τυπικά και ουσιαστικά να διευρύνουν τους θεματικούς και παιδαγωγικούς ορίζοντές του μαθήματος, εκφράζοντας μια σύγχρονη προσέγγιση της θρησκευτικής εκπαίδευσης, η οποία συγκλίνει με ευρωπαϊκές επιλογές. ο σεβασμός της θρησκευτικής ετερότητας, η γνωριμία και ο διάλογος με τις άλλες χριστιανικές και θρησκευτικές παραδόσεις αποβαίνει βασικός άξονας του ΜτΘ. Στο πλαίσιο της δημιουργικής αποδοχής του πλουραλισμού και της διαπολιτισμικής προσέγγισης ως αφετηρίας για οποιαδήποτε σοβαρή εκπαιδευτική θεωρία και πρακτική, η θρησκευτική εκπαίδευση των μαθητών καλείται να παίξει ένα σοβαρό ρόλο στη δυνατότητα των μαθητών να διαχειρίζονται υπεύθυνα και δημιουργικά τον πλουραλισμό και τον διάλογο με τον «άλλον» και το «διαφορετικό».
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΗ [1]
Επισημαίνουμε ότι η απόφαση αυτή παράγει νομολογία δεσμευτική για την υπηρεσία και σαφώς επισημαίνει ότι:
Η διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών είναι υποχρεωτική.
Η ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης των Ορθόδοξων μαθητών, προεχόντως δε, κατά τη χριστιανική διδασκαλία και με βάση τις αρχές του πλουραλισμού, της πολυφωνίας και της πολυπολιτισμικότητας, αναγνωρίζεται ως συνταγματική επιταγή του άρθρου 16 παρ. 2 … (σ. 24-25).
Η αιτιολόγηση της άρνησης του μαθητή να παρακολουθήσει το ΜτΘ δεν συνιστά παραβίαση του άρθρου 13 του Συντάγματος, που κατοχυρώνει το ατομικό δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας. Η οικειοθελής προς τις κρατικές αρχές γνωστοποίηση του θρησκεύματος του ατόμου, γίνεται με πρωτοβουλία του και για την άσκηση συγκεκριμένων δικαιωμάτων, που αναγνωρίζει η έννομη τάξη για την προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας, μεταξύ αυτών είναι και η απαλλαγή από το μάθημα των Θρησκευτικών (σ. 10, 13).
Οι Διευθυντές των σχολικών μονάδων, οφείλουν να ελέγξουν τη συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων (λόγων) απαλλαγής, εάν όντως, δηλαδή, πρόκειται για άθεο ή ετερόδοξο ή ετερόθρησκο μαθητή (σ. 24-25).
Η απόφαση απορρίπτει τη χρήση του δικαιώματος της απαλλαγής με το απλό πρόσχημα ότι υπάρχουν λόγοι συνείδησης (σ.27 – 28). Η απόφαση δέχεται εμμέσως μεν, πλην σαφώς (βλ. σχετ. σελ. 24, 25, 27, σε συνδυασμό με σελ. 6 και 28) ότι αποτελεί ψευδή δήλωση προς δημόσια αρχή η αίτηση απαλλαγής από το ΜτΘ από Ορθόδοξους μαθητές.
Οι Προϊστάμενοι των Δ/νσεων με την υπ’ αριθμ. Φ.353.1./324/105657/Δ1 (ΦΕΚ Β’1340/16.10.2002) απόφαση του Υπουργού Παιδείας κατά την άσκηση των ανατεθειμένων σε αυτούς καθηκόντων είναι υποχρεωμένοι να εφαρμόζουν την κείμενη νομοθεσία (σ.28)… οφείλουν μάλιστα να ελέγχουν την ορθή λειτουργία των σχολείων εποπτεύοντες, ότι οι Διευθυντές των σχολικών μονάδων κατά την ενάσκηση των υπηρεσιακών καθηκόντων τους ενεργούν ως ανωτέρω προς τήρηση της επιταγής του άρθρου 16 παρ. 2 του Συντάγματος και του άρθρου 1 §1 του ν. 1566/1985, που ορίζουν ως υποχρεωτική την παρακολούθηση του ΜτΘ από τους Χριστιανούς Ορθόδοξους μαθητές και προς αποκλεισμό της απαλλαγής από το μάθημα αυτό μαθητών για άλλους λόγους πλην αυτών της θρησκευτικής συνείδησης, ενόψει και της ήδη παγιωμένης περί τούτου νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας (σ. 27).
Η απόφαση αποδέχτηκε, επίσης, το σκεπτικό των αιτούντων ότι η γνώμη του Συνηγόρου του Πολίτη στις 17.11.2008, η οποία θεωρούσε ότι μπορεί να απαλλάσσονται οι μαθητές «για λόγους συνείδησης χωρίς να δηλώνεται ο λόγος της συγκεκριμένης αυτής επιλογής» είναι σε ευθεία αντίθεση με το Σύνταγμα, τους νόμους του Κράτους, τις εγκυκλίους του Υπουργείου Παιδείας, με τις αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας και του ΕΔΔΑ (σ. 5). Διευκρινίζεται ότι οι απόψεις του Συνηγόρου του Πολίτη δεν δεσμεύουν τις κρατικές υπηρεσίες, όπως δέχεται η νομολογία των δικαστηρίων και συγκεκριμένα του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο με την 1041/2004 απόφασή του δέχεται επί λέξει «… η σιωπηρή άρνηση της Διοικητικής Αρχής να συμμορφωθεί σε πόρισμα του Συνηγόρου του Πολίτου δεν αποτελεί παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας» (σ. 6-7).
Αρέσει σε %d bloggers: