Πέτρος Θεοδωρίδης, Αναμνήσεις της εσωτερικής ζωής: Για το βιβλίο του Νικόλα Σεβαστάκη «Γυναίκα με ποδήλατο»

ex_Sev_podilato1

Νικόλας Σεβαστάκης, Γυναίκα με ποδήλατο, εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2014, ISBN 978-960-435-438-2.

του Πέτρου Π. Θεοδωρίδη

Αναμνήσεις  εσωτερικής  ζωής αλλά θα μπορούσαν να ονομαστούν και αφηγήσεις  εσωτερικής  ζωής: θραύσματα  μνήμης περιβεβλημένης με  σκέψεις του συγγραφέα που καθώς διαθέτει εσωτερική ζωή διαθέτει και μια δική του, εντελώς  δική του, διάσταση του χρόνου: το παρελθόν εισβάλλει στο παρόν –όπως συμβαίνει πάντα μέσα μας – σαν κεραμίδια που χώνονται σε αλλά  κεραμίδια- χωρίς κενά και απουσίες .

 Η εσωτερική ζωή είναι συμπαγής …

Ατέλειωτες αναμνήσεις  ανθρωπίνων αρχετυπικών μορφών όπως εκείνη της Δώρας, που βρέθηκε έξω από τον καιρό της, ένα σώμα  «που  επιπλέει  ακόμα κάτω από στρώματα  του χρόνου, όπως ένας νεκρός που δεν υποψιάζεται τον ίδιο του τον θάνατο»,  «που πας περήφανη και ωραία Δώρα;  Σε ποια  γωνία της  μοίρας μας κοιμάσαι τώρα;  Όπως του εξόριστου, όχι πια γέρου ούτε νέου, με κινήσεις αποφασιστικές  και τον ηθικό εγωισμό  του αμετανόητου που έγραφε γράμματα σε συνθηματική γλώσσα. Πολύ στεναχωρήθηκα  που η γιαγιά μίλησε  τόσο άσχημα στο εγγονάκι της  εννοώντας  ότι, με την εισβολή των σοβιετικών αρμάτων στην Τσεχοσλοβακία, η γιαγιά Ρωσία μάλλον το παράκανε».

Αναμνήσεις αισθημάτων αμηχανίας και παρεξηγήσεων όπως  με  τον οικονομολόγο που πέρασε  τον συγγραφέα μας για τον οικονομολόγο  Κώστα Μαρκάκη και του’  λεγε παράξενα πράγμα για ποσοτικές μεθόδους και συναθροιστικές μεταβολές    για τα όποια ο  συγγραφέας μας δεν καταλάβαινε γρυ’   κι έτσι »συμφιλιωμένοι με το γεγονός ότι δεν είχαμε να πούμε τίποτε οι δυο μας, χαμογελάσαμε ευγενικά στους φοιτητές  που είχαν επωμιστεί με ζήλο τον ρολό του ταξιθέτη».

Αφηγήσεις σκέψεων όπως εκείνη για τα ειδή αναγνωστών τους ψυχαναγκαστικούς  και αδηφάγους: «Οι πρώτοι κατατρύχονται διαρκώς  από την αγωνία  μη φανούν ασυνεπείς, μην παρατήσουν τον αγώνα στη μέση. Οι άλλοι, αντίθετα, πέφτουν με τα μούτρα στα πολλά διαβάσματα αναστατώνοντας  το μυαλό τους με  διαφορετικά φίλτρα και μυρουδιές, ενώ σκορπίζουν γύρω τους  αποφάγια και συχνά ολόκληρα πιάτα ανέγγιχτα. Οι πρώτοι υπακούν σε όλη τους τη ζωή  στην επιθυμία της μητέρας  να τρώνε όλο το φαγητό τους, ακόμα και όταν αισθάνονται πια χορτασμένοι  και αηδιασμένοι. Οι δεύτεροι ζουν με την σπάταλη και τρέχουν από βιβλίο σε βιβλίο χωρίς υπομονή, χωρίς τάξη και συνοχή».

Ο συγγραφέας ομολογεί  ότι «στα διαβάσματα  βρισκόταν σταθερά από την πλευρά του έλους  της λασπωμένης πεδιάδας». Αυτοχαρακτηρίζεται ως  «Έλληνας  μικροαστός διανοούμενος με ροπή στη μελαγχολική αδηφαγία» . Ομολόγει πως » το όλο  συστροφές και αχρήστους  σταθμούς  διάβασμα γίνεται με τα χρόνια μια  μορφή συνείδησης»..

Αφηγήσεις όπως  εκείνη της ιστορίας του Ιωσήφ  που ‘’έκλαιγε με τον ίδιο τρόπο που έπαιρνε πίσω ολόκληρα κομμάτια από τις ιστορίες του’’, όπως εκείνη για  την γυναίκα του αδελφού  του που κομματιάστηκε από τη βόμβα καθώς ‘’έπινε τον καφέ της έξω από τα μαγαζί, και εκεί τους πήραν όλους τα σιδερά είκοσι ανθρώπους»  με κλάμα που «ερχόταν από την πλευρά του γραφείου  με την  μορφή πνιγμένων σημάτων, μικρών ηχητικών σπασμών και γόων»  και που –λίγο πριν τον πάρουν- «είχε απομείνει μόνο  μια φωνή, ένα βραχνό σύρσιμο που έμοιαζε με τον ήχο χαρτιού που καίγεται στο τζάκι’’.

Ή ιστορίες σαν κι αυτή του Νικηφόρου: παρατηρήσεις σε ‘ένα  εντελώς κοινότοπο άνθρωπο, δίχως ορατές αδυναμίες και περιττές αντιπάθειες» που «στον Γάμο της κόρης του ναι εκεί θα δακρύζει. Το επιβάλλει έξαλλου η  στιγμή και η φύση της σχέσης πατέρα και κόρης» ..  Ή του φίλου του Υφαντή  – «που του έδινε ραντεβού σε άχρωμα μέρη  όπως  το ‘’Plaza ‘’  στους Αμπελοκήπους  που έβαζε  αγγελίες για  μαθήματα  οικονομικών λογιστικών σε φοιτητές των ΤΕΙ  και αίφνης  βρέθηκε ερωτευμένος ….  «

Η  γραφή του  Σεβαστάκη  είναι  σκέψη, το απόσταγμα  σκέψης, μια προσπάθεια  διήθησης  του χρόνου, μια απόπειρα αιχμαλώτισης  της   αιωνιότητας ..
Γιατί αυτή είναι η μονή δυνατή αιωνιότητα, η αιωνιότητα της σκέψης , της εσωτερικής  ζωής και ο Σεβαστάκης  κατοικεί σε αυτήν….

http://nosferatos.blogspot.gr/2015/01/blog-post_50.html

Νικόλας Σεβαστάκης, Πολιτικές της νοσταλγίας

Πηγή: Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ

02_high

«Ενώ η αρχαιότητα είναι κάτι που υφίσταται για μας, εμείς δεν υπάρχουμε για κείνη. Δεν υπήρχαμε ποτέ ούτε θα υπάρξουμε». Έτσι αρχίζει το δοκίμιό του «Φόρος Τιμής στον Μάρκο Αυρήλιο» ο Ρώσος ποιητής και νομπελίστας Γιόζεφ Μπρόντσκι.

 Εδώ και εβδομάδες στην επικαιρότητά μας έχει θρονιαστεί ένα κομμάτι αρχαιότητας, ένας τύμβος ή ένα μνημειακό πλέγμα. Ζητούμε άραγε να αντλήσουμε ζωή από τους ένδοξους που κείτονται, πιθανόν, εκεί; Ή μήπως αυτό το ζωηρό ενδιαφέρον για ένα μεγάλο μνημείο είναι η «συμβολική μας αναχώρηση από τη γενική οριζοντίωση», η στιγμιαία έξοδός μας από την κύφωση και την κατάπτωση των καιρών;

Είτε έτσι είτε αλλιώς, η σχέση μας με το μνημειακό έχει παραπάνω από έναν μεσολαβητές: έναν ματαιωμένο εθνικισμό με δόσεις περασμένων μεγαλείων αλλά και την ανάγκη για σταθερές στον χρόνο, για κάποιες υπερβαίνουσες (δεν λέω υπερβατικές) αναφορές. Ο Μπρόντσκι γράφει ότι οι Ελληνες παθιάζονταν για την καταγωγή και οι Ρωμαίοι για την προαγωγή. Και στις δύο περιπτώσεις η ματαιοδοξία μπορεί πάντως να δημιουργεί μορφές που προορίζονται να διαρκέσουν.

 Σύμφωνα επίσης με μια ορισμένη ποιητική του τόπου, το «μεγαλειώδες» είναι εν γένει ύποπτο. Αν αυτό που έχει χτιστεί υπερβαίνει το μέτρο του, αν γλιστράει στην υπερβολή και στην κυριαρχική περικύκλωση του γύρω χώρου, χάνει τη μεταφυσική ποιότητα του τόπου. Διαβάζοντας το μικρό κείμενο «Κτίζειν, κατοικείν, σκέπτεσθαι» του Χάιντεγκερ, έρχεται κανείς κοντά σε αυτή την ιδέα ταύτισης του κτίσματος και της κατοικίας με τη φειδώ και την αυτοσυγκράτηση.

 Μιλώντας όμως για μεγάλα μνημεία και τύμβους όπως αυτόν της Αμφίπολης, μεταβαίνουμε εις άλλο γένος: τύμβος εδώ είναι αυτό που υψώνεται πάνω από τη μοίρα των κοινών θνητών, πάνω από τις κατοικίες και τα μικρά έργα των καθημερινών ανθρώπων. Ο τύμβος που γέννησε τον τάφο (the tomb), συμβολίζει το αναντίρρητο γεγονός ότι από τους αναρίθμητους κεκοιμημένους του παρελθόντος, ελάχιστοι αποκτούν το δικαίωμα στο μεγαλείο και βεβαίως στον θαυμασμό. Ακόμα και στο βασίλειο της ισότητας όλων με όλους, εκεί όπου, όπως έγραφε ο Καρούζος, «τι να τρών’ τον Αισχύλο τα σκουλήκια/ τι τον Λάμπρο Πορφύρα», υπάρχουν νεκροί που διεκδίκησαν τη διάρκεια και εν τέλει την αθανασία.

Από αυτή την αθανασία δανειζόμαστε και τώρα για να μπαλώσουμε τις τρύπες του παρόντος. Πέρα δηλαδή από τις προφανείς ιδεολογικές και πολιτικές χρήσεις της αρχαιολογίας (αρχαίες και αυτές με τη σειρά τους), ο άνθρωπος δεν μπορεί παρά να εντυπωσιάζεται από τα λαμπρά εργόχειρα της Ιστορίας. Όσο περισσότερο δεσπόζει αυτό που ο Γάλλος ιστορικός François Hartog ονομάζει παροντισμό τόσο πιο πυρετικά θα πολιτευόμαστε με τη νοσταλγία. Οχι μόνον όσοι ενστερνίζονται τη νοσταλγία ως ρομαντικοί εθνικιστικές αλλά και οι άλλοι, όσοι, ας πούμε, λέμε ότι θέλουμε να αντιστεκόμαστε στους αρχαιοκάπηλους πειρασμούς της ελληνικής ιδεολογίας.

http://www.efsyn.gr/?p=244665

Νικόλας Σεβαστάκης, Το τίμημα του αντικομματισμού

Πηγή: Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ, 20-4-2014

Ο αντικομματισμός είναι δημόσιο συναίσθημα το οποίο προϋπάρχει της κρίσης και τoυ καιρού της οργής. Ακόμα και στα χρόνια της κραταιής δικομματικής κυριαρχίας, η επίδραση των κομμάτων στη δημόσια ζωή και στα ήθη των πολιτών αντιμετωπιζόταν με μεγάλη δόση καχυποψίας. Ο «πονηρός πολιτευτής» του Σαββόπουλου σκιτσάριζε τη συνέχεια μιας παλιάς καταγγελίας με σκωπτικούς τόνους. Και ήδη από τη δεκαετία του ’80, η κομματοκρατία θα θεωρηθεί από πολλούς σύμπτωμα θεσμικής υπανάπτυξης της ελληνικής Δημοκρατίας.

Από εκείνα, για παράδειγμα, τα χρόνια οι αμήχανοι φοιτητές στο πανεπιστήμιο θα απαντούν διαχωρίζοντας τα πολιτικά ενδιαφέροντα από την κομματική ένταξη. Η περίφημη αντιδιαστολή μεταξύ μιας κακής κομματικοποίησης και μιας καλής και επαινετής πολιτικοποίησης πάει έτσι πίσω στον χρόνο.

Είναι πολυσυζητημένοι οι λόγοι της δυσφορίας με τα κόμματα και το πολιτικό σύστημα. Τα δύο παραδοσιακά κόμματα εξουσίας λειτούργησαν ως επί το πλείστον ως μηχανισμοί σύνδεσης με το κράτος και τις προσόδους του. Υφαίνοντας δίχτυα επιρροής σε όλο το μήκος και το πλάτος του κοινωνικού μας σχηματισμού, εγκαταστάθηκαν στις δομές της διοίκησης, στις κοινωνικές οργανώσεις, στους θεσμούς. Η έλευση της δημοσιονομικής χρεοκοπίας του ελληνικού κράτους θα ωθήσει στην αποσκίρτηση εκατοντάδων χιλιάδων πολιτών από τα «κόμματα του κράτους».

Η άλλη διάσταση της ίδιας ιστορίας: πίσω από τα κόμματα υπάρχουν οι παρατάξεις, οι πολιτικές κληρονομιές, οι συμβολισμοί. Με όλες τις μεταλλαγές και τις μεταμορφώσεις των κομματικών οργανισμών στο πέρασμα του χρόνου. Εκτός δηλαδή από πελατειακές διευθετήσεις ή προφανή εξουσιαστικά κίνητρα, η δημοκρατία των κομμάτων καλλιέργησε συλλογικές ταυτίσεις και περίπλοκα συναισθήματα έλξης και απώθησης. Πέρα από τα γραφικά κι ενίοτε αποκρουστικά ήθη των παλαιάς κοπής φανατισμών, οι οργανωμένες αποκρυσταλλώσεις της Δεξιάς, του Κέντρου και της Αριστεράς κινητοποίησαν εκατομμύρια ανθρώπους. Για τα ποταπά και τα ευγενή, τα σημαντικά και τα ασήμαντα μαζί. Ιδιαίτερα στην Κεντροαριστερά και στην Αριστερά, ένας ολόκληρος κόσμος είχε επί δεκαετίες μια ενσώματη σχέση με την κομματική πολιτική, τις αγωνίες και τις «αρρώστιες της».

Τα τελευταία χρόνια γιγαντώθηκε ο αντικομματισμός. Κυρίως όμως η κρίση τον έκανε πιο επιθετικό και ωμό. Η κριτική στις κομματικές τυφλώσεις έχασε τις σκωπτικές και σατιρικές της ποιότητες. Μετατράπηκε σε ένα εκδικητικό μαύρο σύννεφο στο μυαλό των Ελλήνων που αισθάνθηκαν προδομένοι. Τέσσερα χρόνια μετά μπορούμε να πούμε ότι αυτός ο ωμός αντικομματισμός δεν συμβάλλει καθόλου στην υπέρβαση των πολιτικών αδιεξόδων μας.

Η απέχθεια για τα κόμματα παγιώνεται απλώς σε μια, α λα social media, ηθικολογία σύμφωνα με την οποία οτιδήποτε «κομματικό» πρέπει, σώνει και καλά, να είναι παρωχημένο, αντινεωτερικό και σάπιο. Το αποτέλεσμα είναι ότι άνθρωποι με δεκαετίες πασίγνωστης κομματικής ένταξης σπεύδουν να δηλώσουν σε φυλλάδια και οθόνες ανεξάρτητοι και ανέκαθεν υπερκομματικοί. Και ο αρχηγός, ιδρυτής, βασικός spokesman κ.λπ. της κίνησης που τιτλοφορείται «Το Ποτάμι» διαφημίζει την πρωτοβουλία του μαστιγώνοντας -απαλά, είναι αλήθεια- όλους τους άλλους στην Κεντροαριστερά και στην Αριστερά ως «κομματικές νομενκλατούρες».

Την ίδια στιγμή, σε δύο σημαντικούς δήμους της χώρας εμφανίζονται ψηφοδέλτια ποδοσφαιρικών παραγόντων που αναγκάζουν τους άλλους υποψήφιους σε γελοίους και αναξιοπρεπείς τεμενάδες στις αντίστοιχες φίλαθλες κοινότητες και στα «δίκαια αιτήματά» τους.

Αυτή η χαοτική κινητικότητα γύρω από τις μετεξελίξεις του πολιτικού μας συστήματος δεν κινείται σε μία προβλέψιμη πολιτική κατεύθυνση. Το γεγονός είναι όμως ότι ο αντικομματισμός ενισχύει τον κατακερματισμό του δημόσιου πολιτικού χώρου. Οι αντικομματικές κινήσεις δεν θέλουν σχέσεις με καμιά παραταξιακή μήτρα. Δυσφορούν με κάθε δεσμό με τις ιστορικές διαδρομές των πολιτικών διαιρέσεων.

Διακηρύσσουν απλώς τη διαφορά τους από το «παλαιό σύστημα» ως εάν τούτη η διαφορά να σημαίνει, από μόνη της, κάτι θετικό και υγιές. Και ως προς τα περιεχόμενα που συναντούμε στο τωρινό παζάρι των άφθαρτων αντικομματικών, αυτά δεν είναι καθόλου πρωτότυπα: κλασικές ωδές στην αξιοκρατία, στον δημιουργικό Ελληνα, στους «ανθρώπους με ένσημα» και στις αυτοφυείς επιχειρήσεις οι οποίες αποτελούν, όπως ξέρουμε, την τελευταία λέξη της μόδας.

Όσο όμως κάποια κόμματα αποτελούν «αποσπάσματα» παρατάξεων και όχι άμορφα αντικείμενα, θα συνεχίσουν να είναι τα βασικά υποκείμενα της πολιτικής. Δεν μπορεί να έχουν πλέον το παλιό τους στάτους ούτε να διατηρούν τις αλλοτινές φιλοδοξίες σε έναν θρυμματισμένο κόσμο που ζητεί πιο σύνθετες αποκρίσεις. Πρέπει όμως να επεξεργαστούν τα σχέδιά τους, να λένε την «αλήθεια τους» και να αντιμετωπίσουν το ζήτημα των κατάλληλων κοινωνικοπολιτικών συμμαχιών, προσβλέποντας πολύ πέρα από τους άμεσους εκλογικούς ορίζοντες. Ο αντικομματισμός θα γεννήσει πιθανόν νέα δημοσκοπικά και εκλογικά φαινόμενα. Το αν αυτά θα αποτελέσουν μονιμότερα στοιχεία του νέου πολιτικού τοπίου είναι ίσως λιγότερο πιθανό.

http://www.efsyn.gr/?p=191099

Νικόλας Σεβαστάκης, O νέος παλιός αντισημιτισμός

Σεβαστάκης_high

[Αναδημοσίευση από την Αυγή, 24-3-2013]

Εβδομήντα χρόνια μετά τον πρώτο συρμό για το Άουσβιτς, η Θεσσαλονίκη τίμησε τη μνήμη των εκτοπισμένων, των δολοφονημένων παιδιών της. Tο γεγονός έχει ιδιαίτερη σημασία για τον ελληνικό εβραϊσμό, την πόλη και τη δημόσια μνήμη. Έστω κι αν γνωρίζουμε καλά πως η εργασία της μνήμης και ιδιαίτερα η μνήμη των μεγάλων και απαράγραπτων καταστροφών είναι υπόθεση που υπερβαίνει τελετές και εκδηλώσεις, όσο βαθιά συγκινητικές και απαραίτητες κι αν είναι.

Έγινε φυσικά πολύς λόγος αυτές τις μέρες για τον κίνδυνο του ρατσισμού και του φασισμού. Η ζοφερή επικαιρότητα της Χρυσής Αυγής υπενθυμίζει την ανάγκη αφύπνισης απέναντι σε ένα κακό που ορισμένοι, όπως ο Έλληνας πρωθυπουργός, το παρουσιάζουν ως περιθωριακό στη χώρα. Είναι όμως έτσι; Άραγε ο αντι-εβραϊκός λόγος και τα αντίστοιχα συναισθήματα αποτελούν περιθωριακό φαινόμενο στη σημερινή Ελλάδα; Ή μήπως πρέπει να αναγνωρίσουμε μια διάσταση με μεγαλύτερη έκταση;

Ειδικά με τον αντισημιτισμό τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Το άθλιο νεοναζιστικό ριμέικ δεν είναι το μοναδικό πρόβλημα. Λέμε συχνά ότι το κακό δημιουργείται από τη συνθήκη της κρίσης. Υπάρχει ωστόσο κάτι προγενέστερο της κρίσης, που σήμερα ωστόσο βρίσκει ευκαιρίες άνθισης στους κόμβους της δημοσιότητας και της κοινωνικής επικοινωνίας. Αυτό το «άνθος» είναι παλιά ιστορία, αλλά στα συναισθήματα της κρίσης ξαναγεννιέται και προβάλλει ως περισπούδαστη ερμηνεία των τεκτονικών σεισμών στον καπιταλισμό: μιλώ για τον οικονομικό και κοινωνικό αντι-εβραϊσμό, ο οποίος δεν ταυτίζεται με τον βιολογικό ρατσισμό του αίματος. Οι κουβέντες που φτιάχνουν και διασπείρουν αυτόν τον αντισημιτισμό δεν είναι λόγια περί ράτσας, αλλά αφορισμοί για το «χρήμα» και τους επί γης «εκπροσώπους του». Στη βάση μάλιστα αυτών των αφορισμών βρίσκουμε τις αναφορές στη συνωμοσία των μεγάλων εναντίον του απλού ανθρώπου.

Αν λογαριάσουμε στα σοβαρά την παραπάνω διάσταση, είναι σαφές ότι η αντι-εβραϊκή εκτροπή δεν αφορά αποκλειστικά τους φορείς της φυλετικής εχθροπάθειας και του ναζιστικού μίσους. Ο αντι-εβραϊσμός μπορεί αντίθετα να διεισδύει, ανεπαίσθητα, στην αγανάκτηση για τις αδικίες και τις ανισότητες που συνδέονται με τον χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό. Η φιγούρα του Εβραίου «τραπεζίτη και χρηματιστή» αναστήθηκε μαζί με αυτόν τον άλλον αντισημιτισμό, ο οποίος σπεύδει βεβαίως να διαχωρίσει τη θέση του από τη μυθολογία του αίματος και της τιμής.

Δεν πάει πολύς καιρός που είδαμε πώς λειτούργησαν οι άθλιοι συνειρμοί με τα ονόματα της λίστας Λαγκάρντ. Εδώ και χρόνια ταξιδεύει επίσης ακλόνητη και η φιλολογία περί του Σόρος και της παντοδυναμίας του στα «παρασκήνια» των εθνών. Είναι βέβαιο πως δεν θα λείψουν οι αφορμές για το ξαναζέσταμα της ίδιας δαιμονολογικής φοβίας.

Η μάχη επομένως εναντίον του σύγχρονου αντισημιτισμού δεν πρέπει να περιορίζεται στην απόκρουση των ρατσισμών του αίματος, που ούτως ή άλλως έχουν χάσει προ πολλού το παιχνίδι. Ο σύγχρονος αντισημιτισμός είναι μια ολική δημαγωγία και όχι ένα υποκεφάλαιο του ρατσισμού. Κατά κάποιον τρόπο, η μάχη αυτή είναι αγώνας εναντίον κοινών τόπων που απλώνονται πολύ μακρύτερα από τον λαό της άκρας Δεξιάς.

Για εκείνους τους αριστερούς που δεν βλέπουν την κρίση ως συνωμοσία ή εργόχειρο κάποιων σατανικών «λεσχών» (Μπίλτεμπεργκ κ.λπ.), η επαγρύπνηση για τις αντισημιτικές εκτροπές είναι ηθικά και πολιτικά ζωτικής σημασίας. Για έναν κυρίως λόγο: μια ριζοσπαστική απάντηση στο κοινωνικό ζήτημα του καιρού μας περνάει από την πιο δραστική απόκρουση του «αντικαπιταλισμού των ηλιθίων». Και κάτι τέτοιο αποτελεί, σε μεγάλο βαθμό, ο κρυφός-φανερός αντισημιτισμός των ημερών μας.

———

Ο Νικόλας Σεβαστάκης είναι Αναπληρωτής Καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ.

Πηγή άρθρου:

http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=761607

Νικόλας Σεβαστάκης, Η πολιτική των συναισθημάτων

Πηγή:  Η Αυγή, 24-2-2013

02_highΗ εμπειρία της κρίσης εκδηλώνεται με πληθώρα τρόπων. Εμφανίζεται φυσικά σε λογαριασμούς και χαρτιά μισθοδοσίας, στις στατιστικές της ανεργίας ή των μη εξυπηρετούμενων δανείων και άλλων χρεώσεων. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, η κρίση είναι ένα απέραντο εργαστήριο συναισθημάτων, δημόσιας επικοινωνίας των παθών μας, ιδιωτικών και συλλογικών. Τι συνέβη τα τελευταία χρόνια; Μια έκρηξη των συζητήσεων για την κρίση, ιδίως για τα πολιτικοοικονομικά της συμπτώματα, έκρηξη η οποία δημιούργησε μια εκτεταμένη πολιτικοποίηση της κοινωνίας. Η οικονομική πληροφορία μαζί με τις φήμες, τα σενάρια, τις θεωρίες συνωμοσίας διαχύθηκαν προς τα κάτω και οριζόντια. Το αποτέλεσμα είναι ότι μεγάλα τμήματα του ελληνικού πληθυσμού τα οποία στις συνθήκες της «ευημερίας» είχαν αποσχιστεί από το πολιτικό σύμπαν, ανακάλυψαν με τρόμο ότι η ιδιωτική τους σφαίρα «απαλλοτριώνεται» από την κοινωνική ατμόσφαιρα και τη διακυβέρνηση της κρίσης.

Τούτη λοιπόν η σαστισμένη ιδιωτική σφαίρα βρέθηκε να αντιμετωπίζει συνεχείς οχλήσεις και βίαιες παρεμβολές. Όλο και περισσότεροι πολίτες εξωθήθηκαν να βγουν από τα ρούχα τους, να θυμώσουν για δημόσιες υποθέσεις και πολιτικά πρόσωπα, για νόμους ή προεδρικά διατάγματα. Παρέες μάλωσαν και φιλίες διαταράχτηκαν. Άλλαξε έτσι απότομα ο κύκλος της ατομικής και της στενά επαγγελματικής ρουτίνας. Η εμπειρία της κρίσης άρχισε να πονάει μη επιτρέποντας στη ρουτίνα να λειτουργήσει προστατευτικά όπως «υπό κανονικές συνθήκες». Η έκθεση στον οικονομικό κίνδυνο και στην έλλειψη ασφάλειας έφτιαξε μια διαφορετική ύλη καθημερινότητας. Η κυρίαρχη ύλη αυτής της καθημερινότητας δεν είναι ο εφησυχασμός αλλά η ανησυχία. Και αυτή φαίνεται πια να διεισδύει ακόμα και στους πιο αδιάφορους μικρόκοσμους.

Ποια είναι η πίσω πλευρά αυτής της νέας δύσθυμης πολιτικοποίησης; Ποια είναι τα ρίσκα της; Επειδή ακριβώς η αφετηρία της είναι μια αίσθηση απώλειας και αποπροσανατολισμού, αναπτύσσεται προς όλες τις δυνατές κατευθύνσεις. Στη σκιά της κρίσης, η αναζωπύρωση των πολιτικών συναισθημάτων μπορεί να φτωχαίνει ή και να εμπλουτίζει τη σκέψη. Μπορεί να θρέφει τους κανιβαλισμούς του hate speech αλλά και να φέρνει σε επαφή τους πολίτες με επιχειρήματα που δεν θα τα γνώριζαν αν δεν είχαν εμπλακεί συναισθηματικά στην κατάσταση. Να φτιάχνει νέα υβρίδια δογματικής τύφλωσης μαζί με εκλεπτυσμένα κριτικά εργαλεία.

Με άλλα λόγια, η πολιτική του συναισθήματος δεν έχει μια και μοναδική έκβαση. Εδώ πλέον ο δημαγωγικός χειρισμός των συναισθημάτων της κρίσης συνυπάρχει με την αναγνώριση της ηθικής τους σημασίας. Η εκτόξευση της υβριστικής πολιτικολογίας αναπτύσσεται εκ παραλλήλου με το ενδιαφέρον για τις αιτίες και το πραγματικό βάθος της κρίσης. Ακόμα και η παραφιλολογία των συνωμοσιολόγων αντισταθμίζεται – δυστυχώς τελείως άνισα- από αιτήματα κριτικής αυτογνωσίας που υπερβαίνουν τη συμβατική πολιτική πολεμική.

Το πρόβλημα αρχίζει από τη στιγμή που κάποιοι ταυτίζουν το συναίσθημα στην πολιτική με τον μαγικό κόσμο του twittter ή με τα παιχνίδια «προσωπικής πρόκλησης» στα κοινωνικά δίκτυα. Αυτή όμως είναι μια άλλη ιστορία όπου σκοπεύω να επανέλθω.

http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=754539

Νικόλας Σεβαστάκης,Η ενάρετη επιφοίτηση των ελίτ ή για την ελαφρότητα της νέας ηθικοφροσύνης

Πηγή: Red NoteBook, 17-8-2011

Μέρες μετά τις «οχλοκρατικές» ταραχές στη Βρετανία, ο Ντέιβιντ Κάμερον μίλησε όπως θα μιλούσε ένας  αυθεντικός Τόρυ, ένας Βρετανός συντηρητικός πολιτικός. Τα όσα είπε έχουν ειπωθεί αναρίθμητες φορές από τις πρώτες δεκαετίες του δέκατου ένατου αιώνα. Το λεξιλόγιο το οποίο χρησιμοποίησε είναι επίσης οικείο και στους Έλληνες αναγνώστες πολλών από τις επιφυλλίδες και αναλύσεις που γράφτηκαν με αφορμή τον δικό μας Δεκέμβρη του 2008. Η μεγάλη κρίση αξιών – η οποία υποτίθεται ότι τροφοδότησε τις «εγκληματικές συμμορίες» των πλιατσικολόγων- συνδέεται με μια κοινωνική κουλτούρα της ελαστικότητας απέναντι στην ανομία, με την έλλειψη πειθαρχίας και τις εύκολες ανταμοιβές. Πολλές ανταμοιβές και λίγες ποινές, υπερβολικό κανάκεμα και πλημμελείς κυρώσεις. Η λαϊκότροπη μετάφραση της άποψης αυτής είναι η εκτίμηση περί μπαχαλοποίησης ή περί της χαλάρωσης του κράτους και των μηχανισμών που θα πρέπει να αναλάβουν τις ευθύνες τους απέναντι στους «αληταράδες», στα μικρά καθάρματα, όπως είχε αποκαλέσει ο Νικολά Σαρκοζύ τους ταραξίες των γαλλικών προαστίων.

Δεν είναι βέβαια παράδοξη αυτή η προσέγγιση στα πράγματα από μια ορισμένη δεξιά και τους θεσμικούς εκπροσώπους της. Η μετατόπιση των παθολογιών από τους θεσμούς και τις κοινωνικές πρακτικές στα ήθη ή στις ατομικές συμπεριφορές είναι, όπως είπαμε, μια πολύ παλιά ιστορία. Το ίδιο μπορούμε να πούμε και για την μετάθεση της αιτίας των κοινωνικών ρηγμάτων στο επίπεδο μιας νεφελώδους διαταραχής του πολιτισμού που εμφανίζεται μετέωρη και μυστηριώδης. «Χάσαμε την κοσμιότητα», οι «νέοι που τα θέλουν όλα και γρήγορα», η επικράτηση του «υλισμού», όλα αυτά τα θέματα μπορεί να επανέρχονται στην επικαιρότητα κατά τακτά διαστήματα.

Το αξιοθαύμαστο δεν είναι η περιοδική επιστροφή της ηθικοφροσύνης στον δημόσιο λόγο και στις προσφιλείς εξηγήσεις των κρότων της επικαιρότητας. Αξιοθαύμαστο είναι ότι αυτή η ηθικοφροσύνη διαδίδεται και γιγαντώνεται εν μέσω του πολιτισμού των διαφόρων Μέρντοχ, εν μέσω της κουλτούρας των οίκων αξιολόγησης και των  πιο κυνικών κερδοσκοπικών παιχνιδιών ανά την υφήλιο. Ο λόγος περί ηθικής κρίσης εκπορεύεται κυρίως από φωνές οι οποίες συμμετέχουν ευθέως στην εγκαθίδρυση ενός σύγχρονου οικονομικού δεσποτισμού ο οποίος δεν έχει προηγούμενο στο παρελθόν των φιλελεύθερων ή «κοινωνικών» καπιταλισμών.

Και αυτό δεν είναι το μοναδικό θαύμα. Υπάρχει και το αξιοπερίεργο που αφορά την αβάσταχτη ελαφρότητα κάποιων που δεν είναι δεξιοί αλλά μιλούν από τη σκοπιά της προόδου και της σύγχρονης κεντροαριστεράς. Δεν υπάρχει ίσως πιο τρανή απόδειξη για την απόλυτη παρακμή αυτού του χώρου από τις αφοριστικές δηλώσεις ενός Άντονι Γκίντενς περί εξέγερσης του shopping ή από επιχειρήματα του τύπου: «αν έκλεβαν ψωμί μπορεί να τους συμπαθούσαμε, αλλά αυτοί ήθελαν τηλεοράσεις plasma και αθλητικά παπούτσια». Mε άλλα λόγια: η νοσταλγία για τους γαβριάδες και τον Γιάννη Αγιάννη ως τελευταία λέξη της φωτισμένης κοινωνικής ανάλυσης.

Σε αυτή την περίπτωση, η φωνή των “προοδευτικών” δανείζεται εξολοκλήρου το πνεύμα της πιο συντηρητικής ηθικοφροσύνης. Η ανάλυση φοράει ξαφνικά το φωτοστέφανο μιας νέας νόστιμης εγκράτειας που σκανδαλίζεται από τον χυδαίο υλισμό των ταραχοποιών. Θεωρητικοί όπως ο Γκίντενς έχουν επιπλέον τεράστια προσωπική πολιτική ευθύνη για την «αριστερή» προώθηση των νεοφιλελεύθερων ιδεών και αξιών. Τώρα όμως, επειδή έχει έλθει η ώρα κάποιων αναγκαίων αναθεωρήσεων και αναπροσαρμογών, προβάλλουν το προσωπείο του επικριτή του «άγριου» καταναλωτισμού των νέων.

Στην ουσία το μοναδικό στοιχείο διαφοροποίησης μεταξύ του Κάμερον και τέτοιου τύπου προοδευτικών βρίσκεται στο περίφημο μίγμα πολιτικής: περισσότερη αστυνόμευση λέει ο πρώτος, δεν αρκεί αυτό από μόνο του συμπληρώνουν οι δεύτεροι: χρειάζονται και ‘ευκαιρίες’, ‘εκπαίδευση’ , ‘ανάπτυξη’.

Ποινικός κολασμός και δακρύβρεχτος παιδαγωγισμός, αστυνομική πυγμή και κενή θεραπευτική ρητορεία πορεύονται μαζί και ανταγωνίζονται για το ποιος θα είναι περισσότερο αποτελεσματικός απέναντι στην απειλή του όχλου. Επειδή δεν διανοούνται καμιά πραγματική αναδιανομή, μπορούν να σκανδαλίζονται, με όλη τους την άνεση, όταν αυτή η αναδιανομή πραγματοποιείται άτακτα και χαοτικά από κομμάτια της κοινωνίας. Επειδή δεν πιστεύουν στην ηθική αντίσταση στις κανονικότητες της «δημοκρατίας των αγορών», συνηθίζουν να μειώνουν απλώς ηθικά τους εκάστοτε εξεγερμένους ως μια απολίτιστη υπο-τάξη ή ως λούμπεν μικροαστικό κατακάθι…

Το πρόβλημα φυσικά υπερβαίνει το παράδειγμα της Βρετανίας του 2011. Είναι ένας οιωνός για τη γενικότερη στάση των ελίτ απέναντι σε όλους τους κοινωνικούς σπασμούς, στις παραδοσιακές και στις «βρώμικες» μορφές αντίδρασης, στις διεκδικητικά προσανατολισμένες και στις δίχως αιτήματα κοινωνικές ταραχές. Η στάση άλλωστε είναι μία και απαράλλαχτη από χώρα σε χώρα: μετακύλιση της ηθικής ενοχής σε όλη την κοινωνία και ακόμα γενικότερα στον σύγχρονο πολιτισμό ή στους εγωιστικούς τρόπους της ζωής των μεν και των δε. Και έπειτα έρχεται η στιγμή του ιδιαίτερου στιγματισμού των αντιδρώντων ως των κατεξοχήν αντιδραστικών, των φορέων μιας ψυχοκοινωνικής παρέκκλισης η οποία χρειάζεται την κινητοποίηση των υγιών δυνάμεων.

Είτε έτσι είτε αλλιώς, με ανανεωμένες ψυχολογίες του όχλου ή πρόχειρη κοινωνιολογία των “υποτάξεων”, με ανακύκλωση της βικτωριανής φιλοσοφίας περί κοινωνικής αλητείας ή με την λεπτή ειρωνεία περί shopping, ο αναλυτικός ορίζοντας των ελίτ φαίνεται να ξορκίζει τα κοινωνικά φαινόμενα: μπροστά στη σκληρότητα των καιρών η “έγκριτη γνώμη” στρέφεται σε δοκιμασμένα και μάλλον ατυχή υλικά του παρελθόντος. Περιμένοντας να εφαρμόσει ξανά και ξανά τις ίδιες λέξεις της ατίμωσης και της φτηνής διακωμώδησης σε κάθε νέα ευκαιρία…

Αρέσει σε %d bloggers: